Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Εικονικότητα ακινήτου, καταπιστευτική μεταβίβαση ακινήτου, εικονικότητα με σύμπραξη δημόσιας αρχής, λόγος εισηγητή.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 1427/ 2017 (ομοίως και ΑΠ 1423/ 2017).

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό -εισηγητή, και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Εικονικότητα. Η εικονική σύμβαση πώλησης, καθώς και η τυχόν υποκρυπτόμενη σε αυτή σύμβαση περί μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου προς εξασφάλιση απαίτησης εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση αυτής, είναι άκυρη και δεν μετάγει την κυριότητα του ακινήτου στον εικονικό αγοραστή, έστω και αν γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή. Η εικονικότητα δεν αποκλείεται και όταν η δήλωση βουλήσεως έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, καθόσον ο τελευταίος είναι εντεταλμένος να πιστοποιεί τη δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στη δικαιοπραξία.
Η υπό την εικονική δικαιοπραξία καλυπτόμενη δικαιοπραξία είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι για την σύσταση της. Μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου. Νόμιμη αιτία της μεταβίβασης είναι και η πώληση, όχι όμως και η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται από το νόμο ως νόμιμη αιτία μεταβιβαστική κυριότητας και για το λόγο αυτό η για την τελευταία αυτή αιτία γενόμενη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου είναι άκυρη. Απόρριψη της αίτησης, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5953/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο η προσκόμιση υπεύθυνων δηλώσεων. Επιτρεπτή η προσκόμιση ενόρκων βεβαιώσεων στην κατ` έφεση δίκη.

  O ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και του πατρός αυτών και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη (Α. Π.) ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της προς τους αναιρεσιβλήτους πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας του περιγραφομένου σ’ αυτήν ακινήτου του, που καταρτίσθηκε με το υπ’ αριθμ. .../14-2-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Κ.-Σ., για το λόγο ότι αυτή ήταν εικονική και έγινε προς εξασφάλιση απαιτήσεων του συνεναγομένου πατρός των (Α. Π.) κατ’ αυτού από συμβάσεις δανείου. Η αγωγή έγινε δεκτή πρωτοδίκως, απορρίφθηκε όμως, με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχής της ασκηθείσης εφέσεως των αναιρεσιβλήτων. Η τελευταία, ως άνω, απόφαση πλήττεται από την ενάγοντα για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Κατά τη διάταξη του αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει τα αποδεικτικά μέσα να ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίου) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό ο οποίος επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 υπό τον τίτλο "βελτίωση σχέσεων κράτους - πολίτη και καταπολέμηση της γραφειοκρατίας", γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό έγγραφα, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημοσίου τομέως με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου. Από την διατύπωση της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό και προς τον σκοπό της, όπως εμφαίνεται και στον τίτλο της, συνάγεται ότι αυτή δεν εφαρμόζεται κατά την ενώπιον των δικαστηρίων, αποδεικτική διαδικασία, επί της οποίας τυγχάνουν εφαρμογής οι ειδικές περί αποδείξεως διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς η κατά την διάταξη αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και μόνο ως μαρτυρία τρίτου δύναται να χρησιμεύσει, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (Ολ.Α.Π.8/ 1987).
 Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ’ Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνιστάμενη στο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις υπεύθυνες δηλώσεις των Ν. Λ. και Γ. Ζ., τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του ο αναιρεσείων προς απόδειξη της αγωγής του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, αποκρούοντας τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις ως μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και δη ως μαρτυρίες τρίτων, που έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην ένδικη δίκη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ.. Εξάλλου με τον ίδιο ως άνω δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση και η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α’ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Κ. και Ν. Λ., οι οποίες προσκομίσθησαν από τους αναιρεσιβλήτους το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως συνάγεται σαφώς από το άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ., στην κατ’ έφεση δίκη οι διάδικοι επιτρέπεται να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του ως απαράδεκτα, διότι ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρεία αμέλεια. Για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει ειδική αιτιολογία, αφού η λήψη τούτου υπόψη υποδηλώνει σιωπηρά απόκρουση της προθέσεως στρεψοδικίας.

 Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι για την απόδειξη της βάσεως της αγωγής του περί εικονικότητα της επιδίκου συμβάσεως αγοραπωλησίας προέβαλε μεταξύ άλλων και τον ισχυρισμό ότι οι φερόμενες ως δοθείσες σ’ αυτόν προς κάλυψη μέρους του τιμήματος δύο τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 78.000 ευρώ, δεν παρελήφθησαν ούτε εισεπράχθηκαν απ’ αυτόν αλλά από τον πατέρα των αναιρεσιβλήτων Α. Π., γεγονός που δέχθηκε και το Εφετείο, πλην όμως το απέδωσε σε συναλλακτική σχέση εμπιστοσύνης του με τον τελευταίο άσχετη προς την επίμαχη αγοραπωλησία, την οποία όμως ουδείς των διαδίκων είχε επικαλεσθεί, και έτσι το Εφετείο με την παραδοχή του αυτή υπέπεσε στην προειρημένη αναιρετική πλημμέλεια, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα μη προταθέντα και αγνοώντας αντιθέτως πράγματα προταθέντα και αποδειχθέντα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται για την θεμελίωση του δεν αφορούν "πράγματα" κατά την ρηθείσα της σχετικής διατάξεως έννοια, τουτέστιν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά επιχειρήματα των διαδίκων και του δικαστηρίου.

 Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180 του Α.Κ. προκύπτει ότι η δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά αλλά μόνον φαινομενικά είναι εικονική και άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενομένη. Εικονική δε είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στην δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφισταμένη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο. Η εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βουλήσεως έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, καθόσον ο τελευταίος είναι εντεταλμένος να πιστοποιεί την δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς και όχι να συμπράττει με τη βούληση του στην δικαιοπραξία. Η υπό την εικονική δικαιοπραξία καλυπτόμενη ετέρα δικαιοπραξία είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι για την σύσταση της. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 Α.Κ., συνάγεται, ότι για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος, υποκείμενη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώρηση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Νόμιμη αιτία είναι ο νομικός σκοπός, για τον οποίο μεταβιβάζεται η κυριότητα και ο οποίος αναγνωρίζεται από τον νόμο ως λόγος μεταβιβάσεως της. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι και η πώληση, δεδομένου ότι αυτή προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 513 του Α.Κ. ως αιτία μεταβιβάσεως, πλην άλλων, και της κυριότητας πραγμάτων, όχι όμως και η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως νόμιμη αιτία μεταβιβαστική κυριότητας και για τον λόγο αυτό η για την τελευταία αυτή αιτία γενόμενη σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 Α.Κ. ως αντικείμενη στην από λόγους γενικότερου συμφέροντος υπαγορευθείσα επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033 σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1239 Α.Κ. Επομένως, εικονική σύμβαση πωλήσεως, καθώς και η τυχόν υποκρυπτόμενη σ’ αυτή σύμβαση περί μεταβιβάσεως της κυριότητος ακινήτου προς εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση αυτής, είναι άκυρη και δεν μετάγει την κυριότητα του ακινήτου στον εικονικό αγοραστή, έστω και αν γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή (Α. Π. 920/2012 , 376/2013, 365/2015).

 Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., "Κατ’ εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ύστερα όμως από πρόταση του εισηγητή αρεοπαγίτη, που έχει περιληφθεί στην έγγραφη εισήγηση του, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς, 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρ. 559". Η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, αφενός ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφετέρου ότι υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστωμένες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην ιδία παράγραφο λόγων αναιρέσεως (Α.Π.347/2006, 287/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999). Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται, αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση, του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση ή στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη (Ολ.ΑΠ 24/1992).

 Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Στις 3 Οκτωβρίου 2007 ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) συνήψε με τους πρώτο και δεύτερη εναγομένους (ήδη αναιρεσίβλητους) το .../3.10.2007 προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. συζύγου Μ. Κ., με το οποίο ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στους αντισυμβαλλομένους του το δικαίωμα κυριότητας του σε ένα οικόπεδο έκτασης 754 μ2, με οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο, στη ......Ως τίμημα της αγοραπωλησίας συμφωνήθηκε το ποσό των 200.000 ευρώ, από το οποίο οι μελλοντικοί αγοραστές κατέβαλαν στον ενάγοντα ενώπιον της ... συμβολαιογράφου σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ και το υπόλοιπο τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε αυτόν κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Στις 1.11.2007 και στις 16.11.2007 οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα τέσσερις χιλιάδες (4.000) και τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ αντίστοιχα ως τμήμα του παραπάνω συμφωνηθέντος τιμήματος. Στις 14.2.2008 οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι προέβησαν σε κατάργηση του προαναφερόμενου προσυμφώνου αζημίως για τους συμβαλλόμενους, συνταχθείσης της .../14.2.2008 πράξης κατάργησης προσυμφώνου αγοραπωλησίας της ιδίας πιο πάνω συμβολαιογράφου, με την αιτιολογία ότι οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι αδυνατούσαν να καταβάλλουν το συμφωνηθέν τίμημα. Την ίδια όμως ημέρα συνήφθη μεταξύ των παραπάνω συμβαλλομένων το .../14.2.2008 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου ..., με το οποίο ο ενάγων μεταβίβασε την κυριότητα του προαναφερόμενου ακινήτου στους πρώτο και δεύτερη εναγομένους κατά το ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Το αναφερόμενο στο συμβόλαιο τίμημα ήταν 192.196,36 ευρώ, ποσό από το οποίο 114.196,36 ευρώ καταβλήθηκε στον ενάγοντα σε μετρητά ενώπιον της συμβολαιογράφου, ενώ χάριν καταβολής του υπολοίπου τιμήματος από 78.000 ευρώ, οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι μεταβίβασαν με οπισθογράφηση στον ενάγοντα δύο τραπεζικές επιταγές, που είχαν εκδοθεί στις 14.2.2008 σε διαταγή τους, ποσού 39.000 της καθεμίας και συνολικού ποσού 78.000 ευρώ. Τα χρήματα αυτά προέρχονταν από έσοδα των πρώτου και δεύτερης εναγομένων, αφού ο πρώτος, αυτοκινητιστής το επάγγελμα, ηλικίας 33 ετών το 2008, τα έτη 2004, 2005, 2006 και 2007, δηλαδή τα οικονομικά έτη 2005, 2006, 2007 και 2008 δήλωνε εισοδήματα, συνολικού ποσού 108.357,27 ευρώ και εισέπραξε επιπλέον: α) το 2005, είκοσι μία χιλιάδες επτακόσια είκοσι (21.720) ευρώ από την πώληση της ψιλής κυριότητας ενός ακινήτου..., β) το 2006, δέκα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια (14.500) ευρώ από την πώληση του 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας ενός δημόσιας χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου και V) στις 11.2.2008 έλαβε γονική παροχή από τη μητέρα του το ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων (57.000) ευρώ και η δεύτερη εναγομένη, καθηγήτρια μουσικής το επάγγελμα, ηλικίας 35 ετών το 2008, εισέπραξε 184.000 ευρώ από την πώληση του 1/3 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας και των 2/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας οριζοντίων ιδιοκτησιών σε πολυκατοικία που βρίσκεται στην ... Αττικής...Στη συνέχεια ο ενάγων παρέδωσε τις επιταγές αυτές προς είσπραξη στον τρίτο εναγόμενο, πατέρα του πρώτου και της δεύτερης εναγομένων, ο οποίος τις εισέπραξε την επομένη ημέρα από τη σύναψη του παραπάνω συμβολαίου, δηλαδή στις 15.2.2008. Συνεπώς το τίμημα που πραγματικά κατέβαλαν οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι για την αγορά του επιδίκου ακινήτου ανέρχεται συνολικά σε 239.193,36 (40.000+7.000+78.000+114.196,36 = 239.196,36) ευρώ και όχι σε 192.196,36 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο αναγραφόμενο στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο τίμημα. Επιπλέον ο πρώτος και η δεύτερη εναγόμενοι επιβαρύνθηκαν με τους φόρους μεταβίβασης, από 17.198,60 ευρώ, την αμοιβή της συμβολαιογράφου και την αμοιβή του συμπαρισταμένου δικηγόρου τους. Το Φεβρουάριο του 2008, χρόνο σύναψης του...αγοραπωλητηρίου συμβολαίου η αγοραία αξία του... μεταβιβασθέντος ακινήτου ήταν μεγαλύτερη της αντικειμενικής και ανέρχονταν σε περίπου 400.000 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη ότι τότε δεν είχε ενσκήψει στην Ελλάδα η οικονομική κρίση. Ωστόσο ο ενάγων δέχθηκε ως τίμημα το ποσό των 239.196,36 ευρώ, διότι τότε όφειλε σε τρίτους χρήματα και είχε άμεση ανάγκη μετρητών. Περισσότερο από ένα χρόνο μετά την κατάρτιση του προαναφερομένου συμβολαίου, ο Α. Π. κατέβαλε στον ενάγοντα σταδιακά και συγκεκριμένα από τις 1.4.2009 μέχρι και τις 17.7.2009 συνολικά 43.000 ευρώ. Η προαναφερόμενη αρχικά μεταβίβαση των δύο επιταγών, συνολικού ποσού 78.000 ευρώ, από τον ενάγοντα στον Α. Π., η επακόλουθη είσπραξη τους από τον τελευταίο και η μετέπειτα, το 2009, καταβολή από τον τελευταίο στον ενάγοντα συνολικού ποσού 43.000 ευρώ, μαρτυρά συναλλακτική σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, η οποία, όμως, ουδεμία σχέση έχει με τη σύμβαση πώλησης-αγοράς που συνήψαν ο ενάγων με τους πρώτο και δεύτερη εναγομένους... Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν η σύμβαση αγοραπωλησίας του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα στους δύο πρώτους εναγομένους- εκκαλούντες που έγινε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, δεν ήταν εικονική και όλα τα αντίθετα που υποστηρίζει ενάγων-εφεσίβλητος στην αγωγή του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".
 Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ως εικονική την επίδικη σύμβαση αγοραπωλησίας, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο κατά την κατά πλειοψηφία κρατήσασα δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πόρισμα του ότι η επίδικη αγοραπωλησία ανταποκρινόταν στην πραγματική βούληση των συμβαλλομένων μερών και δεν ήταν εικονική. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τις οποίες έτσι και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. Ενόψει δε τούτων δεν κρίνεται βάσιμος ο προτεινόμενος από τον Εισηγητή, κατ’ άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. Κατά την γνώμη όμως του Εισηγητού Αρεοπαγίτου Γεωργίου Κοντού, το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εικονικότητας ή μη της επιδίκου συμβάσεως που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 138 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς τις προεκτεθείσες συναφείς διατάξεις των άρθρων 174, 180 , 513, 1033 και 1239 Α.Κ., τις οποίες και παρεβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν από κοινού με τον αναιρεσείοντα δια συμβολαιογραφικής πράξεως στην κατάργηση αζημίως του συναφθέντος προσυμφώνου πωλήσεως του ακινήτου, με την αιτιολογία ότι αυτοί αδυνατούσαν να καταβάλουν το συμφωνηθέν τίμημα , ανερχόμενο μετ’ αφαίρεση του ήδη καταβληθέντος ποσού των 47.000 ευρώ σε 153.000 ευρώ, δέχεται εν συνεχεία ότι οι ίδιοι αναιρεσίβλητοι αυθημερόν και με το ίδιο συμβόλαιο προέβησαν στην αγορά του εν λόγω ακινήτου, καταβάλλοντες ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα των 192.196,36 ευρώ, εκ των οποίων 114.196,36 ευρώ σε μετρητά και 78.000 ευρώ με δύο τραπεζικές επιταγές που είχαν εκδοθεί εις διαταγήν των, για να δικαιολογήσει δε την οικονομική δυνατότητα αυτών για την πληρωμή του τιμήματος, αναφέρεται επιγραμματικώς και αορίστως στον τρόπο κτήσεως των χρημάτων (γονική παροχή, πώληση ακινήτων κ.λ.π.),, χωρίς όμως και να παραθέτει σχετικώς σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία. Επί πλέον δε, ενώ δέχεται ότι το κατά το συμβόλαιο τίμημα πωλήσεως του ακινήτου ήταν το προαναφερόμενο τοιούτο των 192.196,36 ευρώ εν συνεχεία αναβιβάζει το πράγματι καταβληθέν τίμημα στο ποσό των 239.196,36 ευρώ, συνυπολογίζοντας και το ποσό των 47.000 ευρώ που είχε καταβληθεί δυνάμει του αζημίως, κατά τα προλεχθέντα, καταργηθέντος προσυμφώνου, χωρίς όμως και να επικαλείται οποιαδήποτε σχετική συμφωνία των διαδίκων, ως προς το πραγματικό δηλαδή ύψος του τιμήματος και την τύχη του προκαταβληθέντος, ως άνω, χρηματικού ποσού. Επιπροσθέτως το Εφετείο δεν αναφέρεται παντάπασι στην απόφαση του στην εξ επόψεως φυσικής εξουσιάσεως κατάσταση του ακινήτου μετά την συντελεσθείσα μεταβίβαση της κυριότητος, εάν δηλαδή και πότε το ακίνητο τούτο περιήλθε στην κατοχή τους, ή εάν αυτό παρέμεινε και δυνάμει ποιας εννόμου σχέσεως στην κατοχή του αναιρεσείοντος, του οποίου και αποτελεί την οικογενειακή στέγη, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Τέλος, ελλιπής είναι η αιτιολογία του Εφετείου και ως προς την σχέση του αναιρεσείοντος με τον τρίτο εναγόμενο πατέρα των αναιρεσιβλήτων, δυνάμει της οποίας ο πρώτος παρέδωσε στον δεύτερο, κατά την υπογραφή του συμβολαίου, τις δύο επιταγές, συνολικού ποσού 78.000 ευρώ, που είχε λάβει από τους αναιρεσιβλήτους ως μέρος του τιμήματος, τις οποίες ο τρίτος εναγόμενος εισέπραξε την επομένη ημέρα και εν συνεχεία ο ίδιος μετά παρέλευση ενός και πλέον έτους κατέβαλε τμηματικώς στον αναιρεσείοντα ποσό 43.000 ευρώ. Την σχέση αυτή, η οποία κατά την αγωγή συνιστά δάνειο που συνάπτεται με την επίμαχη αγοραπωλησία, το Εφετείο την χαρακτηρίζει αορίστως συναλλακτική σχέση εμπιστοσύνης ουδεμία σχέση έχουσα με την εν λόγω αγοραπωλησία. Επομένως, το Εφετείο, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η οποία αορίστως μεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα χωρίς επίκληση συγκεκριμένων αιτιάσεων, αυτεπαγγέλτως όμως προτείνεται κατ’ άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ..

 Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 21 Μαρτίου 2015 αίτηση του Σ. Ρ. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5953/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
 Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
 Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...