Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, πολιτικό έγκλημα, εσχάτη προδοσία, κριτήρια αμερόληπτης απονομής δικαιοσύνης, βασανιστήρια, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, πρόσφυγας.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε', 138/ 2017.
(Παρεμφερείς οι ΑΠ 136, 137, 140/ 2017 αποφάσεις).

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία τον Ιούλιο του 2016. Έννοια πολιτικού εγκλήματος. Είναι αυτό που απευθύνεται αμέσως κατά της Πολιτείας και τείνει στην ανατροπή του πολιτεύματος. Δεν είναι πολιτικό έγκλημα η απόπειρα κατά της ζωής Αρχηγού Κράτους ή μελών της οικογένειάς του. Ποινική Δικονομία. Έκδοση αλλοδαπού σε άλλο κράτος. Πιο συγκεκριμένα, αίτημα έκδοσης Τούρκου υπηκόου - Ταγματάρχη Πιλότου Αεροπορίας Στρατού - στις τουρκικές δικαστικές αρχές. Έφεση Εισαγγελέως κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως, ενώπιον του ΑΠ. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (Ε.Σ.Ε), κυρωθείσα και από την Τουρκία. Αξιόποινες πράξεις εκζητούμενου.
Προσβολές του πολιτεύματος. Προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας. Βία κατά του πολιτικού σώματος ή της κυβέρνησης. Απόπειρα ανθρωποκτονίας του Προέδρου της Τουρκίας. Κλοπή στρατιωτικού πράγματος. Διττό αξιόποινο, πλην της κλοπής στρατιωτικού πράγματος (στρατιωτικό ελικόπτερο), για την οποία δεν επιτρέπεται η έκδοση, καθ’ όσον βρίσκεται έξω από το πεδίο εφαρμογής της Ε.Σ.Ε. ως στρατιωτικό έγκλημα. Λόγοι απαγόρευσης εκδόσεως. Αρχή της ειδικότητας. Δίκαιη και αμερόληπτη κρίση Δικαστηρίου και κριτήρια που καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο. Υπόνοιες απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης και βασανιστηρίων. Θανατική ποινή. Δικαίωμα στη ζωή ως απόλυτο και θεμελιωδέστερο όλων των δικαιωμάτων. Άρθρο 2 ΕΣΔΑ, βάσει του οποίου είναι δυνατή η επιβολή θανατικής ποινής από το Δικαστήριο σε περίπτωση εγκλήματος τιμωρούμενου με την ποινή αυτή. Άρθρο 3 ΕΣΔΑ, βάσει του οποίου απαγορεύονται τα βασανιστήρια. Συνδυαστική εφαρμογή του άρθ. 2 και του άρθ. 3 της ΕΣΔΑ. Βάσει των άρθρων αυτών οι εξαιρέσεις από την προστασία του δικαιώματος στη ζωή θα πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο περιοριστικό. Έρευνα του ΟΗΕ και της Διεθνούς Αμνηστίας στην Τουρκία με αντικείμενο την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία και την υποβολή σε βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση πολιτικών αντιπάλων του κυβερνητικού κόμματος. Μαζικές συλλήψεις δημοσιογράφων, Δικαστών και άλλων πολιτών. Μαζικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και Δικαστών κ.λπ. Διακοπή των συζητήσεων με απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου για ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. Δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας περί επαναφοράς της θανατικής ποινής. Συμπερασματικά, συντρέχει κίνδυνος να μην έχει ο εκζητούμενος δίκαιη δίκη στην Τουρκία, να παραβιαστεί η αρχή της ειδικότητας και να υποβληθεί σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, χωρίς να αποκλείεται η επιβολή της θανατικής ποινής.

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Νικόλαο Παντελή ο οποίος πρότεινε τα εξής:
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 139/2016 απόφαση του (σε Συμβούλιο) γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Τουρκίας, προκειμένου να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις: α) της παραβίασης του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό β) της απόπειρας δολοφονίας του Πρόεδρου της Τουρκίας γ) της παρεμπόδισης της λειτουργίας του Νομοθετικού Οργάνου (Κοινοβουλίου) και της Κυβέρνησης, και δ) της διακεκριμένης λεηλασίας από κοινού (στρατιωτικού υλικού) από ενόπλους κατά την διάρκεια της νύκτας, που προβλέπονται και τιμωρείται από τα άρθρα 309, 310, 311, 312, του Ποινικού Κώδικα της Τουρκίας, καθώς επίσης και από το άρθρα 149 σε συνδυασμό με το άρθρο 148 του ίδιου κώδικα (όσον αφορά την υπό στοιχείο δ πράξη).

Κατά της αποφάσεως αυτής, εκδοθείσης την 5-12-2016, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως την υπ’ αριθμ. 16/6-12-2016 έφεση, από την εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας προκύπτει ότι προσβάλλει την εκκαλούμενη απόφαση α) γιατί εσφαλμένα απέρριψε, την αίτηση ως αόριστη καθόσον σ’ αυτήν περιγράφοντα με σαφήνεια οι πράξεις για τις οποίες ζητείτο η έκδοση, ιδιαίτερα εκείνη της απόπειρας δολοφονίας του Προέδρου της Τουρκίας, β) ότι οι πράξεις για τις οποίες ζητήθηκε η έκδοση δεν ήταν πολιτικές ή συναφείς με αυτές, ούτε αποτελούσαν πολιτικά εγκλήματα και γ) ότι η Τουρκία ως ουδέποτε αποχωρήσασα από την Ε.Σ.Δ.Α, παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ότι σε περίπτωση έκδοσης του, ο εκζητούμενος, θα τύχει δίκαιης δίκης και ότι δεν υφίσταται κίνδυνος επιδείνωσης της θέσης του εξαιτίας των πολιτικών, θρησκευτικών ή φυλετικών του φρονημάτων. Η έφεση αυτή ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσία .

Κατά το άρθρο 451 παρ.1 Κ.Π.Δ., κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών", με την οποία τούτο γνωμοδοτεί, κατά το άρθρο 450 του ίδιου Κώδικα, επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού, επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο β’ τμήμα (ήδη Ποινικό) του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του κατ' αρθρ. 451 παρ.1 Κ.Π.Δ. αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου εναντίον της περί εκδόσεως αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών.

Η από 13.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (εφεξής Ε.Σ.Ε), που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5.-1961 με το Ν. 4165/1961 και από τη Δημοκρατία της Τουρκίας στις 7-1-1960, από της κύρωσης της, διέπει δε το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των δύο τούτων Κρατών. Κατά το άρθρο 2 παρ.1 της ανωτέρω συμβάσεως εκδόσεως, η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή που έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ" ελάχιστο όριο.
Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της ανωτέρω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί για κάποιο από τους παραπάνω λόγους, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις, αν αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και αν κατά τη νομοθεσία της αιτούσης χώρας ή εκείνης προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση εχώρησε η παραγραφή της πράξεως. Για την διαπίστωση ή μη της ύπαρξης πολιτικής δίωξης, στην περίπτωση του άρθρου 3 παρ 2 εδάφιο α της πιο πάνω Σύμβασης, συγχωρείται η εξέταση του υποστατού της κατηγορίας, και ερευνάται επιπλέον η βαρύτητα της πράξεως που αποδίδεται στον εκζητούμενο, τα πολιτικά του φρονήματα, η αντίθεση του προς το κράτος που ζητεί την έκδοση και οι πράξεις με τις οποίες εκδηλώθηκε η αντίθεση αυτή στο εσωτερικό ή το εξωτερικό. (Α.Π 508/1990 Ποιν Χρον Μ 1153).
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ενόψει και του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, συνάγεται με σαφήνεια ότι σε περίπτωση εκδόσεως αλλοδαπού σύμφωνα με τις διατάξεις της Ε.Σ.Ε, πρέπει τα εγκλήματα για τα οποία ο εκζητούμενος διώκεται να είναι αξιόποινα τόσο κατά το νόμο του αιτούντος κράτους όσο και κατά το νόμο του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους.
Αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του εκζητουμένου, δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζονται, αφού τα στοιχεία αυτά δεν διαλαμβάνονται στην διάταξη του άρθρου 12, η οποία καθορίζει περιοριστικά τα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνονται και τα αποδεικτικά στοιχεία εκ των οποίων προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του (Ολομ Α. Π 594/1972 Ποιν. Χρον KB 706) .

Εξάλλου κατά το άρθρο 438 του Κ.Π.Δ το οποίο δεν αντίκειται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως και έτσι κατά το άρθρο 437 παρ.2 έχει συμπληρωματική εφαρμογή, η έκδοση δεν επιτρέπεται αν πρόκειται για έγκλημα που από τους Ελληνικούς Ποινικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό ή αν πιθανολογείται ότι ο εκζητούμενος θα διωχθεί από το Κράτος που τον εκζητεί για πράξεις διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες θα εκδοθεί. Πολιτικό έγκλημα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι το έγκλημα που απευθύνεται αμέσως κατά της πολιτείας και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της νομίμου κατά το πολίτευμα της κοινωνικοοικονομικής τάξεως, ενώ συναφές προς το πολιτικό έγκλημα είναι το έγκλημα που αμέσως παρασκευάζει τα μέσα για την διάπραξη του τελευταίου. Κατά την σαφή όμως διατύπωση της παραγράφου 3 του άρθρου 3 της Ε.Σ.Ε, για την εφαρμογή της Σύμβασης αυτής, δεν θεωρείται πολιτική πράξη "η απόπειρα κατά της ζωής Αρχηγού Κράτους ή μελών της οικογενείας του", και συνεπώς για την πράξη αυτή επιτρέπεται η έκδοση. Ακόμη, κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.Δ. 53/1974, κανένας δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπες ή εξευτελιστικές. Επίσης κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ίδιας σύμβασης, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική (εύλογη) προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει κατασταθεί από τον νόμο, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις του αστικής φύσης είτε για την βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης, ενώ, κατά το ίδιο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α αυτής, αλλά και το άρθρο 14 παρ.3 του Δ.Σ.Α.Π.Δ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί, μέσα στη συντομότερη προθεσμία, σε γλώσσα που κατανοεί και με λεπτομέρεια, τη φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας".
Η εφαρμογή της Ε.Σ.Δ.Α και των πρόσθετων πρωτοκόλλων της που έχουν κυρωθεί από την Χώρα μας καθώς και του Δ.Σ.Α.Π.Δ και έχουν κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη τυπική ισχύ, συνακόλουθα δε και η τήρηση των υποχρεώσεων της Χώρας μας που έχουν αναληφθεί σχετικώς, επιβάλλεται ρητά και στις περιπτώσεις που ο δικαστικές αρχές κρίνουν επί αιτημάτων εκδόσεως, κατά την ρητή περί τούτου πρόβλεψη της παραγράφου 4 του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, με την όποια ορίζεται ότι " η εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν θίγει υποχρεώσεις αναληφθείσας ή αναληφθησομένας υπό των Συμβαλλομένων μερών κατά τους όρους ετέρας διεθνούς συμβάσεως, πολυμερούς χαρακτήρος". Ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη αποτελεί η αξίωση κάθε ατόμου να δικασθεί από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, είναι δε ένα δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο όταν ανταποκρίνεται σε μια σειρά προϋποθέσεων που σχετίζονται κυρίως και πρωτίστως: α) με την νομιμότητα της σύνθεσης του και την ανεξαρτησία του έναντι της εκτελεστικής εξουσίας και των διαδίκων, και β) την εφαρμογή της νομιμότητας και την απουσία κάθε σκοπιμότητας κατά την διαδικασία λήψης των αποφάσεων του. Τέλος μετά την κύρωση από την Χώρα μας των έκτου και δέκατου τρίτου πρωτοκόλλων της Ε.Σ.Δ.Α με τους αντίστοιχους νόμους 2610/1998 και 3289/2004 και την πλήρη κατάργηση με αυτά της θανατικής ποινής, το δικαίωμα στην ζωή οποιουδήποτε ατόμου είναι απόλυτο, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ. Α, κανείς δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια, ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπη και εξευτελιστική.
Εν προκειμένω και σχετικά με τους ειδικότερους λόγους εφέσεως του εισαγγελέα Εφετών, που εξετάζονται εντός του πλαισίου του μεταβιβαστικού τους αποτελέσματος, σημειωτέα τα εξής: Οι κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της έφεσης πρώτος και δεύτερος από τους λόγους εφέσεως σύμφωνα με τους οποίους εσφαλμένα το δικαστήριο (εφετείο) που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε ότι η αίτηση των Τουρκικών Δικαστικών Αρχών για την έκδοση ήταν αόριστη και ότι τα εγκλήματα για τα οποία ζητείτο η έκδοση ήταν πολιτικές πράξεις ή συνιστούσαν πολιτικά εγκλήματα, είναι απαράδεκτοι και άνευ εννόμου συμφέροντος προβάλλονται, γιατί το δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δεν απέρριψε το αίτημα έκδοσης ως αόριστο, ούτε με την αιτιολογία ότι τα εγκλήματα για τα οποία ζητείτο η έκδοση ήταν πολιτικές πράξεις η συνιστούσαν πολιτικά εγκλήματα, αλλά με την αιτιολογία ότι υπήρχε κίνδυνος ο εκζητούμενος να στερηθεί του δικαιώματος δίκαιης δίκης και να υποβληθεί σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.
Ο τρίτος λόγος έφεσης είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, για τους λόγους αναφέρονται αναλυτικά στην απορριπτική του αιτήματος αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης. Πράγματι από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας (εξετασθέντες μάρτυρες και αναγνωσθέντα έγγραφα) προκύπτουν εν προκειμένω σαφείς ενδείξεις ότι σε περίπτωση έκδοσης του εκκαλούντος, υπάρχει ο κίνδυνος μιας αντίθετης προς τα ανθρώπινα δικαιώματα απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, λόγω της αποδιδόμενης σ’ αυτόν ανάμειξης στο στρατιωτικό πραξικόπημα που έλαβε χώρα στο κράτος που τον εκζητεί, προσέτι δε ότι δεν θα τύχει δίκαιης δίκης λόγω του ότι τα δικαστήρια που θα κληθούν να δικάσουν τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν πράξεις, δεν παρέχουν τα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Τα στοιχεία που οδηγούν στην εκτίμηση αυτή, στηρίζονται στα εξής δεδομένα της διαδικασίας. α) στο από 24-11.2016 ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο οποίο, μεταξύ των άλλων, αναφέρεται ότι τα μέτρα καταστολής που εφαρμόζει η Τουρκική Κυβέρνηση στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, είναι δυσανάλογα και παραβιάζουν βασικά δικαιώματα και ελευθερίες που προστατεύονται από το Τουρκικό σύνταγμα, τις δημοκρατικές αξίες πάνω στις οποίες εδράζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, ότι μετά την απόπειρα πραξικοπήματος οι Τουρκικές Αρχές έχουν συλλάβει μέλη της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης δημοσιογράφους και 2.386 δικαστικούς και άλλους 40.000 πολίτες από τους οποίους περισσότεροι από 31.000 παραμένουν υπό κράτηση, ότι 120.000 δημόσιοι υπάλληλοι είτε έχουν ανακληθεί από τα καθήκοντα τους, είτε απολυθεί, χωρίς στους περισσότερους να έχουν απαγγελθεί κατηγορίες μέχρι σήμερα, ότι ο Πρόεδρος Ε. και η Τουρκική Κυβέρνηση έχουν προβεί επανειλημμένα σε δηλώσεις σχετικά με την επαναφορά της θανατικής ποινής, ότι υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για τις συνθήκες κρατήσεις και σύλληψης μετά τη απόπειρα πραξικοπήματος και για τους αυστηρούς περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης. β) στην από 9-11-2016 ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην οποία αναφέρεται ότι οι Τούρκοι δικαστές και εισαγγελείς τελούν υπό ισχυρή πολιτική πίεση, ότι το 1/5 αυτών απολύθηκε μετά την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ότι έχουν ληφθεί μέτρα περιστολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ότι υπάρχουν ανησυχητικές ειδήσεις σχετικά με την κακομεταχείριση προσωρινά κρατουμένων. γ) στις δηλώσεις της επιτροπής του Ο.Η.Ε κατά των βασανιστηρίων (... καθώς και της Διεθνούς Αμνηστίας), με τις οποίες εκφράζονται ανησυχίες για τις ειδήσεις που κυκλοφορούν περί εφαρμογής στην Τουρκία ανεπίτρεπτων μεθόδων βασανισμού και κακομεταχείρισης κρατουμένων, και δ) σε σειρά δημοσιευμάτων συνοδευόμενων από φωτογραφίες ανάρμοστης κακομεταχείρισης κρατουμένων, που περιγράφουν αρνητικά την κατάσταση που επικρατεί στην γειτονική χώρα, στο ζήτημα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Τα ανωτέρω στοιχεία παρέχουν ισχυρότατες ενδείξεις ότι ο εκζητούμενος δεν θα δικαστεί από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο και δεν θα τύχει δίκαιης δίκης στην Χώρα του, καθόσον οι δικαστές και εισαγγελείς τελούν υπό ισχυρότατη πολιτική πίεση, αφού το 1/5 εξ αυτών απολύθηκε μετά το πραξικόπημα, περαιτέρω δε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υποστεί ανάρμοστη κακομεταχείριση και να επιδεινωθεί η κατάσταση του, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, η εκτίμηση δε αυτή δεν ανατρέπεται από όσα εκτίθενται στην τελευταία παράγραφο της έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, ότι δηλαδή οι Τουρκικές Αρχές βεβαιώνουν ότι η Κυβέρνηση της Χώρας δεν ανέστειλε την εφαρμογή της Ε.Σ.Δ.Α και συνεπώς ο εκζητούμενος θα έχει την δυνατότητα άσκησης ατομικής προσφυγής στο Ε.Δ.Δ.Α σε περίπτωση ανάρμοστης κακομεταχείρισης του.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει το δικαστήριο σας να κάνει μεν τυπικά δεκτή την υπ’ αριθμ. 16/6-12-2016 Έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ’ αριθμ. 139/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (σε Συμβούλιο), να την απορρίψει όμως ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την ανωτέρω απόφαση με την οποία το δικαστήριο τούτο γνωμοδότησε κατά της έκδοσης του G. B.του A. στις Τουρκικές δικαστικές αρχές, προκειμένου να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της παραβίασης του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, της απόπειρας δολοφονίας του Πρόεδρου της Τουρκίας, της παρεμπόδισης της λειτουργίας του Νομοθετικού Οργάνου (Κοινοβουλίου) και της Κυβέρνησης, και της διακεκριμένης λεηλασίας από κοινού (στρατιωτικού υλικού) από ενόπλους κατά την διάρκεια της νύκτας.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να γίνει τυπικά δεκτή, να απορριφθεί όμως κατ’ ουσία η υπ’ αριθμ. 1676-12-2016 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατά της υπ’ αριθμ. 139/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (σε Συμβούλιο) . β) Να επικυρωθεί η ανωτέρω 139/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (σε Συμβούλιο) με την οποία το δικαστήριο τούτο γνωμοδότησε κατά της έκδοσης του G. B. του A. στις Τουρκικές δικαστικές αρχές, προκειμένου να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της παραβίασης του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, της απόπειρας δολοφονίας του Πρόεδρου της Τουρκίας, της παρεμπόδισης της λειτουργίας του Νομοθετικού Οργάνου (Κοινοβουλίου) και της Κυβέρνησης, και της διακεκριμένης λεηλασίας από κοινού.
Κατόπιν άκουσε και τον διορισθέντα αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δια της Προέδρου αυτού, συνήγορο της υπερασπίσεως του εκζητούμενου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε, κατά το άρθρο 450 του ίδιου Κώδικα, επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο β’ τμήμα (ήδη Ποινικό) του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, συντασσομένης σχετικής εκθέσεως από το γραμματέα εφετών. Επομένως, η υπό κρίση από 6-12-2016, με αριθμό εκθέσεως 16/2016, έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, κατά της υπ’ αριθ. 139/5-12-2016 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως στις Αρχές της Τουρκίας του εκζητουμένου, υπηκόου Τουρκίας, B. (επών.) G. (όν.) του A. και της D., που γεννήθηκε στις 12-7-1977 στην Τουρκία, Ταγματάρχη Πιλότου Αεροπορίας Στρατού και ήδη κρατουμένου στο Β’ Αστυνομικό ..., ο οποίος διώκεται προκειμένου να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της παραβάσεως του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, της απόπειρας δολοφονίας (ανθρωποκτονίας) κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, του εγκλήματος κατά του νομοθετικού οργάνου και κατά της κυβερνήσεως, καθώς και της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού με περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες, τα οποία φέρονται ως τελεσθέντα στην Τουρκία στις 15 - 16 Ιουλίου 2016, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (εντός της, κατά τα άνω, εικοσιτετράωρης προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης αποφάσεως), οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.

Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως, οι οποίοι διατυπώνονται στη συντασσόμενη συναφώς, κατά το άρθρ. 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., έκθεση εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του αρμόδιου, κατ’ άρθρ. 451 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., τμήματος του Αρείου Πάγου εναντίον της περί εκδόσεως αλλοδαπού αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών.-
Εν προκειμένω, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την υπό κρίση έφεσή του κατά της προμνημονευόμενης πρωτοβάθμιας αποφάσεως, πλήττει αυτήν, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με τους ειδικότερους λόγους -οι οποίοι είναι ερευνητέοι στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως- ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών προήλθε στην εκφορά της αρνητικής για την έκδοση του εκζητουμένου γνωμοδοτήσεώς του θεωρώντας εσφαλμένα, ότι οι αποδιδόμενες σ’ αυτόν αξιόποινες πράξεις, ιδιαίτερα δε εκείνη της απόπειρας ανθρωποκτονίας του Προέδρου της Τουρκίας, δεν προσδιορίζονται με την απαιτούμενη ακρίβεια χωρίς να λάβει υπόψη, ότι, σύμφωνα με το άρθρ. 3 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως (Ε.Σ.Ε.), η απόπειρα κατά της ζωής Αρχηγού Κράτους, που αποδίδεται στον εκζητούμενο, δεν θεωρείται πολιτική παράβαση κατά την εφαρμογή της εν λόγω Συμβάσεως, παρέβλεψε το γεγονός, ότι οι αποδιδόμενες στον ίδιο (εκζητούμενο) πράξεις δεν αποτελούν πολιτικά εγκλήματα ούτε ζητείται η έκδοσή του για πολιτικούς λόγους ή προκειμένου αυτός να διωχθεί και τιμωρηθεί για τα φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά ή εθνικά φρονήματά του ή ότι ή θέση του διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τον ένα ή τον άλλο από τους ως άνω λόγους, ενώ, τέλος, δεν αξιολογήθηκαν προσηκόντως ορισμένα κρίσιμα στοιχεία και, συγκεκριμένα, η συνοδεύουσα την αίτηση εκδόσεως αναφορά, ότι η Τουρκία είναι μέρος της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το 1987 αποδέχθηκε την ατομική προσφυγή εναντίον της κατά το άρθρο 34 αυτής και, ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της εν λόγω Συμβάσεως ο κατάδικος έχει το δικαίωμα ν’ ασκήσει προσφυγή κατά των εναντίον του αποφάσεων στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η επιβεβαίωση του Γενικού Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, ότι έλαβε επίσημη ειδοποίηση από την Τουρκική κυβέρνηση πως η επιβολή τρίμηνης κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη χώρα μπορεί να περιλαμβάνει και μέτρα που παρεκκλίνουν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και η ανάρτηση Διακήρυξης του Τουρκικού Κράτους, που έγινε μετά το εκεί πραξικόπημα στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπου αναφέρεται ότι η Τουρκία θα ενημέρωνε πλήρως τον ίδιο ως άνω Γραμματέα για τα μέτρα, που θα λάμβανε σχετικά με το άρθρο 15 της Ε.Σ.Δ.Α., δηλαδή στοιχεία, από τα οποία συνάγεται, ότι η Τουρκική Κυβέρνηση δεν είχε λάβει ακόμη απόφαση για την αναστολή διατάξεων της Ε.Σ.Δ.Α.
Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος, οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, κατά δε το άρθρο 436 του Κ.Ποιν.Δ., (παρ. 1) αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (ήτοι των άρθρων 437 - 456 Κ.Ποιν.Δ.), οι οποίες (παρ. 2) εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Τέτοια σύμβαση, την οποία έχουν κυρώσει η Ελλάδα στις 6-5-1961 με το Ν. 4165/1961 και η Δημοκρατία της Τουρκίας στις 7-1-1960, είναι η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (Ε.Σ.Ε.), που υπογράφηκε στο Παρίσι και διέπει το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των κρατών τούτων.

Ειδικότερα, στο άρθρο 2 παρ. 1 της Ε.Σ.Ε. ορίζεται, ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους, που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους, από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ενός τουλάχιστον έτους, ως προς το ανώτατο όριο, ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ, όταν υπήρξε καταδίκη σε ποινή ή επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους, η σχετική κύρωση πρέπει να είναι τεσσάρων μηνών κατ’ ελάχιστο όριο. Στο άρθρο 12 της Συμβάσεως αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά", ορίζεται ότι (παρ. 1) η αίτηση, με την οποία ζητείται η έκδοση, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, πρέπει να είναι έγγραφη και να υποβληθεί μέσω της διπλωματικής οδού και (παρ. 2) για την υποστήριξή της πρέπει να προσκομιστούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση με προσδιορισμό των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου διαπράξεώς τους, του νομικού χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, δήλωση για το εφαρμοστέο δίκαιο, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του εκζητούμενου προσώπου και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητά του.

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, ενόψει και του προαναφερθέντος άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, συνάγεται με σαφήνεια, ότι σε περίπτωση εκδόσεως αλλοδαπού κατά τις διατάξεις της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως", ως κατηγορουμένου, πρέπει τα εγκλήματα, για τα οποία αυτός διώκεται, να είναι αξιόποινα, τόσο κατά το νόμο του αιτούντος κράτους, όσο και κατά το νόμο του κράτους, παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους. Από τις ίδιες διατάξεις και ιδίως από εκείνη του άρθρου 12 της Ε.Σ.Ε., που ορίζει εξαντλητικά τα συγκεκριμένα στοιχεία και δικαιολογητικά, που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση για τη στήριξη και τη δικαστική αξιολόγησή της, προκειμένου να αποφασίσει το κράτος, από το οποίο ζητείται η έκδοση, για το παραδεκτό ή μη της σχετικής αιτήσεως και μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και εκείνα, από τα οποία μπορεί, ύστερα από έλεγχο, να προκύψει η ύπαρξη ενδείξεων για την αποδιδόμενη στον εκζητούμενο κατηγορία, προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η αίτηση για την έκδοση αρκεί η έκθεση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου διαπράξεως αυτών, του κατά το νόμο χαρακτηρισμού και η παραπομπή στις νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες έχουν εφαρμογή, στο προσκομιζόμενο για την υποστήριξη αυτής ένταλμα συλλήψεως ή και άλλο έγγραφο της ίδιας ισχύος.

Επίσης, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, που αποφαίνεται για την έκδοση, δεν έχει εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας, για την οποία ζητείται η έκδοση ή τη νομιμότητα της σχετικής προδικασίας, που τηρήθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους που ζητεί την έκδοση, αφού ούτε από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της Ε.Σ.Ε. ούτε από άλλη διάταξη αυτής προβλέπεται και η επισύναψη αποδεικτικών στοιχείων της ενοχής του εκζητουμένου, αλλά και επειδή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 437, 443 παρ. 1 και 450 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., που προβλέπουν επισύναψη στην αίτηση εκδόσεως εγγράφων για βεβαίωση ενδείξεων ενοχής και έρευνα για τη βασιμότητα της κατηγορίας (όταν ζητείται η έκδοση για την παραπομπή του εκζητουμένου σε δίκη και όχι για την εκτέλεση ποινής), αφού έρχονται σε αντίθεση με την Ε.Σ.Ε.

Ακόμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 9 και 10 της άνω Συμβάσεως, η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση για την έκδοση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά ή εθνικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί εξαιτίας κάποιου από τους παραπάνω λόγους, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις, αν αφορά άτομο, που δικάστηκε ήδη οριστικά από τις αρμόδιες αρχές του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση για την πράξη ή τις πράξεις, για τις οποίες ζητείται αυτή και, αν κατά τη νομοθεσία της αιτούσας χώρας ή εκείνης, προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση έλαβε χώρα παραγραφή της πράξεως. Ανάλογες είναι και οι παράλληλα ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 438 περ. γ’ και ε’ Κ.Ποιν.Δ., σύμφωνα με τις οποίες "Η έκδοση απαγορεύεται: α).....β).....γ) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό ή του τύπου, ή διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση αυτού που αδικήθηκε, ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ)... ε) αν πιθανολογείται ότι εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως της περ. γ’ του άρθρου 438 Κ.Ποιν.Δ., πολιτικοί είναι οι λόγοι, όταν με την έκδοση η κυβέρνηση του εκζητούντος κράτους επιδιώκει να εκδικηθεί ή να καταστείλει την αντίδραση πολιτικού της αντιπάλου, εξαιτίας της αντιθέσεώς του προς αυτήν.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 της Ε.Σ.Ε. και την παραλλήλως ισχύουσα πιο πάνω διάταξη του άρθρου 438 περ. ε’ Κ.Ποιν.Δ., το παραδιδόμενο στο εκζητούν κράτος άτομο δεν επιτρέπεται να διωχθεί, δικαστεί ή κρατηθεί σε εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας ούτε να υποβληθεί σε οποιοδήποτε άλλο περιορισμό της ατομικής αυτού ελευθερίας για οποιαδήποτε πράξη προγενέστερη της παραδόσεως, διαφορετική από εκείνη, στην οποία στηρίζεται η έκδοση, με την εξαίρεση ορισμένων ρητά προβλεπόμενων περιπτώσεων. Με τις διατάξεις αυτές και ιδίως εκείνη του άρθρου 14 της Ε.Σ.Ε., καθιερώνεται η "αρχή της ειδικότητας", σύμφωνα με την οποία η έκδοση γίνεται για έγκλημα ειδικώς οριζόμενο, τόσο στην αίτηση, όσο και στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση και όχι για άλλη πράξη, δηλαδή για πράξη διαφορετική από αυτήν που αναφέρεται στην αίτηση κατά τα συγκροτούντα την υπόσταση αυτής στοιχεία. Με την αρχή της ειδικότητας, που θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση εκδόσεως, περιορίζεται η κυριαρχική εξουσία του εκζητήσαντος κράτους και, ειδικότερα, το κράτος που ζητεί την έκδοση δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις προγενέστερες της παραδόσεως, άλλες από εκείνες για τις οποίες χορηγήθηκε η έκδοση, πλην ορισμένων εξαιρέσεων. Η αρχή της ειδικότητας θεμελιώνεται στην κυριαρχία του εκδίδοντος κράτους και συνδέεται με το συμφέρον του να μη διωχθεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπών, επιδιώκει, δηλαδή, να αποκλείσει το ενδεχόμενο να τιμωρηθεί ο εκζητούμενος και για πολιτικά εγκλήματα. Αν το εκζητούν κράτος μπορούσε να διώξει τον εκδοθέντα και για πράξεις άλλες από εκείνες, για τις οποίες εκδόθηκε, η καταστρατήγηση των περιορισμών της εκδόσεως και κυρίως της μη διώξεως για πολιτικά εγκλήματα θα ήταν ευχερής. Έτσι, εφόσον η έκδοση συντελείται σε εκτέλεση μιας συμφωνίας μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα πέραν εκείνων που έχουν συμφωνηθεί. Αλλά και πέραν αυτού, η αρχή της ειδικότητας εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των αρχών του διπλού αξιοποίνου και της αμοιβαιότητας, σύμφωνα με τις οποίες η έκδοση επιτρέπεται μόνο για εκείνες τις πράξεις, που είναι αξιόποινες και κατά το δίκαιο του κράτους, από το οποίο ζητείται η έκδοση, διότι σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή το κράτος, στο οποίο παραδόθηκε το εκδοθέν άτομο μπορούσε να δικάζει ανεξέλεγκτα και για πράξεις μη καλυπτόμενες από την έκδοση, οι ανωτέρω αρχές θα μπορούσαν ευχερώς να περιγραφούν και να καταστούν γράμμα κενό περιεχομένου. Η συνακόλουθη τούτων υποχρέωση για εξειδίκευση, συγκεκριμενοποίηση και ακριβή καθορισμό της διωκόμενης πράξεως για την έκδοση θεμελιώνεται και στις αυξημένης τυπικής ισχύος και έχουσες υπερνομοθετική ισχύ (κατά το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.Δ. 53/1974 και ειδικότερα στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α’ αυτής (δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί με λεπτομέρεια τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας), καθώς και στο άρθρο 14 παρ. 3 περ. α’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997. Σημειωτέον, ότι τα κράτη που έχουν κυρώσει τα ως άνω κείμενα, στο μέτρο που αυτοπεριορίζονται στην ποινική τους εξουσία, υποχρεούνται όχι μόνο να μην αγνοούν, αλλά και να εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές.

Εξάλλου, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 2 περ. δ’ και στ’ του Π.Δ. 113/2013 "Καθεστώς του πρόσφυγα: ενιαία διαδικασία αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/Ε.Κ. του Συμβουλίου, τέθηκε σε ισχύ από 14-6-2013 (και αντικατέστησε το προηγούμενο σχετικό Π.Δ. 114/2010), αφενός μεν "αιτών διεθνή προστασία" ή "αιτών άσυλο" είναι ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής, ο οποίος δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής, στα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια ή εντός αυτής, ότι ζητεί άσυλο ή επικουρική προστασία στη χώρα μας ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητεί να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 15 του Π.Δ. 96/2008 (περ. δ’ άρθρου 2 του άνω Π.Δ.), αφετέρου δε "πρόσφυγας" είναι ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής, στο πρόσωπο του οποίου πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1Α της Συμβάσεως της Γενεύης (περ. στ’ άρθρου 2 του άνω Π.Δ.), ενώ η σοβαρή βλάβη, κατ’ άρθρ. 15 Π.Δ. 96/2008, συνίσταται σε: α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του, ή γ) σοβαρή προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Στο άρθρο 5 παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω Π.Δ. (113/2013) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η παράδοση ή η έκδοση δεν πρέπει να οδηγεί σε έμμεση ή άμεση επαναπροώθηση του ενδιαφερομένου κατά παράβαση του άρθρου 33 παρ. 1 της Συμβάσεως της Γενεύης ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 15 του Π.Δ. 96/2008. Ακόμη, κατά το άρθρο 2 περ. ε’ του Π.Δ. 141/2013 "Διεθνής προστασία αλλοδαπών, ανιθαγενών - ενιαίο καθεστώς για πρόσφυγες Οδηγίας 2011/95/Ε.Ε.", "πρόσφυγας" είναι ο αλλοδαπός, ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, βρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους, δεν μπορεί ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν και κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Π.Δ. (141/2013), "οι αρμόδιες αρχές σέβονται την αρχή της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Χώρας".

Τα δύο πιο πάνω κύρια νομοθετικά κείμενα σχετικά με την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα στην Ελλάδα, δηλαδή τα Π.Δ. 141/2013 και 113/2013, προβλέπουν, επί πλέον, στις διατάξεις των άρθρων 3 και 3 παρ. 3, αντίστοιχα, ότι "η ερμηνεία και εφαρμογή του παρόντος διατάγματος τελεί σε συμφωνία με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το συναφές Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967, καθώς και τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που έχουν επικυρωθεί από την Ελλάδα", διατάξεις, οι οποίες αποτελούν ρητή επιβεβαίωση της υπεροχής των διατάξεων της Συμβάσεως της Γενεύης του 1951 και άλλων νομοθετικών κειμένων περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων κυρωθέντων από την Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 παρ. 1 της από 28-7-1951 Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης, περί της νομικής καταστάσεως των προσφύγων, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.Δ. 3989/1959 (όπως έχει τροποποιηθεί με το από 31-1-1967 πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, που κυρώθηκε με τον Α.Ν. 389/1968 Α’ 125) και αποτελεί, σύμφωνα με το προεκτεθέν άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, τμήμα της ελληνικής έννομης τάξεως, κατισχύον κάθε αντίθετης νομοθετικής διατάξεως, "ουδεμία Συμβαλλομένη Χώρα θα απελαύνη ή θα επαναπροωθή, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, πρόσφυγας εις τα σύνορα εδαφών ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών απειλούνται δια λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων". Η θεσπιζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις "αρχή της μη επαναπροωθήσεως" των προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, εφαρμόζεται πλήρως στο πλαίσιο της εκδόσεως, πράγμα που απορρέει από τη διατύπωση του άρθρου 33 παρ. 1 της Συμβάσεως της Γενεύης του 1951, το οποίο αναφέρεται σε απέλαση ή επαναπροώθηση "καθ’ οιονδήποτε τρόπον", η δε απαγόρευση της επαναπροωθήσεως σημαίνει, επιγραμματικά, την απαγόρευση επιστροφής ενός πρόσφυγα στη χώρα καταγωγής του, καθώς και σε άλλη χώρα, όπου αντιμετωπίζει κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλες σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. και άρθρο 3 της Συμβάσεως κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Τρόπων Σκληρής, Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας του 1984, που κυρώθηκε με το Ν. 1782/1988, άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του 1966, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών του 1950 - Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974). Η εκ μέρους του εκζητουμένου υποβολή αιτήσεως για διεθνή προστασία στις αρμόδιες Ελληνικές αρχές με την επίκληση φόβου διώξεώς του για τους προαναφερθέντες λόγους, δεν ασκεί έννομη επιρροή στη δίκη για την έκδοση, καθόσον η σχετική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Π.Δ. 114/2010, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 35 παρ. 4 του Π.Δ. 113/2013, κατά την οποία "...κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησής του (για διεθνή προστασία ή άσυλο), εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος", αναφέρεται στη μη έκδοση του εκζητουμένου από τον αρμόδιο γι’ αυτό, κατά το άρθρο 452 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εφόσον προηγήθηκε αμετάκλητη γνωμοδότηση υπέρ της εκδόσεως από το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου και δεν τάσσεται ως στοιχείο που εμποδίζει (μέχρι την τελεσίδικη παραδοχή ή απόρριψη της αιτήσεως για διεθνή προστασία ή άσυλο) τη συζήτηση ή τη λήψη σχετικής αποφάσεως για την έκδοση ή μη του εκζητουμένου από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, το οποίο, για τη διαμόρφωση της γνωμοδοτικής κρίσεώς του, εξετάζει και συναξιολογεί (με τα λοιπά στοιχεία) και τη βασιμότητα του επικαλούμενου φόβου διώξεως, ως ενδεχομένου νόμιμου λόγου που εμποδίζει την έκδοση, κατά τα άρθρα 3 της Ε.Σ.Ε. και 438 περ. γ’ και ε’ Κ.Ποιν.Δ. Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), κανένας δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπες ή εξευτελιστικές, κατά δε το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α’ αυτής, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις του αστικής φύσεως είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, που καθιερώνεται με την τελευταία από τις ανωτέρω διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α., αποτελεί η αξίωση κάθε ατόμου να δικαστεί από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο είναι θεσμικό όργανο, που ανταποκρίνεται σε μια σειρά προϋποθέσεων σχετιζομένων κυρίως και πρωτίστως με τη νομιμότητα της συνθέσεώς του, την ανεξαρτησία του έναντι της εκτελεστικής εξουσίας και των διαδίκων, την εφαρμογή της νομιμότητας και την απουσία κάθε σκοπιμότητας κατά τη διαδικασία λήψεως των αποφάσεών του. Συναφώς πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η επιδείνωση της θέσεως του εκζητουμένου, που αναφέρεται στο άρθρο 3 παρ. 2 της Ε.Σ.Ε. και αποτελεί λόγο που εμποδίζει την έκδοση, μπορεί να επέλθει και σε περίπτωση, που αποδεικνύεται, ότι η δικαστική κρίση της ποινικής υποθέσεως του διωκομένου στο κράτος όπου παραδίδεται δεν θα είναι δίκαιη και αμερόληπτη. Ενόψει των προεκτεθέντων, από άποψη ιεραρχήσεως των υποχρεώσεων, που ανακύπτουν στο πλαίσιο των διαδικασιών εκδόσεως, οι κανόνες του διεθνούς προσφυγικού δικαίου και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπερισχύουν των αντίστοιχων, που θεσπίζονται από συνθήκες περί εκδόσεως, δοθέντος, άλλωστε, ότι ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών προβλέπει, ότι οι υποχρεώσεις που εγκαθιδρύονται με το Χάρτη υπερισχύουν έναντι αυτών που απορρέουν από άλλες διεθνείς συμφωνίες, μία δε θεμελιώδης υποχρέωση, που καθιερώνεται από το Χάρτη, είναι ο σεβασμός και η τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών ως προς όλους, αδιακρίτως φυλής, φύλου, γλώσσας ή θρησκείας (άρθρο 103 σε συνδ. με τα άρθρα 55 γ και 56 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών). Η δε εφαρμογή της Ε.Σ.Δ.Α. και των πρόσθετων πρωτοκόλλων της, που επίσης κυρώθηκαν από τη χώρα μας και έχουν, όπως προεκτέθηκε (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), αυξημένη τυπική ισχύ, συνακόλουθα δε και η τήρηση των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί σχετικώς, επιβάλλεται και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι δικαστικές αρχές κρίνουν επί αιτημάτων εκδόσεως, κατά τη ρητή περί τούτου πρόβλεψη και της παρ. 4 του άρθρου 3 της Ε.Σ.Ε., με την οποία ορίζεται ότι "η εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν θίγει υποχρεώσεις αναληφθείσας ή αναληφθησομένας υπό των Συμβαλλομένων Μερών κατά τους όρους ετέρας διεθνούς συμβάσεως, πολυμερούς χαρακτήρος".

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, από όλα τα έγγραφα, τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, από το τεθέν υπόψη του Δικαστηρίου οπτικοακουστικό υλικό, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος μέσω διερμηνέα πρωτοδίκως και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, καθώς και ο συνήγορός του, προφορικά και με το κατατεθέν υπόμνημά του, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Με την υπ’ αριθ. ... από 17-8-2016 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Τουρκίας στην Αθήνα υποβλήθηκε αρμοδίως δια της διπλωματικής οδού το με αριθμό ανακριτικού φακέλου ... από 5-8-2016 αίτημα της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινουπόλεως, με το οποίο ζητείται από τις Τουρκικές αρχές, μεταξύ άλλων, και η έκδοση του B. (επών.) G. (όν.) του A. και της D., Τούρκου υπηκόου, που γεννήθηκε στην Τουρκία στις 12-7-1977, Ταγματάρχη Πιλότου Αεροπορίας Στρατού, διωκομένου με τα από 20-7-2016 και 22-7-2016 εντάλματα συλλήψεως της Δικαστικής Έδρας του Πλημμελειοδικείου Κωνσταντινουπόλεως για τις αξιόποινες πράξεις α) της παραβάσεως του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, β) της απόπειρας δολοφονίας (ανθρωποκτονίας) κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας, γ) του εγκλήματος κατά του νομοθετικού οργάνου, δ) του εγκλήματος κατά της κυβερνήσεως και ε) της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού με περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες, που φέρονται ως τελεσθέντα στην Τουρκία στις 15 - 16 Ιουλίου 2016. Ο ανωτέρω εκζητούμενος συνελήφθη στις 2-11-2016, δυνάμει της υπ’ αριθ. ...2-11-2016 εντολής προσωρινής συλλήψεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και έκτοτε κρατείται προσωρινά, με το υπ’ αριθ. 113/4-11-2016 ένταλμα συλλήψεως του Προέδρου Εφετών Αθηνών, στο Β’ Αστυνομικό .... Μαζί με τη σχετική αίτηση, εκτός από τα προαναφερθέντα εντάλματα συλλήψεως των Τουρκικών αρχών, συνυποβλήθηκαν και τα προβλεπόμενα για την υποστήριξη του αιτήματος εκδόσεως έγγραφα μεταφρασμένα επίσημα στην Ελληνική γλώσσα. Ο ανωτέρω είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο, του οποίου ζητείται η έκδοση, υπάρχουν όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, οι δε πράξεις, για τις οποίες διώκεται αυτός, προβλέπονται, αντιστοίχως, από τα άρθρα 309/1, 310/1, 311/1, 312/1 και 149/1 α, γ, η του υπ’ αριθμ. 5237 Τουρκικού Ποινικού Κώδικα και τιμωρούνται καθεμία από τις τέσσερις πρώτες με ποινή βεβαρυμένης ισόβιας καθείρξεως και η πέμπτη από αυτές με ποινή καθείρξεως από δέκα (10) έως δεκαπέντε (15) ετών, ενώ παραγράφονται οι τέσσερις πρώτες μετά παρέλευση τριάντα (30) ετών και η πέμπτη μετά την πάροδο δεκαπέντε (15) ετών.

Οι εν λόγω πράξεις, εκτός από την πέμπτη από αυτές (διακεκριμένη αρπαγή), η οποία, με βάση τα συνιστώντα αυτήν πραγματικά περιστατικά, ενόψει του ότι αφορά την αφαίρεση στρατιωτικού ελικοπτέρου, προβλέπεται και τιμωρείται από τον Ελληνικό Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα (άρθρ. 147 παρ. 2 Ν. 2287/1995) και, ως στρατιωτικό έγκλημα, δεν επιτρέπεται η έκδοση γι’ αυτήν (άρθρ. 4 Ε.Σ.Ε. και 438 περ. γ’ Κ.Ποιν.Δ.), είναι αξιόποινες και κατά την Ελληνική ποινική νομοθεσία, προβλεπόμενες, ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1, 134 παρ. 1 περ. Α, 2 και 3, 157 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα και τιμωρούμενες, ως κακουργήματα, με ποινές ισόβιας ή πρόσκαιρης καθείρξεως, κατά περίπτωση, οπότε πληρούν τους όρους του διπλού αξιοποίνου, που καθιερώνεται από το άρθρ. 2 παρ. 1 της Ε.Σ.Ε.

Ο ισχυρισμός του εκζητουμένου, ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή (του διπλού αξιοποίνου), που απαιτείται για την έκδοση, ως προς τις υπό στοιχεία α’ , γ’ και δ’ πράξεις (της εσχάτης προδοσίας), διότι, κατά την άποψή του, τα αποδιδόμενα συναφώς στον ίδιο εγκλήματα προσβάλλουν αποκλειστικά τα έννομα αγαθά της Τουρκίας και δεν καταλαμβάνουν και αυτά, που προστατεύουν τους αντίστοιχους Ελληνικούς θεσμούς, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι η έκδοση αφορά όλες τις εγκληματικές πράξεις στην αφηρημένη τους σύλληψη (in abstracto), όπως αυτές τυποποιούνται από τη νομοθεσία κάθε κράτους, τα δε εγκλήματα κατά του κοινοβουλίου, της κυβερνήσεως και γενικότερα κατά του πολιτεύματος μιας χώρας δεν είναι ενδοκρατικά, με την έννοια ότι περιορίζονται αποκλειστικά στην επικράτεια του κράτους, στο οποίο διαπράττονται, αλλά η ποινική απαξία τους αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη όλων των χωρών με τη θέσπιση πρόσφορων για την καταστολή τους κυρωτικών κανόνων.

Οι πράξεις, για τις οποίες ζητείται η έκδοση του παραπάνω προσώπου, συνίστανται, περιληπτικά, στο ότι, μαζί με άλλα άτομα, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο, ως μέλος της ... Τρομοκρατικής Οργανώσεως/Παράλληλη Κρατική Δομή (...), συμμετείχε σε ένοπλη απόπειρα πραξικοπήματος, κατά την οποία αποπειράθηκαν να σκοτώσουν τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, να καταλύσουν το Σύνταγμα αυτής και το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβερνήσεως της χώρας και να αποστερήσουν από τη Βουλή και την Κυβέρνησή της την ενάσκηση των εξουσιών, που τους παρέχει το Σύνταγμα. Το παρόν Συμβούλιο, όμως, στα πλαίσια της προκείμενης διαδικασίας εκδόσεως δεν δικαιούται να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη των κατηγοριών αυτών, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο εκζητούμενος έχει υποβάλει στη χώρα μας αίτημα χορηγήσεως διεθνούς προστασίας (πολιτικού ασύλου), για το οποίο δεν έχει εκδοθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση από τις αρμόδιες Ελληνικές αρχές, αλλά η εκκρεμότητα αυτή δεν εμποδίζει την πρόοδο της παρούσας δίκης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Σε σχέση με το κατά τα άνω ερευνώμενο αίτημα των Τουρκικών αρχών, το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο δέχθηκε τη συνδρομή νόμιμης περιπτώσεως, που καθιστά μη επιτρεπτή την έκδοση, αφού έκρινε, ότι σε περίπτωση εκδόσεως του εκζητουμένου υπάρχει κίνδυνος να στερηθεί αυτός του δικαιώματος της δίκαιης δίκης και να υποβληθεί σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Ενόψει τούτων, οι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως, σύμφωνα με τους οποίους το Συμβούλιο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, εσφαλμένα έκρινε ότι στην αίτηση των Τουρκικών δικαστικών αρχών για την έκδοση δεν προσδιορίζονται σαφώς τα εγκλήματα, για τα οποία ζητείται αυτή, καθώς και ότι οι σχετικές πράξεις συνιστούν πολιτικά εγκλήματα, είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, με την εκκαλούμενη απόφαση, δεν απέρριψε το αίτημα εκδόσεως ως αόριστο ούτε με την αιτιολογία, ότι τα εγκλήματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση, ήταν πολιτικές πράξεις ή συνιστούσαν πολιτικά εγκλήματα, αλλά με την προαναφερόμενη αιτιολογία, ότι σε περίπτωση εκδόσεως υφίσταται κίνδυνος ο εκζητούμενος να στερηθεί του δικαιώματος δίκαιης δίκης και να υποβληθεί σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.

Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, εν προκειμένω συντρέχουν λόγοι, που δεν επιτρέπουν την ικανοποίηση του αιτήματος των Τουρκικών αρχών, αφού είναι ενδεχόμενο ο εκζητούμενος, σε περίπτωση εκδόσεώς του, όχι μόνο να μην τύχει δίκαιης δίκης αλλά και να υποστεί απάνθρωπη ή μειωτική της προσωπικότητάς του μεταχείριση, που αντιβαίνει στο άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α. (παρά το ότι η Τουρκία έχει προσχωρήσει σ’ αυτήν και την έχει επικυρώσει), καθώς και στις λοιπές προαναφερθείσες συναφείς διατάξεις του ημεδαπού και του διεθνούς δικαίου. Προς τούτο είναι χαρακτηριστικές οι καταθέσεις των επ’ ακροατηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, καθώς και οι σχετικές αναφορές της επιτροπής του Ο.Η.Ε. κατά των Βασανιστηρίων, της Διεθνούς Αμνηστείας και οργανώσεων προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τις συνθήκες κρατήσεως και τις εξευτελιστικές για τον άνθρωπο πρακτικές, που εφαρμόζονται στα κρατητήρια και τις φυλακές της Τουρκίας, ιδιαίτερα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016 και μέχρι σήμερα, με τις αλλεπάλληλες μαζικές συλλήψεις και την κακομεταχείριση των συλληφθέντων προσώπων (δημοσίων υπαλλήλων, πανεπιστημιακών καθηγητών, δημοσιογράφων, δικαστικών λειτουργών, στρατιωτικών κλπ). Χαρακτηριστικές είναι οι καταγγελίες του ειδικού απεσταλμένου των Ηνωμένων Εθνών Ν. Μ., ο οποίος επισκέφθηκε φυλακές στην Τουρκία, περί βασανιστηρίων και κακομεταχειρίσεως κρατουμένων μετά την απόπειρα πραξικοπήματος. Έτσι, στην Τουρκία έχουν δημιουργηθεί, για διάφορους λόγους, αντικειμενικές συνθήκες, εξαιτίας των οποίων αμφισβητείται πλέον η τήρηση στην εν λόγω χώρα της αρχής της δίκαιης δίκης, όταν, μάλιστα, κατά τρόπο προδήλως απαξιωτικό, καθαιρέθηκαν δικαστές του ανώτατου δικαστηρίου της Τουρκίας και οδηγήθηκαν κατ’ ευθείαν στα κρατητήρια, γεγονός που υπονομεύει την αξιοπιστία του δικαστικού της συστήματος και θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, καθώς και την αμεροληψία των δικαστών που παρέμειναν ή αυτών, που θα κληθούν να αντικαταστήσουν τους απομακρυνθέντες δικαστικούς λειτουργούς. Στις διαπιστώσεις δε αυτές, εκτός από άλλους φορείς, κατέληξαν ακόμη και Τουρκικοί Δικηγορικοί Σύλλογοι. Στην ίδια εκτίμηση οδηγούν και οι διαπιστώσεις θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που περιέχονται στην από 9-11-2016 ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου αναφέρεται για την Τουρκία, μεταξύ άλλων, ότι η ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος έχει υπονομευθεί από εκτεταμένες αλλαγές στις δομές και τη σύνθεση των ανωτάτων δικαστηρίων, ότι δικαστές και εισαγγελείς τελούν υπό πίεση, ότι το ένα πέμπτο (1/5) αυτών απολύθηκε μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, ότι έχουν ληφθεί εκτεταμένα μέτρα περιορισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων μετά την κήρυξη καταστάσεως έκτακτης ανάγκης στη χώρα το μήνα Ιούλιο και ότι οι εξελίξεις σχετικά με τα βασανιστήρια, την κακομεταχείριση προσωρινά κρατουμένων και τα δικονομικά τους δικαιώματα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος προκαλούν σοβαρές ανησυχίες, καθώς και στο από 24-11-2016 ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ενώσεως - Τουρκίας, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: "...τα μέτρα καταστολής που εφαρμόζει η Τουρκική κυβέρνηση στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης είναι δυσανάλογα και παραβιάζουν βασικά δικαιώματα και ελευθερίες που προστατεύονται από το Τουρκικό σύνταγμα, τις δημοκρατικές αξίες στις οποίες εδράζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα...μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, οι αρχές έχουν συλλάβει 10 μέλη της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης που ανήκουν στο αντιπολιτευόμενο κόμμα ... και περίπου 150 δημοσιογράφους (ο μεγαλύτερος αριθμός συλλήψεων στον χώρο αυτό παγκοσμίως)...έχουν συλληφθεί 2.386 δικαστικοί και άλλοι 40.000 πολίτες, από τους οποίους περισσότεροι από 31.000 παραμένουν υπό κράτηση...129.000 δημόσιοι υπάλληλοι είτε έχουν ανακληθεί από τα καθήκοντά τους (66.000) είτε έχουν απολυθεί (63.000), σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής του 2016 για την Τουρκία, χωρίς στους περισσότερους από αυτούς να έχουν απαγγελθεί κατηγορίες μέχρι σήμερα...ο Πρόεδρος Ε. και η Τουρκική κυβέρνηση έχουν προβεί επανειλημμένα σε δηλώσεις σχετικά με την επαναφορά της θανατικής ποινής...υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για τις συνθήκες κράτησης και σύλληψης μετά την απόπειρα πραξικοπήματος και για τους αυστηρούς περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και στον Τύπο και στα μέσα ενημέρωσης στην Τουρκία...καταδικάζει απερίφραστα τα δυσανάλογα μέτρα καταστολής που εφαρμόζονται στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα του Ιουλίου 2016...". Ακόμη προέκυψε, ότι ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης ενημερώθηκε επίσημα από την Τουρκική κυβέρνηση, ότι η επιβολή τρίμηνης καταστάσεως έκτακτης ανάγκης στη χώρα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, η οποία μάλιστα παρατάθηκε με την υπ’ αριθ. ...11-10-2016 απόφαση της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνελεύσεως, μπορεί να περιλαμβάνει και μέτρα που παρεκκλίνουν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 της τελευταίας. Από τη διατύπωση και το πνεύμα της ενημερώσεως αυτής συνάγεται, ότι δεν αποκλείεται η λήψη από την Τουρκία μέτρων, που αντιβαίνουν στις επιταγές της εν λόγω Συμβάσεως, τα οποία, μάλιστα, δεν προσδιορίζονται, ώστε να κριθεί, αν με αυτά θίγονται και θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, που προστατεύονται από τις διατάξεις της (ανθρώπινη ζωή, προσωπικότητα, αξιοπρέπεια κλπ) και τα οποία, κατά το άρθρ. 15 παρ. 2 αυτής, εξαιρούνται από την ως άνω υπάρχουσα δυνατότητα παρεκκλίσεως από τις προβλεπόμενες από τη Σύμβαση αυτή υποχρεώσεις.

Τα προαναφερθέντα στοιχεία παρέχουν ισχυρές ενδείξεις, ότι ο ανωτέρω εκζητούμενος, εφόσον εκδοθεί στη χώρα του, δεν θα δικαστεί από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο και δεν θα τύχει εκεί δίκαιης δίκης, καθόσον οι δικαστές και εισαγγελείς τελούν υπό πίεση, επιπλέον δε πιθανολογείται σοβαρός κίνδυνος να υποστεί ανάρμοστη κακομεταχείριση και να επιδεινωθεί η κατάστασή του, ενόψει και της ιδιότητάς του ως στρατιωτικού, λόγω της αποδιδόμενης σ’ αυτόν από τις Τουρκικές αρχές αντιθέσεως στο υπάρχον πολιτικό καθεστώς, ως συμμετασχόντος στην απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016, η εκτίμηση δε αυτή δεν ανατρέπεται από όσα εκτίθενται στην τελευταία παράγραφο της εισαγγελικής εφέσεως, ότι δηλαδή οι Τουρκικές αρχές βεβαιώνουν, ότι η κυβέρνηση της χώρας δεν ανέστειλε την εφαρμογή της Ε.Σ.Δ.Α. και συνεπώς ο εκζητούμενος θα έχει τη δυνατότητα ασκήσεως ατομικής προσφυγής στο Ε.Δ.Δ.Α. (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) σε περίπτωση ανάρμοστης κακομεταχειρίσεώς του.

Η πιθανότητα, λοιπόν, ακυρώσεως ή περιστολής του πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων, και μάλιστα θεμελιωδών, του εκζητουμένου, κατά τα προεκτεθέντα, ανεξαρτήτως του βαθμού ενοχής και της βαρύτητας των εγκλημάτων που του αποδίδονται, δεν επιτρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση την εφαρμογή διατάξεων είτε διεθνών συμβάσεων είτε του εσωτερικού δικαίου, που ρυθμίζουν την έκδοση, αφού αυτές, όπως προαναφέρθηκε, υποχωρούν έναντι των υπέρτερης σημασίας κανόνων του διεθνούς δικαίου, που προστατεύουν την αξία του ανθρώπου και τα εξ αυτής θεμελιώδη δικαιώματα αυτού. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη ζητούμενη έκδοση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο πόρισμα και γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως του εκζητουμένου, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και προσηκόντως εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, η κρινόμενη έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 6-12-2016, με αριθμό εκθέσεως 16/2016, έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ’ αριθ. 139/5-12-2016 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως στις δικαστικές αρχές της Τουρκίας του εκζητουμένου B. (επών.) G. (όν.) του A. και της D., Τούρκου υπηκόου, γεννηθέντος στην Τουρκία στις 12-7-1977, Ταγματάρχη Πιλότου Αεροπορίας Στρατού.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...