Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

Μετοχή, προσύμφωνο μεταβίβασης, καλή και κακή πίστη αποκτώντος, ενεχύραση μετοχών, κατάχρηση δικαιώματος.

Άρειος Πάγος 973/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα- εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Μεταβίβαση μετοχών ανώνυμης εταιρείας από μη κύριο. Έννοια «καλής» και «κακής» πίστης του αποκτώντος. «Βαριά» αμελής θεωρείται ο αποκτών, όταν ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, τυπικός εκπρόσωπος του κύκλου του αποκτώντος, θα απέφευγε σε αντίστοιχη περίπτωση, τη συναλλαγή με τον μεταβιβάζοντα, εκτός αν από την έρευνα του τίτλου κυριότητας μπορούσε να πειστεί ότι ο μεταβιβάζων είναι πράγματι κύριος του κινητού. Η ύπαρξη τέτοιας αμέλειας κρίνεται σε κάθε περίπτωση από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, από τις οποίες απορρέει η υποχρέωση του αποκτώντος να συλλέξει κατά την κατάρτιση της σύμβασης τις αναγκαίες πληροφορίες για τη νομική σχέση που διέπει το υπό μεταβίβαση πράγμα.
Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος. Εκτίμηση από το Εφετείο ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ακυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών του με αυτοσύμβαση, που ο ίδιος είχε επιτρέψει, λόγω μη τήρησης του τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Δεν κατέστη απολύτως βέβαιο από το αναιρετικό δικαστήριο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με την παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 8, 8β, 12, 13, 14, 18 παρ.4, 24 παρ.2, 34, 35β παρ.2, 35γ, 39 και 40 του ν.2190/1920 προκύπτει, ότι η μετοχή της ανώνυμης εταιρίας είναι δηλωτική τόσο του μεριδίου του εταιρικού κεφαλαίου όσο και του δικαιώματος συμμετοχής στην εταιρεία και επιπλέον είναι πράγμα κινητό και αξιόγραφο, ως πράγμα δε, είναι αντικείμενο κυριότητας και ενσωματώνει τη μετοχική σχέση, η οποία ακολουθεί το εμπράγματο δικαίωμα επί του τίτλου (ΑΠ 576/2002). Εξάλλου, η μεταβίβαση της μετοχής ως κινητού πράγματος και δη αξιόγραφου, στο οποίο ενσωματώνεται η εταιρική ιδιότητα, ανεξάρτητα από την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρίας, επέρχεται κατ’ άρθρο 1034 ΑΚ με την παράδοση της μετοχής από τον κύριο σε αυτόν που την αποκτά και συμφωνία μεταξύ τους για τη μετάθεση της κυριότητας (Ολ. ΑΠ 62/1981, ΑΠ 1261/ 2003).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1036 παρ.1 και 1037ΑΚ, ορίζονται τα ακόλουθα: "Με την εκποίηση κινητού κατά το άρθρο 1034, εκείνος που αποκτά γίνεται κύριος και αν ακόμη η κυριότητα του πράγματος δεν ανήκει σ’ αυτόν που εκποιεί, εκτός αν κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής εκείνος που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη (άρθρο 1036 παρ.1). Στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, εκείνος που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη, αν γνωρίζει ή αγνοεί από βαριά αμέλεια ότι το κινητό πράγμα δεν ανήκει κατά κυριότητα σ’ αυτόν που εκποιεί (άρθρο1037)". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι ο νομοθέτης, προκειμένου να εξυπηρετήσει την εναρμόνιση των ισοδύναμων αλλά αντίρροπων συμφερόντων που διαπλέκονται στην περίπτωση της κτήσης κυριότητας από μη κύριο, την κυριότητα δηλαδή του αληθινού κυρίου αλλά και την προστασία της εμπιστοσύνης του καλόπιστου συναλλασσόμενου, θέσπισε και μία υποκειμενική προϋπόθεση, δηλαδή την καλή πίστη του αποκτώντος ως προς την έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος. Καλή πίστη, εξάλλου, είναι είτε η πεποίθηση(γνώση)για την ύπαρξη κυριότητας του μεταβιβάζοντος είτε η άγνοια της έλλειψης αυτής, εφόσον οφείλεται σε πλάνη (πραγματική ή νομική) που δεν προέρχεται όμως από βαριά αμέλεια. Αντίθετα, η κακή πίστη (το βάρος της απόδειξης της οποίας φέρει ο κύριος που διεκδικεί το κινητό ή κάθε τρίτος που ισχυρίζεται το ανίσχυρο της μεταβίβασης), συνίσταται στη γνώση της έλλειψης κυριότητας στον μεταβιβάζοντα ή στην από βαριά αμέλεια άγνοια της έλλειψης αυτής. Η βαριά αμέλεια εκείνου που αποκτά κινητό πράγμα που δεν ανήκει κατά κυριότητα στον εκποιούντα έχει την έννοια της ασυνήθιστα μεγάλης εκτροπής από την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, κατά συνέπεια θεωρείται βαριά αμελής ο αποκτών, όταν ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, τυπικός εκπρόσωπος του κύκλου του αποκτώντος, θα απέφευγε σε αντίστοιχη περίπτωση τη συναλλαγή με τον μεταβιβάζοντα, εκτός αν από την έρευνα του τίτλου κυριότητας μπορούσε να πειστεί ότι ο μεταβιβάζων είναι πράγματι κύριος του κινητού. Εξάλλου, η ύπαρξη τέτοιας αμέλειας κρίνεται σε κάθε περίπτωση από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, από τις οποίες απορρέει η υποχρέωση του αποκτώντος να συλλέξει κατά την κατάρτιση της σύμβασης τις αναγκαίες πληροφορίες για τη νομική σχέση που διέπει το υπό μεταβίβαση πράγμα (ΑΠ 1316/2010). Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας πρέπει μεν να εξειδικεύει στην απόφαση του τα περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της καλής ή κακής πίστης, όπου αυτή απαιτείται, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού, αν, όμως, περιοριστεί στο τελευταίο δεν παραβιάζει ευθέως τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Αστικού Κώδικα, αλλά υποπίπτει ενδεχομένως μόνο στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αφού, έτσι, η απόφασή του είναι δυνατόν να μην έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας της έλλειψης της απαιτούμενης κατά τις περιστάσεις αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή του συγκεκριμένου αυτού όρου εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων (σχ.ΑΠ1422/2005, 695/2004, 926/2003, 448/2001).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Με την υπ αριθ. ...10.3.1998 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.Π. και τη με αριθ. .../31/β/98/9 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Λάρισας που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ιδρύθηκε και έκτοτε λειτουργεί με έδρα την ..., η ανώνυμη εταιρία με την άλλοτε (ιδρυτική), επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία" και ήδη, τροποποιηθέντος του καταστατικού, με την επωνυμία "... ..". Σκοπός της εταιρίας είναι κυρίως η έναντι αμοιβής αποθήκευση και συντήρηση αγροτικών προϊόντων και η διαλογή, συσκευασία, τυποποίηση και μεταποίηση τέτοιων προϊόντων στο ιδιόκτητο συσκευαστήριο διαλογητήριό της στην .... Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας είναι 170.000.000 δρχ κατανεμημένο σε 170.000 ονομαστικές μετοχές. Ο ενάγων Α. Κ. (ήδη αναιρεσείων) κάλυψε το ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι το 50%, κατέχοντας 85.000 μετοχές των 1.000 δρχ εκάστη. Το υπόλοιπο μετοχικό κεφάλαιο κάλυψαν η Μ. Ρ. και Α. Κ., ανά 42.500.000 δρχ έκαστη, και ήσαν εκάστη κάτοχος 42.500 μετοχών και ποσοστού 25% εκάστη. Οι τελευταίες (Μ. Ρ. και Α. Κ.) μεταβίβασαν τις μετοχές τους στην ανώνυμη εταιρία μεταφορών "... .." τρίτη εναγομένη (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) στην οποία επίσης μεταβίβασε και ο Α. Κ. (ενάγων), στις 15.12.1999, 1.700 μετοχές των 1.000 δρχ και έτσι παρέμεινε νόμιμος μέτοχος με ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο της εταιρίας 49%, ήτοι με 83.300 μετοχές των 1.000 δρχ εκάστη. Στις 20.3.2001, ο Α. Κ., προσυμφώνησε με την εταιρία "...", τη (μελλοντική) πώληση του ποσοστού του στην ... προς αυτήν, ήτοι των 83.300 μετοχών του, με τον όρο της εξωνήσεως. Προς τούτο, υπέγραψαν το με αριθ..../20.3.2001 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λάρισας Β.Ν., όπου περιέχονταν και οι εξής όροι: 1) Το τίμημα ορίσθηκε στο ποσό των 115.000.000 δρχ, 2) Η καταβολή του τιμήματος συμφωνήθηκε να γίνει δια εξοφλήσεως από την αγοράστρια των εξής ατομικών χρεών του ενάγοντος: α) 75.000,000 δρχ χρέος του προς την ίδια την εταιρία, δηλαδή προς την ήδη ... .., η οποία εξόφληση έπρεπε να πραγματοποιηθεί εντός τριών (3) ετών από της υπογραφής του προσυμφώνου, ήτοι μέχρι 20.3.2004, β) 25.000.000 δρχ χρέος του προς την "... ..", για το οποίο, όπως και για το αμέσως επόμενο, των 15.000.000 δραχμών, προφανώς εκ παραδρομής δεν αναφέρεται στο προσύμφωνο χρόνος καταβολής, αλλά ίσχυε το ίδιο τριετές χρονικό διάστημα, γ) 15.000.000 δραχμές προς το Δ. Β. Σ., (ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο) μέτοχο της "... ..". Η προσυμφωνία τους αυτή περιείχε τον όρο της εξωνήσεως από τον Α. Κ. των μετοχών του, με το ίδιο τίμημα και με προθεσμία ασκήσεως αυτού του δικαιώματος εντός των ανωτέρω τριών ετών, ήτοι μέχρι 20.3.2004, διαφορετικά έχανε αυτό το δικαίωμα. Σύμφωνα δε με τους όρους του προσυμφώνου, σε περίπτωση που δεν ασκούσε ο Α.Κ. το δικαίωμα εξωνήσεως, θα ακολουθούσε η κατάρτιση οριστικού συμβολαίου πωλήσεως των μετοχών ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, παρέσχε δε ο Α.Κ. την εξουσιοδότηση στη μέλλουσα αγοράστρια εταιρία να προβεί στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου και με αυτοσύμβαση κατά τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ. Έτσι, παρόλο που η μεταβίβαση της κυριότητας των μετοχών κατά το νόμο γίνεται με απλή συμφωνία και παράδοση κατά το αρθ. 1034 ΑΚ, στη συγκεκριμένη περίπτωση τα μέρη όρισαν ως τύπο το συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο άλλωστε στην περίπτωση της αυτοσύμβασης, επιβάλλεται από το νόμο ....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι μετοχές του Α.Κ. μεταβιβάστηκαν στη "..." ως εξής: Ο Α.Κ. ενεχύρασε αυτές τις μετοχές στο σύνολο τους με το από 30.12.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό στη "... ..". Ως λόγος ενεχυράσεως αναφέρεται σ’ αυτό το συμφωνητικό ότι η "... ...". είχε εγγυηθεί την ασφάλεια της εκ δανείου προς αυτόν απαιτήσεως 25.000.000 δραχμών της ....... Πρόκειται για την υπ* αριθ. .../5.1.2000 σύμβαση πιστώσεως με την Τράπεζα. Η εγγύηση δόθηκε με μεταγενέστερο ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε στις 7.1.2000, στο οποίο για λογαριασμό της εταιρίας συμβλήθηκε ο Κ.Σ. (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος)......Περαιτέρω, σύμφωνα με όρο του συμφωνητικού ενεχύρασης, μετά το πέρας της ημερομηνίας λήξεως, εφόσον δεν εξοφληθεί η ... και δεν αρθεί η εγγύηση, αυτομάτως μεταβιβάζονται οι μετοχές στην ενεχυρούχο εταιρία. Στη συνέχεια, με το από 23.3.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε η δια του από 30.12.1999 συμφωνητικού ενεχύραση των 83.300 μετοχών και περιορίσθηκε σε 45.000 μετοχές, όπως προκύπτει από το σχετικό συμφωνητικό που φέρει την υπογραφή μόνο του ενάγοντος Α. Κ. και έχει θεωρηθεί με την υπ’ αριθ. .../21.3.2001 πράξη θεώρησης ιδιωτικού εγγράφου του συμβολαιογράφου Λάρισας Β. Ν.. Μετά από αυτή την τροποποίηση επεστράφησαν τυπικά οι υπόλοιπες 38.300 μετοχές στον Α. Κ. αλλά ακολούθως, δια του από 20.3.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, τις υπόλοιπες αυτές μετοχές του τις ενεχύρασε στο Δ. Σ. του Β., ο οποίος δεν ενεργούσε ως εκπρόσωπος της εταιρίας ..., αλλά ατομικά για τον εαυτό του, προς ασφάλεια απαιτήσεως του κατά του Α. Κ. από δανειοδότηση του με 15.000.000 δρχ. Έναρξη του ενεχύρου ορίστηκε η 20.3.2001 και λήξη η 20.3.2004, οπότε για την επιστροφή των μετοχών θα έπρεπε ο Α. Κ. να εξοφλήσει το δάνειο με τους νόμιμους τόκους. Σημειώνεται ότι οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις, για τις οποίες δόθηκαν τα δύο ενέχυρα, ήταν οι ίδιες με αυτές που αναφέρονται στα χρέη β και γ του .../20.3.2001 προσυμφώνου συμβολαίου μεταβίβασης των μετοχών, που συνήφθη την ίδια ημέρα. Στις 19.1.2005, η εταιρία ... κατέθεσε στη ... τη με αριθ. ...1.2005 Δήλωση Απόδοσης Φόρου Μεταβιβάσεως Μετοχών μη εισηγμένων στο Χ.Α.Α., στην οποία φέρεται ο Α. Κ. ως πωλητής και η "..." ως αγοράστρια. Ως τίτλος κτήσεως κατατέθηκε στη ΔΟΥ το από 30.12.1999 ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ενεχύρου. Στη δήλωση αυτή μεταβίβασης ο Α. Κ. δεν έθεσε την υπογραφή του, αφού θεωρήθηκε ότι η μεταβίβαση των μετοχών μπορούσε να γίνει δι αυτοσυμβάσεως, με βάση το προαναφερόμενο προσύμφωνο. Στην ίδια δήλωση ως τίμημα για τη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών του, 83.300 τον αριθμό, ορίστηκε το ποσό των 73.367,57 Ε, που αντιστοιχεί σε 25.000.000 δρχ, δηλαδή το ποσό του ασφαλισθέντος δια εγγυήσεως δανείου του στην ..., ενώ με το ανωτέρω προσύμφωνο είχε συμφωνηθεί τίμημα 115.000.000 δρχ. Ακολούθως, μετά την καταβολή του αναλογούντος φόρου (με την επιφύλαξη του οριστικού ελέγχου εκ μέρους της Δ.Ο.Υ.), έγινε η εγγραφή της μεταβίβασης στο μητρώο μετοχών της εταιρίας, βάσει του άρθρου 8β ν. 2910/1920, με χρονολογία μεταβίβασης 19.1.2005, ως αιτία όμως μεταβίβασης των δεν αναγράφονταν στο σώμα αυτών το από 30.12.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό ενεχυρίασης των μετοχών που προσκομίστηκε ως τίτλος στη Δ.Ο.Υ., αλλά το υπ’ αριθμ. .../2001 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λάρισας Β. Ν.. Εφόσον, όμως, για την ανωτέρω μεταβίβαση, δι αυτοσυμβάσεως, δεν συντάχθηκε το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης των μετοχών που προβλέπονταν στο παραπάνω προσύμφωνο, αλλά και επιβάλλεται από το νόμο...., δημιουργήθηκε ακυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών προς τη "...". Η τελευταία, όμως, στις 18.2.2005 μεταβίβασε, δυνάμει του από 18.2.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, το σύνολο των ονομαστικών μετοχών (170.000 ονομαστικές μετοχές) της πέμπτης εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) ήτοι το 51% των μετοχών που είχε στην κυριότητα της, καθώς και το 49% των μετοχών που ανήκαν στον ενάγοντα και φέρεται να απέκτησε αυτή, κατά τα ανωτέρω, δι αυτοσυμβάσεως, αντί τιμήματος 289.000 ευρώ, προς την πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία" (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη). Και η μεταβίβαση αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία μετόχων και μετοχών της ΑΕ με την επωνυμία "... Α. Κ. και .." και σημειώθηκε η μεταβίβαση στο σώμα των μετοχών, όπως ορίζει το άρθρο 8β του ν. 2190/1920. Με τη μεταβίβαση των μετοχών αυτών, μολονότι η μεταβιβάζουσα εταιρία δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα των μετοχών αυτών, εν τούτοις η πρώτη εναγομένη έγινε κυρία των μετοχών αυτών, κατ’ άρθρα 1034 και 1036 ΑΚ,... δεδομένου ότι για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σ’ αυτόν που την αποκτά και συμφωνία των δυο ότι μετατίθεται η κυριότητα. Με την εκποίηση κινητού κατά το άρθρο 1034 ΑΚ εκείνος που αποκτά γίνεται κύριος και αν ακόμη η κυριότητα του πράγματος δεν ανήκει σ’ αυτόν που εκποιεί, εκτός αν κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής, εκείνος που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ιδίως όταν η χωρίς δικαίωμα εκποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα επικαρπίας ή ενεχύρου πάνω στο πράγμα, ή από το μισθωτή ή το θεματοφύλακα, ή εκείνον που βρίσκεται σε άλλη παρόμοια σχέση με τον κύριο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι η χωρίς δικαίωμα εκποίηση έγινε από τη ...., που είχε δικαίωμα ενεχύρου στις μεταβιβασθείσες μετοχές, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η αποκτώσα εταιρία "...", κατά το χρόνο της μεταβίβασης βρίσκονταν σε κακή πίστη. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η αποκτώσα εταιρία "... ..", πίστευε αδόλως και καλοπίστως ότι η ... ήταν κυρία του συνόλου των μεταβιβασθέντων μετοχών και ότι αυτή είχε αποκτήσει την κυριότητα τους με νόμιμο τρόπο. Συνεπώς, η μεταβίβαση ποσοστού 49% της ... .., από τ... .., προς την ... ., έγινε νομίμως και η τελευταία εταιρία έγινε κυρία των μετοχών αυτών, δια κτήσεως παρά μη κυρίου. Η αγωγή λοιπόν, ως προς την πρώτη, τον δεύτερο και την πέμπτη των εναγομένων, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Αλλά και ως προς τους λοιπούς εναγόμενους η αγωγή έπρεπε να απορριφθει, κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος, για τους ακόλουθους λόγους: α) Οι μετοχές είχαν παραδοθεί από τον ίδιο τον ενάγοντα και βρίσκονταν στην κατοχή του Κ. Σ. και της ...ς ..., με βάση τη σύμβαση ενεχύρου από τις 30.12.1999, β) με βάση το ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ενεχύρου, συμφωνήθηκε ότι "εφόσον δεν εξοφληθεί η ... και δεν αρθεί η εγγύηση, αυτομάτως μεταβιβάζονται οι μετοχές στην ενεχυρούχο εταιρία", γ) παρήλθε η τριετία που είχε συμφωνηθεί για την άσκηση του δικαιώματος εξωνήσεως των μετοχών από τον ενάγοντα και ο τελευταίος όχι μόνον δεν άσκησε το δικαίωμα του αυτό, αλλά αντιθέτως, διαβεβαίωνε τον Κ. Σ. και τη ..., ότι αυτός δεν έχει καμία σχέση με τις μετοχές, τις οποίες θεωρεί ότι ανήκουν κατά κυριότητα στους προαναφερόμενους...και δ) εξοφλήθηκε ολοσχερώς το τίμημα των 115.000.000 δρχ του συμφώνου εξωνήσεως από τη ... Α.Ε., δια καταβολής τελικά συνολικού ποσού 127.607.518 δραχμών. Ειδικότερα, καταβλήθηκαν α) προς την ... .. 33.000.000 δρχ. αντί 25.000.000 δρχ, που είχαν συμφωνηθεί με το υπ’ αριθμ. .../20.3.2001 προσύμφωνο εξωνήσεως, Οι τμηματικές καταβολές προς την τράπεζα αυτή έγιναν 1) στις 14.9.2001 1,423.836 δρχ.. 2) στις 25.10.2002 20.872,57 ευρώ, 3) στις 24.1.2003 3.565,14 ευρώ, 4) στις 13.5.2003 73.507,75 ευρώ και 5) στις 13.5.2003 17,57 ευρώ. β) προς το Δ. Σ. 15.000.000 δρχ προς εξόφληση ισόποσου χορηγηθέντος δανείου από αυτόν προς τον ενάγοντα (η καταβολή του ποσού αυτού συνομολογείται από τον ενάγοντα), γ) προς την ... ΤΡΑΠΕΖΑ 52.802.779 δραχμές, όπως τούτο προκύπτει 1) από το από 2.5.2007 έγγραφο της τράπεζας αυτής στο οποίο βεβαιώνεται ότι εξοφλήθηκε ολοσχερώς το προς αυτήν χρέος της εταιρίας "... ..." δια χειρός Δ. Σ., που ενεργούσε για λογαριασμό της ...ς ...., 2) την καρτέλα του αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ της προαναφερόμενης τράπεζας και της εταιρείας "... ...", 3) την υπ’ αριθμ. ....2.2002 βεβαίωση της υποθηκοφύλακα Αγιάς στην οποία βεβαιώνεται ότι η εγγεγραμμένη στον ... και με ... προσημείωση υποθήκης, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 705/1986 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, υπέρ της Τράπεζας ... .. κατά της "... ...", για ποσό 50.000.000 δρχ, όπως αυτή τράπηκε σε υποθήκη στις 11.6.1999, δυνάμει της υπ’ .../1998 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εξαλείφεται, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 598/2001 απόφασης του Πολ. Πρωτ. Λάρισας, 4) την υπ" αριθμ. 598/2001 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Λάρισας, με την οποία διατάσσεται η εξάλειψη της προαναφερόμενης υποθήκης, δ) προς τους Δ. και Σ. Κ. 25.000.000 δρχ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση οφειλής του ενάγοντος 30.000.000 δρχ (βλ. την από 7.12.2007 βεβαίωση του Δ. Σ. Κ., η οποία εκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων). Ενόψει, όλων των ανωτέρω η επίκληση από τον ενάγοντα, με την αγωγή του, της ακυρότητας της από 20.1.2005 μεταβίβασης των μετοχών του προς την "... ..", δι αυτοσυμβάσεως, που ο ίδιος είχε επιτρέψει, λόγω μη τηρήσεως του συμφωνηθέντος, αλλά και από το νόμο επιβαλλόμενου τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), διότι κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζόμενων με αυτήν αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να συνεπάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου... Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προεκτεθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος συναίνεσε στη μεταβίβαση των μετοχών του προς τη ... .., έστω με άκυρο τρόπο τις οποίες αυτή κατείχε ως ενέχυρο, μάλιστα αφού προηγουμένως, η τελευταία και οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής εξόφλησαν όλες τις υποχρεώσεις του ενάγοντος προς τρίτους, συνολικού ύψους 127.607.518 ευρώ σε συνδυασμό με τη σαφώς δηλωμένη ικανοποίηση του έναντι των εκκαλούντων με την εξόφληση των χρεών του και με τη ρητή δήλωση του μετά την πάροδο της τριετίας για την άσκηση του δικαιώματος εξωνήσεως ότι "οι μετοχές είναι δικές σας, δεν έχω καμία σχέση εγώ", δημιουργήθηκε στους τρίτη, τέταρτο και έκτο των εναγομένων-εκκαλούντων, η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα επιδιώξει με αγωγή την αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερόμενης μεταβίβασης, με αποτέλεσμα και επαχθείς συνέπειες να δημιουργούνται σε βάρος των ανωτέρω εναγομένων και η μεταγενέστερη άσκηση της υπό κρίση αγωγής να μην είναι ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού ακολούθως έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος. Κρίνοντας το Εφετείο ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία", έγινε κυρία των επίδικων μετοχών δια κτήσεως παρά μη κυρίου, δεδομένου ότι "πίστευε αδόλως και καλοπίστως ότι η ... ήταν κυρία του συνόλου των μεταβιβασθεισών μετοχών και ότι αυτή είχε αποκτήσει την κυριότητα τους με νόμιμο τρόπο", παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1036 και 1037ΑΚ.
Συγκεκριμένα εσφαλμένα ερμήνευσε την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1037 ΑΚ, διότι αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που η εν λόγω διάταξη απαιτεί για την έννοια της καλής ή της κακής πίστης και ειδικότερα αρκέστηκε στην πίστη και όχι στη γνώση της αποκτήσασας ή έστω στην άγνοια, μη οφειλόμενη όμως σε βαριά αμέλεια αυτής, αναφορικά με το αν η εκποιούσα εταιρία ήταν κυρία των μετοχών. Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί, "ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αποκτώσα αναιρεσίβλητη εταιρία "... ..", κατά το χρόνο της μεταβίβασης βρίσκονταν σε κακή πίστη. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η αποκτώσα εταιρία "... ..", πίστευε αδόλως και καλοπίστως ότι η ... ήταν κυρία του συνόλου των μεταβιβασθεισών μετοχών και ότι αυτή είχε αποκτήσει την κυριότητα τους με νόμιμο τρόπο", στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστησε τον ακυρωτικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω άρθρων 1036 και 1037 ΑΚ ανέφικτο. Τούτο γιατί, δεν εξειδικεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της κακής πίστης, την οποία ρηματικώς δέχθηκε ότι δεν είχε η αναιρεσίβλητη, ενώ δεν περιέλαβε ουσιαστική παραδοχή για τα πραγματικά γεγονότα που θεμελίωναν τον ισχυρισμό του έχοντος και το βάρος απόδειξης αυτών αναιρεσείοντος περί κακής πίστης αυτής, κατά την κτήση των μετοχών, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή του και στις ενώπιον αυτού (Εφετείου) προτάσεις του, ήτοι δεν αποφάνθηκε σαφώς αν τα προταθέντα προς θεμελίωση του αγωγικού ισχυρισμού του περί κακής πίστης της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο κτήσης των μετοχών περιστατικά, αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, ως βάσιμα, κατ’ ουσίαν. Επομένως, είναι βάσιμοι οι τρίτος και πρώτος λόγοι, από τον αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις προαναφερθείσες αναιρετικές πλημμέλειες.

 Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Και ναι μεν, καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ’ αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη, πλην όμως αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο (κατ’ ορθή αρίθμηση) της κρινόμενης αίτησης, προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του και της σχετικής από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα (δεν έλαβε υπόψη): 1) Το από 23.3.2000 ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ ΟΦΕΙΛΗΣ μεταξύ αφενός της ...Σ ... και αφετέρου της ... AE, που τότε είχε την επωνυμία Α. Κ. και ..., και του τότε εκπροσώπου της Δ. Σ. και 2) το από 21.2.2000 ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ μεταξύ των Σ. Κ., Δ. Κ., Α. Κ. και Δ. Σ., τότε εκπροσώπου της...., τότε επωνυμίας της .., από τα οποία προέκυπτε ο ισχυρισμός του ότι το χρέος προς την .... και προς τους πατέρα και γιο Κ. το κατέβαλε (και μάλιστα πολύ πριν την σύνταξη του προσυμφώνου) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... .." και όχι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Από την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά την σε αυτή διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα ενώπιον του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία κατά τη μόρφωση του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με την παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ και ειδικότερα αναφορικά με το ποιος κατέβαλε τα προαναφερθέντα ποσά στην ...... Τράπεζα και στους Σ. και Δ. Κ.. Τούτο γιατί, παρά τη μη κατ’ αρχήν ύπαρξη δικονομικού καθήκοντος του δικαστηρίου προς μνημόνευση ενός εκάστου των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση η έλλειψη οιασδήποτε αναφοράς του Εφετείου, έστω και εμμέσως, στο κατά τον αναιρεσείοντα περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, τα οποία διαφέρουν κατά περιεχόμενο από εκείνα που το Εφετείο μνημονεύει για απόδειξη της καταβολής των ανωτέρω χρεών, γεννά αμφιβολία για το αν ελήφθησαν πράγματι υπόψη από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος τα εν λόγω δύο έγγραφα, που είναι κρίσιμα και θα μπορούσαν να είχαν επηρεάσει το δικανικό συλλογισμό του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την παραδοχή της από το άρθρο 281ΑΚ ένστασης.

 Συνεπώς είναι βάσιμος ο άνω έβδομος λόγος .

 Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των άνω γενόμενων δεκτών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετειο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ).Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέβαλε (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν στα δικαστικά του έξοδα (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Επισημαίνεται ότι δεν θα περιληφθεί διάταξη για έξοδα ως προς το απορριπτικό σκέλος της από 8-1-2016 κλήσης, αφού οι καθών, ως προς τους οποίους απορρίπτεται δεν εμφανίστηκαν.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 8 Ιανουαρίου 2016 κλήση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των: 1) Α. χήρας Δ. Σ. και 2) Κ. Σ. του Δ..
 Αναιρεί την 423/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας
 Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθεμενο από άλλους δικαστές.
 Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
 Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis