Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αστική ευθύνη, ΕΠΕΥ, Συνεγγυητικό, Αρχή της ισότητας, κρατική εποπτεία.

Συμβούλιο Επικρατείας, 1607/ 2016.
Πρόεδρος, Ν. Σακελαρίου, Αντιπρόεδρος, εισηγητής Δ. Μαρινάκης.

Περίληψη. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς - Αστική ευθύνη έναντι επενδυτών λόγω πλημμελούς εποπτείας - Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών -. Το Συνεγγυητικό έχει χαρακτήρα εξασφαλιστικό και αποβλέπει στην καταβολή μιας ελάχιστης αποζημιώσεως στους επενδυτές που υφίστανται ζημία λόγω αδυναμίας των ΕΠΕΥ, που υπάγονται στον μηχανισμό αυτό, να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους πελάτες τους, για οποιονδήποτε λόγο, ήτοι ανεξαρτήτως του αν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε παράνομες ή εσφαλμένες ενέργειες της εταιρείας ή σε πλημμελή άσκηση της κρατικής εποπτείας ή σε αντικειμενικούς παράγοντες. Με τον εν λόγω μηχανισμό ρυθμίζονται οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις, καθώς και η διαδικασία αποζημιώσεως των επενδυτών.
Εξ άλλου, η επενδυτική υπηρεσία διαχειρίσεως επενδυτικού χαρτοφυλακίου υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε με τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία ρητώς παραπέμπει. Εκ τούτων έπεται ότι μόνη η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται την δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχειρίσεως επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητώς παραπέμπει, η οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντίστοιχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2 παρ. 1 α (i) του ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας διαχειρίσεως. Η οδηγία 97/9/ΕΚ στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της την προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών, σύμφωνα με τις εντολές του, είτε οι επενδυτικές αυτές εργασίες έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση της λειτουργίας της ΕΠΕΥ είτε όχι. Αντιθέτως, η ως άνω οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε ΕΠΕΥ κεφαλαίων που δεν γίνεται στα πλαίσια διενέργειας επενδυτικών εργασιών, καθώς και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχειρίσεως. Περαιτέρω, μεταξύ των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών από το Συνεγγυητικό, οι οποίες αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997 είναι α) η επενδυτική υπηρεσία διαχειρίσεως επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους από τους αναφερόμενους στο άρθρο 2 παρ. 1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλαδή τα χρήματα και β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία από το Συνεγγυητικό (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων. Κατά την ορθή δε ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου και για να είναι αυτή συμβατή με την οδηγία 97/9/ΕΚ από την άποψη της αρχής της αποτελεσματικότητας, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και την διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά τον χρόνο ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του Συνεγγυητικού προς αποζημίωση. Αντιθέτως, και σε αρμονία προς την ως άνω οδηγία, δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η ΕΠΕΥ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματιστηριακών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω οδηγία. Τοιουτοτρόπως, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στη σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Δεν γεννάται αστική ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από πράξη ή παράλειψη οργάνου τους, η οποία έγινε κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει τεθεί χάριν του γενικού συμφέροντος. Τέτοια νοείται η διάταξη που αφορά αμέσως και αποκλειστικώς το δημόσιο συμφέρον όχι, όμως, και η διάταξη, η οποία έχει μεν τεθεί χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά θεμελιώνει παραλλήλως και δικαίωμα υπέρ ορισμένου προσώπου, διότι στην περίπτωση αυτή η προσβολή του δικαιώματος τούτου ή η παρακώλυση του δικαιούχου στην άσκησή του από ενέργεια ή παράλειψη δημοσίου οργάνου ή οργάνου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που αντιβαίνει στην εν λόγω διάταξη, δημιουργεί αξίωση σε βάρος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για αποκατάσταση της ζημίας που επήλθε στο δικαιούμενο αποζημιώσεως. Εξ άλλου, τοιαύτη παράβαση συνιστά και η παράβαση κανόνων του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου. Η ιδιαίτερη φύση της κρατικής εποπτείας επί των επενδυτικών επιχειρήσεων, ως πολύπλοκης και ιδιαιτέρως δυσχερούς κρατικής εν ευρεία εννοία δραστηριότητας, δεν συνδυάζεται με τη λειτουργία της διατάξεως του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., όπως αυτή έχει μέχρι σήμερα ερμηνευθεί και εφαρμοσθεί. Τούτο δε, διότι οι ιδιαιτερότητες της κρατικής αυτής δραστηριότητας, όπως θεσπίζεται και οργανώνεται από τις διατάξεις που εκτίθενται σε προηγούμενες σκέψεις – οι οποίες διακρίνονται για την πολυπλοκότητά τους, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα του αποτελέσματος του εποπτικού ελέγχου, ο οποίος αποβλέπει προεχόντως στην εύρυθμη λειτουργία της επενδυτικής αγοράς, με τη διασφάλιση της φερεγγυότητας των ΕΠΕΥ, αντανακλαστικά δε, μέσω αυτού του ελέγχου, καταλήγει να προστατεύει εμμέσως τους επενδυτές – διαφοροποιεί ουσιωδώς.

2. Επειδή [...] ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 1367/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών [...] Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των ήδη αναιρεσειουσών και της ήδη αναιρεσίβλητης Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (νπδδ) κατά της */2003 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η μεν έφεση των αναιρεσειουσών απορρίφθηκε, η δε έφεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε, αφού δικάσθηκε, η από 20.12.2002 αγωγή αυτών. Με την απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εν λόγω αγωγή και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου νπδδ να καταβάλει σε αυτές τα ποσά των * και * ευρώ, αντιστοίχως ως αποζημίωση κατά τα αρ. 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, για τη ζημία που υπέστησαν από την μη άσκηση, κατά τους ισχυρισμούς των της προσήκουσας εποπτείας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης σε επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), με τις οποίες οι αναιρεσείουσες είχαν καταρτίσει συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου.

    10. Επειδή, όπως συνάγεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις της οδηγίας 97/9/ΕΚ, ο κοινοτικός νομοθέτης όρισε τους κανόνες εγκαθίδρυσης ενός ελάχιστου εναρμονισμένου πλαισίου προστασίας των επενδυτών έναντι της αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς αυτούς. Με την εν λόγω οδηγία ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε την δημιουργία από τα κράτη - μέλη ενός συστήματος προστασίας των επενδυτών δια της παροχής αποζημιώσεως αυτών, καθόρισε δε ως ελάχιστη αποζημίωση το ποσό των 20.000 ECU ανά επενδυτή. Το ποσό αυτό έκρινε ότι ήταν κατάλληλο και πρόσφορο, για την κάλυψη των σχετικών ζημιών των μικρών επενδυτών, αφού συνεκτίμησε και την δέουσα προσοχή που θα έπρεπε αυτοί να επιδεικνύουν κατά την δραστηριοποίησή τους στην αγορά. Τα σύστημα αυτό οργανώθηκε με τον ν. 2533/1997, με τον οποίο η οδηγία 97/9/ΕΚ ενσωματώθηκε, κατά τα εκτεθέντα, στην ελληνική έννομη τάξη με την καθιέρωση ενός μηχανισμού, με τον οποίο αναδιαρθρώθηκε το υφιστάμενο «Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών» του ν.δ. 3078/1954 και μετονομάσθηκε σε «Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών», με διακριτικό τίτλο «Συνεγγυητικό», το οποίο είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί υπό την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και το κεφάλαιό του σχηματίζεται από τις εισφορές των μελών του, μέλη του δε είναι οι ΕΠΕΥ, καθώς και τα μέλη του ΧΑΑ, μετέχουν δε υποχρεωτικώς στο Συνεγγυητικό, η συμμετοχή τους δε αυτή είναι προϋπόθεση για την παροχή των καλυπτόμενων υπηρεσιών. Το Συνεγγυητικό έχει χαρακτήρα εξασφαλιστικό και αποβλέπει στην καταβολή μιας ελάχιστης αποζημιώσεως στους επενδυτές που υφίστανται ζημία λόγω αδυναμίας των ΕΠΕΥ, που υπάγονται στον μηχανισμό αυτό, να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους πελάτες τους, για οποιονδήποτε λόγο, ήτοι ανεξαρτήτως του αν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε παράνομες ή εσφαλμένες ενέργειες της εταιρίας ή σε πλημμελή άσκηση της κρατικής εποπτείας ή σε αντικειμενικούς παράγοντες. Με τον εν λόγω μηχανισμό ρυθμίζονται οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις, καθώς και η διαδικασία αποζημιώσεως των επενδυτών. Η ελάχιστη προβλεπόμενη από την εν λόγω οδηγία αποζημίωση ήταν 20.000 ecu, ήδη δε ανέρχεται [...] σε 30.000 ευρώ. Το ποσό της απαιτήσεως του εντολέα μειώνεται κατά το ποσό που υπάρχει γι’ αυτόν ασφαλιστική κάλυψη από ιδιωτικό ή δημόσιο ή εγγυοδοτικό φορέα. Σε περίπτωση που καταβάλλεται από το Συνεγγυητικό σε εντολέα ή αντισυμβαλλόμενο αποζημίωση, τότε τούτο υποκαθίσταται στην θέση του εντολέα ή αντισυμβαλλομένου μέχρι του ποσού της καταβληθείσας αποζημιώσεως. Πόροι του Συνεγγυητικού είναι εισφορές των ΕΠΕΥ, τακτικές ή έκτακτες, δωρεές, έσοδα από ρευστοποίηση απαιτήσεων του Συνεγγυητικού και τα έσοδα που προκύπτουν από τη διαχείριση της περιουσίας του. Εξ άλλου, από τις προεκτεθείσες διατάξεις των δύο οδηγιών συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία διαχειρίσεως επενδυτικού χαρτοφυλακίου υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε με τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία ρητώς παραπέμπει, πρέπει δηλαδή να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλεισμένων (αρ. 1 σημείο 4 της οδηγίας και 2 παρ. 6γ του ν. 2396/1996). Εκ τούτων έπεται ότι μόνη η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται την δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχειρίσεως επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητώς παραπέμπει, κατά τα εκτεθέντα, η οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντίστοιχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση χρηματοπιστωτικών μέσων του αρ. 2 παρ. 1 α (ί) του ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας διαχειρίσεως. β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της την προστασία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών, σύμφωνα με τις εντολές του, είτε οι επενδυτικές αυτές εργασίες έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση της λειτουργίας της ΕΠΕΥ είτε όχι. Αντιθέτως, η ως άνω οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε ΕΠΕΥ κεφαλαίων που δεν γίνεται στα πλαίσια διενέργειας επενδυτικών εργασιών, καθώς και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχειρίσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, μεταξύ των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών από το Συνεγγυητικό, οι οποίες αναφέρονται περιοριστικά στο αρ. 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997 είναι α) η επενδυτική υπηρεσία διαχειρίσεως επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους από τους αναφερόμενους στο αρ. 2 παρ. 1 α (ί), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλαδή τα χρήματα και β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία από το Συνεγγυητικό (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων. Κατά την ορθή δε ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου και για να είναι αυτή συμβατή με την οδηγία 97/9/ΕΚ από την άποψη της αρχής της αποτελεσματικότητας, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και την διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά τον χρόνο ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρίας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του Συνεγγυητικού προς αποζημίωση. Αντιθέτως, και σε αρμονία προς την ως άνω οδηγία, δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η ΕΠΕΥ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματιστηριακών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω οδηγία. Τοιουτοτρόπως, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στη σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (πρβλ. ΑΠ 11/2013 Ολομέλεια).

12. Επειδή, με την από 20.12.2002 αγωγή τους και το προς ανάπτυξη αυτής υπόμνημα, οι αναιρεσείουσες υποστήριξαν ότι η παράλειψη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να ασκήσει τον προσήκοντα και έγκαιρο έλεγχο στις συνδεόμενες ως άνω επιχειρήσεις είναι παράνομη και ως εκ τούτου δικαιούνται να αποζημιωθούν για την ζημία που υπέστησαν, κατά τις διατάξεις των αρ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Ειδικότερα, υπεστήριξαν ότι η «Τ. ΑΕΛΔΕ» λειτουργούσε παράνομα από την ίδρυσή της μέχρι την 25.5.2000, δεδομένου ότι μεταξύ των σκοπών της ήταν και η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στο κοινό, για την οποία χρειαζόταν ειδική άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Παρ’ όλα αυτά η Επιτροπή, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας, άφησε την εταιρία αυτή να λειτουργεί ως εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ώστε στηριζόμενη στη νομιμοφάνειά της να προσεγγίσει τις αναιρεσείουσες και μέσω των συνδεόμενων με αυτήν επιχειρήσεων («Τ.W.I. S.A.» και «Α. ΕΠΕΥ»), οι οποίες επίσης λειτουργούσαν παράνομα, να τους αποσπάσει ιδιαίτερα μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία ουδέποτε επεστράφησαν. Ειδικότερα, η μεν «Τ.W.I. S.A.» δραστηριοποιούνταν παράνομα στην Ελλάδα παρέχοντας επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου, καθόσον δεν είχε λάβει την απαιτούμενη κατά το αρ. 4 παρ. 1 του ν. 2396/1996 άδεια λειτουργίας, ούτε είχε λάβει σχετική άδεια για την παροχή των υπηρεσιών αυτών από την χώρα καταγωγής της (Λουξεμβούργο), ώστε να λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ως κοινοτική εταιρία, ενώ η «Α. ΕΠΕΥ» δεν πληρούσε τις σχετικές προϋποθέσεις για την χορηγηθείσα σε αυτήν άδεια λειτουργίας, για το λόγο ότι δεν υπήρχαν δυο τουλάχιστον έμπειρα και αξιόπιστα πρόσωπα που θα διεύθυναν τις δραστηριότητές της, περαιτέρω δε και λόγω της μη ορθολογιστικής διοικητικής οργάνωσής της, όπως απαιτείται από τη νομοθεσία και την 6161/86/15.10.1996 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Πέραν τούτων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέλειψε να ασκήσει εγκαίρως τα εποπτικά της καθήκοντα και στην «Α. ΕΠΕΥ» υπό την έννοια του συνεχούς ελέγχου της εταιρίας αυτής και την άρση της άδειας λειτουργίας της, για το λόγο ότι η οργανωτική δομή, τα τεχνοοικονομικά μέσα και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για την χορήγηση της άδειας αυτής, διαπιστώσεις στις οποίες η Επιτροπή προέβη πολύ αργότερα και ενώ η ζημία των αναιρεσειουσών είχε ήδη επέλθει. Κατά τους ισχυρισμούς τους [...] η λήψη μέτρων εκ μέρους της Επιτροπής, με την έκδοση σχετικών αποφάσεων για την ανάκληση των αδειών λειτουργίας τους ή την επιβολή προστίμων σε βάρος τους έλαβε χώρα μόλις το έτος 2002 χωρίς να έχει ασκηθεί διαρκής και αποτελεσματικός έλεγχος αυτών, παρά τη στενή σύνδεση μεταξύ των τριών ως άνω επιχειρήσεων. Εν όψει δε του ότι οι παραλείψεις αυτές οδήγησαν τις αναιρεσείουσες σε επένδυση των χρημάτων τους σε μη νομίμως λειτουργούσες εταιρίες και αποτέλεσαν την πρόσφορη αιτία για την επέλευση της ζημίας τους, αυτές ζήτησαν να αποζημιωθούν κατά τα αρ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Επίσης οι αναιρεσείουσες ανέφεραν ότι προσεγγίστηκαν αρχικά μέσω της «Τ. Α.Ε.», η οποία τους υπέδειξε να επενδύσουν τα χρηματικά τους κεφάλαια στην «Τ.W.I. S.A.». Τοιουτοτρόπως, μεταξύ της τελευταίας αυτής εταιρίας και των αναιρεσειουσών καταρτίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 26.10.1999 έως 13.11.2001, οι προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις διαχείρισης προσωπικού χαρτοφυλακίου εγγυημένης αποδόσεως. Ακολούθως, [...] με τη μεσολάβηση της «Τ. ΑΕΛΔΕ» υπογράφηκαν στις 13.11.2001 συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και αντίστοιχες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης μεταξύ κάθε μίας από τις αναιρεσείουσες και της «Α. ΕΠΕΥ». Οι συμβάσεις αυτές καταρτίσθηκαν προς υποκατάσταση των μεταξύ των ήδη αναιρεσειουσών και της «Τ. ΑΕΛΔΕ» καταρτισθεισών συμβάσεων [...] Το δικάσαν πρωτοδικείο έκρινε ως νόμω βάσιμη την αγωγική τους αξίωση, περαιτέρω δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους και τους επιδίκασε τελικώς τα ποσά των 48.504,77 και 110.066 ευρώ αντιστοίχως [...]. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις τόσο οι αναιρεσείουσες, όσο και η αναιρεσίβλητη Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς [...]

    13. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων το δικάσαν εφετείο έκρινε ως ακολούθως: Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ασκώντας την κατασταλτική εποπτεία, ενήργησε αμέσως και χωρίς βραδύτητα, ευθύς ως έλαβε γνώση της ανώνυμης καταγγελίας σε δημοσιογράφο της εφημερίδας «Ημερήσια» περί της παροχής παράνομων επενδυτικών υπηρεσιών από την ημεδαπή εταιρία «Τ. ΑΕΛΔΕ» και την εδρεύουσα στο Λουξεμβούργο, συνδεόμενη και συνεργαζόμενη με αυτήν, συμμετοχική εταιρία «Τ.W.I. S.A.» και προέβη σε έκτακτο έλεγχο στις 22 και 23.10.2001, ο οποίος κατέληξε, σε προσωρινή ανάκληση της αδείας λειτουργίας της ημεδαπής αυτής εταιρίας [...] και τελικά σε οριστική ανάκληση [...] και σε επιβολή προστίμου 146.735 δραχμών στην αλλοδαπή (κοινοτική) εταιρία [...] και, ως εκ τούτου, έκρινε το διοικητικό εφετείο, ότι δεν στοιχειοθετείτο παράνομη παράλειψη της εποπτείας αυτής. Επίσης το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείτο παράνομη παράλειψη ασκήσεως από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε χρόνο προγενέστερο της καταγγελίας, του κατασταλτικού ελέγχου προς διαπίστωση της αφανούς, μη προκυπτούσης δηλαδή από τα επίσημα βιβλία και στοιχεία, και παράνομης αυτής δραστηριότητας των δύο αυτών εταιριών, καθόσον δεν προέκυπτε η ύπαρξη δημοσιεύματος, πληροφορίας ή ικανής και διαδεδομένης φήμης για τη συγκεκριμένη ή άλλη παράνομη επενδυτική δραστηριότητα των εταιριών αυτών. Επίσης ενόψει του ότι από τη διαφημιστική καταχώριση [...] στην εφημερίδα «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» υπό τον τίτλο «Τ.Χ.Ο.», χωρίς την απαιτούμενη για τον όρο «Όμιλος» άδεια, αλλά και την απάντηση της εποπτευομένης εταιρίας «Τ. ΑΕΛΔΕ» ότι ο τίτλος «Χ.Ο.» ήταν σπουδαιοφανής τίτλος, που είχε σκοπό στην αποτελεσματικότερη προσέλκυση πελατών, δεν ανέκυπτε ούτε ως φήμη η ύπαρξη και άλλων εταιριών, συνδεομένων και συνεργαζομένων με την ως άνω ΑΕΛΔΕ, όπως η «Α. ΕΠΕΥ» και η αλλοδαπή «Τ.W.I. S.A.», η οποία μάλιστα δεν ήταν καν χρηματιστηριακή εταιρία, ως μη διαθέτουσα τέτοια άδεια λειτουργίας ούτε στο Λουξεμβούργο, ούτε, εξ άλλου ανέκυπτε η ύπαρξη άλλων πληροφοριών ή καταγγελίας περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την εποπτευόμενη χρηματιστηριακή εταιρία «Τ. ΑΕΛΔΕ» ούτε και η άσκηση αφανούς χρηματιστηριακής δραστηριότητας από αυτήν, όσο και από άλλες εταιρίες του κατά την ανωτέρω δημοσίευση ομίλου. Περαιτέρω, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η εξάντληση της εποπτικής δραστηριότητας της Ε.Κ. στην υπόδειξη δημοσιεύσεως [...] διευκρινιστικής δηλώσεως στην ίδια εφημερίδα περί παροχής μόνο υπηρεσιών λήψης και διαβίβασης εντολών και διόρθωση του τίτλου «Όμιλος», καθώς και στην μετά από τροποποίηση του καταστατικού, κατάργηση του σκοπού της επ’ ανταλλάγματι παροχής επενδυτικών συμβουλών σε τρίτους και μεταβολή της επωνυμίας και του διακριτικού τίτλου σε ΑΕΛΔΕ, σύμφωνα με την άδεια που διέθετε, τα οποία έγιναν, χωρίς η Ε.Κ. να αναζητήσει επιμόνως άλλα μέλη του ομίλου και να προβεί σε αυτεπάγγελτο έλεγχο των δραστηριοτήτων τους, δεν στοιχειοθετείτο από τα ανωτέρω, κατά την κρίση του εφετείου, παράνομη παράλειψη αυτής να ασκήσει κατασταλτικό έλεγχο, ικανή να θεμελιώσει ευθύνη αποζημιώσεως των αναιρεσειουσών. Εξ άλλου, η χορήγηση άδειας λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην «Τ. ΑΕΛΔΕ» το έτος 1996, πριν από την ισχύ του ν. 2396/1996, και στην «Α. ΕΠΕΥ» το έτος 1998, χωρίς να ερευνηθεί η ύπαρξη στενών δεσμών μεταξύ των τριών εταιριών του ομίλου, δεσμοί οι οποίοι, κατά τα εκτεθέντα υπήρχαν, και χωρίς να παρατεθεί κρίση αν εκ της υπάρξεως αυτών παρεμποδίσθηκε η άσκηση της εποπτικής λειτουργίας από την Ε.Κ. (αρ. 29 παρ, 4 του ν. 2396/1996), καθώς και χωρίς την παράθεση τέτοιος κρίσεως στη σχετική αδειοδοτική απόφαση, οι παραλείψεις δε αυτές δεν συνιστούν, κατά την κρίση του εφετείου, παράλειψη άσκησης προληπτικού ελέγχου, με τη σκέψη ότι τέτοια έρευνα και αιτιολογία είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως περί χορηγήσεως άδειας (δυσμενής διοικητική πράξη) και όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση που χορηγήθηκε άδεια (ευμενής διοικητική πράξη). Πέραν δε τούτων, δεν προέκυπτε από τα στοιχεία που είχε υπόψη της η Ε.Κ. κατά το χρόνο που χορηγήθηκαν οι άδειες αυτές, η ύπαρξη των πράγματι συνδεομένων και συνεργαζομένων αυτών εταιριών, καθώς και της αλλοδαπής «Τ.W.I. S.A.», και ότι οι μεταξύ τους δεσμοί παρεμπόδιζαν την αποτελεσματική άσκηση της εποπτικής λειτουργίας της Ε.Κ. επί των εταιριών αυτών, ούτε άλλωστε αποδεικνύετο από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι παρεμποδίσθηκε η άσκησή της. Περαιτέρω, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης χορήγησης άδειας λειτουργίας της «Α. ΕΠΕΥ», η εταιρία αυτή διέθετε τουλάχιστον δύο έμπειρα στελέχη και αξιόπιστα πρόσωπα για να διευθύνουν τις δραστηριότητές της, καθ’ όσον ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής είχαν θεωρητική κατάρτιση και εμπειρία στη διαχείριση και διεύθυνση επιχειρηματικών μονάδων σύμφωνα με τα βιογραφικά τους σημειώματα και τα ατομικά ερωτηματολόγια που συνυποβληθήκαν, καθώς και ορθολογιστική οργάνωση σύμφωνα με το σχέδιο οργανογράμματος και το ερωτηματολόγιο της εταιρίας, που επίσης είχαν κατατεθεί. [...] Πέραν τούτων, η διενέργεια αυτεπάγγελτου ελέγχου στην «Α. ΕΠΕΥ» στις 5.11.2001, με αφορμή την έρευνα στη συνεργαζόμενη εταιρία «Τ. ΑΕΛΔΕ», με κατάληξη στη συνέχεια στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας της με βάση τα πορίσματα και τις διαπιστώσεις του ελέγχου, κατά τον χρόνο διενεργείας του, ως προς την οργανωτική δομή, τα τεχνικοοικονομικά μέσα, τους μηχανισμούς ελέγχου, δεν ενέχει αδράνεια της Ε.Κ. ως προς την άσκηση της ελεγκτικής δραστηριότητας, καθ’ όσον μέχρι τότε, παρά τη διαρκή παρακολούθηση της λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και των δραστηριοποιούμενων εταιριών (Οδηγία 93/22/ΕΟΚ, αρ. 8), δεν υπήρχαν ενδείξεις, φήμες ή πληροφορίες για τη λειτουργία της και την παράνομη αφανή χρηματιστηριακή δραστηριότητά της σε προγενέστερο χρόνο, πριν δε την 5.11.2001 η έλλειψη και μόνο της μη νομοθετημένης επενδυτικής επιτροπής (συμβουλευτικού οργάνου), δεν αποτελούσε επαρκή νόμιμο λόγο για ανάκληση, νωρίτερα, της άδειας λειτουργίας της, ενόψει δε αυτών το εφετείο έκρινε ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβληθέντα από τις αναιρεσείουσες. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η συντέλεση παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της σχετικά με την ύπαρξη, σύσταση και δραστηριότητα των προαναφερόμενων δύο ελληνικών χρηματιστηριακών εταιριών, αλλά και τη δραστηριότητα στην Ελλάδα της κοινοτικής συμμετοχικής εταιρίας και, ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε η νόμιμη προϋπόθεση αποζημιώσεως των αναιρεσειουσών από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά τα αρ. 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, για τη ζημία που υπέστησαν από τις συναλλαγές τους και τις διαδοχικές συμβάσεις με τις πιο πάνω εταιρίες [...]. Με τις σκέψεις αυτές το δικάσαν διοικητικό εφετείο [...] δέχθηκε την έφεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, εξαφάνισε την 15526/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και, ακολούθως δίκασε την αγωγή αυτών και την απέρριψε.

    14. Επειδή, κατά τα παγίως κριθέντα, από τις διατάξεις των αρ. 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α΄ 164) συνάγεται ότι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ευθύνεται σε αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του από τις οποίες επήλθε ζημία τρίτου, για εκείνες, δηλαδή, τις πράξεις και παραλείψεις με τις οποίες παραβιάσθηκε ορισμένη διάταξη νόμου που προστατεύει δικαίωμα ή συμφέρον αυτού που ζημιώθηκε, εφόσον η παράνομη αυτή ενέργεια έγινε κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης στο όργανο δημόσιας υπηρεσίας. Δεν γεννάται, αντιθέτως, αστική ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει τεθεί χάριν του γενικού συμφέροντος. Τέτοια νοείται η διάταξη που αφορά αμέσως και αποκλειστικώς το δημόσιο συμφέρον όχι, όμως, και η διάταξη, η οποία έχει μεν τεθεί χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά θεμελιώνει παραλλήλως και δικαίωμα υπέρ ορισμένου προσώπου, διότι στην περίπτωση αυτή η προσβολή του δικαιώματος τούτου ή η παρακώλυση του δικαιούχου στην άσκησή του από ενέργεια ή παράλειψη δημοσίου οργάνου ή οργάνου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που αντιβαίνει στην εν λόγω διάταξη, δημιουργεί αξίωση σε βάρος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για αποκατάσταση της ζημίας που επήλθε στο δικαιούμενο αποζημιώσεως (ΣτΕ 3783/2014 επταμ., 1422/2006, 900, 2692/2001, 28, 979/2000, 2891/1999, 2763/1999. 1920/1993 κ.α.). Εξ άλλου, τοιαύτη παράβαση συνιστά και η παράβαση κανόνων του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου.

    15. Επειδή, το αρ. 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002 ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από τη δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους ή νπδδ, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα κατά το Σύνταγμα ανεκτά όρια προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια, όταν η αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους ή νπδδ. Περαιτέρω, το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμένουν άνευ αποκαταστάσεως ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες κρατικού οργάνου ή νπδδ (ΣτΕ 3783/2014 επταμ., πρβλ. 1501/2014 Ολομ.).

    16. Επειδή, η ιδιαίτερη φύση της κρατικής εποπτείας επί των επενδυτικών επιχειρήσεων, ως πολύπλοκης και ιδιαιτέρως δυσχερούς κρατικής εν ευρεία εννοία δραστηριότητας, δεν συνδυάζεται με τη λειτουργία της διατάξεως του αρ. 105 ΕισΝΑΚ, όπως αυτή έχει μέχρι σήμερα ερμηνευθεί και εφαρμοσθεί. Τούτο δε, διότι οι ιδιαιτερότητες της κρατικής αυτής δραστηριότητας, όπως θεσπίζεται και οργανώνεται από τις διατάξεις που εκτίθενται σε προηγούμενες σκέψεις, οι οποίες διακρίνονται για την πολυπλοκότητά τους, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα του αποτελέσματος του εποπτικού ελέγχου, ο οποίος αποβλέπει προεχόντως στην εύρυθμη λειτουργία της επενδυτικής αγοράς, με τη διασφάλιση της φερεγγυότητας των ΕΠΕΥ, αντανακλαστικά δε, μέσω αυτού του ελέγχου, καταλήγει να προστατεύει εμμέσως τους επενδυτές – διαφοροποιεί ουσιωδώς τη δραστηριότητα αυτή της Διοικήσεως από τις λοιπές κρατικές δραστηριότητες. Συνεπώς, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της εποπτικής λειτουργίας στην επενδυτική αγορά, η αποκατάσταση της ζημίας που τυχόν προέρχεται από την πλημμελή άσκηση εποπτείας επί των επενδυτικών επιχειρήσεων δύναται να επιδιωχθεί μόνον με ανάλογη εφαρμογή του αρ. 105 ΕισΝΑΚ, υπό την έννοια ότι, για μεν τη θεμελίωση της αστικής ευθύνης του κράτους ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου απαιτείται η συνδρομή πρόσθετων προϋποθέσεων, η δε αποζημίωση που δύναται να επιδικασθεί στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται να είναι πλήρης, αλλ’ αρκεί να είναι εύλογη. Ειδικότερα, η ευθύνη προς αποζημίωση που τυχόν προκαλείται από τη συγκεκριμένη κρατική λειτουργία - δραστηριότητα ή τοιαύτη νπδδ, η οποία ασκείται σε πεδίο δραστηριότητας που ενέχει σημαντικούς εγγενείς κινδύνους οικονομικής βλάβης για όσους, εκουσίως, άλλωστε, εκτίθενται σε αυτούς, μετέχοντας στην επενδυτική αγορά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο τρόπος ασκήσεως της ιδιότυπης αυτής δραστηριότητας (κρατικής ή νπδδ), κατά κανόνα, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των οργάνων της κρατικής εξουσίας ή του ν.π.δ.δ., δεν προσιδιάζει με την αντικειμενική ευθύνη των οργάνων του Κράτους, που καθιερώνει το αρ. 105 ΕισΝΑΚ, το οποίο, όπως καταστρώνεται από το νόμο, αγνοεί τις δυσχέρειες της ασκήσεως του εποπτικού έργου, στο πλαίσιο του οποίου η αρμόδια αρχή εποπτείας απολαμβάνει μεν ευρεία και ουσιαστική εξουσία, η επιτέλεση, όμως, της αποστολής της απαιτεί τη διενέργεια πολύπλοκων οικονομικοτεχνικής φύσεως σταθμίσεων και γίνεται, κατά κανόνα, κατ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας. Οι ιδιαιτερότητες της ως άνω δραστηριότητος, κρατικής ή νπδδ δεν συνάδουν, περαιτέρω, ούτε με την αρχή της πλήρους αποζημιώσεως την οποία, κατ’ αρχήν, καθιερώνει η ως άνω διάταξη του αρ. 105 του ΕισΝΑΚ, δεδομένου ότι η τυχόν αναγνώριση υποχρεώσεως περί πλήρους αποζημιώσεως των επενδυτών επενδυτικών εταιριών, οι οποίες κατέστησαν αφερέγγυες και λόγω πλημμελούς ασκήσεως εποπτείας από τα όργανα του Κράτους ή νπδδ, θα ισοδυναμούσε, κατ’ ουσίαν, με την υποκατάσταση της εποπτικής αρχής στη θέση της επενδυτικής επιχειρήσεως και κατ’ επέκταση με την μετακύλιση των υποχρεώσεών της στο Κράτος ή στο νπδδ, αφού η ζημία των ως άνω επενδυτών στην περίπτωση αυτή συνίσταται είτε στην απομείωση είτε στην εκμηδένιση της αξίας του επενδυτικού χαρακτήρα συμβολαίων τους ως συνέπεια της αφερεγγυότητας της επενδυτικής επιχειρήσεως, στην οποία αυτοί είναι επενδυτές. Οι ανωτέρω εκτεθείσες ιδιαιτερότητες στην άσκηση της κρατικής εν ευρεία εννοία εποπτείας επί των επιχειρήσεων αυτών, οι οποίες τη διαφοροποιούν ως κρατική εν ευρεία εννοία δραστηριότητα από τις λοιπές μορφές κρατικής δραστηριότητας θα επέβαλλαν, συνεπώς, προκειμένου να ικανοποιηθεί η συνταγματική επιταγή του αρ. 4 παρ. 5 του Συντάγματος και για να μη μείνει άνευ αποκαταστάσεως η ζημία που προκαλείται σε επενδυτές επενδυτικής εταιρίας από πλημμελή άσκηση εποπτείας (ΣτΕ 3783/2014 επταμ., πρβλ. 1501/2014 Ολομ.), την ανάλογη εφαρμογή του αρ. 105 ΕισΝΑΚ, υπό την έννοια ότι η ευθύνη του Δημοσίου ή νπδδ προς αποζημίωση να μπορεί να γεννηθεί όχι με οποιαδήποτε παρανομία της Διοικήσεως αλλά μόνον σε περίπτωση προδήλου και βαρέος σφάλματος, δηλαδή σε περίπτωση προφανούς και σοβαρής παρανομίας των εποπτικών οργάνων και με την καταβολή στους πληττόμενους επενδυτές όχι πλήρους αλλά μόνον εύλογης αποζημιώσεως (ΣτΕ 3783/2014 επταμ.).

    17. Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών και κατά τα γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ανωτέρω ποσό των επενδυμένων κεφαλαίων που αξιώνουν ως αποζημίωση για την ζημία, την οποία υπέστησαν από την παράλειψη, κατά τους εν λόγω ισχυρισμούς τους, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να ασκήσει τον προσήκοντα και έγκαιρο έλεγχο στην παράνομη δράση των εταιριών του ομίλου «Τ.», μεταφέρθηκε τελικώς βάσει των από 13.11.2001 συμβάσεων στην Α. ΕΠΕΥ, η οποία ετέθη υπό το καθεστώς της ειδικής εκκαθαρίσεως του αρ. 4 του ν. 1806/1988, κατόπιν ανακλήσεως της αδείας της με την υπ’ αριθ. 7/234/27.12.2001 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Για την ανωτέρω, όμως, ζημία τους δεν είναι δυνατόν οι αναιρεσείουσες να αποζημιωθούν από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, το οποίο, κατά τα εκτεθέντα σε προηγούμενες σκέψεις ικανοποιεί τις απαιτήσεις του αρ. 4 παρ. 5 του Συντάγματος και αποτελεί μηχανισμό κατάλληλο για την αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται από την άσκηση της ως άνω εποπτικής δραστηριότητος. Τούτο δε, διότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα η ως άνω επενδυτική δραστηριότητα των αναιρεσειουσών δεν αφορούσε επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως προσδιορίσθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 10, αλλά επενδύσεις για εγγυημένες αποδόσεις, οι οποίες δεν εμπίπτουν, κατά τα εκτεθέντα, στο μηχανισμό του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, περί του οποίου προβλέπουν οι διατάξεις του ν. 2533/1997, ο οποίος αφορά ενσωμάτωση της οδηγίας 97/9/ΕΚ στην ελληνική έννομη τάξη. Με τα δεδομένα αυτά, αποκλειομένης, δηλαδή, της υπαγωγής της ενδίκου επενδυτικής περιπτώσεως στο μηχανισμό του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, τότε τυγχάνουν, εν προκειμένω ανάλογης εφαρμογής οι διατάξεις των αρ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ για την ικανοποίηση των επίδικων αποζημιωτικών αξιώσεων των αναιρεσειουσών, υπό τον όρο ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της προηγουμένης σκέψεως, να πρόκειται, δηλαδή, όχι για οποιαδήποτε παρανομία της Εποπτευούσης Αρχής, αλλά μόνον για περίπτωση προδήλου και βαρέος σφάλματος, δηλαδή να πρόκειται περί προφανούς και σοβαρής παρανομίας των εποπτικών οργάνων, οπότε στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται στους πληττόμενους επενδυτές όχι πλήρης, αλλά μόνον εύλογη αποζημίωση.

    18. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων στη σκέψη 13, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι εν προκειμένω δεν προέκυψε παρανομία των εποπτικών οργάνων, όσον αφορά τον έλεγχο των πιο πάνω τριών εταιριών κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, είναι ορθή, ανεξαρτήτως επί μέρους αιτιολογιών. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η αναιρεσίβλητη Εποπτική Αρχή παρέβη τις κατά νόμον υποχρεώσεις της, διότι ουδόλως άσκησε καθ’ όλο το ανωτέρω περιγραφόμενο χρονικό διάστημα τις νόμιμες υποχρεώσεις της ελέγχου των εν λόγω εταιριών. Ως εκτίθεται, όμως στη σκέψη 12 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσίβλητη μόλις έλαβε τις παραπάνω πληροφορίες περί παρανόμου συμπεριφοράς των εταιριών αυτών (22.10.2001), ενήργησε ευθύς αμέσως, διενεργώντας τους αναγκαίους ελέγχους (22-23.10.2001 και 5.11.2001), και προέβη στις αναγκαίες ανακλήσεις αδειών και την επιβολή των απαραιτήτων προστίμων. Εν όψει των ενεργειών αυτών, αλλά και των εκτεθέντων, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 16 ότι η αρμόδια Εποπτική Αρχή απολαμβάνει «... ευρεία και ουσιαστική εξουσία, η επιτέλεση, όμως, της αποστολής της απαιτεί τη διενέργεια πολύπλοκων οικονομικοτεχνικής φύσεως σταθμίσεων και γίνεται, κατά κανόνα, κατ’ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, ...», ουδόλως προέκυψε βαρύ και πρόδηλο σφάλμα των οργάνων της αναιρεσίβλητης Αρχής, πράγμα το οποίο θα ήταν αναγκαίο για την ανάλογη εφαρμογή, εν προκειμένω, του αρ. 105 του ΕισΝΑΚ, με τα δεδομένα δε αυτά ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται τέτοιο σφάλμα των οργάνων της αναιρεσίβλητης ως προς την άσκηση του εποπτικού της έργου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

    19. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται, περαιτέρω, ότι το δικάσαν εφετείο έσφαλε και, ως εκ τούτου, η απόφασή του είναι αναιρετέα, διότι συγχέει την προληπτική και κατασταλτική εποπτεία της Εποπτευούσης Αρχής, εσφαλμένως δε έκρινε ότι για να επέμβει αυτή κατασταλτικώς απαιτείται καταγγελία ή ύπαρξη σχετικής φήμης ή δημοσίευση στον τύπο, ενώ ουδόλως απήντησε στον ουσιώδη, κατ’ αυτές ισχυρισμό, ότι η Α. ΕΠΕΥ ούτε ορθολογική οργάνωση ούτε επενδυτική επιτροπή διέθετε, εξ άλλου δε παρανόμως αντέστρεψε το σχετικό βάρος της αποδείξεως περί τηρήσεως όλων των ανωτέρω υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης στις αναιρεσείουσες. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι ουδόλως προβάλλεται με αυτούς ότι υπήρξε εν πρoκειμένω βαρύ και πρόδηλο σφάλμα των οργάνων της αναιρεσίβλητης, πράγμα το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την ανάλογη εφαρμογή του αρ. 105 του ΕισΝΑΚ.

Διά ταύτα απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...