Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Δικηγόροι, πειθαρχική δίωξη, ελευθερία έκφρασης, κριτική δικαστικών ενεργειών.

Συμβούλιο Επικρατείας, Τμήμα Γ', 325/ 2018.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2017 με την εξής σύνθεση: Δ. Σκαλτσούνης, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, Γ. Ποταμιάς, Δ. Εμμανουηλίδης, Σύμβουλοι, Ι. Παπαγιάννης, Γ. Ζιάμος, Πάρεδροι.

Περίληψη. Δικηγόροι - Πειθαρχικά συμβούλια - Ανάρμοστη συμπεριφορά σε συνάδελφο και σε γραμματέα -.Παραπομπή δικηγόρου σε πειθαρχικό συμβούλιο με την κατηγορία της ανάρμοστης συμπεριφοράς προς συνάδελφο και αντίδικό της καθώς και για ανάρμοστη συμπεριφορά σε γραμματέα. Σύσταση πειθαρχικού συμβουλίου. Τα πειθαρχικά συμβούλια των δικηγόρων αποτελούν πειθαρχικά όργανα της Διοικήσεως, οι αποφάσεις των οποίων υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Οιαδήποτε πλημμέλεια της συνθέσεως του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου καλύπτεται με την έκδοση της αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων.
Τα ζητήματα τα σχετικά με τη διεξαγωγή των συνεδριάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων των οικείων δικηγορικών συλλόγων και του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων καθώς και τη δημοσίευση των πειθαρχικών αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται από αυτά, διέπονται αποκλειστικώς από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και δεν είναι στις περιπτώσεις αυτές εφαρμοστέες οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων. Ελευθερία της έκφρασης. Οι δικηγόροι εκτός της αίθουσας συνεδριάσεων του δικαστηρίου - εντός της οποίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν μεγαλύτερης ελευθερίας - δεν μπορούν να κάνουν παρατηρήσεις τόσο σοβαρές που υπερβαίνουν την επιτρεπτή έκφραση σχολίων χωρίς στέρεη πραγματική βάση ούτε μπορούν να διατυπώνουν προσβολές.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 3.3.2016 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση: α) της .../24.2.2010 αποφάσεως του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, με την οποία, κατόπιν μερικής αποδοχής εφέσεως της αιτούσας, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, κατά της .../5.12.2007 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (Δ.Σ.Θ.), επιβλήθηκε σε αυτήν η πειθαρχική ποινή της επιπλήξεως για ένα πειθαρχικό παράπτωμα, β) της .../5.12.2007 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Θ., με την οποία είχαν επιβληθεί στην αιτούσα σε πρώτο βαθμό πειθαρχικής δικαιοδοσίας, οι πειθαρχικές ποινές της επιπλήξεως και του προστίμου ύψους πεντακοσίων ευρώ για δύο πειθαρχικά παραπτώματα αντιστοίχως και γ) των .../30.5.2007 και .../11.7.2007 αναβλητικών αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Θ.

3. Επειδή, μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη είναι η ../24.2.2010 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, διότι οι επίσης προσβαλλόμενες ../30.5.2007, ../11.7.2007 αναβλητικές αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Θ. ενσωματώθηκαν στην ../5.12.2007 απόφαση του ίδιου οργάνου, η δε τελευταία απόφαση απώλεσε την εκτελεστότητά της μετά την έκδοση της 13/24.2.2010 δευτεροβάθμιας αποφάσεως (ΣτΕ 364/2017, 1912/2016 κ.ά.).

4. Επειδή, διάδικοι στην παρούσα δίκη είναι τόσο ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεδομένου ότι το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων είναι όργανο της κρατικής διοικήσεως, όσο και ο Δ.Σ.Θ., διότι με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλονται ρητά, έστω και απαραδέκτως, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, πράξεις οργάνου του – οι .../30.5.2007, .../11.7.2007 και .../5.12.2007 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του (ΣτΕ 364/2017, 1912/2016 κ.ά.).

5. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων επιδόθηκε στην αιτούσα στις 2.3.2011, η οποία κατέθεσε εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση στις 2.5.2011, ήτοι την 61η ημέρα, δεδομένου ότι η 60ή ημέρα ήταν 1η Μαΐου και ημέρα Κυριακή.

6. Επειδή, στον ισχύοντα κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, Α΄ 235), πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 166 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος υπάλληλος, ... υπαγόμενος εις πειθαρχικήν εξουσίαν ασκούμενην κατά τας διατάξεις του παρόντος. ...» (άρθρο 1), «Ο Δικηγόρος ... οφείλει ν' ασκή το λειτούργημα αυτού ευόρκως, να διάγη και να φαίνηται διάγων αξιοπρεπώς, να συμπεριφέρηται συμφώνως προς τας παραδόσεις του Δικηγορικού Σώματος και ν' απονέμη τον προσήκοντα σεβασμόν προς τας δικαστικάς Αρχάς, ...» (άρθρο 45 παρ. 1), «Η παράβασις των καθηκόντων και των υποχρεώσεων των επιβαλλομένων τω Δικηγόρω εκ τε των διατάξεων του Κώδικος, του εσωτερικού κανονισμού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ως και εξ αποφάσεως τινος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού αποτελεί πειθαρχικόν παράπτωμα κρινόμενον και κολαζόμενον υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Συλλόγου κατά τας σχετικάς διάταξεις διά πειθαρχικής ποινής, ...» (άρθρο 64 παρ. 1), «Αρμόδιον προς εκδίκασιν των πειθαρχικών παραπτωμάτων είναι το Πειθαρχικόν Συμβούλιον του Δικηγορικού Συλλόγου, εις όν ανήκεν ο εγκαλούμενος Δικηγόρος καθ΄ ον χρόνον υπέπεσεν εις το δι΄ ο εγκαλείται παράπτωμα, ...» (άρθρο 66 παρ. 1), «1. Η πειθαρχική εξουσία ασκείται υπό του οικείου Συμβουλίου αυτεπαγγέλτως ή επί εγγράφω ή προφορική αναφορά ... 2. Εντός εξ το βραδύτερον μηνών από της αυτεπαγγέλτου ενάρξεως της πειθαρχικής διώξεως ή της αναφοράς, το Πειθαρχικόν Συμβούλιον οφείλει να περατώση την ανάκρισιν και να εκδώση την οριστικήν αυτού απόφασιν, ...» (άρθρο 68 παρ. 1 και 2), «1. Άμα τη υποβολή προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον αναφοράς κατά Δικηγόρου ή άμα τη ανακαλύψει οιουδήποτε παραπτώματος, ο Πρόεδρος ή ο νόμιμος αυτού αναπληρωτής, υποχρεούται δίδων τον προσήκοντα χαρακτηρισμόν του παραπτώματος να ορίση εν εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ως Εισηγητήν διά πράξεως καταχωριζομένης εις ειδικόν βιβλίον. 2. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Συλλόγου προβαίνει εις την συγκρότησιν του Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά το άρθρον 239. 3. Ο Εισηγητής ενεργεί πάσαν αναγκαίαν εξέτασιν, δικαιούται να καλή και εξετάζη μάρτυρας ενόρκως ή ανωμοτί, να ζητή έγγραφα παρά πάσης αρχής και Δικαστηρίου, ...» (άρθρο 72 παρ. 1, 2 και 3), «1. ... 2. Ο Εισηγητής υποχρεούται να συντάσση κατηγορητήριον και να καλή τον διωκόμενον Δικηγόρον διά κλήσεως επιδιδομένης προς αυτόν διά δικαστικού κλητήρος ίνα λάβη γνώσιν του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και απολογηθή εγγράφως. ... 3. Μετά την υποβολήν της απολογίας ή την πάροδον της τεταγμένης προθεσμίας εφ' όσον επερατώθη η ανάκρισις ο Εισηγητής ανακοινοί τούτο εις τον Πρόεδρον του Πειθαρχικού Συμβουλίου όστις ορίζει ημέραν και ώραν συνεδριάσεως αυτού. Ο διωκόμενος καλείται διά πράξεως του Προέδρου κοινοποιουμένης αυτώ πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της εκδικάσεως, δικαιούται δε να παραστή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και μετά πληρεξουσίου Δικηγόρου. 4. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον κατά την προσδιορισθείσαν ημέραν δύναται να εξετάζη μάρτυρας κατά την κρίσιν του, μετά την απολογίαν του διωκομένου ή, εν περιπτώσει μη εμφανίσεώς του, μετά την διαπίστωσιν της νομίμου κλητεύσεως αυτού, εκδίδει την απόφασίν του, ...» (άρθρο 73 παρ. 2, 3 και 4), «Η απόφασις συντάσσεται εγγράφως εντός οκτώ ημερών από της εκδικάσεως και δέον να είναι ητιολογημένη. Επίσης εγγράφως συντάσσονται τα πρακτικά εντός της αυτής προθεσμίας. ...» (άρθρο 74), «Αι υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου επιβαλλόμεναι πειθαρχικαί ποιναί είναι: α) επίπληξις, β) πρόστιμον, γ) προσωρινή παύσις από του Δικηγορικού Λειτουργήματος 8 ημερών μέχρις 6 μηνών και δ) οριστική παύσις» (άρθρο 76 παρ. 1), «Ο τιμωρηθείς Δικηγόρος δικαιούται εντός 10 ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως να εκκαλέση ταύτην ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου» (άρθρο 77 παρ. 1), «1. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον, δικάζον κατά δεύτερον βαθμόν δικαιούται να διατάξη νέαν ανάκρισιν, ενεργουμένην κατά τα εν άρθρ. 67 επόμ., να καλή τον τιμωρηθέντα Δικηγόρον, αν ζητηθή παρά τούτου, πάντοτε δε αν δεν έχη απολογηθή πρωτοβαθμίως, να μεταρρυθμίζη ή και να εξαφανίση την εκκαλουμένην απόφασιν. 2. ... 3. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον αποφασίζει αμετακλήτως εκδίδον την απόφασίν του εντός τριμήνου το βραδύτερον από της εις αυτό εισαγωγής της σχετικής δικογραφίας, ...» (άρθρο 78 παρ. 1 και 3), «1. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον αποτελείται υπό του Προέδρου ή Αντιπροέδρου του Συλλόγου και τεσσάρων μελών. 2. ... 3. Παρ' οις Συλλόγοις το Διοικητικόν Συμβούλιον αποτελείται εξ εξ και πλέον μελών, μέλη του Πειθαρχικού συμβουλίου είναι τέσσαρες εκ των Συμβούλων οριζόμενοι δι' εκάστην υπόθεσιν υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. 4. Προκειμένου περί δεκαπενταμελών Διοικητικών Συμβουλίων δύνανται δι’ αποφάσεων αυτών να ιδρύωνται πλείονα του ενός Πειθαρχικά Συμβούλια, οπότε του μεν εξ αυτού πρώτου προεδρεύει ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, του δευτέρου ο Αντιπρόεδρος και του τυχόν τρίτου ο αρχαιότερος των μετεχόντων αυτού μελών. 5. ...» (άρθρο 239 παρ. 1, 3 και 4), «Τον Πρόεδρον του Δικηγορικού Συλλόγου κωλυόμενον αναπληροί ο Αντιπρόεδρος και τούτον ο εν τη Δικηγορική υπηρεσία εκ των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου αρχαιότερος» (άρθρο 240 παρ. 1), «1. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον συγκαλείται υπό του Προέδρου, η συμπλήρωσις δε των μελών αυτού γίνεται επιμελεία αυτού. 2. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον συνεδριάζει πάντοτε εν ολομελεία αποφασίζει δε δι' απολύτου πλειοψηφίας. 3. Η παρουσία του Εισηγητού εκάστης υποθέσεως είναι απαραίτητος προς λήψιν αποφάσεων, ... 4. Περί της συνεδριάσεως τηρούνται πρακτικά, συντασσόμενα και υπογραφόμενα υπό του Προέδρου και του Γραμματέως Συμβούλου ή του υπαλλήλου Γραμματέως, εφ' όσον υπάρχει τοιούτος, άτινα παραμένουσι μυστικά ...» (άρθρο 241 παρ. 1, 2, 3 και 4), «1. Η θητεία του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζεται ενιαύσιος από της 1ης Ιανουαρίου μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου. ... 2. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο εδρεύει στην Αθήνα, στον Άρειο Πάγο. Το αποτελούν ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Πρόεδρος, ένας Αρεοπαγίτης ως μέλος και τρεις δικηγόροι με συνολική υπηρεσία το λιγότερο 15 χρόνων ως τακτικά μέλη. Αναπληρωματικά μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζονται ένας Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, δύο Αρεοπαγίτες και έξι δικηγόροι. Καθήκοντα Γραμματέα του Συμβουλίου ασκεί ο Γραμματέας του Αρείου Πάγου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. 3. Τα εκ των μελών του Αρείου Πάγου μέλη του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά, διορίζονται εντός του μηνός Δεκεμβρίου διά το επόμενον έτος δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης. 4. ... 5. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον συνεδριάζει πάντοτε εν ολομελεία των συγκροτούντων αυτό μελών, ... Τον Πρόεδρον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, κωλυόμενον, αναπληροί ο ως αναπληρωματικόν μέλος διωρισμένος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, και τούτον ο έτερος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, ...» (άρθρο 242 παρ. 1, 2 [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 1366/1983, Α΄ 81], 3 και 5).

7. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την .../12.10.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Θ., κατόπιν των .../15.3.2006 και .../19.5.2006 αναφορών του δικηγόρου Θεσσσαλονίκης ... και του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Εφέτη ..., αντιστοίχως, σε βάρος της αιτούσας καθώς και της .../20.7.2006 αντικρούσεώς τους από την ίδια, αποφασίσθηκε η παραπομπή της στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου. Σύμφωνα με το .../24.11.2006 κατηγορητήριο που συνέταξε ο ορισθείς με την .../17.10.2006 απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ.Θ. εισηγητής σύμβουλος και μέλος του Δ΄ Πειθαρχικού Συμβουλίου ..., η αιτούσα παραπέμφθηκε στο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 45, 46, 64, 68, 72, 73 και 239 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), με την κατηγορία της ανάρμοστης συμπεριφοράς προς τον αναφέροντα συνάδελφο και αντίδικό της ... καθώς και για τη συμπεριφορά που επέδειξε στις 11.5.2006 στο γραφείο της Γραμματείας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου είχε προσέλθει για να καταθέσει προτάσεις. Ειδικότερα, όπως εκτίθεται στο κατηγορητήριο σχετικά με τη δεύτερη υπόθεση, «κατά την εμφάνισή της στις 11.5.2006 στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, προκειμένου να καταθέσει προτάσεις για αγωγή, η οποία είχε συζητηθεί στις 8.5.2006, φέρθηκε ανάρμοστα στη Γραμματέα ..., η οποία της είπε ότι οι προτάσεις της είναι εκπρόθεσμες και θα τις σφραγίσει ως τέτοιες, φωνάζοντας εξοργισμένη «αλίμονο στη δικαστή αν δεν τις δεχθεί, θα δει τι έχει να πάθει, την έχ[ω] στη λίστα με τους εξαιρετέους δικαστές» και [ότι] έχει πάρει σειρά σε τηλεοπτική εκπομπή γνωστού δημοσιογράφου, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει σοβαρή παρενόχληση και αναστάτωση στη Γραμματεία». Η αιτούσα εκλήθη και απολογήθηκε με το .../7.2.2007 «υπόμνημα - διαμαρτυρία». Το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Θ. εξέδωσε τις .../28.3.2007, .../30.5.2007 και .../11.7.2007 αναβλητικές αποφάσεις του και, κατόπιν του .../5.12.2007 απολογητικού υπομνήματος της αιτούσης, την .../5.12.2007 απόφαση, με την οποία η αιτούσα κηρύχθηκε ένοχη κατά το κατηγορητήριο και της επιβλήθηκε για την πρώτη πράξη (ανάρμοστη συμπεριφορά προς το συνάδελφό της) η πειθαρχική ποινή της επιπλήξεως και για τη δεύτερη πράξη (ανάρμοστη συμπεριφορά προς τη Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) η πειθαρχική ποινή του προστίμου ύψους πεντακοσίων ευρώ. Κατά της τελευταίας αποφάσεως η αιτούσα άσκησε την 3104/11.3.2008 έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, το οποίο, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήσεως αυτής, εξέδωσε, αρχικώς, την 1/8.2.2010 αναβλητική απόφαση και ακολούθως την 13/24.2.2010 οριστική απόφαση, κατά την τελευταία συνεδρίαση του οποίου η αιτούσα παρέστη μετά πληρεξουσίου δικηγόρου και απολογήθηκε, κατέθεσε δε και το από 24.2.2010 υπόμνημα. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, «από την εξέταση όλων των στοιχείων της δικογραφίας αποδείχθηκε ότι η αναφερόμενη δικηγόρος δεν τέλεσε την πρώτη πράξη, δι' ο και πρέπει να αρθεί η ποινή της επίπληξης που της επιβλήθηκε ... [και] περαιτέρω ... τέλεσε τη δεύτερη πράξη για την οποία της έχει επιβληθεί ποινή προστίμου, πλην υπέρ [αυτής] συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, κυρίως εκ του ότι πρόκειται περί λεκτικών υπερβολών, οφειλομένων στην ένταση και την ψυχολογική αναταραχή της στιγμής, δι' ο και πρέπει να της επιβληθεί ποινή επίπληξης, ήτοι ποινή ηπιωτέρα του προστίμου που της επιβλήθηκε πρωτοδίκως», επακολούθησε δε και το σχετικό διατακτικό. Η απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων συνοδεύεται από έκθεση πρακτικών της 24ης Φεβρουαρίου 2010, σύμφωνα με την οποία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας “... αναγνώσθηκε η έφεση της εκκαλούσας κατά της υπ' αριθμ. 109/2007 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, η υπ' αριθμ. .../2007 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης καθώς και τα σχετικά έγγραφα που περιέχονται στιο φάκελο και έχουν σχέση με την υπόθεση αυτή. ...”.

8. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται “Αντισυνταγματικότητα διατάξεων Ν. .../1954 περί συστάσεως πειθαρχικού συμβουλίου από μέλη που ανήκουν στο σκληρό πυρήνα της εκτελεστικής εξουσίας του δικηγορικού συλλόγου ο Κώδικας Δικηγόρων προ του ελληνικού Συντάγματος του 1975, μη ψηφισθέντος από τη Βουλή των Ελλήνων”. Ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως. Εν πάση όμως περιπτώσει, πρέπει να απορριφθεί και ως αβάσιμος, διότι τα Πειθαρχικά Συμβούλια των Δικηγόρων δεν συνιστούν δικαστήρια και δεν αποτελούν όργανα ενταγμένα στη δικαστική οργάνωση του Κράτους, ανεξαρτήτως της προβλεπομένης από το νόμο συμμετοχής στο πενταμελές Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων και δύο τακτικών δικαστών, πέραν των τριών μετεχόντων σε αυτό δικηγόρων, αλλά αποτελούν πειθαρχικά όργανα της Διοικήσεως, οι αποφάσεις των οποίων υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο (ΣτΕ 189/2007 Ολομ., 1151 - 52/2008, 924/2013 επταμελές, 2577/2014 κ.ά.).

9. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1912/2016, 1087/2014, 1924/2013 7μ., 2037/2011 7μ., αλλά και ΣτΕ 452/2017), από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 66, 68, 77 και 78 του Κώδικα περί Δικηγόρων συνάγεται ότι η απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου δικηγορικού συλλόγου, με την οποία επιβάλλεται πειθαρχική ποινή σε δικηγόρο, υποβάλλεται με την κατ’ αυτής άσκηση εφέσεως στον έλεγχο του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, το οποίο, κατά τις διατάξεις αυτές, έχει πλήρη δικαιοδοσία να προβεί σε νέα εξέταση όχι μόνο του νομικού αλλά και του πραγματικού μέρους της υποθέσεως. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του νόμου, το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων προβαίνει σε επανεκτίμηση των αποδείξεων, δικαιούμενο να διατάξει νέα ανάκριση και να καλέσει τον τιμωρηθέντα δικηγόρο σε ακρόαση, έχει δε εξουσία να μεταρρυθμίσει ή και να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση. Εκ τούτου παρέπεται ότι οιαδήποτε πλημμέλεια της συνθέσεως του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου (και όχι της συγκροτήσεως ή της αρμοδιότητας αυτού, ήτοι ριζικών πλημμελειών, οι οποίες, για τον λόγο αυτόν, μπορούν να προβληθούν λυσιτελώς: βλ. ΣτΕ 363 - 4/2017, 1087/2014 κ.ά.) καλύπτεται με την έκδοση της αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων. Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται μη νόμιμη σύνθεση του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου κατά τη συνεδρίαση της 30.5.2007, κατά την οποία εκδόθηκε η .../2007 αναβλητική απόφαση, εκ του ότι παρόντες ήταν μόνον η Πρόεδρος και δύο μέλη έναντι πέντε που απαιτεί ο νόμος, ενώ δεν προσήλθαν τα αναφερόμενα σε αυτήν αναπληρωματικά μέλη ..., είναι απορριπτέος εν πάση περιπτώσει ως αλυσιτελής, αφού η ανωτέρω τυχόν πλημμέλεια της συνθέσεως του πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης έχει καλυφθεί μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων. Περαιτέρω δε, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι κατά τη συνεδρίαση κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω .../30.5.2007 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αρχικά είχε ληφθεί απόφαση καθ' ολοκληρία αθωωτική για την αιτούσα, πρέπει να απορριφθεί εν πάση περιπτώσει, λόγω του ότι με αυτόν αμφισβητούνται απαραδέκτως τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω απόφαση και τα οικεία πρακτικά.

10. Επειδή, περαιτέρω προβάλλεται ότι δεν υποβλήθηκε εισήγηση από τον εισηγητή ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου ούτε του δευτεροβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου. Εν προκειμένω, από τις διατάξεις του ν. 3026/1954 που αναφέρθηκαν στη σκέψη 6, δεν προκύπτει ότι ο εισηγητής εκτός από τη σύνταξη του κατηγορητηρίου και τη συμμετοχή του στο πειθαρχικό συμβούλιο με ψήφο έχει υποχρέωση να υποβάλει έγγραφη εισήγηση πριν από τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου και να καλεί τον εγκαλούμενο να λάβει γνώση αυτής, ενώ, εξάλλου, η αιτούσα δεν ισχυρίζεται ότι υπέβαλε σχετικό αίτημα περί γνωστοποιήσεως σε αυτήν της εισηγήσεως του εισηγητή, ούτε άλλωστε προκύπτει κάτι τέτοιο από τα στοιχεία της δικογραφίας, ούτε πριν ούτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, στην οποία παρέστη άλλωστε με δικηγόρο (βλ. σχετ. ΣτΕ 3365/2011). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

11. Επειδή, ακολούθως προβάλλεται ότι οι ... και .../2007 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης καθώς και η .../2010 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων εκδόθηκαν μετά την πάροδο της οριζόμενης κατά τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας προθεσμίας (άρθρα 2 και 10 παρ. 5 του ν. 2690/1999, Α΄ 45), η οποία έχει αποκλειστικό χαρακτήρα, και, συνεπώς, κατά χρόνο αναρμοδίως. Εν προκειμένω, τα ζητήματα τα σχετικά με τη διεξαγωγή των συνεδριάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων των οικείων δικηγορικών συλλόγων και του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων καθώς και τη δημοσίευση των πειθαρχικών αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται από αυτά, διέπονται αποκλειστικώς από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και δεν είναι στις περιπτώσεις αυτές εφαρμοστέες οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ΣτΕ 189/2007 Ολομ., 4311/2012). Εξάλλου, τόσο οι 97/11.7.2007 και 109/5.12.2007 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης όσο και η .../24.2.2010 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων εκδόθηκαν κατά την ημέρα συνεδριάσεως των πειθαρχικών συμβουλίων. Επομένως, ο ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

12. Επειδή, όπως προκύπτει από το σώμα της προσβαλλομένης αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, καθώς και από τα συνοδεύοντα αυτήν πρακτικά συνεδριάσεως της 24ης Φεβρουαρίου 2010, παρέστησαν στη συνεδρίαση αυτή ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου …, ως Πρόεδρος, διότι κωλυόταν τόσο ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου …, όσο και ο Αντιπρόεδρος …, ως μέλη δε η Αρεοπαγίτης … και οι δικηγόροι …, ενώ Γραμματέας ήταν η δικαστική υπάλληλος του Αρείου Πάγου …. Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται κακή σύνθεση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, διότι ο Πρόεδρος αυτού, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου …, “είχε προαχθεί σε θέση που ήταν ασυμβίβαστη με τα καθήκοντά του”, ενώ δεν προκύπτει με σαφήνεια από την απόφαση, αν προήδρευσε αυτός ή ο άλλος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου …, ο οποίος εμφανίζεται επίσης παρών, όπως και άλλα τρία, συνολικώς εννέα -αντί πέντε- μέλη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος· κατά το μέρος δε που ο λόγος αυτός αναφέρεται στην φερόμενη ως ασυμβίβαστη θέση με τα καθήκοντά του στην οποία είχε προαχθεί ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων καθώς και τα επιπλέον τέσσερα μέλη του Συμβουλίου αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, εφόσον δεν προσδιορίζονται ούτε η θέση αυτή, ούτε τα επιπλέον μέλη του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων.

13. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 45, 46, 60 και 64 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) προκύπτει ότι το δικηγορικό επάγγελμα έχει τον χαρακτήρα δημοσίου λειτουργήματος που συνδέεται, ως εκ της φύσεώς του, με την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης και, για τον λόγο αυτόν, υπόκειται σε καθεστώς ρυθμίσεων, οι οποίες αποβλέπουν στην ευπρεπή άσκηση αυτού, ώστε να διαφυλάσσεται το κύρος του, αλλά και το κύρος της δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο αυτό, οι δικηγόροι οφείλουν να ασκούν ευόρκως το λειτούργημά τους, να εκτελούν ευσυνειδήτως και επιμελώς τις εντολές που τους έχουν ανατεθεί και να επιδεικνύουν αξιοπρεπή συμπεριφορά, η οποία πρέπει να είναι σύμφωνη με τις παραδόσεις του δικηγορικού σώματος, ενώ υποχρεούνται περαιτέρω να συμμορφώνονται και προς τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, τους εσωτερικούς κανονισμούς των δικηγορικών συλλόγων, των οποίων είναι μέλη, και τις λοιπές αποφάσεις των οργάνων διοικήσεώς τους (ΣτΕ 1087/2014) [πρβλ. και άρθρο 7 περ. ε΄ του Κώδικα Δεοντολογίας του δικηγορικού λειτουργήματος κατά το οποίο: “ Ο Δικηγόρος πρέπει κατά την άσκηση του λειτουργήματός του ... ε) να τηρεί ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων, τόσο στις προφορικές, όσο και στις γραπτές δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες ... προς ... όλους τους παράγοντες της δίκης...] ... Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων προκύπτει ότι τούτο «συνήλθε ... για να εξετάσει την από 11.3.2008 έφεση της ..., ..., κατά της υπ' αριθμ. .../2007 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσ/νίκης, με την οποία κρίθηκε πειθαρχικά ελεγκτέα για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν με το κατηγορητήριο παραβάσεις» και αποφάσισε να αρθεί η ποινή της επιπλήξεως που της είχε επιβληθεί με την πρωτοβάθμια απόφαση για την πρώτη στο κατηγορητήριο και την απόφαση αυτή πράξη, ήτοι τη διαλαμβανόμενη στην .../15.3.2006 αναφορά του δικηγόρου Θεσσαλονίκης ..., και να μεταρρυθμιστεί επί το ηπιώτερον η ποινή του προστίμου που της είχε επιβληθεί με την ίδια πρωτοβάθμια πειθαρχική απόφαση για τη δεύτερη στο κατηγορητήριο και την απόφαση αυτή πράξη, ήτοι τη διαλαμβανόμενη στην .../19.5.2006 αναφορά του Προϊσταμένου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Εφέτη ..., για την οποία της επιβλήθηκε τελικώς η ποινή της επιπλήξεως. Με τα δεδομένα αυτά, προκύπτει, πέραν πάσης αμφιβολίας, η ταυτότητα της «πρώτης πράξεως» για την οποία αυτή απηλλάγη, και της «δευτέρας», για την οποία της επιβλήθηκε επίπληξη. Επίσης, από την αναφορά της προσβαλλόμενης πειθαρχικής αποφάσεως σε «ελαφρυντικές περιστάσεις, κυρίως εκ του οι πρόκειται περί λεκτικών υπερβολών, οφειλομένων στην ένταση και την ψυχολογική αναταραχή της στιγμής» σε συνδυασμό με την προφορική και έγγραφη απολογία της αιτούσας ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, από την οποία προκύπτει ότι η υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας έλαβε χώρα η πειθαρχικώς ελεγχθείσα συμπεριφορά της, «ήταν προσωπική της οικογενείας [της] και αφορούσε την προσωπική [της] περιουσία» (βλ. σελ. 2 του από 24.2.2010 υπομνήματός της και σελ. 3 των πρακτικών συνεδριάσεως της αυτής ημέρας), «διότι εξ αυτής ταύτης της υποθέσεως εξηρτάτο ο πλειστηριασμός του σπιτιού [της] και του καταστήματος των γονέων [της]» (βλ. σελ. 3 του αυτού υπομνήματος), προκύπτει η αντίληψή της ότι αδικήθηκε από τη Γραμματέα, που αρνήθηκε να σφραγίσει τις, κατά την αιτούσα, εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της. Τέλος, από τη βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων εξέτασε «όλα τα στοιχεία της δικογραφίας» και το γεγονός ότι κατά την επίμαχη συνεδρίαση αναγνώσθηκαν «η έφεση της εκκαλούσας κατά της υπ' αριθμ. .../2007 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, η υπ' αριθμ. .../2007 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και τα σχετικά έγγραφα που περιέχονται στο φάκελο και έχουν σχέση με την υπόθεση αυτή» (βλ. σελ. 2 πρακτικών) σε συνδυασμό με τα έγγραφα αυτά και ιδίως την έγγραφη αναφορά του Προϊσταμένου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 18.7.2006 έγγραφη απάντηση της αιτούσας στις εναντίον της αναφορές, το από 6.2.2007 απολογητικό της υπόμνημα, την εξέτασή της στις 30.5.2007 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, την από 12.12.2007 «εξώδικη δήλωση - όχληση - διαμαρτυρία» της κατά της Προέδρου του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου και το από 3.3.2016 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, στο οποίο η αιτούσα συνομολογεί ότι «ζήτησ[ε] εξηγήσεις από την Γραμματέα», προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, με την οποία κρίθηκε ότι η αιτούσα υπέπεσε στο περιγραφέν στη σκέψη 7 πειθαρχικό παράπτωμα της ανάρμοστης συμπεριφοράς κατά την άσκηση του δικηγορικού της λειτουργήματος αιτιολογείται επαρκώς κατόπιν εκτιμήσεως του συνόλου των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με τον σχετικό λόγο ακυρώσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα (ΣτΕ 452/2017, 1912/2016, 2131/2013, 1924/2013 7μ.)· καθ' ο δε μέρος αμφισβητείται η ανέλεγκτη ακυρωτικώς ουσιαστική κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

14. Επειδή, στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης της 4.11.1950 για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 254), ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. ... 2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία διά την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο δικηγόρος είναι φορέας δημόσιου λειτουργήματος, είναι όμως και φορέας του ατομικού δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, με κεντρική θέση στην απονομή δικαιοσύνης σε μία δημοκρατική κοινωνία. Ειδικότερα, οι δικηγόροι δικαιούνται να σχολιάζουν δημοσίως την απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση ότι η κριτική τους δεν υπερβαίνει ορισμένα όρια. Τα όρια αυτά συνίστανται στους συνήθεις περιορισμούς στη συμπεριφορά των μελών των δικηγορικών συλλόγων, όπως αντανακλώνται στις βασικές αρχές που απαριθμούνται από το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων (CCBE) για τους Ευρωπαίους δικηγόρους, με ιδιαίτερη αναφορά στην “αξιοπρέπεια”, την “τιμή” και την ακεραιότητα” και στον “σεβασμό για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης”. Τέτοιοι κανόνες συμβάλλουν στην προστασία της δικαστικής εξουσίας από αδικαιολόγητες και αβάσιμες επιθέσεις, που μπορεί να καθοδηγούνται αποκλειστικώς από επιθυμία ή στρατηγική να διεξαχθεί η δίκη στα μέσα ενημέρωσης ή να πληγούν οι δικαστές που χειρίζονται συγκεκριμένη υπόθεση. Έτσι, οι δικηγόροι εκτός της αίθουσας συνεδριάσεων του δικαστηρίου - εντός της οποίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν μεγαλύτερης ελευθερίας - δεν μπορούν να κάνουν παρατηρήσεις τόσο σοβαρές που υπερβαίνουν την επιτρεπτή έκφραση σχολίων χωρίς στέρεη πραγματική βάση ούτε μπορούν να διατυπώνουν προσβολές (Ε.Δ.Δ.Α. Morice κατά Γαλλίας της 23.4.2015 Ολομ. σκ. 134 - 139, Bono κατά Γαλλίας της 15.12.2015 σκ. 45 και 46, Αλφαντάκης κατά Ελλάδος της 11.2.2010 σκ. 24 – 27, Čeferin κατά Σλοβενίας της 16.1.2018 σκ. 54 και 59). Στην προκειμένη περίπτωση, το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων με την προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση περί του ότι η αιτούσα τέλεσε τη δεύτερη πράξη για την οποία κατηγορήθηκε, με τις απειλές της, διά της Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της δικαστή που είχε εκδικάσει την υπόθεσή της, τις οποίες το Πειθαρχικό Συμβούλιο χαρακτήρισε «κυρίως» ως «λεκτικές υπερβολές», ενόψει αρνήσεως της Γραμματέως να παραλάβει και να σφραγίσει ως εμπρόθεσμες τις προτάσεις της, γεγονός που δημιούργησε αναστάτωση και εκνευρισμό αλλά και σοβαρή παρενόχληση του έργου της Γραμματείας. Περαιτέρω, έκρινε ότι οι ως άνω «λεκτικές υπερβολές» αντίκεινται στην εκ της βασικής διατάξεως του άρθρου 45 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων επιβαλλόμενη δικηγορική αξιοπρέπεια. Ο δε δικηγόρος ο οποίος μετέρχεται τέτοιες εκφράσεις και απειλές, έστω ως σχήμα λόγου «οφειλόμεν[ες] στην ένταση και την ψυχολογική αναταραχή της στιγμής», κατά τον χειρισμό δικαστικώς εκκρεμούς υποθέσεως, είναι ελεγκτέος για ανάρμοστη συμπεριφορά. Επομένως, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά ανωτέρω, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη η αναφορά της σε «λεκτικές υπερβολές» της αιτούσας παραβιάζει την ελευθερία του λόγου και της εκφράσεως της τελευταίας σε συνδυασμό με την επαγγελματική ελευθερία της ως δικηγόρου (“Σύνταγμα, άρθρο 6 και λοιπά σχετικά της ΕΣΔΑ”), είναι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, απορριπτέος ως αβάσιμος (ΣτΕ 2577/2014).

15. Επειδή, τέλος, ο λόγος ακυρώσεως, ο οποίος αναφέρεται στη συμπεριφορά της αιτούσας ως προς τα διαλαμβανόμενα στην .../5.12.2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά το μέρος που αφορά την επιβολή σε αυτήν της πειθαρχικής ποινής της επιπλήξεως κατόπιν της .../15.3.2006 αναφοράς του δικηγόρου ..., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων έγινε δεκτή η έφεση της αιτούσας κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου και εξαφανίστηκε, κατά το μέρος αυτό, η επιβληθείσα πειθαρχική ποινή της επιπλήξεως σε βάρος της αιτούσας.

16. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν προβάλλεται άλλος σαφής και ορισμένος λόγος ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στην αιτούσα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...