Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Χρηματιστηριακή παραγγελία, ευθύνη παραγγελέα, επαναφορά μετοχών.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 536/ 2016.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Εξάλλου η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. Εμπ. Ν., επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι διατάξεις για την εντολή του Α.Κ., της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή (ΑΠ Ολ 824/1977). Έτσι, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 713 και 714 Α.Κ., από τον συνδυασμό των οποίων προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξαγάγει την ανατεθείσα σε αυτόν υπόθεση, να πράξει, δηλαδή, για λογαριασμό του εντολέως του, ό,τι υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υποθέσεως, ευθύνεται δε έναντι του εντολέως του για κάθε πταίσμα. Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της συμβάσεως ή πλημμελούς εκπληρώσεως ή παραβάσεως των νομίμων υποχρεώσεών του ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, θετική και αποθετική, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία πταίσμα του (ακόμη και ελαφρά αμέλεια), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 ΑΚ. Απαιτείται, δηλαδή, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 719 Α.Κ., ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ό,τι δήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Επομένως, αν ο χρηματιστής στα πλαίσια νόμιμης χρηματιστηριακής παραγγελίας ή ευρύτερου περιεχομένου συμβάσεως διαχειρίσεως επενδυτικού χαρτοφυλακίου έλαβε από τον εντολέα του μετοχές προκειμένου με την σύναψη νόμιμης χρηματιστηριακής συμβάσεως να τις πωλήσει, έχει συμβατική υποχρέωση, με βάση την ως άνω διάταξη, αφού πωλήσει σε συνεδρίαση του χρηματιστηρίου τις μετοχές, να αποδώσει στον εντολέα του το χρηματικό ποσόν το οποίο απέκτησε για λογαριασμό του (ΑΠ 655/2011). 

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 11-2-1994 ο ενάγων-εφεσίβλητος έδωσε στην εναγομένη-εκκαλούσα, η οποία είναι ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία τακτικό μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, την εντολή να πωλήσει επ' ονόματί της και για λογαριασμό του 12.200 κοινές και 200 προνομιούχες μετοχές της εισηγμένης στο ΧΑΑ εταιρίας με την επωνυμία "...", των οποίων αυτός (ενάγων) ήταν νόμιμος κομιστής, καταρτίζοντας κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή πώλησης αυτών τοις μετρητοίς εντός κύκλου και παρέδωσε σ' αυτήν τους πιο πάνω τίτλους. Στις 17-2-1994 η εναγομένη προέβη, σε εκτέλεση της ως άνω εντολής, στην πώληση εντός κύκλου 7.330 κοινών μετοχών "..." του ενάγοντος προς το μέλος του ΧΑΑ "...", στην τιμή των 2.180 δραχμών για κάθε μετοχή και στην πώληση εντός κύκλου 200 προνομιούχων μετοχών "..." του ενάγοντος προς το μέλος του ΧΑΑ "...", στην τιμή των 1.766 δραχμών για κάθε μετοχή. Οι συναλλαγές αυτές καταγράφηκαν στο Αυτόματο Σύστημα Ηλεκτρονικών Συναλλαγών (ΑΣΗΣ) του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Όσον αφορά την ..., η οποία αγόρασε τις 7.330 κοινές μετοχές της "..." του ενάγοντος, αποδείχθηκε ότι στις 17-2-1994 και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του ΧΑΑ, πληκτρολογήθηκε από το τερματικό της εντολή αγοράς 660.000 κοινών μετοχών της εταιρίας "...", η οποία (εντολή) λόγω του ηλεκτρονικού τρόπου λειτουργίας του ΑΣΗΣ διασταυρώθηκε αυτόματα με αντίστοιχες αντίθετες εντολές πώλησης μετοχών της ίδιας εταιρίας που είχαν εισαχθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα από τα τερματικά άλλων μελών του χρηματιστηρίου για λογαριασμό πελατών τους, μεταξύ των οποίων και η εντολή πώλησης των 7.330 κοινών μετοχών του ενάγοντος που έδωσε η για λογαριασμό του ενεργούσα εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρία. Έτσι, οι συναλλαγές επί των μετοχών αυτών συνήφθησαν αυτόματα κατά τη διασταύρωση των αντιθέτων εντολών μέσα στο ηλεκτρονικό σύστημα. Την προαναφερθείσα εντολή αγοράς των 660.000 κοινών μετοχών της εταιρίας "...", μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι 7.330 κοινές μετοχές του ενάγοντος, δεν έδωσε ο χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της ..., Α. Φ., αλλά την πληκτρολόγησε ο υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας Σ. Β., ο οποίος, όμως, δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσής της, καθόσον δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι ήταν, κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, νόμιμα διορισμένος αντικρυστής της, σύμφωνα με τη διαδικασία που προέβλεπε η κατ 'εκείνο το χρόνο (17-2-1994) ισχύουσα διάταξη του άρθρου 13 § § 4-7 του Ν. 2341/1940. Η ..., με σχετική επιστολή της που απέστειλε άμεσα, κατά τη διάρκεια ακόμα της συνεδρίασης του ΧΑΑ, προς τον Πρόεδρό του απέκρουσε την εν λόγω αγορά για έλλειψη εξουσιοδότησης του ανωτέρω υπαλλήλου της, ισχυρίσθηκε δε επιπλέον ότι δεν υπήρχε ούτε εντολή πελάτου της. Ενόψει αυτών η συναφθείσα για λογαριασμό του ενάγοντος πώληση των 7.330 κοινών μετοχών της εταιρίας "...", με συνολικό τίμημα 15.979.400 δραχμών, ήταν άκυρη και ανίσχυρη για την ..., αφού η σχετική εντολή αγοράς τους δόθηκε χωρίς πληρεξουσιότητα, από τον υπάλληλό της Σ. Β., ο οποίος δεν ήταν ούτε ο χρηματιστηριακός της εκπρόσωπος ούτε νόμιμα διορισμένος αντικρυστής της, η δε εταιρεία αυτή δεν ενέκρινε αλλά απέκρουσε άμεσα την επίμαχη συναλλαγή. Λόγω του θέματος που δημιουργήθηκε και της ακυρότητας των αγοραπωλησιών των ως άνω μετοχών που φέρεται ότι αγόρασε η ..., οι εμπλακείσες στις αγοραπωλησίες αυτές χρηματιστηριακές εταιρίες αποφάσισαν να γίνει αντιλογισμός, δηλαδή να καταρτισθούν αντίστροφες αγοραπωλησίες και να επανέλθουν οι μετοχές στους κατόχους αυτών με το ίδιο τίμημα πώλησής τους. Πράγματι, η εναγομένη προέβη σε επαναγορά όλων των πωληθεισών στις 17-2-1994 μετοχών του ενάγοντος, δηλαδή τόσο των 7.330 κοινών μετοχών της εταιρίας "..." που είχαν πωληθεί προς την "...", όσο και των 200 προνομιούχων μετοχών της ίδιας εταιρίας που είχαν πωληθεί προς την "...", με το ίδιο ακριβώς τίμημα. Ενόψει δε της ακυρότητας της πώλησης των κοινών μετοχών του ενάγοντος προς την "...", ουδεμία αξίωση πληρωμής του τιμήματος των μετοχών αυτών, δια μέσου της εντολοδόχου του εναγομένης, γεννήθηκε για τον ενάγοντα, ενώ εξάλλου, λόγω ακριβώς αυτής της ελαττωματικότητας της πώλησης μπορούσε να γίνει λογιστική επανόρθωση των αποτελεσμάτων της με αντιλογισμό. Ως εκ τούτου, η εκ μέρους της εναγομένης επαναγορά των 7.330 κοινών μετοχών της "..." του ενάγοντος ούτε πράξη αντισυμβατική και παράνομη είναι ούτε οποιαδήποτε ζημία προκάλεσε στον τελευταίο. Όμως η επαναγορά των 200 προνομιούχων μετοχών της "..." ήταν πράξη αντισυμβατική διότι έγινε χωρίς εντολή του ενάγοντος και ανέτρεψε την εγκύρως και με εντολή του καταρτισθείσα προηγουμένως πώληση αυτών προς την "...", ως προς την οποία (πώληση) ουδέν ελάττωμα υπήρξε, καθόσον η ακυρότητα αφορούσε μόνο την χωρίς πληρεξουσιότητα αγορά των μετοχών από την "...". Επομένως, η εναγομένη εντολοδόχος είναι υπόχρεη να ανορθώσει τη ζημία που προκλήθηκε στον ενάγοντα από την εξ' υπαιτιότητάς της μη εκπλήρωση της εντολής του όσον αφορά τις 200 προνομιούχες μετοχές του της εταιρείας "...",η οποία αντιστοιχεί στο ποσόν του τιμήματος της πώλησης αυτών που ώφειλε η εναγομένη να εισπράξει κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης μέσω της Ανωνύμου Εταιρίας Αποθετηρίου Τίτλων και το οποίο απώλεσε ο ενάγων, ενόψει και του ότι η αξία των μετοχών αυτών κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής ήταν μηδενική, λόγω της εν τω μεταξύ διαγραφής της μετοχής της εταιρίας "..." από το Χρηματιστήριο και της πτώχευσης της ως άνω εταιρίας. Η ζημία αυτή του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσόν των 353.200 δραχμών ή 1.036,54 Ευρώ (ήτοι, 200 μετοχές Χ 1.766 δρχ/μετοχή)...". Ακολούθως δε, το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε εν όλω την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, κράτησε και δίκασε αυτήν, την δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα μόνον την αξία των 200 προνομιούχων μετοχών, οι οποίες επωλήθησαν στην "...", ήτοι 353.200 δρχ. (1.036,54 ευρώ) και χρηματική ικανοποίηση 3.000 ευρώ, απέρριψε δε κατ' ουσίαν την αγωγή όσον αφορά το κονδύλιο της αξίας των κοινών μετοχών, οι οποίες είχαν πωληθεί στην "...". Με αυτές τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η κρίση της, για το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας της αντιστροφής των συναλλαγών που είχαν γίνει στις 17.2.1994, σε εκτέλεση της δεύτερης συμφωνίας της αναιρεσίβλητης με τις αντισυμβαλλόμενες εταιρείες επαναγοράς των μετοχών του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, ενόψει των παραδοχών της απόφασης, ότι λόγω της ακυρότητας των αγοραπωλησιών των ως άνω μετοχών που φέρεται ότι αγόρασε η ..., οι εμπλακείσες στις αγοραπωλησίες αυτές χρηματιστηριακές εταιρείες αποφάσισαν να γίνει αντιλογισμός, δηλαδή να καταρτισθούν αντίστροφες αγοραπωλησίες και να επανέλθουν οι μετοχές στους κατόχους αυτών με το ίδιο τίμημα πώλησής τους, ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε επαναγορά όλων των πωληθεισών στις 17-2-1994 μετοχών του αναιρεσείοντος και ότι λόγω ακριβώς της ελαττωματικότητας της πώλησης μπορούσε να γίνει αντιλογισμός, δεν καθίσταται σαφές, αν ο αντιλογισμός αυτός έγινε "εντός κύκλου" δηλαδή κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως του χρηματιστηρίου και σε καταφατική περίπτωση, αν με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση αναζητεί έρεισμα της νομιμότητας της αντιστροφής της πώλησης σε εθιμικό δίκαιο των χρηματιστηριακών συναλλαγών ή αδοκίμως στον μεταγενέστερο ν. 2579/1998, (με το άρθρο 29 παρ. 1 του οποίου (χωρίς αναδρομική ισχύ) παρέχεται το δικαίωμα στο Διοικητικό Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, με απόφασή του, υποκείμενη στην έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, να κηρύξει άκυρη χρηματιστηριακή συναλλαγή που καταρτίσθηκε μέσω του Αυτόματου Συστήματος Ηλεκτρονικών Συναλλαγών, εφόσον κατά την κρίση του η κήρυξη της πράξης ως άκυρης απαιτείται για την εύρυθμη λειτουργία της) ή σε συναίνεση ή έγκριση του εντολέως αναιρεσείοντος προς την εντολοδόχο του αναιρεσίβλητη για την επαναγορά αυτή, περί της υπάρξεως ή ανυπαρξίας της οποίας ουδέν αναφέρει.
    Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.
    Ακολούθως, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται στο ίδιο κονδύλιο, δηλαδή στο μέγεθος της ζημίας την οποία υπέστη ο αναιρεσείων από την ματαίωση της πωλήσεως των κοινών μετοχών του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνον ως προς αυτό το κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση το Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει και κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό την υπ' αριθμ. 6103/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
    Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
    Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.
    Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...