Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2018

Αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας - Τούρκος αξιωματικός - Παράνομη είσοδος στη χώρα - Πρόσφυγες - Κράτηση - Λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας - Προβολή αντιρρήσεων

Άρειος Πάγος, ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) 139/ 2017.
Διαβάστε και την ανάρτηση "Έκδοση, πολιτική δίωξη, πολιτικοί λόγοι".

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.1/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10, 23 και 26 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει: α) την έφεση του εκκαλούντος Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και β) την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου O. (επ.) S. (ον.) του Y. και L., γεν. στην ... υπηκόου, ήδη κρατουμένου στο Β’ Αστυνομικό ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον συνήγορο της υπερασπίσεως του Όμηρο Ζέλιο, ο οποίος διορίστηκε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δια του Προέδρου του, κατά της υπ’ αριθμ. 144/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Τουρκίας.
    Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 23/7-12-2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως Κ. Γ. και ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 20/6-12-2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Κ. Γ. και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1309/2016. Προκειμένης συζητήσεως

Ι. Κατά το άρθρο 451 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., "κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών", με την οποία τούτο γνωμοδότησε, κατά το άρθρο 450 του ίδιου Κώδικα, επί αίτησης έκδοσης αλλοδαπού, "επιτρέπεται σ’ αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο β’ τμήμα (ήδη Ποινικό) του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης για την έφεση συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών". Η έφεση ασκείται αποκλειστικά με δήλωση ενώπιον του γραμματέα εφετών και συντάσσεται από αυτόν σχετική έκθεση, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται με τρόπο σαφή και ορισμένο και οι λόγοι της έφεσης, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ για την άσκηση των ενδίκων μέσων. Αν δεν τηρηθεί ο παραπάνω τύπος για την άσκηση της έφεσης ή δεν περιέχεται στην οικεία έκθεση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος έφεσης, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επομένως, οι κρινόμενες εφέσεις: α) υπ’ αριθμό 23 από 7-12-2016, που ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και β) υπ’ αριθμό 20 από 6-12-2016 του εκζητουμένου, S. O. του Y. και L., που ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 451 παρ. 1, 462, 463 και 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, κατά της υπ’ αριθμό 144/2016 απόφασης (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στο κράτος της Τουρκίας του ως άνω εκζητουμένου ..., S. O. του Y. και L., γεννηθέντος την 1-10-1982, Λοχαγού, Πιλότου της Τουρκικής Αεροπορίας Στρατού, ήδη κρατουμένου στο Βο Αστυνομικό ..., προκειμένου να διωχθεί αυτός ποινικά στην Τουρκία για τις αξιόποινες πράξεις, οι οποίες περιγράφονται στην από 5-8-2016 και με αριθμό ανακριτικού φακέλου ... αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας ... της Δημοκρατίας της Τουρκίας (Γενικό Ανακριτικό Γραφείο) προς την αρμόδια Δικαστική Αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας και οι οποίες συνιστούν, κατά τους Τουρκικούς ποινικούς νόμους, τις αξιόποινες πράξεις: α) της παράβασης του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, β) του εγκλήματος κατά του νομοθετικού οργάνου, γ) του εγκλήματος κατά της κυβέρνησης και δ) της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού, από περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυχτερινές ώρες και κατά της έκδοσης στην Τουρκία του ίδιου ως άνω εκζητουμένου, όσον αφορά την αναφερόμενη στην ως άνω αίτηση πράξη της απόπειρας δολοφονίας κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας, είναι παραδεκτές και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και περαιτέρω λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους να συνερευνηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 3, 4, επ., 12, 14, 16, 22, 23, 29 και 31 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 436-456 ΚΠοινΔ που εφαρμόζονται, εφ’ όσον δεν έρχονται σε αντίθεση με την ανωτέρω Ευρωπαϊκή Σύμβαση, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει αυτή (άρθρο 436 παρ. 2 του ΚΠοινΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2 και 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι έφεσης. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της έφεσης ενώπιον του κατ’ άρθρο 451 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου εναντίον της περί έκδοσης απόφασης του Συμβουλίου Εφετών.- Στην προκείμενη περίπτωση, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση, ο μεν εκκαλών Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, για το ότι αυτή έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το σκέλος της γνωμοδότησής της, όπου έκρινε κατά της έκδοσης του εκζητουμένου για το έγκλημα της απόπειρας της ανθρωποκτονίας κατά του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας και ζητεί τη μεταρρύθμιση της απόφασης κατά τούτο και τη θετική γνωμοδότηση του παρόντος Συμβουλίου για έκδοση του εκζητουμένου στις δικαστικές Αρχές του Κράτους της Τουρκίας και ως προς την εν λόγω πράξη, ο δε εκκαλών εκζητούμενος για το ότι "η απόφαση δεν είναι νόμιμη καθόσον: α) Η κατάλυση του Τουρκικού πολιτεύματος και η παρεμπόδιση λειτουργίας του Τουρκικού Κοινοβουλίου δεν προστατεύονται από την Ελληνική νομοθεσία, διότι τα αντίστοιχα άρθρα του Ελλ.Π.Κ. προστατεύουν μόνον τους αντίστοιχους Ελληνικούς θεσμούς, πρόκειται δηλαδή για ημεδαπά έννομα αγαθά και συνεπώς ελλείπουσας της προϋπόθεσης του διπλού αξιοποίνου, η αίτηση ως προς αμφότερα τα εγκλήματα αυτά είναι απαράδεκτη. β) Το έγκλημα της διακεκριμένης αρπαγής (στρατιωτικού ελικοπτέρου) από κοινού και από ενόπλους κατά τη διάρκεια της νύκτας είναι στρατιωτικό και ως εκ τούτου για το έγκλημα αυτό δεν χωρεί έκδοση. γ1) Τα δύο πρώτα αδικήματα για τα οποία η επίδικη αίτηση έκδοσης αποτελούν πολιτικά αδικήματα. γ2) Σε κάθε περίπτωση ως προς όλες τις πράξεις δεν υπάρχει το ελάχιστο αποδεικτικό στοιχείο και δ) σε περίπτωση έκδοσής του υπάρχει άμεσος κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής ή υποβολής του σε βασανιστήρια, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και στέρησης του δικαιώματος δίκαιης εκδίκασης των εις βάρος του κατηγοριών, όπως αυτό προκύπτει από επισημάνσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ΟΗΕ και δημοσιευμάτων των διεθνών ΜΜΕ. Επομένως, μετά από αυτά, οι άνω εφέσεις πρέπει να εξετασθούν ως προς το βάσιμο των λόγων που προβάλλονται με αυτές.

ΙΙΙ. Η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης, που, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξη νόμου, υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 (ΦΕΚ Α’ 75) και από τη Δημοκρατία της Τουρκίας στις 7-1-1960, διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των δύο τούτων Κρατών. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, η έκδοση ενεργείται, ύστερα από αίτηση του κράτους το οποίο ζητεί αυτήν, για κολάσιμες πράξεις που τιμωρούνται τόσο από τους νόμους του, όσο και από τους νόμους του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας κατά ανώτατο όριο τουλάχιστον ενός έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή που έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος Κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ’ ελάχιστο όριο. Η αίτηση, με την οποία ζητείται η έκδοση, πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί άλλος τρόπος, να είναι γραπτή, να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να υποβληθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης που να έχει την ίδια ισχύ και να έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζει η νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου της διάπραξης αυτών, του κατά το νόμο χαρακτηρισμού αυτών και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες έχουν εφαρμογή και οι οποίες πρέπει να αναφέρονται με λεπτομέρεια και γ) αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, δήλωση για το δίκαιο που εφαρμόζεται, και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος προσδιορισμός του εκζητουμένου ατόμου και κάθε πληροφορία που μπορεί να καθορίζει την ταυτότητα και την εθνικότητα αυτού. Από τις διατάξεις αυτές, που ισχύουν στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 436 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, αφού δεν διατυπώθηκε σχετική επιφύλαξη τόσο από την Ελλάδα, όσο και από την Τουρκία και ιδίως ως προς εκείνη του άρθρου 12, με την οποία προσδιορίζονται εξαντλητικά και λεπτομερειακά τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβληθούν από το εκζητούν στο καλούμενο προς έκδοση Κράτος, προκειμένου να αποφασίσει το τελευταίο για το παραδεκτό ή μη της αίτησης για την έκδοση και μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και εκείνα από τα οποία μπορεί, ύστερα από έλεγχο, να προκύψει η ύπαρξη ενδείξεων για την αποδιδόμενη στον εκζητούμενο κατηγορία, προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτή η αίτηση για την έκδοση αρκεί η έκθεση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου διάπραξης αυτών, του κατά το νόμο χαρακτηρισμού και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες έχουν εφαρμογή στο προσκομιζόμενο για την υποστήριξη αυτής ένταλμα σύλληψης ή και άλλο έγγραφο της ιδίας ισχύος. Το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, που αποφαίνεται για την έκδοση, δεν έχει εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας, για την οποία ζητείται η έκδοση ή τη νομιμότητα της σχετικής προδικασίας που τηρήθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους που ζητεί την έκδοση, αφού ούτε από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της Ε.Σ.Ε, που ορίζει εξαντλητικά τα συγκεκριμένα στοιχεία και δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση, για τη στήριξη και τη δικαστική αξιολόγησή της, ούτε από άλλη διάταξη της Ε.Σ.Ε. προβλέπεται και η επισύναψη εγγράφων, που να βεβαιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής για την αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται ο εκζητούμενος, αλλά και επειδή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 437, 443 παρ. 1 και 450 παρ. 2 ΚΠοινΔ, που προβλέπουν επισύναψη στην αίτηση έκδοσης εγγράφων για βεβαίωση ενδείξεων ενοχής και έρευνα για τη βασιμότητα της κατηγορίας (όταν ζητείται η έκδοση για την παραπομπή του εκζητουμένου σε δίκη και όχι για την εκτέλεση ποινής), αφού έρχονται σε αντίθεση με την Ε.Σ.Ε. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της ανωτέρω Ε.Σ.Ε. προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η έκδοση: α) για πολιτικές πράξεις, β) για στρατιωτικές παραβάσεις, γ) για φορολογικές παραβάσεις, δ) υπηκόων του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση και ε) όσων, κατά τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση, έλαβε χώρα παραγραφή της ποινικής δίωξης. Αυτό συμβαίνει διότι, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση για την έκδοση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για τα πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί, εξ αιτίας κάποιου από τους παραπάνω λόγους, αν αφορά στρατιωτικές και ορισμένες φορολογικές παραβάσεις, αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση, και αν κατά τη νομοθεσία της αιτούσας χώρας ή εκείνης προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση έλαβε χώρα παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 438 ΚΠοινΔ, η έκδοση απαγορεύεται : α) ..., β) ..., γ) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό ... ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ) αν σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του ελληνικού κράτους ή του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει προκύψει, ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση, νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο και ε) αν πιθανολογείται ότι εκείνος, για τον οποίο ζητείται η έκδοση, θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, πολιτικό μεν είναι το έγκλημα που απευθύνεται αμέσως κατά της Πολιτείας και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της νόμιμης κοινωνικοοικονομικής τάξης κατά το πολίτευμά της, ενώ συναφές προς το πολιτικό έγκλημα είναι το έγκλημα που αμέσως παρασκευάζει τα μέσα για τη διάπραξη του τελευταίου, πολιτικοί δε είναι οι λόγοι, όταν με την έκδοση η κυβέρνηση του εκζητούντος κράτους επιδιώκει να εκδικηθεί ή να καταστείλει την αντίδραση πολιτικού της αντιπάλου λόγω της αντίθεσής του προς αυτή. Στη συνέχεια κατά το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ - ν.δ 53/1974), η οποία, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει υπερνομοθετική ισχύ, κανένας δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια, ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπες ή εξευτελιστικές, κατά δε το άρθρο 6 παρ. 1 αυτής, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί από το νόμο, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης, ενώ κατά το ίδιο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α’ αυτής, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί, μέσα στη συντομότερη προθεσμία, σε γλώσσα που κατανοεί και με λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαιτείται τα εγκλήματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση, να προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο στη σχετική αίτηση και στην αντίστοιχη διωκτική πράξη, με επαρκή περιγραφή του χρόνου, τόπου, τρόπου και λοιπών περιστάσεων τέλεσής τους και της μορφής συμμετοχής του εκζητουμένου σ’ αυτή. Αυτό επιβάλλεται και από την αρχή της ειδικότητας, που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 14 της ΕΣΕ, σύμφωνα με την οποία η έκδοση γίνεται για το έγκλημα που ορίζεται ειδικά (ως προς τα στοιχεία που το συγκροτούν) τόσο στην αίτηση έκδοσης όσο και στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση, και όχι για οποιαδήποτε άλλη πράξη. Η αρχή της ειδικότητας, η οποία θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση έκδοσης, περιορίζει την κυριαρχική εξουσία του κράτους που ζητεί την έκδοση, το οποίο δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις, που τελέστηκαν πριν από την παράδοσή του και είναι διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες έγινε η έκδοση (εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις), αποτρέποντας έτσι και το ενδεχόμενο να διωχτεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικά εγκλήματα ή για πολιτικούς λόγους και σκοπούς. Αν το εκζητούν κράτος μπορούσε να διώξει τον εκδοθέντα και για πράξεις άλλες από εκείνες για τις οποίες εκδόθηκε, η καταστρατήγηση των περιορισμών της έκδοσης και κυρίως της μη δίωξης για πολιτικά εγκλήματα θα ήταν ευχερής. Έτσι, εφόσον η έκδοση συντελείται σε εκτέλεση μιας συμφωνίας μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα πέραν εκείνων που έχουν συμφωνηθεί και επιπλέον η αρχή της ειδικότητας εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των αρχών της διπλής εγκληματικότητας και της αμοιβαιότητας, σύμφωνα με τις οποίες η έκδοση επιτρέπεται μόνο για εκείνες τις πράξεις που είναι αξιόποινες και κατά το δίκαιο του εκδίδοντος κράτους, καθόσον αλλιώς, αν δηλαδή το κράτος που επέτυχε την έκδοση μπορούσε να δικάζει ανεξέλεγκτα και για πράξεις μη καλυπτόμενες από την τελευταία, οι ανωτέρω αρχές θα μπορούσαν με ευχέρεια να περιγραφούν και να καταστούν γράμμα κενό περιεχομένου. Εξάλλου, η υποχρέωση για εξειδίκευση, συγκεκριμενοποίηση και ακριβή καθορισμό της διωκόμενης πράξης για την έκδοση θεμελιώνεται και από τις αυξημένης τυπικής ισχύος και έχουσες υπερνομοθετική ισχύ (κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και ειδικότερα από αυτές του άρθρου 6 παρ. 3 αυτής (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και ειδικότερα δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί με λεπτομέρεια την φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας), καθώς και του άρθρου 14 παρ. 3 περ. α’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι τα κράτη που έχουν κυρώσει τα ως άνω κείμενα, στο μέτρο που αυτοπεριορίζονται στην ποινική τους εξουσία, υποχρεούνται όχι μόνο να μην αγνοούν, αλλά και να εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές. Επιπροσθέτως πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επιδείνωση της θέσης του εκζητουμένου, που αναφέρει το άρθρο 3 παρ. 2 της Ε.Σ.Ε., μπορεί να επέλθει και σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η δικαστική κρίση της ποινικής υπόθεσης του διωκομένου στο Κράτος που παραδίδεται δεν θα είναι δίκαιη και αμερόληπτη. Η εφαρμογή της Ε.Σ.Δ.Α και των πρόσθετων πρωτοκόλλων της, που επίσης κυρώθηκαν από την Χώρα μας και έχουν, όπως προειπώθηκε, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη τυπική ισχύ, επιβάλλουν στην τελευταία την τήρηση των εξ αυτών αναληφθεισών υποχρεώσεων, όταν οι δικαστικές αρχές κρίνουν επί αιτημάτων έκδοσης, κατά την ρητή περί τούτου πρόβλεψη της παραγράφου 4 του άρθρου 3 της Ε.Σ.Ε, όπου ορίζεται ότι "η εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν θίγει υποχρεώσεις αναληφθείσας ή αναληφθησομένας υπό των συμβαλλομένων μερών κατά τους όρους ετέρας διεθνούς συμβάσεως, πολυμερούς χαρακτήρος". Ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη αποτελεί η αξίωση κάθε ατόμου να δικασθεί από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο είναι το όργανο που ανταποκρίνεται σε μία σειρά απαιτήσεων, ιδίως: α) νομιμότητα της σύστασης του, β) άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας, γ) ανεξαρτησία απέναντι στην εκτελεστική εξουσία και τους διαδίκους, δ) διάρκεια της θητείας των μελών του, ε) αμεροληψία, στ) εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ως ανεξαρτησία ερμηνεύεται η δυνατότητα των μελών του να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους ελεύθερα, βασιζόμενοι αφενός στην πεποίθηση που σχηματίζουν για την ουσία της υπόθεσης και αφετέρου στο νόμο, και χωρίς οι ίδιοι να είναι υπόλογοι στην εκτελεστική εξουσία ή σε κάποιους προϊσταμένους τους, είτε η απόφασή τους να υπόκειται σε αναθεώρηση από Αρχή που δεν είναι υπό την ίδια έννοια ανεξάρτητη. Στα κριτήρια ανεξαρτησίας και άρα αντικειμενικής κρίσης του δικαστή εντάσσονται α) ο τρόπος διορισμού των μελών του δικαστηρίου, β) η διάρκεια της υπηρεσίας τους, χωρίς να απαιτείται να έχουν διορισθεί ισοβίως, αλλ’ αρκεί να μην είναι δυνατή η άκαιρη και αδικαιολόγητη αποπομπή τους, γ) η ύπαρξη εγγυήσεων έναντι εσωτερικών πιέσεων και δ) η εικόνα ανεξαρτησίας που εμφανίζει το σώμα των δικαστών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου. Εις ουδένα δύναται να επιβληθή εκ προθέσεως θάνατος, ειμή εις εκτέλεσιν θανατικής ποινής εκδιδομένης υπό δικαστηρίου εν περιπτώσει αδικήματος τιμωρουμένου υπό του νόμου δια της ποινής ταύτης.". Το δικαίωμα στη ζωή αποτελεί αναμφίβολα το θεμελιωδέστερο όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τούτο καταφαίνεται και στο άρθρο 15 παρ. 2 της ίδιας σύμβασης, όπου η προστασία του παραμένει κατ’ αρχήν απόλυτη και δεν επιδέχεται παρεκκλίσεις ακόμη και "εν περιπτώσει πολέμου ή ετέρου δημόσιου κινδύνου απειλούντος την ζωήν του έθνους". Ενόψει της κεφαλαιώδους σημασίας του δικαιώματος στη ζωή, οι επιτρεπόμενες, κατά το άρθρο 2, εξαιρέσεις από την προστασία του δικαιώματος αυτού θα πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο περιοριστικό. Η θανατική ποινή σε καιρό ειρήνης θεωρείται ως μια απαράδεκτη, αν όχι απάνθρωπη μορφή ποινής, η οποία δεν επιτρέπεται πλέον από το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ. Το καθήκον προστασίας της ανθρώπινης ζωής μπορεί να παραβιασθεί και στην περίπτωση έκδοσης ή απέλασης ενός προσώπου σε κράτος, στο οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι που δικαιολογούν την πεποίθηση, ότι θα του επιβληθεί η θανατική ποινή, υπό περιστάσεις που δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, ή χωρίς να τύχει δίκαιης δίκης από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Στις περιπτώσεις αυτές η συμβατότητα της έκδοσης με την ΕΣΔΑ εξετάζεται, κατά κανόνα, σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς". Η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 3 πληρούται, όταν κρατικές ενέργειες στρέφονται κατά ατόμων στο στάδιο α) της ανάκρισης, κυρίως αστυνομικής προανάκρισης, εξεταζομένων των μεθόδων της, β) της κράτησης σε καταστήματα κράτησης και αστυνομικά κρατητήρια και γ) της απέλασης. Το ανωτέρω άρθρο παραβιάζεται και όταν εκδίδεται άτομο σε χώρα, όπου θα υποστεί βασανιστήρια ή θα περιαχθεί σε κατάσταση πραγματικού κινδύνου επιβολής σε αυτόν μεταχείρισης αντίθετης στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Η τελευταία διάταξη εγγυάται θεμελιώδη αξία των δημοκρατικών κοινωνιών και η παρεχόμενη προστασία είναι απόλυτη, ενώ εντάσσεται στο διαμορφούμενο από το άρθρο 15 παρ. 2 της ίδιας σύμβασης σκληρό πυρήνα αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων, τα οποία δεν περιορίζονται και δεν αναστέλλονται σε καμία περίπτωση. Έτσι, η απόλυτη προστασία του δικαιώματος αποκλείει την εφαρμογή της ρήτρας παρέκκλισης του άρθρου 15 παρ.1 ΕΣΔΑ και δεν κάμπτεται, όταν οι κρατικές ενέργειες στρέφονται κατά της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος (CHAHAL κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 15-11-1996). Οι έννοιες του άρθρου 3 ερμηνεύτηκαν για πρώτη φορά στη λεγόμενη "Greek Case" "Ελληνική Υπόθεση" της 5-11-1969 σε βάρος της Ελλάδος, μετά από προσφυγή της Δανίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας και της Ολλανδίας κατά της απριλιανής δικτατορίας, κατά την οποία α) απάνθρωπη είναι η μεταχείριση που αδικαιολόγητα και σκόπιμα επιφέρει σοβαρή οδύνη, ψυχική ή σωματική, όχι ακραία σε ένταση ή οξύτητα, β) εξευτελιστική είναι η μεταχείριση που ταπεινώνει, ένα άτομο κατάφωρα απέναντι στα άλλα και απέναντι στον εαυτό του, ή το υποχρεώνει να ενεργεί παρά τη θέλησή του ή τη συνείδηση του και γ) βασανιστήρια είναι η απάνθρωπη μεταχείριση που γίνεται με καθορισμένο τρόπο και συγκεκριμένο σκοπό, όπως η απόσπαση πληροφοριών ή ομολογίας, ή η επιβολή ποινής, ως επιβαρυντική μορφή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ενός ατόμου. Αρκεί δε η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας για κακομεταχείριση, ανεξάρτητα από το ποιος διατυπώνει τον ισχυρισμό αυτό, έστω και χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ή υπόδειξη από το θύμα των υπολόγων, καθώς και η μη διερεύνηση από τις εθνικές Αρχές υποβαλλόμενων καταγγελιών για μακρά χρονική περίοδο. Τέλος, μετά την κύρωση από την Χώρα μας των έκτου και δέκατου τρίτου πρωτοκόλλων της Ε.Σ.Δ.Α με τους αντίστοιχους νόμους 2610/1998 και 3289/2004 και την πλήρη κατάργηση με αυτά της θανατικής ποινής, το δικαίωμα στη ζωή οποιουδήποτε ατόμου είναι απόλυτο, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α, κανείς δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια, ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπη και εξευτελιστική.

ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της διαδικασίας που διεξήχθη στο ακροατήριο και σχετικά με τους ειδικότερους λόγους έφεσης αμφοτέρων των εκκαλούντων, που εξετάζονται εντός του πλαισίου του μεταβιβαστικού τους αποτελέσματος, λεκτέα τα ακόλουθα: Η Γενική Εισαγγελία της Κωνσταντινούπολης, της Δημοκρατίας της Τουρκίας, υπέβαλε προς την Ελλάδα, δια της διπλωματικής οδού, την από 5-8-2016 και με αριθμό ανακριτικού φακέλου ... αίτηση, με την οποία ζητεί την έκδοση στις αρμόδιες Αρχές της Τουρκίας οκτώ (8) Τούρκων υπηκόων, μεταξύ των οποίων και τον εκζητούμενο - εκκαλούντα, προκειμένου να διωχθούν ποινικά στην Τουρκία, για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες έχει εκδοθεί εναντίον τους η από 22-7-2016 και με αριθμό ανάκρισης της Γενικής Εισαγγελίας ... εντολή σύλληψης και συγκεκριμένα: 1) για παραβίαση του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται κατά το Τουρκικό ποινικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 309 του με αριθμό 5237 Τουρκικού Ποινικού Κώδικα με ποινή βεβαρημένης ισόβιας κάθειρξης, 2) για απόπειρα δολοφονίας κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται κατά το Τουρκικό ποινικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 310 του με αριθμό 5237 Τουρκικού Ποινικού Κώδικα με ποινή βεβαρημένης ισόβιας κάθειρξης, 3) για έγκλημα κατά του Νομοθετικού Οργάνου, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται κατά το Τουρκικό ποινικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 311 του με αριθμό 5237 Τουρκικού Ποινικού Κώδικα με ποινή βεβαρημένης ισόβιας κάθειρξης, 4) για έγκλημα κατά της Κυβέρνησης, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται κατά το Τουρκικό ποινικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 312 του με αριθμό 5237 Τουρκικού Ποινικού Κώδικα με ποινή βεβαρημένης ισόβιας κάθειρξης και 5) για διακεκριμένη αρπαγή από κοινού από περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται κατά το Τουρκικό ποινικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 149 σε συνδυασμό με το άρθρο 148 του με αριθμό 5237 Τουρκικού Ποινικού Κώδικα με ποινή κάθειρξης από δέκα έως δεκαπέντε έτη. Οι παραπάνω πράξεις τιμωρούνται παράλληλα και από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1, 299 παρ. 1, 153 παρ. 1 α’ , σε συνδυασμό προς τα άρθρα 134 παρ. 1Α, παρ. 2 περ. α-β, παρ. 3 και 135 παρ. 2-3-4, 157 παρ. 1 Ελλ. Ποιν. Κώδικα και το άρθρο 147 παρ. 1, 2 του ελληνικού Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, με ποινές και για τα δύο ποινικά δίκαια, ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την με αριθμό 144/2016 απόφαση του, γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκζητουμένου S. O. του Y. και L., ο οποίος κρατείτο σε εκτέλεση του με αριθμό ...4-11-2016 Εντάλματος Σύλληψης του Προέδρου Εφετών Αθηνών, προκειμένου να διωχθεί ποινικά στην Τουρκία για τις αξιόποινες πράξης: α) της παράβασης του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, β) του εγκλήματος κατά του νομοθετικού οργάνου, γ) του εγκλήματος κατά της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Τουρκίας και δ) της διακεκριμένης αρπαγής κατά τη διάρκεια της νύχτας από κοινού με περισσότερα του ενός άτομα και με όπλο, όπως οι αξιόποινες αυτές πράξεις περιγράφονται στην από 5-8-2016 και με αριθμό ανακριτικού φακέλου ... αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης, της Δημοκρατίας της Τουρκίας (Γενικό Ανακριτικό Γραφείο) προς την αρμόδια Δικαστική Αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Με την ίδια, ως άνω, απόφαση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών γνωμοδότησε κατά της έκδοσης στην Τουρκία του ως άνω εκζητουμένου, για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας δολοφονίας κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας. Κατά της απόφασης αυτής, όπως στην αρχή αναφέρθηκε, άσκησε έφεση, νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά τόσο ο εκζητούμενος, ως προς το σκέλος της έκδοσης αυτού στην Τουρκία, όσο και ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, ως προς το σκέλος που το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών γνωμοδότησε κατά της έκδοσης στην Τουρκία του ως άνω εκζητουμένου για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας δολοφονίας κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας. Όπως προαναφέρθηκε, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα των εφέσεων προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων τους, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που πλήττονται με τους λόγους των εφέσεων, τούτο δε ισχύει και για τις κρινόμενες εφέσεις που ασκούνται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) κατά απόφασης του συμβουλίου εφετών, που αφορά έκδοση αλλοδαπού. Στην αίτηση έκδοσης υφίσταται η ακόλουθη έκθεση των διωκόμενων πράξεων: "ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΠΤΟΥ: Από μία ομάδα στρατιωτών που είναι μέλη της ... Τρομοκρατικής Οργάνωσης/Παράλληλη Κρατική Δομή (...) (... - ...) και αυτοαποκαλείται "Συμβούλιο Ειρήνης στη Χώρα" (...), η οποία είναι εντός των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων αλλά εκτός από τη στρατιωτική ιεραρχία, μέσα στα σύνορα του Κράτους της Τουρκικής Δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε απόπειρα ένοπλη πραξικοπήματος την 15.07.2016, στο ανακοινωθέν που δημοσίευσαν στην επίσημη ιστοσελίδα των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και στη Κρατική Τηλεόραση ... που καταλήφθηκε από τους πραξικοπηματίες στρατιωτικοί που ανακοινώθηκε με καταναγκασμό, αναφέρθηκε ότι ο στρατός ανέλαβε την διοίκηση της χώρας και απαγορεύθηκε η κυκλοφορία του λαού έξω. Κάποιοι στρατιωτικοί, το βράδυ του περιστατικού, έκλεισαν την κυκλοφορία στις γέφυρες του ... στην πόλη ..., επίσης καταλήφθηκε και το Αεροδρόμιο ... .... Επίσης, το βράδυ του περιστατικού, το Κτήριο ... του Δημαρχείου ... ..., το κτήριο ...), η Αστυνομική Διεύθυνση της Πόλης ..., κάποιες οργανώσεις τύπου και πολλά δημόσια κτήρια που βρίσκονται στην Τουρκία καταλήφθηκαν από τους πραξικοπηματίες στρατιωτικού. Κάποια ελικόπτερα και αεροσκάφη απογειώθηκαν από τις πόλεις ... και ... για να αποπειραθούν τη δολοφονία του κυρίου Προέδρου Τουρκικής Δημοκρατίας Ρ. Τ. Ε. που βρισκόταν σε ένα ξενοδοχείο στη επαρχία ... του νομού ..., επειδή ο Πρόεδρος Δημοκρατίας αναχώρησε εγκαίρως από το εν λόγω ξενοδοχείο δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν την απόπειρα δολοφονίας. Ο Πρόεδρος Δημοκρατίας μας, Ρ. Τ. Ε., συνδέθηκε μέσω του συστήματος ... του κινητού τηλεφώνου του στο τηλεοπτικό σταθμό ... και στην συνομιλία που έκανε ανάφερε ότι, δεν θα παραδεχθεί με κανένα τρόπο τους πραξικοπηματίες και κάλεσε τον λαό στους δρόμους για να αντιδράσουν στο πραξικόπημα. Μετά από αυτή την κλήση, βγαίνοντας ο λαός στους δρόμους σε πολλές πόλεις και στα κέντρα της Τουρκίας διοργανώθηκαν οργανώσεις διαμαρτυρίες κατά την απόπειρα πραξικοπήματος. Οι βουλευτές αμέσως συγκεντρώθηκαν στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση Τουρκίας (ΤΒΜΜ), καθώς ο πρόεδρος της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης Τουρκίας ο Ι. Κ. και πολλοί βουλευτές βρίσκονταν εκεί, τα πολεμικά αεροσκάφη βομβάρδισαν την εθνοσυνέλευση. Οι πραξικοπηματίες στρατιωτικοί, επίσης προσπάθησαν να εξουδετερώσουν τις άλλες δυνάμεις ασφαλείας που υπήρχε πιθανότητα να τους αντισταθούν, στο πλαίσιο αυτό βομβάρδισαν τη Διεύθυνση Ειδικών Επιχειρήσεων της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλείας στην επαρχία .... Επίσης, βομβαρδίστηκε η περιοχή ... που βρίσκεται το Προεδρικό Μέγαρο και ανοίχθηκε πυρ στους πολίτες. Άλλα, παρά τις ανελέητες πράξεις που διεπράχθηκαν κατά τους πολίτες, ο λαός δεν διαλύθηκε και δεν γύρισε πίσω. Η Γενική Διεύθυνση Ασφαλείας και τα στοιχεία των ενόπλων δυνάμεων που κινούνταν εντός της αλυσίδας διοίκησης/διαταγής, κατόρθωσαν να πατάξουν την εν λόγω ένοπλη εξέγερση που πραγματοποιήθηκε σε όλη τη χώρα. Από τους πραξικοπηματίες στρατιωτικούς ανοίχθηκε πυρ εναντίον πολιτών αφενός μεν από τον αέρα αφετέρου δε από το έδαφος με σκοπό να παταχθούν οι διαδηλώσεις. Διεπράχθηκαν πολλές τέτοιες είδους ατομικές πράξεις, και σκοτώθηκαν 239 άτομα, τραυματίστηκαν χιλιάδες άτομα. Κατά την εν λόγω απόπειρα πραξικοπήματος, οι ύποπτοι που τα στοιχεία ταυτότητας και οι βαθμοί τους αναφέρονται άνω, συμμετέχοντας στην εξέγερση αυτή διέπραξαν το Έγκλημα παράβασης της Συνταγματικής Τάξης και της εμπόδισης Λειτουργίας της με βία, επίσης το έγκλημα της Διοργάνωσης Απόπειρα Δολοφονίας κατά τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, της Εξάλειψης της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης Τουρκίας (ΤΒΜΜ) και της Κυβέρνηση της Τουρκικής Δημοκρατίας, οι ύποπτοι με την έναρξη της πάταξης απόπειρας πραξικοπήματος χωρίς να είναι υπεύθυνοι και αρμόδιοι, άρπαξαν από κοινού περισσότερα από ένα άτομο και με όπλο, κατά τις νυχτερινές ώρες ένα Στρατιωτικό Τουρκικό Ελικόπτερο τύπου ... που ανήκει στις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις από την Αεροπορική Βάση ... η οποία βρίσκεται στην Επαρχία ... της πόλης ... και με αυτόν τον τρόπο διέπραξαν το έγκλημα της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού περισσότερα από ένα άτομο και με όπλο, κατά τις νυχτερινές ώρες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν, οι ύποπτοι στις απολογίες τους που έδωσαν στα Ελληνικά Δικαστήρια αν και περιληπτικά ανάφεραν ότι πήραν διαταγή από τον αξιωματικό υπηρεσίας της μονάδας που υπάγονται για να κάνουν έκτακτες πτήσεις για τη μεταφορά τραυματιών, ο ύποπτος Λοχαγός Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Α. Γ. από τους ύποπτους υπηρετεί στο 2" Λόχο Επιθετικών Ελικοπτέρων (Διοικητής Λόχου)/2ο Τάγμα Επιθετικών Ελικοπτέρων Ελαφρού Κ/Β (Κατευθυνόμενων Βλημάτων/4ο Σύνταγμα Αεροπορίας Στράτου/Διοίκησης Αεροπορίας Στρατού Ξηράς, ο ύποπτος Λοχαγός Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Ο Φ. Τ. υπηρετεί στο Λόχο Επισκευών και Συντήρησης (Διοικητής Λόχου)/Τάγμα Συντήρησης/4ο Σύνταγμα Αεροπορίας Στράτου/ Διοίκησης Αεροπορίας Στρατού Ξηράς, ο ύποπτος. Αρχαιότερος Αρχιλοχίας Αεροπορίας Στρατού Μ. Κ. υπηρετεί στο Τμήμα Ελέγχου Πτήσης και Τυποποίησης (Υπαξιωματικός Επισκευής, Ελέγχου και Τυποποίησης)/Διοικητήριο του 4ου Συντάγματος Αεροπορίας Στράτου/Διοίκησης Αεροπορίας Στρατού Ξηράς, ο ύποπτος Αρχαιότερος Αρχιλοχίας Αεροπορίας Στρατού Μ. Φ. υπηρετεί στη Διμοιρία Συντήρησης και Επισκευής Αεροπορικών Μέσων (Τεχνητής Ελέγχου Ρωγμών)/Λόχο Επισκευών και Συντήρησης /Τάγμα Συντήρησης/4ο Σύνταγμα Αεροπορίας Στράτου/Διοίκησης Αεροπορίας Στρατού Ξηράς, ο ύποπτος, Ταγματάρχης Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Α. Γ. στη Διοίκηση του 3ου Σώματος Στρατού, ο ύποπτος Ταγματάρχης Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Γ. Μ. στη Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων, ο ύποπτος Λοχαγός Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Σ. Ο. στη πολεμική ακαδημία, και ο ύποπτος Λοχαγός Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Ο. Ο. στη πολεμική ακαδημία, το εν λόγω ελικόπτερο και τα άλλα ελικόπτερα δεν είναι από τα ελικόπτερα τύπου ασθενοφόρων, άλλα είναι από τα ελικόπτερα μεταφορών γενικής χρήσης. Στην έκθεση εμπειρογνωμοσύνης που συντάχθηκε μετά την εξέταση που διενεργήθηκε επί του ελικοπτέρου, διαπιστώθηκε ότι η συσκευή αυτοταυτοποίησης αεροπορικού μέσου που εκπέμπει και πληροφορίες υψόμετρων ... η οποία είναι ενός τμήματος του transponder και πρέπει να βρίσκεται στο ηλεκτρονικό τμήμα του μπροστινό μέρος του ελικοπτέρου είχε αφαιρεθεί, επίσης, σύμφωνα με τις πληροφορίες του προσωπικού της μονάδας, μετά τη προσγείωση του ελικοπτέρου στην περιοχή ... σβήστηκαν όλοι οι στρατιωτικοί κωδικοί και τα στοιχεία πτήσεων. Επίσης με την από 04.08.2016 έκθεση εμπειρογνωμοσύνης που συντάχθηκε βάσει των εικόνων καμερών ασφαλείας από τη Αεροπορική Βάση ... που υπάγεται στο 4° Σύνταγμα Αεροπορίας Στρατού διαπιστώθηκε ότι: Τα 4 ελικόπτερα τύπου ..., απογειώθηκαν από τη βάση με την σειρά στις ώρες 21:35, 21:39, 21:45 και 21:50, περί ώρα 23:15 απογειώθηκε και το 5° ελικόπτερο ..., άλλα λόγω του ότι το φως ήταν ανεπαρκής δεν εντοπίστηκε η ακριβής ώρα απογείωσης αυτού του ελικοπτέρου, επίσης ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε περί ώρα 03:38 στην εν λόγω βάση, περίπου 7-8 άτομα που βρίσκονταν στο ελικοδρόμιο ο ακριβώς αριθμός των οποίων δεν εξακριβώθηκε επιβιβάστηκαν σ’ αυτό το ελικόπτερο τύπου ... και έφυγαν από εκεί περί ώρα 04:00. Εξάλλου, σύμφωνα με την έκθεση ... που μεταβιβάστηκε από τη Διεύθυνση Ασφαλείας ... την 04.08.2016 και συντάχθηκε από τη Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών (ΤΙΒ) και με την εξέταση τα σχεδιαγράμματα και τα γραφικά στοιχείων εκπομπών σημάτων από τους σταθμούς βάσης κινητών τηλεφώνων, οι ύποπτοι αν και υπηρετούσαν σε διαφορές μονάδες, συμπράττοντας, είχαν πολλές τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ τους, επίσης είχαν πολλές συνομιλίες με τον Αντισυνταγματάρχη Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Δ. Ο. που αναφέρθηκε ότι είχε σχέση με τη απόπειρα δολοφονίας του κυρίου Προέδρου Τουρκικής Δημοκρατίας Ρ. Τ. Ε. και πριν και την ίδια ημέρα του συμβάντος. Στο πλαίσιο αυτό: Ο ύποπτος Ταγματάρχης Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Α. Γ. είχε συνομιλίες με τον Αντισυνταγματάρχη Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Δ. Ο. 3 φορές, ο ύποπτος Λοχαγός Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) ο Α. Γ. 15 φορές, ο ύποπτος, Αρχαιότερος Αρχιλοχίας Αεροπορίας Στρατού Μ. Κ. 4 φορές και ο ύποπτος Λοχαγός Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Ο Φ. Τ. 2 φορές. Ο Αντισυνταγματάρχης Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Δ. Ο. και Ο Αντισυνταγματάρχης Αεροπορίας Πιλότος Στρατού (Επιτελής) Α. Α. μετά την απογείωσή τους με το ελικόπτερο τύπου ... με αριθμό ουράς ..., μετέφεραν την ειδική ομάδα ειδικών επιχειρήσεων 12 ατόμων αν και ο ακριβώς αριθμός δεν διαπιστώθηκε, που υπάγεται στην Στην Ομάδα Ερευνας και Διάσωσης του Αρχηγείου Γενικού Επιτελείου κοντά στο ξενοδοχείο που βρισκόταν ο κύριος Πρόεδρος Τουρκικής Δημοκρατίας Ρ. Τ. Ε. στην επαρχία ... του νομού ..., άλλα λόγω του ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας είχε αναχωρήσει από το ξενοδοχείο λίγο πριν δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν για να εφαρμόσουν το σχέδιο τους και καθώς οι ύποπτοι θέλησαν να πάρουν πίσω την ομάδα που είχαν μετεφέρουν εκεί, επειδή το προσωπικό της Ομάδας Ασφαλείας του Πρωθυπουργείου άνοιξαν πυρ εναντίον του ελικοπτέρου, άφησαν αυτά τα άτομα και με αυτό το ελικόπτερο προσγειώθηκαν στο στρατιωτικό αεροδρόμιο στην επαρχία ... του νομού ... και συνελήφθησαν εκεί. Η ανάκριση κατά των εν λόγω ατόμων συνεχίζεται ακόμη στην πόλη .... Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση ... και καταγραφών κινητών τηλεφώνων (GSM) του τηλεφώνου που χρησιμοποιούσε ο ύποπτος Ταγματάρχης Πιλότος Αεροπορίας Στρατού (Επιτελής) Α. Γ. ως υπασπιστής του Διοικητή 3ου Σώματους Στράτου και του τηλεφώνου που είναι καταχωρημένο στο όνομα της συζύγου του, και με τις καταγραφές των σταθμών βάσης, διαπιστώθηκε ότι με το ελικόπτερο που είχε επιβιβαστεί με σκοπό για να κάνει ενίσχυση στρατιωτικής δύναμης ήρθε επάνω του κτηρίου της Διεύθυνσης Ασφαλείας Πόλης ... που βρίσκεται στην επαρχία ... την 16.07.2016 περί ώρα 00:12 και 00:22 και καθώς ήθελε να προσγειωθεί στην Διεύθυνση Ασφαλείας επειδή του αντιστάθηκαν οι υπεύθυνοι αστυνομικοί έφυγε από εκεί, άλλα, όπως θα διαπιστωθεί και με τις καταγραφές των σταθμών βάσης με άλλα ελικόπτερα μετέφεραν πραξικοπηματίες στρατιωτικούς σε διαφορές περιοχές της πόλης .... Σύμφωνα με το περιεχομένου του ανακριτικού φακέλου, με την εξέταση των καταγραφών ... των αριθμών κινητών τηλεφώνων που χρησιμοποιούσαν οι ύποπτοι και των καταγραφών των σταθμών βάσης, διαπιστώθηκε ότι όλοι οι ύποπτοι από την αρχή της απογείωσης τους από την Αεροπορική Βάση ... υποστήριξαν τα σπουδαία σημεία της ... με στρατιωτική δύναμη και υλικού πολέμου. Τα δυο ελικόπτερα τύπου ... και ένα ...-Ι ελικόπτερο που είχαν προσγειωθεί από την Αεροπορική Βάση ... μετά της πάταξης της απόπειρας στρατιωτικού πραξικοπήματος, οδηγήθηκαν από τους ύποπτους στην 66η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία που βρίσκεται στην πόλη ... και μετά οι 8 ύποπτοι επιβιβάστηκαν σε ένα ελικόπτερο τύπου ... ... το οποίο ανήκει στην Αεροπορική Βάση ..., σύμφωνα με τις καταγραφές των σταθμών βάσης οι ύποπτοι προσγειώθηκαν σε ένα σημείο της Περιοχής ... του νομού ... και είχαν τηλεφωνικές συνομιλίες για κάποιο χρονικό διάστημα και την 16.07.2016 περί ώρα 10:40 απογειώθηκαν από εκεί και περνώντας πάνω από την επαρχία ... προσγειώθηκαν στην πόλη ... της Ελλάδας, και διαπιστώθηκε ότι τα άτομα αυτά συνελήφθησαν από το κράτος της Ελλάδας και άρχισε να διενεργείται νομικές πράξεις εις βάρος τους.". Το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα έκδοσης για την πράξη της απόπειρας δολοφονίας του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας κρίνοντας, ότι το αίτημα ως προς την πράξη αυτήν είναι αόριστο με το ακόλουθο σκεπτικό : "Όσον αφορά, όμως, στο παραπάνω υπ’ αριθμ. 2 έγκλημα, της απόπειρας δολοφονίας κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, η περιγραφή που γίνεται στα ανωτέρω έγγραφα είναι τόσο αόριστη, ώστε δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το έγκλημα αυτό. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρεται πουθενά με ποιον τρόπο είτε ο εκζητούμενος είτε κάποιος άλλος, τον οποίο ενδεχομένως συνέδραμε αυτός, επιχείρησε να αφαιρέσει τη ζωή του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας ή με ποιον τρόπο συμμετείχε ενδεχομένως, σε κάποια προπαρασκευαστική ενέργεια για την τέλεση του εγκλήματος αυτού. Εξάλλου, μόνο το γεγονός της μετάβασης ελικοπτέρων και αεροσκαφών στην περιοχή όπου διέμενε ο Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας, και μάλιστα καθ’ ον χρόνο αυτός είχε ήδη αναχωρήσει, δεν συνιστά - τουλάχιστον κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους - αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εν γένει, και ειδικότερα της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας εν προκειμένω, ούτε προπαρασκευαστική ενέργεια θανάτωσης αυτού (άρθρα 134 παρ. 3, 135, 299 και 42 παρ. 1 του Ελλ. Π.Κ.). Αλλά και οι αναφερόμενες τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Αντισυνταγματάρχη Δ. Ο., που φέρεται ως έχων σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, δεν στοιχειοθετούν κάποια μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου σ’ αυτό. Υπό τα προαναφερόμενα δεδομένα, η έκδοση του ανωτέρω για το αδίκημα της απόπειρας δολοφονίας κατά του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας δεν επιτρέπεται, διότι προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. α’ και 12 παρ. 2 στοιχ. β’ της εφαρμοζόμενης στην υπό κρίση περίπτωση Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, κατά τις οποίες βασική προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της αίτησης έκδοσης είναι το αξιόποινο της πράξης, στην οποία αναφέρεται η αίτηση, τόσο κατά το δίκαιο του εκζητούντος όσο και κατά το δίκαιο του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση (αρχή του διττού αξιοποίνου) και συνεπώς, η περιγραφή της αξιόποινης πράξης πρέπει να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών αφενός στον κανόνα δικαίου που επικαλείται το εκζητούν κράτος και αφετέρου σε κάποιον από τους κανόνες δικαίου που τυποποιούν εγκληματική συμπεριφορά στο δίκαιο του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το Συμβούλιο τούτο πρέπει να γνωμοδοτήσει κατά της έκδοσης του εκζητουμένου όσον αφορά στο έγκλημα της απόπειρας δολοφονίας του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας.".

    Ο εκκαλών Εισαγγελέας Εφετών αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι εσφαλμένα απέρριψε το παραπάνω αίτημα έκδοσης για την πράξη της απόπειρας δολοφονίας του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας κρίνοντας, ότι το αίτημα ως προς την πράξη αυτήν είναι αόριστο. Ενόψει όμως του ότι είναι ορθή η αιτιολογία με την οποία το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των Τουρκικών Αρχών για έκδοση για τη συγκεκριμένη πράξη, ο ως άνω λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και τούτο ειδικότερα διότι, πράγματι η περιγραφή της συγκεκριμένης πράξης στο υποβληθέν αίτημα είναι εντελώς αόριστη, αφού αναλώνεται σε μια γενικόλογη δημοσιογραφική περιγραφή των γεγονότων της βραδιάς που εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Τουρκία και συνεπώς δεν περιλαμβάνει τα ελάχιστα στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα κατά το άρθρο 12 της Ε.Σ.Ε για να είναι αυτό ορισμένο, δηλαδή περιγραφή (έκθεση κατά το γράμμα του νόμου) της πράξης, τον τόπο και χρόνο τέλεσής της, καθώς επίσης και την μορφή συμμετοχής του υπαιτίου σ’ αυτήν (φυσικός αυτουργός, άμεσος ή απλός συνεργός κ.τ.λ.), προϋπόθεση που δεν αναφέρεται μεν ρητά στο νόμο, πλην όμως εξυπακούεται ότι αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της περιγραφής της πράξης. Επιπροσθέτως, η προπαρατεθείσα περιγραφή είναι αντίθετη προς τα άρθρα 6 παρ. 3 της Ε.Σ.Δ.Α και 14 παρ. 3 του Δ.Σ.Α.Π.Δ που εφαρμόζονται και στην περίπτωση της έκδοσης, όπως ήδη αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, και επιβάλλουν στα συμβαλλόμενα μέρη να γνωστοποιούν στον κατηγορούμενο, μέσα στη συντομότερη δυνατή προθεσμία, σε γλώσσα που κατανοεί και με λεπτομέρεια, τη φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας, αξίωση όμως η οποία δεν ικανοποιείται εν προκειμένω με την περιγραφή της πράξης αυτής στο αίτημα της έκδοσης, ούτε με τα έγγραφα που απέστειλαν οι Τουρκικές δικαστικές Αρχές μετά τις συμπληρωματικές πληροφορίες που ζητήθηκαν από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, αφού αυτά (κυρίως καταθέσεις μαρτύρων) εστιάζουν στην ανάλυση των τηλεφωνικών κλήσεων του εκζητουμένου κατά την βραδιά του πραξικοπήματος και μέσω αυτών επιχειρείται η σύνδεσή του με την πράξη αυτή, χωρίς όμως και πάλι να προσδιορίζεται η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην πράξη αυτή και να αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά για τη θεμελίωσή της. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, όπως αυτός συμπερασματικά συνάγεται από την εκτίμηση του όλου κειμένου της σχετικής έκθεσης, ότι δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αίτηση για την πράξη αυτή, κρίνοντας την ως πολιτική ή ως έγκλημα πολιτικό, είναι αβάσιμος, αφού στηρίζεται σε μη ισχύουσα προϋπόθεση, δεδομένου, ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, το δικαστήριο δεν απέρριψε το αίτημα ως προς την πράξη αυτή με την ως άνω αιτιολογία, αλλά γιατί διατυπώθηκε εντελώς αόριστα, έτσι ώστε να μη μπορεί να αντιστοιχιστεί προς κάποια προβλεπόμενη από την Ελληνική έννομη τάξη αξιόποινη πράξη και να πληρωθεί ο επιβαλλόμενος όρος του διττού αξιοποίνου.

    Ως προς τους λόγους έφεσης του εκζητουμένου: Ο πρώτος λόγος έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών-εκζητούμενος ισχυρίζεται, ότι για το πρώτο, τρίτο και τέταρτο των εγκλημάτων (πράξεις της παράβασης του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό και της παρεμπόδισης της λειτουργίας του Κοινοβουλίου και της Κυβέρνησης) για τα οποία ζητείται η έκδοσή του δεν συντρέχει το απαιτούμενο διττό αξιόποινο, διότι αυτά στρέφονται αποκλειστικά κατά των ενδοκρατικών συμφερόντων της Τουρκικής έννομης τάξης και προστατεύουν μόνο το Τουρκικό Πολίτευμα, ενώ οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 134 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα περί εσχάτης προδοσίας προστατεύουν ημεδαπά έννομα αγαθά και δη την λειτουργία του Ελληνικού πολιτεύματος και όχι το Τουρκικό πολίτευμα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προς τις προαναφερόμενες πράξεις, συντρέχει το διττό αξιόποινο, όπως προκύπτει από το άρθρο 153, σε συνδυασμό με τα άρθρα 134 και 135 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, που προστατεύουν και αντίστοιχα έννομα αγαθά ξένων Κρατών, δηλαδή τη συνταγματική τάξη αυτών και ορισμένα πολιτειακά όργανά τους, από αξιόποινες πράξεις ημεδαπών ή αλλοδαπών προσώπων. Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης δεν εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τα σχετικά εγκλήματα, όπως σαφώς προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 3 αυτής, όπου ρητά αναφέρεται ότι, για την εφαρμογή της δεν θεωρείται ως πολιτική παράβαση (πολιτική εγκληματική πράξη) η απόπειρα κατά της ζωής αρχηγού Κράτους ή μέλους της οικογενείας του, εννοώντας το Κράτος που ζητεί την έκδοση του υπαιτίου, χωρίς, πάντως, να υποδηλώνεται από τη διάταξη αυτή, ότι οι λοιπές εγκληματικές πράξεις κατά ξένων Κρατών έχουν οπωσδήποτε χαρακτήρα πολιτικού εγκλήματος ή πράξης συναφούς με πολιτικό έγκλημα, που εμποδίζει την έκδοση του υπαιτίου, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου. Ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση για τον λόγο ότι το έγκλημα της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού και από ενόπλους κατά την διάρκεια της νύχτας, είναι στρατιωτικό και για αυτό δεν επιτρέπεται η έκδοση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ως τέτοιος, εφόσον η αρπαγή στρατιωτικού υλικού από στρατιωτικούς και στην προκείμενη περίπτωση του ελικοπτέρου, με το οποίο αυτοί διέφυγαν στην Χώρα μας, είναι πράγματι στρατιωτικό έγκλημα (άρθρο 147 παρ. 2 του Σ.Π.Κ), χαρακτηριζόμενο ως κλοπή στρατιωτικού πράγματος και συνεπώς απαγορεύεται η έκδοση γι αυτό. Με τον τρίτο λόγο έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι δεν είναι εν προκειμένω επιτρεπτή η έκδοση, αφ’ ενός μεν επειδή δεν προέκυψαν σε βάρος του ενδείξεις ενοχής για τα εγκλήματα που του αποδίδουν οι Τουρκικές Αρχές, αφ’ ετέρου δε επειδή τα εγκλήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση είναι πολιτικά. Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στο νομικό μέρος της παρούσας, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιλαμβάνει η αίτηση έκδοσης κατά την Ε.Σ.Ε., δεν συγκαταλέγονται και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του εκζητουμένου, το δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο που αποφαίνεται για την έκδοση δεν έχει εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας για την οποία ζητείται η έκδοση. Εξάλλου, οι στασιαστικές ενέργειες στρατιωτικών με σκοπό τη βίαιη ανατροπή και κατάλυση δημοκρατικού πολιτεύματος δεν συνιστούν πολιτική δράση υπέρ της ελευθερίας και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως πολιτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 της Ε.Σ.Ε. ή ως πολιτικό έγκλημα που εμποδίζει την έκδοση των εμπλεκομένων σ’ αυτές κατά την έννοια των άρθρων 5 παρ. 2 περ. γ’ του Συντάγματος και 438 του ΚΠοινΔ. Ο τέταρτος λόγος έφεσης σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση έκδοσης του εκζητουμένου, υπάρχει άμεσος κίνδυνος να υποβληθεί αυτός σε βασανιστήρια και εξευτελιστική μεταχείριση, προσέτι δε να στερηθεί του δικαιώματος δίκαιης δίκης, είναι νόμιμος και πρέπει να εξετασθεί κατ’ ουσίαν.

    Από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας (εξετασθέντες μάρτυρες και αναγνωσθέντα έγγραφα) προκύπτουν εν προκειμένω σαφείς ενδείξεις ότι σε περίπτωση έκδοσης του εκζητουμένου εκκαλούντος, υπάρχει ο κίνδυνος μιας αντίθετης προς τα ανθρώπινα δικαιώματα απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, προσέτι δε ότι αυτός δεν θα τύχει δίκαιης δίκης λόγω του ότι τα δικαστήρια που θα κληθούν να δικάσουν τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν πράξεις, δεν παρέχουν τα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την εκτίμηση αυτή στηρίζονται στα ακόλουθα: Στο Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2016 σχετικά με τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης - Τουρκίας, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: "...τα μέτρα καταστολής που εφαρμόζει η τουρκική κυβέρνηση στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, είναι δυσανάλογα και παραβιάζουν βασικά δικαιώματα και ελευθερίες που προστατεύονται από το τουρκικό σύνταγμα, τις δημοκρατικές αξίες στις οποίες εδράζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα... μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, οι αρχές έχουν συλλάβει 10 μέλη της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης που ανήκουν στο αντιπολιτευόμενο κόμμα ... και περίπου 150 δημοσιογράφους (ο μεγαλύτερος αριθμός συλλήψεων στο χώρο αυτό παγκοσμίως... έχουν συλληφθεί 2.386 δικαστικοί και άλλοι 40.000 πολίτες, από τους οποίους περισσότεροι από 31.000 παραμένουν υπό κράτηση... 129.000 δημόσιοι υπάλληλοι είτε έχουν ανακληθεί από τα καθήκοντα τους (66.000), είτε έχουν απολυθεί (63.000), σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής του 2016 για την Τουρκία, χωρίς στους περισσότερους από αυτούς να έχουν απαγγελθεί κατηγορίες μέχρι σήμερα... ο Πρόεδρος Ε. και η τουρκική κυβέρνηση έχουν προβεί επανειλημμένα σε δηλώσεις σχετικά με την επαναφορά της θανατικής ποινής... υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για τις συνθήκες κράτησης και σύλληψης μετά την απόπειρα πραξικοπήματος και για τους αυστηρούς περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και στον Τύπο και στα μέσα ενημέρωσης στην Τουρκία.... Καταδικάζει απερίφραστα τα δυσανάλογα μέτρα καταστολής που εφαρμόζονται στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα του Ιουλίου 2016...". Στην από 9-11-2016 ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων για την Τουρκία, ότι δικαστές και εισαγγελείς είναι υπό ισχυρή πολιτική πίεση, απολύθηκε το ένα πέμπτο (1/5) των δικαστών και εισαγγελέων και, μετά την κήρυξη έκτακτης ανάγκης, λήφθηκαν μέτρα περικοπής θεμελιωδών δικαιωµάτων και ότι οι εξελίξεις σχετικά µε τα βασανιστήρια και την κακοµεταχείριση προσωρινά κρατουµένων, µετά την απόπειρα πραξικοπήµατος, προκαλούν σοβαρές ανησυχίες. Ακόµη σε δηµοσιεύµατα µε ηµεροµηνίες 17-7-2016 (τρία) και 25-11-2016 (τρία), όπου αναφέρονται δηλώσεις του Προέδρου της Δηµοκρατίας της Τουρκίας (Ε.) περί επαναφοράς της θανατικής ποινής και από δηµοσιεύµατα µε ηµεροµηνία 21-7-2016, ότι η Τουρκία αναστέλλει την Ευρωπαϊκή Σύµβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων, από τις καταγγελίες του ειδικού απεσταλµένου των Ηνωµένων Εθνών Ν. Μ., ο οποίος επισκέφθηκε φυλακές στην Τουρκία, περί βασανιστηρίων και κακοµεταχείρισης κρατουµένων, µετά την απόπειρα πραξικοπήµατος, σε όσα δήλωσε η επιτροπή του Ο.Η.Ε κατά των βασανιστηρίων (...) και συγκεκριμένα, ότι "ανησυχεί βαθιά για τους πολυάριθµους, συνεχιζόµενους και επίµονους ισχυρισµούς σε σχέση µε τη χρήση βασανιστηρίων, ιδίως σε ανεπίσηµους χώρους κράτησης", σε δηλώσεις της Διεθνούς Αμνηστίας ότι, µετά το πραξικόπηµα, οι κρατούµενοι δέχονται κτυπήµατα, βιασµούς και βασανιστήρια σε επίσηµα και ανεπίσηµα κέντρα κράτησης και ότι η χειρότερη µεταχείριση διαπιστώνεται σε υψηλόβαθµους αξιωµατικούς του στρατού (οι εν λόγω αναφορές περιλαµβάνονται στην µε αριθµό πρωτ. ...7-10-2016 πρωτοβάθµια απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εκζητούµενου, σελ. 19 αυτής), σε φωτογραφικό υλικό, όπου εικονίζονται συλληφθέντες, ως ύποπτοι για το αποτυχηµένο πραξικόπηµα, που φέρουν έντονα σηµάδια κακοποίησης, τέλεση βασανιστηρίων και σκηνές απάνθρωπες και εξευτελιστικές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, σε δηµοσιεύµατα µε δηλώσεις του Τούρκου Υπουργού Οικονοµικών για τα βασανιστήρια που θα υποστούν οι πραξικοπηματίες, σε δημοσιεύματα συνεχιζόμενων διωγµών και απολύσεων δικαστών, εισαγγελέων, δηµάρχων, νοµαρχών, υπαλλήλων, δηµοσιογράφων κλπ. Έτσι από το συνολικό αποδεικτικό υλικό (μάρτυρες και έγγραφα), προκύπτει, ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι που επιβάλλουν να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση έκδοσης του ως άνω εκζητουμένου στην Τουρκία, υπάρχει κίνδυνος, να επιδεινωθεί η θέση του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων και των υπηρεσιών που παρείχε σε νευραλγική στρατιωτική θέση, αλλά και λόγω της αποδιδόμενης σ’ αυτόν συμμετοχής στην απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην επίδικη αίτηση έκδοσης. Επίσης υπάρχει κίνδυνος, κατά το χρόνο της κράτησής του από τις αστυνομικές και σωφρονιστικές αρχές της Τουρκίας, να υποβληθεί σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, γεγονός το οποίο ενισχύεται και από δημοσιεύματα και φωτογραφίες στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, τα οποία αναφέρονται στη βιαιότητα, τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στους φερόμενους ως συμμετόχους του πραξικοπήματος, αλλά και σε εν γένει πολιτικούς αντιπάλους του κυβερνητικού κόμματος της Τουρκίας, προερχόμενους από όλες τις κοινωνικές και επαγγελματικές τάξεις, όπως καθηγητές πανεπιστημίου, δικαστές, δημοσιογράφους, εκδότες εφημερίδων και προπάντων σε στρατιωτικούς. Ιδιαίτερα σημαντικό πρέπει να θεωρηθεί το γεγονός ότι ο Ο.Η.Ε. και η Διεθνής Αμνηστία διενεργούν από τον Νοέμβριο του έτους 2016 έρευνα με αντικείμενο την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία και την υποβολή σε βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση των πολιτικών αντιπάλων του κυβερνητικού κόμματος και του Τούρκου Προέδρου, ενώ για τον ίδιο λόγο, πρόσφατα, το Ευρωκοινοβούλιο με σχετική απόφασή του διέκοψε τις συζητήσεις για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον το ΕΔΔΑ με απόφασή του, της 13ης-10-2016, στην υπόθεση Β.Α.C. κατά της Ελλάδας (προσφυγή λόγω παράλειψης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης να αποφασίσει επί 12 έτη επί αιτήσεως του προσφεύγοντος για χορήγηση ασύλου), έκρινε ότι θα υπήρχε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, αν ο προσφεύγων αποπεμπόταν στην Τουρκία, όπου είχε βασανιστεί στο παρελθόν λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Ακόμη υπάρχει κίνδυνος, σε περίπτωση έκδοσης του ανωτέρω εκκαλούντος - εκζητουμένου, αυτός να δικασθεί από δικαστήριο το οποίο δεν θα παρέχει τα αναγκαία εχέγγυα για ανεξάρτητη και αμερόληπτη δικαστική κρίση, ενόψει τόσο της αθρόας αποπομπής μεγάλου αριθμού δικαστικών λειτουργών όσο και σειράς ενδείξεων για ισχυρές πολιτικές πιέσεις και παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας στο έργο των δικαστών μετά την απόπειρα του πραξικοπήματος στην Τουρκία. Περαιτέρω, από το ίδιο, ως άνω, αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι μέλη των οικογενειών όλων των εκζητουμένων στους οποίους εντάσσεται και ο εκκαλών, υφίστανται διώξεις και εκφοβισμούς, αφού, μεταξύ άλλων, οι σύζυγοι αυτών απολύθηκαν από τις εργασίες τους, δεσμεύτηκαν οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί, παρακολουθούνται οι τηλεφωνικές τους επικοινωνίες κ.α. Τέλος, υπάρχει κίνδυνος, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, να υποβληθεί ο εκζητούμενος σε βασανιστήρια και σε μεταχείριση απάνθρωπη και εξευτελιστική, αλλά και να επιβληθούν σε βάρος του ποινές απάνθρωπες, καθόσον είναι πιθανή η επαναφορά της θανατικής ποινής με αναδρομική εφαρμογή, ενόψει των σχετικών δημοσίων εξαγγελιών του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας. Η εκτίμηση αυτή δεν διαφοροποιείται από την αναφορά στην τελευταία παράγραφο της έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, κατά την οποία οι Τουρκικές Αρχές βεβαιώνουν ότι η Κυβέρνηση της Χώρας δεν ανέστειλε την εφαρμογή της ΕΣΔΑ και συνεπώς ο εκζητούμενος θα έχει τη δυνατότητα άσκησης ατομικής προσφυγής στο ΕΣΔΑ σε περίπτωση κακής και ανάρμοστης μεταχείρισής του.

    Συμπερασματικά, από όλα όσα προαναφέρθηκαν, το Συμβούλιο πείστηκε ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι που επιβάλλουν να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση έκδοσης του εκζητουμένου στην Τουρκία, υπάρχει έντονος κίνδυνος α) να επιβαρυνθεί η θέση του για λόγους πολιτικών πεποιθήσεων και να υποβληθεί αυτός από τις αστυνομικές και σωφρονιστικές αρχές της Τουρκίας σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, χωρίς να αποκλείεται και η επιβολή σε βάρος του της θανατικής ποινής, σε περίπτωση επαναφοράς της και β) να μην έχει δίκαιη δίκη στην Τουρκία κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του, χωρίς να παραβλέπεται και ο υπαρκτός κίνδυνος να παραβιαστεί η αρχή της ειδικότητας, ο οποίος ενισχύεται και από την αόριστη περιγραφή των ποινικών κατηγοριών, για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του.

    Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έσφαλε γνωμοδοτώντας, με την υπ’ αριθμό 144/2016 απόφασή του, υπέρ της έκδοσης του εκζητουμένου, S. O. του Y. και L., ο οποίος κρατείται σε εκτέλεση του υπ’ αριθμό ...4-11-2016 Εντάλματος Σύλληψης του Προέδρου Εφετών Αθηνών, προκειμένου αυτός να διωχθεί ποινικά στην Τουρκία για τις αξιόποινες πράξεις: α) της παράβασης του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, β) του εγκλήματος κατά του νομοθετικού οργάνου, γ) του εγκλήματος κατά της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Τουρκίας και δ) της διακεκριμένης αρπαγής (στρατιωτικού ελικοπτέρου) κατά τη διάρκεια της νύχτας από κοινού με περισσότερα του ενός άτομα και με όπλο. Αντίθετα, το ίδιο Συμβούλιο έκρινε ορθά γνωμοδοτώντας κατά της έκδοσης στην Τουρκία του εκζητουμένου για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας δολοφονίας κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας. Συνακολούθως, πρέπει, από τις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες εφέσεις, η μεν του εκκαλούντος - εκζητουμένου να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, η δε του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόλυση του εκκαλούντος - εκζητουμένου από τις φυλακές, εκτός αν αυτός κρατείται για άλλη αιτία.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά τις κρινόμενες εφέσεις κατά της υπ’ αριθμό 144/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Συνεκδικάζει αυτές.

Δέχεται την υπ’ αριθμό 20/2016 έφεση του S. O. του Y. και L., ..., γεννηθέντος την 1-10-1982, Λοχαγού, Πιλότου της Τουρκικής Αεροπορίας Στρατού, ήδη κρατουμένου στο Αστυνομικό ..., κατά της άνω απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατ’ ουσίαν.

    Απορρίπτει την υπ’ αριθμό 23/2016 έφεση, κατά της ίδιας απόφασης, που άσκησε ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας δολοφονίας κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας, κατ’ ουσίαν.

    Εξαφανίζει την παραπάνω απόφαση ως προς το σκέλος αυτής κατά το οποίο γνωμοδοτεί υπέρ της έκδοσης του άνω εκζητουμένου (S. O. του Y. και L.), προκειμένου να διωχθεί ποινικά στην Τουρκία για τις αξιόποινες πράξεις: α) της παράβασης του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, β) του εγκλήματος κατά του νομοθετικού οργάνου, γ) του εγκλήματος κατά της κυβέρνησης και δ) της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού, από περισσότερα του ενός άτομα και με όπλο κατά τις νυχτερινές ώρες.

    Επικυρώνει την παραπάνω απόφαση ως προς το σκέλος αυτής κατά το οποίο γνωμοδοτεί κατά της έκδοσης στο κράτος της Τουρκίας του εκζητουμένου για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας δολοφονίας του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας.

    Γνωμοδοτεί κατά της έκδοσης στο κράτος της Τουρκίας του άνω εκζητουμένου, προκειμένου να διωχθεί αυτός ποινικά στην Τουρκία για τις αξιόποινες πράξεις, οι οποίες περιγράφονται στην από 5-8-2016 και με αριθμό ανακριτικού φακέλου ... αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας ... της Δημοκρατίας της Τουρκίας (Γενικό Ανακριτικό Γραφείο) προς την αρμόδια Δικαστική Αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας και οι οποίες συνιστούν, κατά τους ποινικούς νόμους της Τουρκίας, τις αξιόποινες πράξεις: α) της παράβασης του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, β) του εγκλήματος κατά του νομοθετικού οργάνου, γ) του εγκλήματος κατά της κυβέρνησης και δ) της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού, από περισσότερα του ενός άτομα και με όπλο κατά τις νυχτερινές ώρες. -Διατάσσει την απόλυση από τις φυλακές του εκκαλούντος - εκζητουμένου, S. O. του Y. και L., εκτός αν αυτός κρατείται για άλλη αιτία.

    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2017.
--------------------
 Αριθμός Aπόφασης-Πρακτικού ΑΡ343/21-2-2018

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΑΣ

Κυριακή Καϊσίδου. 

Περίληψη. Παράνομη είσοδος στη χώρα αξιωματικού του τουρκικού στρατού. Επιβολή κράτησης για την αντιμετώπιση σοβαρής απειλής για τη δημόσια τάξη και εθνική ασφάλεια της χώρας ως το μόνο ενδεδειγμένο κατά τις περιστάσεις μέτρο, λόγω του ως άνω αδικήματος που αυτός διέπραξε. Αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας. Προϋποθέσεις κράτησης. Επιτρεπτό εφόσον ο υποβάλλων αίτηση διεθνούς προστασίας συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής. Ερμηνεία των εννοιών «δημόσια τάξη» και «εθνική ασφάλεια». Υπολογισμός της διάρκειας της κράτησης. Απόρριψη αντιρρήσεων που προβλήθηκαν από τον Τούρκο αξιωματικό. Κρίθηκε ότι, δεομένης της ερμηνείας των εννοιών «δημόσια τάξη» και «εθνική ασφάλεια» και της ατομικής συμπεριφοράς του αντιλέγοντος (παράνομη είσοδος στη Χώρα όντας εν ενεργεία στρατιωτικός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, με τη χρήση στρατιωτικού ελικοπτέρου), συντρέχει νόμιμος λόγος κράτησης του αντιλέγοντος, που άπτεται της εθνικής ασφάλειας.

Συνήλθε στις 23 Ιανουαρίου 2018,

για να κρίνει τις κατ’ άρθρο 30 παρ. 2 του ν. 3907/2011 αντιρρήσεις (ΓΑΚ ΑΝΡ121/19.1.2018),
του ..., υπηκόου Τουρκίας,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Εσωτερικών.

Με τις αντιρρήσεις αυτές ο αντιλέγων ζητεί να αρθεί η κράτησή του που διατάχθηκε με την 625207/1-ζ’/8.1.2018 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής.

Κατά τη εκδίκαση των αντιρρήσεων εμφανίστηκε ο αντιλέγων μαζί με τους πληρεξουσίους του δικηγόρους ..., μέλη της Νομικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, ενώ για το Ελληνικό Δημόσιο εμφανίστηκε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ... και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους.

Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:

1. Επειδή, το κρινόμενο δικόγραφο ασκήθηκε παραδεκτώς.

2. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Ο αντιλέγων, ο οποίος ήταν εν ενεργεία στρατιωτικός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, στις 16.7.2016, μαζί με άλλους επτά (7) ομοεθνείς του, επίσης, εν ενεργεία στρατιωτικούς των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, εισήλθε παράνομα στην Ελλάδα με ελικόπτερο του τουρκικού στρατού μέσω του Διεθνούς Αερολιμένα Αλεξανδρούπολης «ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ». Στις 19.7.2016 υπέβαλε αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας. Ακολούθως, αφού με την 1706/21.7.2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών για το αδίκημα της παράνομης εισόδου του στη χώρα, με αναστολή, με την 5401/7-213-β’/21.7.2016 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης αποφασίστηκε η κράτησή του για χρονικό διάστημα σαράντα πέντε (45) ημερών, εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς του, για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 46 του ν. 4375/2016. Η ως άνω κράτηση παρατάθηκε, με την ίδια αιτιολογία, για σαράντα πέντε (45) ημέρες με την 5401/7-213-ε’/4.9.2016 απόφαση του ίδιου Διευθυντή. Στις 2.11.2016, με την 5401/7-213-ια’/2.11.2016 απόφαση του παραπάνω Διευθυντή αποφασίστηκε η άρση της κράτησής του με την αιτιολογία ότι συμπληρώθηκε το ανώτατο όριο κράτησής του, κατ’ άρθρο 46 παρ. 4 περ. γ’ του ν. 4375/2016, ενώ περαιτέρω ο αντιλέγων συνελήφθη και φυλακίσθηκε στο Β’ Α.Τ Αχαρνών/ Ολυμπιακού Χωριού, δυνάμει της από 2.11.2016 εντολής προσωρινής σύλληψης της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, ενόψει αιτήματος έκδοσής του που είχαν υποβάλει οι τουρκικές αρχές. Ακολούθως, στις 26.1.2017 το ως άνω αίτημα των τουρκικών αρχών απορρίφθηκε αμετάκλητα με την 139/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου και ο αντιλέγων αποφυλακίσθηκε, κατ’ άρθρο 452 παρ. 2 α’ του Κ.Ποιν.Δικ., με εντολή της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, ενώ περαιτέρω αποφασίσθηκε με την 625207/1-α’/26.1.2017 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, η παράταση της κράτησής του για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών, με την ίδια με τις προγενέστερες διοικητικές αποφάσεις αιτιολογία. Η κατά τα ανωτέρω κράτησή του, διακόπηκε στις 22.3.2017, ενόψει σύλληψής του κατόπιν υποβολής νέου αιτήματος έκδοσής του από τις τουρκικές αρχές (σχ. η 625207/1-β’/22.3.2017 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής). Στη συνέχεια, μετά την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος έκδοσης του αντιλέγοντος και την συνακόλουθη αποφυλάκισή του στις 26.4.2017, σε εκτέλεση της 41/2017 τελεσίδικης απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με τις - ταυτοσήμου περιεχομένου - αποφάσεις 625207/1-γ’/26.4.2017, 625207/1-δ’/26.7.2017 και 625207/1-ε’/26.10.2017 του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής αποφασίστηκε η παράταση, κατ’ άρθρο 46 παρ. 2 του ν. 4375/2016 της κράτησης του αντιλέγοντος για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών. Ωστόσο, στις 28.12.2017, με την 22622/2017 απόφαση της 3ης Επιτροπής Προσφυγών της Ανεξάρτητης Αρχής Ασύλου, ο αντιλέγων αναγνωρίσθηκε ως πρόσφυγας. Ενόψει τούτου, εκδόθηκε η 625207/1-στ’/29.12.2017 απόφαση του παραπάνω Διευθυντή, με την οποία αποφασίστηκε η άρση της κράτησής του και αφέθηκε ελεύθερος. Στη συνέχεια, όμως, κατά της παραπάνω 22622/2017 απόφασης της Ανεξάρτητης Αρχής Ασύλου ασκήθηκε από τον Υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής αίτηση ακυρώσεως, καθώς και σχετική αίτηση αναστολής με αίτημα προσωρινής διαταγής, εκδόθηκε δε η από 8.1.2018 προσωρινή διαταγή της Προέδρου του Θ’ Τμήματος Συνεδριάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ανεστάλη προσωρινά, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της εκκρεμούς αίτησης αναστολής, η ανωτέρω απόφαση της Ανεξάρτητης Αρχής Ασύλου, υπό τον όρο η Διοίκηση να απέχει από κάθε ενέργεια σκοπούσα στην εξαναγκασμένη αναχώρηση του αντιλέγοντος. Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 625207/1-ζ’/8.1.2018 απόφαση του ως άνω αστυνομικού Διευθυντή, με την οποία αποφασίστηκε εκ νέου η κράτηση του αντιλέγοντος, με διάρκεια τρεις (3) μήνες – εκτός της περίπτωσης που απορριφθεί νωρίτερα με δικαστική απόφαση η αίτηση αναστολής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, η κράτηση επιβλήθηκε για την αντιμετώπιση της προκύπτουσας σοβαρής απειλής για τη δημόσια τάξη και εθνική ασφάλεια της χώρας, ως το μόνο ενδεδειγμένο κατά τις περιστάσεις μέτρο, αποκλειομένης της δυνατότητας εφαρμογής εναλλακτικών μέτρων κράτησης, ενόψει του ανωτέρω αδικήματος που διέπραξε ο αντιλέγων στις 16.7.2016. Αναφέρεται δε στην ως άνω απόφαση ότι το εν λόγω μέτρο ουδόλως αποσκοπεί στην εξαναγκαστική αναχώρηση του αλλοδαπού και προστατεύει σε κάθε περίπτωση όχι μόνο το δημόσιο συμφέρον αλλά και το καλώς εννοούμενο συμφέρον του προσώπου του αλλοδαπού.

3. Επειδή, οι διατάξεις του ν. 4375/2016 (ΦΕΚ 51 Α/03-04-2016 – Διορθ.Σφαλμ. Στο ΦΕΚ-50 Α/6-4-16 ) «Οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Ασύλου, Αρχής Προσφυγών, Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης σύσταση Γενικής Γραμματείας Υποδοχής, προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)» (L 180/29.6.2013), διατάξεις για την εργασία δικαιούχων διεθνούς προστασίας και άλλες διατάξεις» ορίζουν τα εξής: ʼρθρο 37 (ʼρθρο 9 της Οδηγίας), Δικαίωμα παραμονής αιτούντων – Εξαιρέσεις, ότι : «1. Οι αιτούντες επιτρέπεται να παραμένουν στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας και απαγορεύεται η απομάκρυνσή τους με οποιονδήποτε τρόπο. 2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές είτε παραδίδουν τον αιτούντα σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης … είτε εκδίδουν αυτόν σε τρίτη χώρα, με εξαίρεση τη χώρα καταγωγής του …», άρθρο 46 (ʼρθρο 26 της Οδηγίας 2013/32/EE και 8 έως 11 της Οδηγίας 2013/33/EE), Κράτηση των αιτούντων ότι: «1. Αλλοδαπός ή ανιθαγενής που αιτείται διεθνή προστασία, δεν κρατείται για μόνο το λόγο ότι έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και ότι εισήλθε παράτυπα ή/και παραμένει στη χώρα χωρίς νόμιμο τίτλο διαμονής. 2. Αλλοδαπός ή ανιθαγενής που υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας ενόσω κρατείται βάσει των σχετικών διατάξεων των νόμων 3386/2005 (Α΄ 212) και 3907/2011 (Α΄ 7), όπως ισχύουν, παραμένει υπό κράτηση κατ’ εξαίρεση, εφόσον αυτή είναι αναγκαία, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα, όπως αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3907/2011, για έναν από τους παρακάτω λόγους: α. … β. … γ. … δ. εφόσον συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής της παραγράφου 3, ή ε. … 3. Η απόφαση κράτησης λαμβάνεται από τον οικείο Αστυνομικό Διευθυντή … και περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία … 4. α. Η κράτηση των αιτούντων διεθνή προστασία επιβάλλεται για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα. Καθυστερήσεις των διοικητικών διαδικασιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στον αιτούντα δεν δικαιολογούν συνέχιση της κράτησης. β. Η κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία για τους λόγους των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ καταρχήν επιβάλλεται για διάστημα μέχρι 45 ημερών και παρατείνεται για άλλες 45 ημέρες εφόσον δεν ανακληθεί η εισήγηση της παραγράφου 3. γ. Η κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία για τους λόγους των περιπτώσεων δ΄ και ε΄ της παραγράφου 2, δεν δύναται να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες. δ. Ανεξάρτητα από τη συμπλήρωση ή μη των ανωτέρω ορίων των στοιχείων β΄ και γ΄, ο συνολικός χρόνος κράτησης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τα ανώτατα όρια κράτησης, όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 30 του ν. 3907/2011. 5. … 6. … 7. … 8. Η κράτηση του αιτούντος διεθνή προστασία συνιστά λόγο επιτάχυνσης της διαδικασίας ασύλου … 9. … 10. … 11.  Όταν εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν την κράτηση ενός αιτούντος σύμφωνα με την παράγραφο 2, οι αρχές που διέταξαν την κράτηση, με αιτιολογημένη απόφασή τους, αφήνουν ελεύθερο τον αιτούντα και ενημερώνουν αμελλητί τις Αρχές Παραλαβής ή την Αρχή Προσφυγών, εφόσον η αίτηση εκκρεμεί σε β΄ βαθμό».

4. Επειδή, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ερμηνεία της έννοιας «δημόσια τάξη» προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση, εκτός της διασαλεύσεως της κοινωνικής τάξεως, την οποία συνιστά κάθε παράβαση νόμου, την ύπαρξη, πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, καθώς επίσης, ότι η έννοια «εθνική  ασφάλεια» καλύπτει τόσο την εσωτερική ασφάλεια του κράτους μέλους όσο και την εξωτερική ασφάλειά του και ότι, κατά συνέπεια, μπορεί να επηρεάζεται από την παρακώλυση της λειτουργίας των κρατικών θεσμών των βασικών δημοσίων υπηρεσιών, καθώς και από τον ενδεχόμενο κίνδυνο για την επιβίωση του πληθυσμού ή σοβαρής διαταραχής των εξωτερικών σχέσεων ή της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών ή από την προσβολή στρατιωτικών συμφερόντων [βλ. Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) απόφαση Τσακουρίδης C-145/09 σκέψεις 43 και 44 και C -601/2015 PPU, σκέψεις 65 και 66].

5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 30 του ν. 3907/2011 (ΦΕΚ 7 Α/26-1-2011) «Ίδρυση Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ «σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη - μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών» και λοιπές διατάξεις», το οποίο εντάσσεται στο Κεφάλαιο Γ’ με τίτλο «ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ στις ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2008/115/ΕΚ», ορίζεται ότι : «1. … 5. Η κράτηση συνεχίζεται για το χρονικό διάστημα που πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 και είναι αναγκαία για να διασφαλισθεί η επιτυχής απομάκρυνση. Το ανώτατο όριο κράτησης δεν μπορεί να υπερβαίνει το εξάμηνο. 6. Το χρονικό όριο της παραγράφου 5 μπορεί να παραταθεί για περιορισμένο μόνο χρόνο που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες παρά τις εύλογες προσπάθειες των αρμόδιων υπηρεσιών η επιχείρηση απομάκρυνσης είναι πιθανόν να διαρκέσει περισσότερο επειδή: α) ο υπήκοος της τρίτης χώρας αρνείται να συνεργασθεί ή β) καθυστερεί η λήψη των αναγκαίων εγγράφων από τρίτες χώρες».

6. Επειδή, ο αντιλέγων προβάλλει ότι πρέπει να αρθεί η κράτησή του, διότι αυτή αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 46 (παρ. 2) του ν. 4375/2016, οι οποίες προβλέπουν την κράτηση μόνο των αιτούντων που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας ενόσω ήδη κρατούνται στα πλαίσια απέλασης ή επιστροφής, βάσει των σχετικών διατάξεων των νόμων 3386/2005 και 3907/2011. Συνακόλουθα, υποστηρίζει ότι εφόσον ουδέποτε εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του και δεδομένου ότι υπέβαλε αίτημα ασύλου σε διάστημα που δεν κρατείτο διοικητικά με βάση τις ως άνω διατάξεις, η απόφαση κράτησής του εκδόθηκε κατά παράβαση του παραπάνω άρθρου. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι κατά την έννοια των διατάξεων της  παρ. 1 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 4375/2016, αλλοδαπός (ή ανιθαγενής) που αιτείται διεθνή προστασία μπορεί να κρατηθεί στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών, μόνο εξαιρετικά, εφόσον συντρέξουν οι λόγοι της  παρ. 2 (περ. α έως ε),  είτε οι λόγοι αυτοί συντρέξουν κατά τη διάρκεια εξέτασης του αιτήματός του, είτε ενόσω ήδη κρατείται  στο πλαίσιο του διαφορετικού νομικού καθεστώτος κράτησης των ν. 3386/2005 και 3907/2011 (βλ. σχ. σημείο 109 της Γνώμης της Γενικής Εισαγγελέα στην υπόθεση C-601/15 PPU).

7. Επειδή, ακολούθως, ο αντιλέγων προβάλλει ότι δεν δύναται να κρατηθεί σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 4  στοιχείο  γ΄ του ν. 4376/2016, πέραν του ανωτάτου ορίου των τριών (3) μηνών, χρόνος ο οποίος έχει προ πολλού συμπληρωθεί, εφόσον η διοικητική κράτησή του έλαβε χώρα το πρώτον στις 21.7.2016. Συναφώς, ο αντιλέγων υποστηρίζει ότι η κράτησή του στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης ασύλου, έλαβε χώρα, για δυσανάλογο χρονικό διάστημα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 στ’ της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι  από το άρθρο  46 παρ. 4 στοιχείο  δ΄ σε συνδυασμό με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου, προβλέπεται η δυνατότητα παράτασης της κράτησης του αιτούντος άσυλο, η οποία δεν μπορεί  να υπερβεί το ανώτατο όριο  των δεκαοκτώ (18) μηνών, όριο το οποίο αφενός δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, σχετικά με το χρόνο κράτησης και αφετέρου δεν έχει εξαντληθεί εν προκειμένω. Τούτο διότι δεν προσμετρώνται στο χρόνο της διοικητικής κράτησης τα χρονικά διαστήματα από 2.11.2016 έως 26.1.2017 και από 22.3.2017 έως 26.4.2017, κατά τα οποία αυτή είχε αρθεί, συνεπεία δύο (2) ενταλμάτων σύλληψης στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης αλλοδαπού, η οποία αποτελεί διακριτή διαδικασία σε σχέση με τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου (βλ. ΣτΕ 3046/2017 και αιτιολογική σκέψη 17 της Οδηγίας 2013/33 Ε.Ε.).

8.  Επειδή, ο αντιλέγων υποστηρίζει ότι η κράτησή του, ανεξαρτήτως των λόγων που προβάλλουν οι αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων και των λόγων περί δημόσιας τάξης, είναι αντίθετη στο άρθρο 5 παρ. 1 στ’ (σκέλος πρώτο και δεύτερο) της ΕΣΔΑ, το οποίο ορίζει ότι «Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν. Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας ει μη εις τα ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν: α. … στ) εάν πρόκειται περί νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου επί σκοπώ όπως εμποδισθή από του να εισέλθη παρανόμως εν τη χώρα ή εναντίον του οποίου εκκρεμεί διαδικασία απελάσεως ή εκδόσεως». Τούτο διότι, όπως ειδικότερα προβάλλει, αφενός είναι ανέφικτη η απομάκρυνσή του, μετά την έκδοση της  υπ’ αριθ.  139/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου και αφετέρου η προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση, μεταβάλλει τη νομική του κατάσταση, με αποτέλεσμα να μη θεωρείται ως πρόσωπο στο οποίο δεν έχει χορηγηθεί “έγκριση” εισόδου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι στο πλαίσιο της διακριτής, τόσο από τη διαδικασία απομάκρυνσης στο πλαίσιο απέλασης/επιστροφής (C-357/2009 PPU σκ. 45), όσο και από τη διαδικασία έκδοσης (ΣτΕ 3046/2017), και εφαρμοστέας εν προκειμενω διαδικασίας χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας - κατά την οποία σε κάθε περίπτωση δεν τίθεται θέμα  απομάκρυνσης με οποιονδήποτε τρόπο-, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 2 περ. δ’ του ν. 4375/2016, που ενσωματώνουν το άρθρο 8 παρ. 3 στ. ε’ της οδηγίας 2013/33ΕΕ, η κράτηση αιτούντος άσυλο, δύναται να θεμελιωθεί επί των εξαιρετικών λόγων της δημόσιας τάξης και εθνικής ασφάλειας,  και κατά τούτο οι ως άνω διατάξεις δεν αντίκεινται  στο άρθρο 5 παρ. 1 στοιχείο στ’ της ΕΣΔΑ. ( βλ. σημείο 77 της υπόθεση C-601/15 PPU του ΔΕΕ).

9. Επειδή, ακολούθως ο αντιλέγων υποστηρίζει ότι σε κάθε περίπτωση δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας, διότι  στην προσβαλλόμενη πράξη, δεν αναφέρεται κανένα στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι η ατομική συμπεριφορά του συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας τάξης και εθνικής ασφάλειας και συνεπώς η απόφαση στερείται νόμιμης αιτιολογίας. Ενόψει της ερμηνείας των εννοιών «δημόσια τάξη» και «εθνική ασφάλεια» στη σκέψη 4 και της περιγραφόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση ατομικής συμπεριφοράς του αντιλέγοντος (παράνομη είσοδος στη Χώρα όντας εν ενεργεία στρατιωτικός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, με τη χρήση στρατιωτικού ελικοπτέρου), το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει νόμιμος λόγος κράτησης του αντιλέγοντος, που άπτεται προεχόντως της εθνικής ασφάλειας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του ως αβασίμου.

10. Επειδή, κατ’ ακολουθία οι υπό κρίση αντιρρήσεις πρέπει να απορριφθούν. 
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει τις αντιρρήσεις.
Η απόφαση εκδόθηκε στην Αθήνα την 21.2.2018.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...