Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Έκθεση αναίρεσης, προσαρτημένο δικόγραφο στην έκθεση αναιρέσεως.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ζ', 293/ 2017.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο -Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Παραδεκτό - απαράδεκτο αυτής. Λόγοι αναιρέσεως σε έγγραφο προσαρτημένο στην έκθεση αναιρέσεως. Τυπικά στοιχεία προσαρτημένου εγγράφου. Παραδεκτή η συμπλήρωση αναιρέσεως με παραπομπή σε λόγους που περιέχονται σε άλλο έγγραφο, εφ’ όσον στην έκθεση υπάρχει ρητή αναφορά στο έγγραφο αυτό και είναι προσαρτημένο σ’ αυτή, ώστε να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκθέσεως αναιρέσεως.
Τύπος. Υπογραφή στο προσαρτημένο έγγραφο του αναιρεσείοντος ή πληρεξουσίου και του αρμόδιου υπαλλήλου - Γραμματέως. Τυχόν έλλειψη υπογραφής του Γραμματέως στο προσαρτημένο έγγραφο δεν καθιστά την έκθεση απαράδεκτη άνευ ετέρου τινός, εφ’ όσον η έλλειψη αναπληρώνεται από άλλο στοιχείο που πιστοποιεί την ενοποίηση του κειμένου. Παραδεκτή, εν προκειμένω, η αναίρεση, βάσει των ως άνω αναφερθέντων. Εισαγγελική πρόταση βάσει της οποίας προτάθηκε η απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης, λόγω μη νομότυπης υποβολής της, ελλείψει  υπογραφής του Γραμματέως στο συνημμένο έγγραφο και λόγω αοριστίας. Ακρόαση Εισαγγελέως επί της ουσίας της υπόθεσης. Απέχει να αποφανθεί επί της αναιρέσεως προκειμένου αυτή να επανεισαχθεί μετά τη σύνταξη της εισαγγελικής πρότασης.

 Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 1-2, 476 παρ.1, 484 παρ.1, 509 παρ.1-2, 510 και 513 παρ.1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι αναιρέσεως. Διαφορετικά, αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον από τους λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται περιοριστικά στα άρθρα 484 και 510 ΚΠοινΔ, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Δεν αρκεί απλή επανάληψη του κειμένου της διατάξεως, που προβλέπει που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της επικαλούμενης νομικής πλημμέλειας. Δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, κατά το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την άσκηση παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/2002,19/2001). Παραδεκτή συμπλήρωση με παραπομπή σε λόγους αναιρέσεως, που περιέχονται σε άλλο έγγραφο, υπάρχει μόνο όταν η έκθεση περιέχει ρητή αναφορά στο σχετικό έγγραφο, που είναι προσαρτημένο σ` αυτή και φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντος ή του πληρεξουσίου συνηγόρου του και του αρμόδιου υπαλλήλου-γραμματέως, οπότε αυτό συναποτελεί με την έκθεση αναιρέσεως αναπόσπαστο και ενιαίο ολικό κείμενο αναιρετικών λόγων κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η τυχόν έλλειψη υπογραφής του αρμόδιου γραμματέως στο προσαρτημένο έγγραφο μπορεί να αναπληρώνεται από άλλο στοιχείο, που πιστοποιεί τη διαδικαστική σύνδεση και ενοποίηση του με την έκθεση αναιρέσεως, χωρίς η έλλειψη αυτή να καθιστά την έκθεση απαράδεκτη, γεγονός που θα ενείχε άσκοπη τυπολατρία και θα προσέκρουε στην, υπερνομοθετικής ισχύος, διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, περαιτέρω δε θα περιόριζε δυσανάλογα το δικαίωμα προσβάσεως του κατηγορουμένου στο Ακυρωτικό Δικαστήριο.
Περαιτέρω, είναι παραδεκτή η αναίρεση, κατ` άρθρο 504 παρ.2 ΚΠοινΔ και κατ` αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου, κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κηρύξαντος εαυτό αναρμόδιο καθ` ύλην. Εξ άλλου από την διάταξη του όρθρου 32 παρ.1 ΚΠοινΔ κατά την οποία καμία απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο ... δεν έχει κύρος εάν δεν ακουσθεί προηγουμένως ο εισαγγελέας, προκύπτει ότι εις ην περίπτωση ο εισαγγελέας δεν υπέβαλε πρόταση για τους λόγους αναιρέσεως, αλλ` εισήγαγε την υπόθεση στο δικαστήριο και επρότεινε απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως, το δικαστήριο δεν εισέρχεται στην περαιτέρω κατ` ουσίαν έρευνα αυτής, μέχρις ότου υποβληθεί τέτοια εισαγγελική πρόταση.

 Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ../2016 κρινόμενης εκθέσεως αναιρέσεως προκύπτουν τα εξής: 1] στη πρώτη σελίδα αυτής α] αναγράφεται ότι οι λόγοι της αιτήσεως κατά της με αριθμό 6444/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών [με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κηρύχθηκε καθ`ύλην αναρμόδιο το Δικαστήριο και παραπέμφθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως στο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών] αναφέρονται στη συνημμένη αίτηση, β] η έκθεση υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, 2] η συνημμένη πολυσέλιδη αίτηση περιέχει ουσιαστικούς αναιρετικούς λόγους.  Συνεπώς, η αίτηση αυτή και η έκθεση αναιρέσεως αποτελούν ενιαίο κείμενο αναιρετικών λόγων, που παραδεκτά ασκήθηκε, αφού φέρει τις ως άνω υπογραφές. Όμως, ο εισαγγελέας θεωρώντας ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι αόριστη και δεν υποβλήθηκε νομότυπα, διότι δεν υπογράφεται και η συνημμένη αίτηση από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου, δεν υπέβαλε πρόταση επί της ουσίας της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά εισήγαγε την υπόθεση, με πρόταση να κηρυχθεί απαράδεκτη η ως άνω αίτηση. Επομένως, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να απόσχει από την περαιτέρω ουσιαστική έρευνα των λόγων της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως προκειμένου αυτή να επανεισαχθεί στο ακροατήριο του μετά την σύνταξη σχετικής εισαγγελικής προτάσεως.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απέχει να αποφανθεί επί των λόγων της με αριθμό ../21-3-2016 αιτήσεως του Ε. Π., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 6444/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
--------------

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε' (σε Συμβούλιο), 242/ 2017.

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Καταδίκη για ληστεία από κοινού, κατά συρροή, τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα από δράστες με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, για επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή και για παράνομη οπλοφορία. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Παραδεκτό - απαράδεκτο αυτής. Αοριστία λόγων αναιρέσεως. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ειδικότερα άσκηση αναιρέσεως για το λόγο ότι το Δικαστήριο εξάντλησε την αυστηρότητα του νόμου και επέβαλε ιδιαίτερα μεγάλη ποινή. Απορρίπτει αναίρεση ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας λόγου.

Έπειτα ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου, με αριθμό πρωτ. ...22.12.2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ’ άρθρον 513 παρ.1 εδ.α’ σε συνδ. με άρθρο 476 παρ.1 εδ.α’ ΚΠΔ, τις από 21.6.2016 και 7.7.2016 δηλώσεις αναιρέσεως του F. Τ. A. του A. S. και της G., κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, κατά της υπ’ αριθμ. 1691/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, κατ’ άρθρο 473 παρ.3 του Κ.Ποιν.Δ., στις 27.6.2016, ασκηθείσες νομοτύπως και εμπροθέσμως, κρινόμενες, επομένως, ενιαίως, ως συμπληρωματική η δεύτερη της πρώτης και με την οποία ως άνω απόφαση καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, κατ’ έφεση, για: α] ληστεία από κοινού, κατά συρροή, τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα και από δράστες που είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, β] επικίνδυνη σωματική βλάβη, κατά συρροή και γ] παράνομη οπλοφορία, σε ισόβια κάθειρξη και συνολική ποινή καθείρξεως δεκατριών [13] ετών και έξι [6] μηνών και σε χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων [1.500,00] ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 1-2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1-2, 510 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή, και ορισμένο, οι λόγοι αναίρεσης. Διαφορετικά, αν δεν περιέχεται σ’ αυτή ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης από όσους αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη και στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου [σε συμβούλιο], ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Δεν αρκεί δε, η απλή επανάληψη του κειμένου της διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς παράθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της επικαλούμενης νομικής πλημμέλειας. (Ούτε επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν άσκηση παραδεκτής αίτησης αναίρεσης). Περαιτέρω, ανύπαρκτοι, ασαφείς και αόριστοι λόγοι, μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου.[Α.Π.910/2014, Α.Π....2014]. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτείται: α) αν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καμία αιτιολογία, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια που πλήττει η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία που δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, (απαιτείται) να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογίας ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια της απόφασης που πλήττονται ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002, 19/2001, Α.Π.311/2016, Α.Π. 1273/2014). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, απαιτείται να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάστηκε, η μορφή της παραβίασης και το περιεχόμενο των νομικών πλημμελειών της απόφασης. Δηλαδή εάν προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία, πρέπει να προσδιορίζεται η έννοια που αποδόθηκε στη διάταξη κατά την ερμηνεία της από το δικαστήριο ή, εάν προβάλλεται εσφαλμένη υπαγωγή, πρέπει να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη. Σε περίπτωση δε που προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης εκ πλαγίου και έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να προσδιορίζονται οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις ή τα λογικά κενά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την υπαγωγική λειτουργία, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόστηκε και προβλέπει την αξιόποινη πράξη, για την οποία υπήρξε καταδίκη. [Α.Π.311/2016, Α.Π.910/2011].
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου των εκθέσεων αναίρεσης δεν προκύπτει έκθεση συγκεκριμένου λόγου, τον οποίο να επικαλείται ο αναιρεσείων και ο οποίος, πλέον της αναφοράς του ότι ζητά την αναίρεση της συγκεκριμένης αποφάσεως για, κατά πιστή μεταφορά, "ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξάντλησε την αυστηρότητα του νόμου και του επέβαλε ιδιαίτερα μεγάλη ποινή και...ότι εσφαλμένα εκτίμησε τα εκ της διαδικασίας προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και εφάρμοσε το νόμο και κήρυξε αυτόν ένοχο εγκλήματος το οποίο δεν διέπραξε και επέβαλε σ’ αυτόν μεγάλη ποινή, καθώς και για λόγους που θα εκθέσει μέσω του συνηγόρου του κατά τη νέα εξέταση της υπόθεσής του" δεν εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να συνιστούν ελλείψεις ή πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, βάσει των οποίων να είναι δυνατόν να συναχθεί συγκεκριμένη έλλειψη ή πλημμέλεια της αποφάσεως, πλην της ως άνω εντελώς αόριστης διατύπωσης. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτες και επομένως, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, [άρθρα 676 παρ.1,2, 513 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: α] Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι από 21.6.2016 και 7.7.2016 αιτήσεις αναιρέσεως του F. T. του A. S. καιi της G., κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, κατά της υπ’ αρίθμ. 1691/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και β ] Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα [250] ευρώ. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου."

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από το από 23.1.2017 αποδεικτικό επιδόσεως του γραμματέα Ξ. Ε..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474, 476 παρ.1, 509 και 510 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι για το κύρος και, κατ’ ακολουθία, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ’ αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρ. 513 παρ.1 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εξάλλου, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο μετά τη συζήτηση αυτής υπόμνημα ούτε με άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, κατά το άρθρ. 509 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., την άσκηση παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 2/2002). Παραδεκτή συμπλήρωση με παραπομπή σε λόγους αναιρέσεως, που περιέχονται σε άλλο έγγραφο υπάρχει μόνον, όταν η έκθεση αναιρέσεως περιέχει ρητή αναφορά στο σχετικό έγγραφο, που είναι προσαρτημένο σ’ αυτή και φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντος ή του πληρεξουσίου συνηγόρου του και του αρμόδιου υπαλλήλου, οπότε αυτό συναποτελεί με την έκθεση αναιρέσεως αναπόσπαστο και ενιαίο ολικό κείμενο αναιρετικών λόγων κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή και, εάν μεν ελλείπει παντελώς αιτιολογία πρέπει να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, εάν δε υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη πρέπει να διευκρινίζεται σε τί συνίσταται η έλλειψή της και να προσδιορίζονται οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ. της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, απαιτείται να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάστηκε, η μορφή της παραβίασης και το περιεχόμενο των νομικών πλημμελειών της απόφασης. Δηλαδή εάν προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία, πρέπει να προσδιορίζεται η έννοια που αποδόθηκε στη διάταξη κατά την ερμηνεία της από το δικαστήριο ή, εάν προβάλλεται εσφαλμένη υπαγωγή, πρέπει να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη. Σε περίπτωση δε που προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης εκ πλαγίου και έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να προσδιορίζονται οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις ή τα λογικά κενά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την υπαγωγική λειτουργία, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόστηκε και προβλέπει την αξιόποινη πράξη, για την οποία υπήρξε καταδίκη.
Περαιτέρω, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ.1 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ., όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, όπως συμβαίνει, όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση της αναιρέσεως (ήτοι, μεταξύ άλλων, δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτήν τουλάχιστον ένας σαφής και ορισμένος λόγος), το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που (τυχόν θα) εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος ή του αντικλήτου του από τον εισαγγελέα 24 ώρες τουλάχιστον πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.-

Στην προκείμενη περίπτωση, με τις από 21.6.2016 και 7.7.2016 αναιρέσεις του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, F. T. του A. S. καιi της G., που ασκήθηκαν ενώπιον του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ’ αριθ. πρωτ. …2016 και ...2016 εκθέσεις αναιρέσεως, πλήττεται η υπ’ αριθ. 1691/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, σε ισόβια κάθειρξη και συνολική ποινή καθείρξεως δέκα τριών (13) ετών και έξι (6) μηνών και σε χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) Ευρώ, για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας από κοινού, κατά συρροή, τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα και από δράστες που είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατά συρροή και παράνομης οπλοφορίας. Με τις εν λόγω αιτήσεις, κρινόμενες ενιαίως, ως συμπληρωματική η δεύτερη της πρώτης, ο ανωτέρω καταδικασθείς ζητεί την αναίρεση της προμνημονευόμενης αποφάσεως, όπως κατά λέξη εκτίθεται σ’ αυτές (αιτήσεις), "... για το λόγο ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξάντλησε την αυστηρότητα του Νόμου και του επέβαλε ιδιαίτερα μεγάλη ποινή" και "...καθόσον το ως άνω Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τα εκ της διαδικασίας προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και εφάρμοσε το νόμο και κήρυξε αυτόν ένοχο εγκλήματος, το οποίο δεν διέπραξε και επέβαλε σ’ αυτόν μεγάλη ποινή, καθώς και για λόγους που θα εκθέσει μέσω του συνηγόρου του κατά τη νέα εξέταση της υπόθεσής του". Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια και ποία συγκεκριμένα κεφάλαια αυτής αφορά σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της, είναι εντελώς αόριστος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Κατά συνέπεια, οι κρινόμενες αιτήσεις, αφού δεν περιέχουν ούτε ένα σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως στις συνταχθείσες συναφώς εκθέσεις, στις οποίες, άλλωστε, δεν συνάπτεται οποιοδήποτε έγγραφο με συγκεκριμένους λόγους, είναι απαράδεκτες, εφόσον ο μη εμφανισθείς αναιρεσείων ειδοποιήθηκε νόμιμα, στις 23.01.2017, να προσέλθει στο παρόν Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) δια του πληρεξουσίου του και να εκθέσει τις απόψεις του κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασή του, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί της δικογραφίας, πρέπει να απορριφθεί για τον προεκτεθέντα λόγο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 21.6.2016 και 7.7.2016 αιτήσεις αναιρέσεως του F. T. του A. S. καιi της G., κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1691/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
------
Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ζ' (σε Συμβούλιο), 284/ 2017.

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο και Μαρία Γκανιάτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση και απαράδεκτο αυτής. Τύπος αναιρέσεως. Αόριστοι λόγοι. Αίτηση αναιρέσεως στην οποία δεν αναφέρονται κανένας λόγος αναιρέσεως. Υποβολή μεταγενεστέρως εγγράφου ανυπόγραφου και χωρίς ημεροχρονολογία στη Γραμματέα. Το έγγραφο αυτό, δεδομένου ότι δεν φέρει την υπογραφή του αιτούντος ή πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε και προκύπτει ο χρόνος υποβολής του, δεν μπορεί να θεωρηθεί κατά νόμο ότι αποτελεί συνέχεια ή μέρος της ένδικης εκθέσεως αναιρέσεως.  Απορρίπτει αναίρεση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2016. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 182/1-12-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. Ι, 485 παρ. Ι, 513 παρ. Ι εδ. α και 528 παρ. Ι εδ. γ Κ.Π.Δ., την με αριθμό ...6-2016 έκθεση (δήλωση) αιτήσεως αναιρέσεως του Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 32/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με το οποίο απορρίφθηκε η από 19-4-2016 αίτηση του για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ. 188/2012 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου, και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. Ι εδ. γ Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που αποφαίνεται επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και τον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485 Κ.Π.Δ. (ΑΠ 154/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. Ι Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τηρούμενης της δικονομικής υποχρεώσεως να έχει προηγηθεί ειδοποίηση του αναιρεσείοντος ή του αντικλήτου του από το γραμματέα της Εισαγγελίας, 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως, για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του. Μεταξύ των νομίμων διατυπώσεων που προβλέπονται ως προϋποθέσεις του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως είναι η σύνταξη εκθέσεως κατά το άρθρο 148 Κ.Π.Δ. από τον αρμόδιο δικαστικό γραμματέα ή, επί κρατουμένου αναιρεσείοντος, από το διευθυντή της φυλακής, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. Ι Κ.Π.Δ., στην οποία (έκθεση) διατυπώνονται οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως ορίζουν τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 παρ. Ι εδ. α Κ.Π.Δ. Οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να περιέχονται είτε στο σώμα της εκθέσεως, είτε σε άλλο έγγραφο επισυναπτόμενο σε αυτή και μνημονευόμενο ως συνημμένο, το οποίο υπογράφεται από τον ασκούντα το ένδικο μέσο και το γραμματέα ή, έστω, μόνο από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 366/2015, 680/2005) και το οποίο συνυποβάλλεται με την έκθεση αναιρέσεως. Διαφορετικά, εάν δηλαδή δεν καταγράφονται οι λόγοι αναιρέσεως ούτε στην έκθεση, ούτε σε συνημμένο έγγραφο υπογραφόμενο τουλάχιστον από τον αναιρεσείοντα, το ασκηθέν ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 476 παρ. Ι Κ.Π.Δ. διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων Ε. Χ. δήλωσε στη γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σάμου ότι αναιρεσιβάλλει το υπ’ αριθμ. 32/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου και έτσι η γραμματέας συνέταξε την υπ’ αριθμ. ...6-2016 έκθεση, στην οποία καταχωρίστηκε η παραπάνω δήλωση του αναιρεσείοντος και η εξής συνέχεια της: "για τους λόγους που αναφέρει εμπεριστατωμένα στην παρούσα αίτηση και για όσους λόγους επιφυλάσσεται να προσθέσει".
Ωστόσο, στην έκθεση αναιρέσεως (νοούμενη ως "παρούσα αίτηση") ουδείς λόγος εκτίθεται στο ημισέλιδο κείμενο της, το οποίο, βέβαια, υπογράφεται από τον αναιρεσείοντα και τη γραμματέα του Ειρηνοδικείου. Υπάρχει, όμως, ένα ανυπόγραφο και χωρίς ημεροχρονολογία κείμενο 22 σελίδων με τίτλο "αίτηση αναιρέσεως", το οποίο, πιθανόν εκ των υστέρων, περιήλθε στα χέρια της γραμματέως, η οποία το συνυπέβαλε με την έκθεση αναιρέσεως. Σ’ αυτό το έγγραφο, αφού εξιστορείται η αντιπαράθεση του Ε. Χ. με δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, στη σελίδα 17 προτείνεται "ο λόγος του στοιχείου Ε του άρθρου 510 Κ.Π.Δ.", "καθώς το Συμβούλιο ερμήνευσε και εφήρμοσε εσφαλμένα ουσιαστική ποινική διάταξη... και συγκεκριμένα την ποινική διάταξη του άρθρου 36 ΚΠΔ..." (αυτολεξεί). Με αυτά τα δεδομένα, το προαναφερόμενο έγγραφο, που δεν φέρει ημεροχρονολογία και κυρίως δεν καλύπτεται από υπογραφή ούτε του αναιρεσείοντος, δεν θεωρείται ότι πληροί τις προϋποθέσεις παραδεκτής εκθέσεως λόγων αναιρέσεως, σύμφωνα με τις παγιωθείσες νομολογιακές παραδοχές. Δηλαδή, εν προκειμένω, δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου. Συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ’ αριθμ. ...6-2016 αίτηση του Ε. Χ. του Ν. για αναίρεση του υπ’ αριθμ. 32/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα από 250 ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου" Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 528 παρ. 1 εδ.γ του Κ.Π.Δ, κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, που επιλαμβάνεται αρμοδίως της έρευνας της αίτησης επανάληψης, επιτρέπεται αίτηση αναίρεσης στον Εισαγγελέα και τον αιτούντα, κατά τα άρθρα 484 και 485 ΚΠΔ, από τα οποία προκύπτει ότι, μεταξύ των λόγων αναίρεσης, που μπορούν να προβληθούν, είναι η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία εφαρμόσθηκε στο βούλευμα ή η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, αιτιολογίας.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 1-2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1-2, 510 και 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ’ ακολουθίαν, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος ή απόφασης πρέπει στη δήλωση άσκησης της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ’ αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικώς στα άρθρα 484 και 510 Κ.Π.Δ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρο 476, 513 παρ.1 εδ. α’ Κ.Π.Δ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Δεν μπορεί δε ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο μετά τη συζήτηση αυτής υπόμνημα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. (Ολ.ΑΠ 2/2002, 19/2001). Σύμφωνα δε με τα άρθρα 474 παρ. 1, 2, και 509 παρ. 1 εδ. α’ του Κ.Π.Δ, οι περιεχόμενοι στην έκθεση περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων λόγοι, πρέπει να περιλαμβάνονται στο σώμα της συντασσόμενης κατά τις διατάξεις του άρθρου 148 του αυτού Κώδικα σχετικής εκθέσεως, από το δικαστικό γραμματέα ή, επί κρατουμένου αναιρεσείοντος, από τον διευθυντή των φυλακών. Παραδεκτή συμπλήρωση με παραπομπή σε λόγους αναίρεσης, που περιέχονται σε άλλο έγγραφο, υπάρχει μόνον, όταν η έκθεση αναίρεσης περιέχει ρητή αναφορά στο σχετικό έγγραφο, που είναι προσαρτημένο σ’ αυτή και φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντα ή του πληρεξουσίου συνηγόρου του και του αρμόδιου υπαλλήλου, οπότε αυτό συναποτελεί με την έκθεση αναίρεσης αναπόσπαστο και ενιαίο ολικό κείμενο αναιρετικών λόγων κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή της προσβαλλόμενης απόφασης. Η τυχόν έλλειψη υπογραφής του αρμόδιου υπαλλήλου στο προσαρτημένο έγγραφο μπορεί να αναπληρώνεται από άλλο στοιχείο, που πιστοποιεί τη διαδικαστική σύνδεση και ενοποίηση του με την έκθεση αναιρέσεως. (ΑΠ 307/2015, 505/2015).

Περαιτέρω, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ.1 εδ. α’ Κ.Π.Δ., όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, όπως συμβαίνει, όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση της αναιρέσεως (ήτοι, μεταξύ άλλων, δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτήν τουλάχιστον ένας σαφής και ορισμένος λόγος), το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που (τυχόν θα) εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος ή του αντικλήτου του από τον εισαγγελέα 24 ώρες τουλάχιστον πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

Στην προκειμένη περίπτωση η υπ’ αριθ. ...6-2016, αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ε. Χ. του Ν., με την οποία πλήττεται το υπ’ αριθ. 32/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με το οποίο απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 19-4-2016 αίτηση του για την υπέρ αυτού επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ’ αριθμό 188/2012 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου, ασκήθηκε με έκθεση ενώπιον της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Σάμου, και απλώς, στο σώμα της εκθέσεως αυτής, μνημονεύεται ότι η ανωτέρω απόφαση προσβάλλεται με αναίρεση χωρίς να διαλαμβάνεται στο κύριο σώμα της αιτήσεως αναιρέσεως αλλά ούτε και σε επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο, το οποίο να μνημονεύεται στην έκθεση ως συνημμένο, κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως και υπογράφεται από τον αναιρεσείοντα και τη γραμματέα του Ειρηνοδικείου. Κατά τα διαλαμβανόμενα δε στην έκθεση αυτή, ο κατηγορούμενος, όπως κατά λέξη εκτίθεται σ’ αυτήν, "δήλωσε ότι αναιρεσιβάλλει ενώπιον του Αρείου Πάγου το υπ’ αριθμ. 32/9-6- 2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου που εκδόθηκε στις 9-6-2016 για τους λόγους που αναφέρει εμπεριστατωμένα στην παρούσα αίτηση και για όσους λόγους επιφυλάσσεται να προσθέσει".

Από το παραπάνω περιεχόμενο της κρινομένης υπ’ αριθ. ...6-2016 αιτήσεως αναιρέσεως, στην οποία δεν επισυνάπτεται καν κάποιο άλλο έγγραφο, προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ’ αυτήν κανένας λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ, ούτε διατυπώνεται κάποια αναιρετικώς ελεγχομένη πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως και συνεπώς αυτή είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, με την αίτηση αυτή , στην οποία δεν αναφέρεται η επισύναψη οιουδήποτε εγγράφου, συνυποβάλλεται από τη γραμματέα ένα ανυπόγραφο και χωρίς ημεροχρονολογία κείμενο 22 σελίδων με τίτλο "αίτηση αναιρέσεως" της αυτής ως άνω αποφάσεως, απευθυνόμενο προς τον Άρειο Πάγο. Το κείμενο αυτό δεν επισυνάφθηκε στην άνω έκθεση (που συντάχθηκε στις 29.6.2016) αλλά υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στη γραμματέα μεταγενεστέρως, χωρίς να προκύπτει ο χρόνος υποβολής του με σύνταξη σχετικής έκθεσης της γραμματέως και χωρίς την υπογραφή του αιτούντος ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου ούτε την υπογραφή της γραμματέως. Έτσι, όμως, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά νόμο, ότι αποτελεί συνέχεια ή μέρος της ένδικης εκθέσεως αναιρέσεως, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εφόσον δεν περιέχει ούτε ένα σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, στη συνταχθείσα συναφώς έκθεση, στην οποία, άλλωστε, δεν συνάπτεται οποιοδήποτε έγγραφο με συγκεκριμένους λόγους, είναι απαράδεκτη, εφόσον δε ο αντίκλητος δικηγόρος του μη εμφανισθέντος αναιρεσείοντος, Κ. Π., δικηγόρος Σάμου, ειδοποιήθηκε νόμιμα, κατά το άρθρο 476 παρ.1 εδ.β και γ’ Κ.Π.Δ., να προσέλθει στο παρόν Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) και να εκθέσει τις απόψεις του κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, πρέπει να απορριφθεί για τον προεκτεθέντα λόγο (ΑΠ 3/1996 ΠΧ ΜΣΤ’ σελ. 1287) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθ. ...6-2016, αίτηση του κατηγορουμένου Ε. Χ. του Ν., για αναίρεση του υπ’ αριθ.32/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...