Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Εικονική πώληση ακινήτου, καλυπτόμενη δωρεά, ανάκληση για αχαριστία, χρησικτησία, νομιζόμενος τίτλος, παραγραφή.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Γ', 917/ 2015.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά- εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Εικονική σύμβαση πώλησης ακινήτου με υποκρυπτόμενη δωρεά αυτού. Από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πώλησης του ακινήτου την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά την οποία θέλησαν πράγματι οι συμβαλλόμενοι και η οποία καλύπτεται από την εικονική πώληση. Η σύμβαση της πώλησης δεν είναι άνευ ετέρου εικονική από μόνο το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χορηγηθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί ή με παραγραφή ή κατ` άλλο τρόπο.
Όμως κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβληθέντων μπορεί το δικαστήριο να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα περί εικονικότητας της σύμβασης πώλησης από τη αποδεικνυόμενη μη καταβολή του τιμήματος. Τακτική χρησικτησία. Νομιζόμενος τίτλος. Ο εικονικός τίτλος εν γνώσει του χρησιδεσπόζοντα, δεν δύναται να χρησιμεύσει ως νομιζόμενος τίτλος εξαιτίας της έλλειψης της απαιτούμενης καλής πίστης αυτού. Ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας του δωρεοδόχου. Κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για το αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού.

Επειδή, κατά το άρθρο 505 ΑΚ ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς νοείται η έλλειψη στο δωρεοδόχο συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά, υπαίτια και δυναμένη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς τον δωρητή ή το σύζυγο ή το στενό συγγενή του αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής ευπρέπειας. Το αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος κατά τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου, καθώς και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στερνού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στην κρινόμενη από αυτόν συγκεκριμένη υπόθεση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η αντικειμενική συμπεριφορά μπορεί να είναι και συνδυασμός περισσοτέρων πράξεων ή παραλείψεων έστω και αν καθεμία χωριστά δεν συνιστά βαρύ παράπτωμα. 
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 138 παρ.1 Α.Κ. δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτισή της υπό την εικονική καλυπτομένης άλλης δικαιοπραξίας είναι και συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 παρ.1, 369 και 498 παρ.1 ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτό και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτομένης δικαιοπραξίας αλλ` αυτά αποδεικνύονται με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά την οποία ηθέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση. Εξάλλου, η σύμβαση της πωλήσεως δεν είναι άνευ ετέρου εικονική από μόνο το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χορηγηθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί ή με παραγραφή ή κατ` άλλο τρόπο. Όμως κατά την έρευνα της υπάρξεως συναλλακτικής προθέσεως των συμβληθέντων μπορεί το δικαστήριο να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα περί εικονικότητας της συμβάσεως πωλήσεως από τη αποδεικνυομένη μη καταβολή του τιμήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ "η ανάκληση αποκλείεται αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος, αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης". Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, η τιθεμένη με αυτή ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης της δωρεάς, η οποία μπορεί να λήγει και με την άσκηση της αγωγής ανάκλησης, διότι στην περίπτωση τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι ως άνω προϋποθέσεις, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
 Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τη επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:

 "Ο πατέρας της εκκαλούσας-ενάγουσας Β. Ψ. κατοικούσε στην ..., με τη σύζυγό του και τις δύο θυγατέρες του μέχρι το έτος 1986, οπότε και μετά το γάμο και της δεύτερης θυγατέρας του, αποφάσισαν να μετοικήσουν στον ..., όπου η σύζυγός του διατηρούσε ιδιόκτητη κατοικία. Περίπου ένα χρόνο μετά τη διαβεβαίωσή του στη ..., κατόπιν πολλαπλών μεταξύ τους ερίδων και προστριβών, η σύζυγός του αποχώρησε οριστικά για την Αθήνα, ενώ ο ίδιος (πατέρας ενάγουσας) παρέμεινε μόνος στη ... Την εποχή εκείνη, ο Β. Ψ. ήταν σε ηλικία περίπου εξήντα ετών συνταξιούχος αστυνομικός και αυτοεξυπηρετούμενος. Η παραμονή του στη ... υπήρξε η αφορμή σύσφιξης των σχέσεών του με την αδελφή του και μητέρα των εφεσιβλήτων-εναγομένων κάτοικο ... η οποία συχνά τον επισκεπτόταν κατ` οίκον, τον φρόντιζε και τον βοηθούσε με τις οικιακές εργασίες, μαγειρεύοντας και καθαρίζοντας το σπίτι του. Λόγω δε της απόστασης από την Αθήνα όπου κατοικούσε η λοιπή οικογένειά του σύζυγος και δύο έγγαμες θυγατέρες, ατόνησαν και οι σχέσεις του Β. Ψ. μαζί τους ενώ οικογένειά του είχε γίνει πλέον η αδελφή του και οι θυγατέρες της, ανιψιές του και ήδη εφεσίβλητες-εναγόμενες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Β. Ψ. στις 10-10- 1994 μεταβίβασε στην πρώτη εφεσίβλητη εναγόμενη, κατά ψιλή κυριότητα ένα ελαιόκτημα εμβαδού 3.133τετ.μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας … με αναφερομένη αξία στο υπ` αριθμ. .../10-10-1994 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... , βάσει εκτίμησης οικονομικής της εφορίας 3.290.000 δραχμών και τίμημα 700.000 δραχμών. Με ένα δεύτερο εξάλλου, συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου και της αυτής ημεροχρονολογίας, το υπ` αριθμ. .../10-10-1994, μεταβίβασε επίσης κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη εφεσίβλητη-εναγομένη, επίσης ανηψιά του, ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 4.625 τ.μ. με ισόγεια επ` αυτού κτίσματα εμβαδού 106,05 τ.μ. με αναγραφόμενη αξία, βάσει οικονομικής εκτίμησης της εφορίας 5.250.000 δραχμών και τίμημα 1.000.000 δραχμών. Κατά το χρόνο των ανωτέρω μεταβιβάσεων η πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη ήταν 27 ετών, νοικοκυρά, ενώ η δεύτερη 29 ετών και οικοκυρά επίσης. Ο συνδυασμός των επιμέρως παραγόντων που προαναφέρθηκαν, ωθεί το παρόν δικαστήριο στη δημιουργία της πεποίθησης ότι οι δύο αυτές μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες δεν ήταν επαχθείς, όπως φέρονται, αλλά χαριστικές. Η πρόθεση του αποβιώσαντος την 6-1-2005 στον …, Β. Ψ. δεν ήταν να πωλήσει αλλά να δωρήσει τα δύο αυτά ακίνητα στις εφεσίβλητες- εναγόμενες ανηψιές του. Αυτό καταδεικνύεται: α) από την ιδιάζουσα απόκλιση μεταξύ του αναγραφομένου τιμήματος και της αντίστοιχης εκτίμησης αξίας ακινήτου από την εφορία, καθώς σε αμφότερες τις δικαιοπραξίες το πρώτο είναι σχεδόν τον 1/5 της δεύτερης, β) από το ότι αμφότερα τα συμβόλαια φέρουν την ίδια ημερομηνία σύνταξης, γ) από τη στενή συγγενική σχέση των συμβαλλομένων σε συνδυασμό με τη στενή σχέση και το θετικό κλίμα που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους μετά την εγκατάσταση του Β. Ψ. στη ..., χωρίς την υπόλοιπη οικογένειά του, δ) από το νεαρό της ηλικίας των εναγομένων κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων σε συνδυασμό με την έλλειψη εισοδημάτων καθεμίας ως ανεπαγγέλτων οικοκυρών και ε) από την αξιοπρεπή οικονομική κατάσταση του αποβιώσαντος, ο οποίος ήταν συνταξιούχος χωρίς υποχρέωση διατροφής άλλων προσώπων καθώς διέμενε μόνος. Εξάλλου, αν από οικονομική ανάγκη είχε κληθεί στη μεταβίβαση των άνω περιουσιακών του στοιχείων ή θα είχε επιλέξει μη συγγενικά πρόσωπα προκειμένου να εισπράξει ένα εύλογο τίμημα ή ακόμη κι αν επέμενε να επιλέξει συγγενικά ως εν προκειμένω, θα είχε επιδιώξει να εισπράξει ως αντίτιμο τουλάχιστον την αντικειμενική τους αξία, πλην, όμως ουδέν από τα δύο συνέβη τελικά. Χαρακτηριστικά άλλωστε είναι στο σημείο αυτό η κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης η οποία βεβαιώνει σ` αυτήν ότι προτιμήθηκε ο τύπος της πώλησης αντί της δωρεάς, προκειμένου να μην είναι ευχερής η ανάκληση των συμβολαίων. Επίσης, δεν μπορεί να αγνοηθεί η δήλωση του ιδίου του Β. Ψ. στην υπ` αριθμ. .../24-12-2004 δημόσια διαθήκη του που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Σάμου ... , η οποία δημοσιεύθηκε με την υπ` αριθ. 21/08-02-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, ότι "στην πραγματικότητα κανένα τίμημα δεν εισέπραξα, όπως εικονικά αναφέρεται σε αυτά τα συμβόλαια". Το κύρος της διαθήκης αυτής ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τις εφεσίβλητες εναγόμενες μολονότι γνωστοποιήθηκε σ` αυτές το περιεχόμενό της όπως προκύπτει από τις υπ` αριθμ. 7885 και 7886/03-01-2007 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σάμου Δ. Χ.. Επομένως αμφότερες οι ανωτέρω δικαιοπραξίες είναι εικονικές και ως εκ τούτου άκυρες. Εγκυρες είναι όμως οι καλυπτόμενες δωρεές, τις οποίες τα μέρη επιθυμούσαν να καταρτίσουν στα σοβαρά και για τις οποίες τηρήθηκε ο απαιτούμενος από το νόμο συμβολαιογραφικός τύπος προκειμένου περί ακινήτων. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μετά τις προαναφερόμενες δύο δωρεές, οι εφεσίβλητες-εναγόμενες άρχισαν σταδιακά να αποξενώνονται από το δωρητή θείο τους χωρίς πάντως να διακοπούν σχέσεις τους. Στο μεταξύ κατά την τελευταία πενταετία της ζωής του δωρητή, η υγεία του κλονίσθηκε κατ` επανάληψη και εισήχθη τέσσερις φορές σε νοσοκομεία της Σάμου και των Αθηνών. Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή επανασύνδεσής του με την οικογένειά του και ιδίως με την εκκαλούσα-ενάγουσα η οποία ανέλαβε τη συνοδεία του στα εκάστοτε νοσοκομεία. Η σύσφιξη αυτή της σχέσης, ωστόσο, λειτούργησε εις βάρος της εκείνης με τις εφεσίβλητες εναγόμενες οι οποίες απομακρύνονταν ολοένα και περισσότερο από κοντά του, μέχρι παντελούς απουσίας προς μεγάλη του απογοήτευση. Προς τούτο δε, με την υπ` αριθμ. .../24.12.2004 δημόσια διαθήκη του (συνταχθείσα από το συμβολαιογράφο Σάμου ...) η οποία δημοσιεύθηκε με την υπ` αριθμ. 21/08-02-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, εγκατέστησε την εκκαλούσα-ενάγουσα ως μοναδική κληρονόμο στην περιουσία του, συμπεριλαμβανομένων των άνω δύο δωρηθέντων ακινήτων. Συγκεκριμένα, στην άνω διαθήκη του δήλωνε ρητά ότι επιθυμεί να περιέλθουν στην ενάγουσα και τα ακίνητα "που έδωσα με εικονικά πωλητήρια στις κόρες των Ε. και Π. Ρ., δηλαδή στη Σ. και στην Ε. Ρ., με τα το αριθμ. ... και .../10-10-1994 συμβόλαια για να με υπηρετούν, αυτές όμως με εγκατέλειψαν και γι` αυτό επιθυμώ την ακύρωσή τους και την επιστροφή της παραπάνω περιουσίας που χάρισα, ώστε να περιέλθει στην αγαπημένη μου θυγατέρα και κληρονόμο Κ. Ψ. ...". Επίσης, δηλωνόταν ότι ανακαλεί τα άνω συμβόλαια "λόγω παράβασης του όρου περίθαλψής μου για τον οποίο έγιναν και λόγω της αχαριστίας συμπεριφοράς των εμένα". Ενόψει της δήλωσης αυτής ανάκλησης των άνω δωρεών προς τις εφεσίβλητες εναγόμενες που συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του δωρητή, επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της από την περιέλευση στο δωρεοδόχο και εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση, πρέπει να ερευνηθεί η συνδρομή αχαριστίας ως λόγος ανακλήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συμβατικής υποχρέωσης των δύο δωρεοδόχων να διατρέφουν ή περιθάλπουν το δωρητή, παρά το γεγονός μάλιστα ότι ο τελευταίος τούτο εκτιμά στην άνω διαθήκη του. Ωστόσο, η απουσία τους από το πλευρό του θείου τους, όταν αυτός τις είχε ανάγκη τα τελευταία δύσκολα χρόνια της ζωής του, φανερώνει έλλειψη στο δωρεοδόχο συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το δωρητή, αντιβαίνουσα στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, αδιαφορία για τα γηρατειά και την υγεία του. Αυτό όμως συνιστά βαρύ παράπτωμα ιδρυτικό του δικαιώματος ανάκλησης των δωρεών". Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω περιστατικά αχαριστίας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων προς τον δωρητή είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης της δωρεάς στις 24-12-2004, αφού τα ως άνω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος". 
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ασκηθείσα έφεση, εξαφάνισε εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι η δήλωση ανάκλησης είχε υποκύψει στην ανωτέρω ενιαύσια προθεσμία και είχε απορρίψει την αγωγή, εκφέροντας κατά τούτο αντίθετη κρίση και κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αναγνώρισε ότι είχε εγκύρως ανακληθεί η υποκρυπτόμενη δωρεά προς τις εναγόμενες-αναιρεσείουσες με τα αναφερόμενα πωλητήρια συμβόλαια και υποχρέωσε τις τελευταίες να μεταβιβάσουν στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη την κυριότητα των ακινήτων αυτών. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στη συμπεριφορά των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάκληση των ανωτέρω δωρεών, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης λόγου ανάκλησης των επιδίκων δωρεών. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι επίμαχες μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες του πατέρα της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης Β. Ψ. δεν ήταν επαχθείς, αλλά χαριστικές αφού πρόθεσή του δεν ήταν να πωλήσει αλλά να δωρήσει τα δύο ακίνητα στις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες ανηψιές του, ότι οι δικαιοπραξίες αυτές είναι εικονικές και ως εκ τούτου άκυρες ότι είναι όμως έγκυρες οι καλυπτόμενες δωρεές, ότι κατά τη τελευταία πενταετία της ζωής του δωρητή η υγεία του κλονίσθηκε και εισήχθη τέσσερις φορές σε νοσοκομεία, ενώ οι αναιρεσείουσες ανηψιές του απομακρύνονταν συνεχώς από κοντά του μέχρι παντελούς απουσίας ότι με δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε στις 24-12-2004 προέβη σε δήλωση ανάκλησης των δωρεών προς τις ανηψιές λόγω του ότι τον εγκατέλειψαν, λόγω παράβασης του όρου περίθαλψής του και λόγω της αχάριστης συμπεριφοράς τους προς αυτόν ότι η απουσία τους από το πλευρό του τα τελευταία χρόνια της ζωής του φανερώνει έλλειψη ευγνωμοσύνης των αναιρεσειουσών προς το δωρητή, αντικοινωνική συμπεριφορά αντιβαίνουσα στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, και αδιαφορία για τα γηρατειά και την υγείας του ότι τα περιστατικά αυτά αχαριστίας που συνιστούν βαρύ παράπτωμα είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης της δωρεάς στις 24-12-2004 και ότι έτσι η δήλωση ανάκλησης δεν έχει υποκύψει στην ετήσια αποκλειστική προθεσμία. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19, αντίστοιχα ότι το Εφετείο παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον οι αναιρεσείουσες ψέγουν την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 510 παρ. 1 ΑΚ, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι τα προανεφερθέντα περιστατικά αχαριστίας, είναι εξακολουθητικά, λαμβάνονται ως ενιαίο σύνολο και φθάνουν μέχρι την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος στις 24-12-2004 και ότι έτσι η δήλωση ανάκλησης δεν έχει υποκύψει στην ετήσια αποκλειστική προθεσμία, δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επειδή, η δια χρησικτησίας κτήση πράγματος επέρχεται εκ του νόμου με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων (άρθρα 1041- 1045 ΑΚ) οι οποίες αποτελούν την νόμιμη αιτία της χρησικτησίας κτήσεως. Εξάλλου, το άρθρο 1043 ΑΚ ορίζει ότι για την τακτική χρησικτησία αρκεί και ο νομιζόμενος τίτλος, εφόσον δικαιολογείται η καλή πίστη του νομέα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο νομιζόμενος τίτλος στηρίζει την τακτική χρησικτησία μόνον εφόσον είναι ικανός να δικαιολογήσει την πεποίθηση του νομέα, ότι βάσει τούτου απέκτησε τη νομή. Ελάττωμα, όμως, του τίτλου που εμποδίζει την δι` αυτού κτήση της κυριότητας και δεν καλύπτεται από τους όρους της τακτικής χρησικτησίας, υπάρχει και επί συστάσεως με αυτόν δικαιοπραξίας απόλυτα άκυρης, όπως είναι η εικονική δικαιοπραξία. Και τούτο διότι ως εκ της φύσεως του ελαττώματος αυτού (ακυρότητα λόγω εικονικότητας γνωστή στον μετέπειτα χρησιδεσπόζοντα) είναι αντικειμενικώς ασυμβίβαστη προς αυτό η συνδρομή καλής πίστεως του συμβαλλομένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών περί ιδίας κυριότητας των επίμαχων ακινήτων βάσει τακτικής χρησικτησίας με νομιζομένους τίτλους, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειουσών είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί καθόσον τα εικονικά συμβόλαια δεν αποτελούν νομιζόμενο τίτλο. Επομένως, ο εικονικός τίτλος εν γνώσει μάλιστα στον χρησιδεσπόζοντα, δεν δύναται να χρησιμεύσει ως νομιζόμενος τίτλος εξαιτίας ακριβώς της έλλειψης της απαιτούμενης αυτής καλής πίστης". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 21-6-2011 αίτηση των αναιρεσειουσών Σ. Ρ. και Ε. Ρ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 86/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου και να καταδικασθούν οι ηττώμενες αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης κατ` άρθρα 176 και 185 ΚΠολΔ κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-6-2011 αίτηση των αναιρεσειουσών Σ. Ρ. και Ε. Ρ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 86/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
 ΚΑΙ
 ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...