Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Έννοια εγγράφου, μαγνητοταινίες, e-mail, ΚΟΚ παραβίαση.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 228/ 2012 Δνη 53 (2012).990.
 
 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή- εισηγητή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Αυτοκινητικό ατύχημα. Σύγκρουση αυτοκινήτου με αμαξοστοιχία. Αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου. Δικονομία πολιτική. Αναιρετικοί λόγοι. Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου. Προϋποθέσεις παραδεκτού του λόγου αυτού. Εννοια του εγγράφου που αποτελεί παραδεκτό αντικείμενο του λόγου αυτού. Δεν στοιχειοθετούν την έννοια του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου τα έγγραφα που αποτυπώνουν άλλα αποδεικτικά μέσα, (όπως π.χ. αυτοψία ή μάρτυρες).
Μηχανικές απεικονίσεις (κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες κλπ), θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα. Οι βιντεοταινίες συνιστούν ιδιωτικό έγγραφο. Η περιεχόμενη σε βιντεοκασέτα δήλωση του τρίτου, αποτελεί μαρτυρία αυτού, η οποία συνιστά μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο. Αδικοπρακτική ευθύνη για αποζημίωση. Εννοια της υπαιτιότητας. Η αμέλεια ως μορφή υπαιτιότητας. Παράνομη συμπεριφορά με τη μορφή της παραλείψεως. Αιτιώδης συνάφεια. Συνιστά αόριστη νομική έννοια και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη αυτής ή μη υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Η παραβίαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος. 

Ι. Με την κρινόμενη 136/21-4-2009 αίτηση με τους ιδιαίτερο, 107/30-6-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 2360/25-10-2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 22036/19-6-2002 δικόγραφο αγωγών εφέρεντο προς διάγνωση αξιώσεις αποζημιώσεως και Χρηματικής ικανοποιήσεως των δι` αυτών εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με θεμελιωτική αυτών βάση το ιστορούμενο αυτοκινητικό ατύχημα. Επί των εν λόγω υποκειμενικώς σωρευομένων αγωγών (ΚΠολΔ 74) εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 17591/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 2668/29-6-2006 έφεση του εναγουσών, η 2360/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ` ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως, την 5947/9-3-2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσ/νίκης, που επικαλούνται ο, ενάγουσες και λήφθηκε νομότυπα μετά από προηγούμενη κλήτευση των εναγομένων κατ` αρθρ. 270 Κ.Πολ.Δ. (βλ. τις 5992/5-3-2007 και 11205/2-3-2007 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης ... και στο Πρωτοδικείο Πειραιά ... αντίστοιχα), και η οποία νομίμως προσκομίζεται για πρώτη φορά ενώπιόν του Εφετείου (αρθρ.529 Κ.Πολ.Δ.) και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας (η προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες βίντεο-κασέτα δε λαμβάνεται υπόψη, διότι περιέχουσα δήλωση τρίτου, οδηγού φορτηγού), δε συνοδεύεται από γραφτό κείμενο που να περιέχει τις ομιλίες που έχουν αποτυπωθεί σ` αυτή με πιστοποίηση αρμοδίου οργάνου, που να βεβαιώνει την ακρίβεια της μεταφοράς, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Στις 29- 6-2000 και περί ώρα 13:00 η πρώτη ενάγουσα, οδηγώντας το αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της γ` ενάγουσας, στο οποίο επέβαινε η δεύτερη ενάγουσα, εκινείτο στην Παλαιά Εθνική οδό Θεσ/νίκης - Κιλκίς με κατεύθυνση προς Κιλκίς. Την ίδια ώρα ο α` εναγόμενος οδηγούσε την αριθ. ...  επιβατική αμαξοστοιχία του γ` εναγομένου, με σύνθεση πέντε οχημάτων ( βαγονιών ) που εκτελούσε το προγραμματισμένο δρομολόγιο Δράμας - Θεσ/νίκης. Στην χιλιομετρική θέση 17+485 της σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία τέμνεται στο σημείο αυτό με την ως άνω Παλαιά Εθνική οδό, υπάρχει ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, η οποία επισημαίνεται με σύστημα φωτεινών σηματοδοτών και κινητά ημιδιαφράγματα (μπάρες), τα οποία λειτουργούν αυτόματα με τη διέλευση της αμαξοστοιχίας. Η οδός στο σημείο της διασταύρωσης παρουσιάζει σε σχέση με την πορεία του Ι.Χ. κλειστή στροφή δεξιά, ενώ στην πορεία της αμαξοστοιχίας υπάρχει αριστερή στροφή. Οταν η ενάγουσα έφτασε στο ύψος της διαβάσεως, προ της οποίας υπάρχουν ενδεικτικές πινακίδες Ρ-2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας ) και Κ-36 ( αναγγελία κινδύνου λόγω άμεσης γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης ), παρά το γεγονός ότι ο φωτεινός σηματοδότης είχε ερυθρό φως και τα διαφράγματα κατεβασμένα, δε σταμάτησε την πορεία του αυτοκινήτου, αλλά εισήλθε ανέλεγκτα σ` αυτή παρακάμπτοντας το ημιδιάφραγμα με ελιγμούς και ενώ βρισκόταν πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές και στην αρχή αυτών, προσέγγισε τη διάβαση η αμαξοστοιχία. Ο οδηγός αυτής έκανε χρήση των ηχητικών σημάτων, και επεχείρησε σε τροχοπέδηση, πλην όμως δεν κατέστη δυνατό να αποφευχθεί η σύγκρουση και έτσι επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος της αμαξοστοιχίας στην εμπρόσθιο αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, το οποίο αφού έκανε περιστροφή περί του άξονα του ακινητοποιήθηκε εκτός διάβασης στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Οι ως άνω συνθήκες του ατυχήματος πλήρως αποδεικνύονται από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, ιδιαίτερα δε από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, που απεικονίζουν την πορεία των οχημάτων και το σημείο συγκρούσεως. Ακόμη από την 29-6-2006 ένορκη προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα G. S., Ιταλού υπηκόου, ο οποίος καταθέτει σαφώς ότι τα φανάρια ήταν αναμμένα κόκκινα και η διάβαση κλειστή. Το αντίθετό δε συνάγεται από την προανακριτική υπόθεση που αναφέρει ότι τα δίφρακτα ήταν σε κάθετη θέση, αφού ο ίδιος όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας είχε δηλώσει στους προστρέξαντες αστυνομικούς ότι οι μπάρες ήταν σε οριζόντια θέση. Η πεποίθηση δε ότι η διάβαση ήταν κλειστή ενισχύεται από τον κόκκινο σηματοδότη αλλά και από την απορία που εκφράζει ο μάρτυρας για τη μη διακοπή της πορείας της ενάγουσας οδηγού. Επίσης και ο μάρτυρας Π. Χ. που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και κατά την προανάκριση, προϊστάμενος της αμαξοστοιχίας που επέβαινε σ` αυτή, δίπλα στον πρώτο εναγόμενο μηχανοδηγό, κατέθεσε ότι η διάβαση λειτουργούσε κανονικά. Αλλωστε και αν τα διαφράγματα δε λειτούργησαν κανονικά, από μόνη τη λειτουργία του κόκκινου σηματοδότη, η οποία προκύπτει χωρίς ενδοιασμό, παράγεται αυτοτελής και προτασσόμενη κατ` αρθρ. 27 περ.1γ του Κ.Ο.Κ. υποχρέωση διακοπής της πορείας και επανεκκίνησης, αφότου ο σηματοδότης μεταβληθεί σε πράσινο. Ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι το σύστημα διάβασης δε λειτούργησε παντελώς, δεν ανταποκρίνεται στην ουσία των πραγμάτων, καθόσον δε βεβαιώθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία η αλήθεια αυτού. Η κατάθεση του μάρτυρα των εναγουσών Ε. Χ. που περιέχεται στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, ο οποίος δηλώνει αυτόπτης και καταθέτει ότι το σύστημα διάβασης δε λειτούργησε, δε δύναται να παράσχει πίστη στο Δικαστήριο, καθόσον ο εν λόγω μάρτυρας δε φέρεται ως αυτόπτης στην έκθεση αυτοψίας, ούτε εξετάστηκε κατά την προανάκριση. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποκλειστική υπαίτια του ατυχήματος είναι η πρώτη ενάγουσα οδηγός του αυτοκινήτου, διότι από έλλειψη της προσοχής εισήλθε σε κλειστή σιδηροδρομική διάβαση παρά την ύπαρξη απαγορευτικών ενδείξεων, παραβιάζοντας την προτεραιότητα της αμαξοστοιχίας (αρθρ. 27§1,α, γ,δ Κ.Ο.Κ.). Ουδεμία αμέλεία βαρύνει τους δύο πρώτους εναγόμενους (μηχανοδηγό και υπεύθυνο συντήρησης αντίστοιχα), προστηθέντες του τρίτου εναγομένου, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, αφού αφενός μεν η αμαξοστοιχία κινούνταν κανονικά με ταχύτητα 50 km την ώρα, με ανώτατο όριο επιτρεπόμενης ταχύτητας στην ως άνω χιλιομετρική θέση 100 km την ώρα και κατά την ημέρα του ατυχήματος σε 60 km λόγο κατάστασης της οδού (βλ. το από 4-1-2001 έγγραφα του τεχνικού τμήματος του τρίτου εναγομένου, με το προσαρτώμενο αντίγραφο ταχυμετρικής ταινίας), και προέβη σε ακαριαία πέδηση, μειώνοντας την ταχύτητα στα 35,794 ίση όταν αντελήφθη το αυτοκίνητο, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα, αφετέρου δε η διάβαση ήταν κλειστή και επομένως η κίνηση της ενάγουσας απρόβλεπτη και εύλογα μη αναμενόμενη από το μηχανοδηγό". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθείσες εκκαλούσες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ` αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι με το κύριο και πρόσθετο δικόγραφο λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432- 465 επ. αποδεικτικό έγγραφο. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η αυτοψία και οι μάρτυρες (ΚΠολΔ 339, 355 επ, 393 επ). Επομένως η προσβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραμορφώσεως του περιεχομένου των εγγράφων αποτυπώσεως (α) της διενεργηθείσης αυτοψίας και (β) της προανακριτικής καταθέσεως του μάρτυρα G. S., ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτη. Ομοια αξιολογείται η παράλληλα προσβαλλόμενη, χωρίς την διατύπωση επικουρικότητας και επομένως κατά τρόπο αντιφατικό και απαράδεκτο, με το πρόσθετο δικόγραφο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με την έννοια της μη λήψεως υπόψη της έκθεσης αυτοψίας. Ομοια αρνητικά αξιολογείται, ως αλυσιτελής, η αυτή αναιρετική αιτίαση αναφορικά με το περιεχόμενο του προχείρου σχεδιαγράμματος, στο οποίο, κατά το αναιρετήριο, η κίνηση του αυτοκινήτου απεικονίζεται σε ευθεία κίνηση, χωρίς την πραγματοποίηση ελιγμού για την είσοδο του εντός των διαφράκτων της διαβάσεως, γεγονός το οποίο, κατά τους αναιρεσείοντες, επιβεβαιώνει τον αγωγικό τους ισχυρισμό ότι τα διαφρακτά δεν λειτούργησαν και ήσαν ανοικτά. Ειδικότερα το εν λόγω έγγραφο δεν ήταν ικανό να διαφοροποιήσει την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον κατά την ορθή επάλληλη αιτιολογία του από μόνη της λειτουργία του ερυθρού σηματοδότη παράγεται αυτοτελής και προτασσόμενη υποχρέωση διακοπής της πορείας του αυτοκινήτου (ΚΟΚ 27 παρ. 1 γ`).

 II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ`ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα ποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β` ολΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρονται η αναιρετική αιτίαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 444 αρ. 3 ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μη κανονική απεικόνιση. Στην έννοια των μη κανονικών απεικονίσεων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών ή ακουστικών εντυπώσεων, που πραγματοποιούνται με οποιοδήποτε μηχανικό μέσο. Έτσι, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 444 αρ. 3 ΚΠολΔ, θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα και οι βιντεοταινίες ή βιντεοκασέτες, οι οποίες και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο με τις προϋποθέσεις που λαμβάνεται υπόψη κάθε ιδιωτικό έγγραφο. Η περιεχόμενη σε βιντεοκασέτα δήλωση τρίτου αποτελεί μαρτυρία αυτού, η οποία δεν δόθηκε κατά τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο. Πρόκειται επομένως για μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρεπτώς λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται συμπληρωματικώς, εφόσον ανελέγκτως κρίνει το δικαστήριο της ουσίας και μνημονεύει στην απόφασή του ότι δεν μπόρεσε να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρως δικανικής πεποιθήσεως από την αξιολόγηση μόνο των νομίμων αποδεικτικών μέσων (ΚΠολΔ 270 παρ. 2 εδ.), εκτός αν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη πάντοτε κρίση του, εκτιμήσει και βεβαιώσει ότι πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, μαρτυρία τρίτου η οποία δόθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στην μεταξύ άλλων πολιτική δίκη. Για την κατά το άρθρο όμως 432 ΚΠολΔ αναγνωσιμότητα της περιεχομένης σε βιντεοκασέττα μαρτυρίας τρίτου είναι αναγκαία η αποτύπωσή της σε έγγραφο κείμενο, με πιστοποίηση της ακρίβειας της μεταφοράς, χωρίς να υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να διατάξει περί τούτων την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή την κατ` άρθρο 254 ΚΠολΔ επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως. Με το μοναδικό παραδεκτώς προβαλλόμενο λόγο του προσθέτου δικογράφου (η παράλληλη αναφορά στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι εντελώς γενική και αόριστη) διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 511 αρ. 11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε (α) την από 1-6-2001 συμπληρωματική ένορκη προανακριτική κατάθεση της πρώτης των αναιρεσειουσών και τρεις (3) φωτογραφίες αυτόπτων μαρτύρων του ατυχήματος, αποδεικτικά μέσα που συνδέονται με την αξιολόγηση του με στοιχ. (γ) αποδεικτικού μέσου, για το οποίο γίνεται λόγος στη συνέχεια, (β) την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης 1210/9-3-2007 ένορκη βεβαίωση του Ε. Χ., μετά από νομότυπη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων, κατά τις συνταχθείσες προς τούτο 5992/5-3-2007 και 11205/2-3-2007 εκθέσεις επιδόσεως. Από τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης σχετικές περί τούτου αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι πρόκειται περί της αυτής ένορκης βεβαιώσεως, η οποία, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται με τον αριθμό 5947/9-3-2007, η μόνη άλλωστε που είχε στην διάθεση του δικαστηρίου της ουσίας, με ειδική αναφορά στη συνέχεια και αξιολόγησή της. Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, ως και την ένορκη βεβαίωση του Ε. Χ., με ειδική αναφορά και αξιολόγησή της, εκτιμώμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ` αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και τα εν λόγω αποδεικτικά, μέσα (γ) την περιεχόμενη στην βιντεοκασέττα δήλωση του αυτού Ε. Χ. ότι δεν λειτούργησε το σύστημα της διαβάσεως, αφού ήταν ανοικτό και δεν δούλευαν τα φανάρια, στην οποία προέβη μετά το ατύχημα στο τηλεοπτικό σταθμό TV 100. To τελευταίο αυτό με στοιχ. (γ) αποδεικτικό μέσο δεν λήφθηκε υπόψη σε συνεπεία με την ανέλεγκτη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την ορθή αιτιολογία της ότι η βιντεοκασέττα δεν προσκομίζεται σε αποτύπωσή της σε έγγραφο κείμενο, με παράλληλη πιστοποίηση της ακρίβεια μεταφοράς. Αλλωστε η αρνητική αξιολόγηση από απόψεως αξιοπιστίας της αντίστοιχου περιεχομένου ένορκης βεβαιώσεως του εμμέσως ενέχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι στο αυτό αποδεικτικό πόρισμα θα κατέληγε αν ελάμβανε υπόψη και το εν λόγω με στοιχ. (γ) αποδεικτικό μέσο. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ελέγχεται στο σύνολό της ως αβάσιμη.

 III. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αγιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300,330, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το αρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν ή αποκλείουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Οι σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνουν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το κατ` ορθή εφαρμογή των άρθρων 914, 330 ΑΚ και 27 παρ. γ` του ΚΟΚ καταληκτικό αποδεικτικό της πόρισμα για (αποκλειστική) υπαιτιότητα της πρώτης των αναιρεσειουσών στην υπό τις ιστορούμενες συνθήκες επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, σε συνέπεια με την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της, ότι η τελευταία, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και κινούμενη στην Παλαιά Εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Κιλκίς, με κατεύθυνση προς Κιλκίς, κατά την προσέγγισή της στην Χιλιομετρική θέση 17+ 485 της σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία τέμνεται στο σημείο αυτό με την Παλαιά Εθνική οδό και υπάρχει ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, με ενδεικτικές πινακίδες Ρ- 2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας) και Κ-36 (αναγγελία κινδύνου λόγω άμεσης γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης), δεν ακινητοποίησε το οδηγούμενο από αυτή όχημα, παρά το γεγονός ότι ο φωτεινός σηματοδότης είχε ερυθρό φως και τα διαφράγματα ήταν κατεβασμένα, αλλά εισήλθε ανέλεγκτα εντός της διαβάσεως, παρακάμπτοντες το ημιδιάφραγμα με ελιγμούς, με αποτέλεσμα, κατά την απόπειρα της διελεύσεως υπό τις συνθήκες αυτές από την διάβαση και ενώ το οδηγούμενο από αυτήν όχημα βρισκόταν στις σιδηροδρομικές γραμμές, να επιπέσει στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά αυτού με το εμπρόσθιο μέρος της αμαξοστοιχίας, που εκτελούσε το προγραμματισμένο δρομολόγιο Δράμας - Θεσ/νίκης, κινούμενη με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 Χλ/ωρ, παρά την χρήση από τον μηχανοδηγό αυτής πρώτο των αναιρεσιβλήτων των ηχητικών σημάτων και τη μείωση της ταχύτητας, με τροχοπέδηση, στα 35,794 Χλ/ωρ. Επομένως η διατυπούμενη με τον απομένοντα προς έρευνα πρώτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη.

 Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό τω 2.700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την 136/21-4-2009 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 107/30-6-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2360/25-10-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
 Και
 Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.

Παρατηρήσεις Ιωάννης Στ. Δεληκωστόπουλος, Λέκτορας Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών (σελ. 990 επ)
 
Ι. Μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.

1. Στην πολιτική δίκη ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα χαρακτηρίζονται τα επώνυμα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (συμπεριλαμβανομένων, πλέον, των ενόρκων βεβαιώσεων - βλ. Κ. Καλαβρό, Πολιτική Δικονομία, 3η έκδοση, 2012, 363), «που υστερούν σε μια από τις διαδικαστικές προϋποθέσεις του κύρους τους» (Ν. Παϊσίδου, Έννοια και λειτουργία των τεκμηρίων στην πολιτική δίκη, Τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και τα δικαστικά τεκμήρια, Ένωση Ελλήνων Δικονομολόγων, 27ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Κως Σεπτέμβριος 2002, 2003, επιμέλεια Ε. Γιαννακάκις σ. 170). Με άλλες λέξεις, τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα «είναι οι παθολογικές μορφές εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ» (Παϊσίδου, Η έννοια.των μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων και η ένταξη τους στο νέο άρθρο 270 ΚΠολΔ, ΕλλΔνη 2002. 647 επ., 654). Συγκεκριμένα, ένα νόμιμο επώνυμο αποδεικτικό μέσο (βλ. Στ Πανταζόπουλο, ΕλλΔνη 2003. 83) ή, κατά άλλη διατύπωση, ένα μη αθεμήτως κτηθέν αποδεικτικό μέσο (Π. Γέσιου-Φαλτσή/Χ. Απαλαγάκη/Π. Αρβανιτάκης, Η νέα διαδικασία του ΚΠολΔ στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, 2004, σ. 150) που πάσχει ως προς τις διαδικαστικές προϋποθέσεις του κύρους του καθίσταται μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο.
2. Τέτοιες περιπτώσεις ατελών αποδεικτικών μέσων αποτελούν (για την τυπολογία βλ. Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα - Μακρίδου, Ερμηνεία Ι, άρθρο 270 αριθ. 6· Π. Κολοτούρο, Θεωρητικά ζητήματα της δικονομικής αποδείξεως και το πρόβλημα των ατύπων ή ατελών αποδεικτικών μέσων, Τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και τα δικαστικά τεκμήρια, Ένωση Ελλήνων Δικονομολόγων, 27ο Πανελλήνιο Συνέδριο, ο.α, σ. 61 επ., 110-112- Β. Ρήγα, Η θέση της ελληνικής νομολογίας ως προς τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και τα τεκμήρια, Τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και τα δικαστικά τεκμήρια, Ένωση Ελλήνων Δικονομολόγων, 27ο Πανελλήνιο Συνέδριο, ο.π., σ. 211 επ., ιδίως 230 επ.· Ν. Νίκα, Πολιτική Δικονομία II, 2005, σ. 569 επ, Γ. Νικολόπουλο, Δίκαιο αποδείξεως, Β' έκδοση, 2011, σ. 371-2) τα ανυπόγραφα έγγραφα (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 186/2001 ΕλλΔνη 2001. 1547 επ., 1548, ΟλΑΠ 15/2003 ΝοΒ 2004. 1169, σημείωση Φ. Δωρή (Ιδιόγραφες ανυπόγραφες σημειώσεις για δαπάνες που έγιναν'), ΑΠ 548/2006 Δ 2006. 1181), συμπεριλαμβανομένων των ανυπόγραφων και αχαρτοσήμαντων κειμένων της απομαγνητοφώνησης μαγνητοταινίας (ΑΠ 886/2000 ΕλλΔνη 2001. 390), τα ανεπικύρωτα αντίγραφα ιδιωτικών εγγράφων (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 89/2011 ΝοΒ 2011. 1302), τα ξενόγλωσσα χωρίς μετάφραση έγγραφα (βλ. άρθρο 454 ΚΠολΔ - από τη νομολογία βλ. ΑΠ 971/2001 ΕλλΔνη 2003. 128, ΕφΠειρ 884/2005 (Εισηγητής Δ. Κράνης) ΕλλΔνη 2006. 1100 επ., 1101), το μη θεωρημένο από την αρμόδια ΔΟΥ μισθωτήριο (ΟλΑΠ 13/1998 ΕλλΔνη 1998. 81), οι εξαιρετέοι μάρτυρες (βλ. π.χ. ΑΠ 1354/1998 ΕλλΔνη 1999. 296 και βλ. Κ. Μπέη, Η διαλεκτική του δικονομικού δικαίου, Συμβολές στην Ερμηνεία του ΚΠολΔ, IV, 1999, σ. 127), η ατελής κατά τον τύπο πραγματογνωμοσύνη και το φωτοαντίγραφο σελίδων εμπορικού βιβλίου που προσκομίστηκε από τον εκδότη του, αλλά δεν είναι συντεταγμένο σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους (έτσι, Νίκας, Πολιτική Δικονομία II, σ. 519, υποσημείωση 128. Βλ. ΑΠ 1479/2011 (Εισηγητής Α. Σταυράκης] ΕΠολΔ 2/2012. 184 επ., παρατηρήσεις Δεληκωστόπουλου, 186 επ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπως προκύπτει από την απόφαση του Αρείου Πάγου υπ' αριθ. 1479/2011, ο διάδικος είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί φωτοαντίγραφα του γενικού του ημερολογίου επικυρωμένα από δικηγόρο (χωρίς να αναγράφεται τίνος εγγράφου είναι φωτοαντίγραφο) στα οποία δεν αναγραφόταν οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή εκτός από την επίδικη.
3. Στην ίδια κατηγορία των μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων εντάσσεται, όπως εκρίθη από το ΑΙ Τμήμα του Ακυρωτικού, η περιεχόμενη σε βιντεοκασέτα δήλωση τρίτου που αποτελεί μαρτυρία αυτού και η οποία δεν δόθηκε κατά τον οριζόμενο από το νόμο τρόπο. Πρόκειται για μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρεπτά λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται συμπληρωματικά, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 270 § 2 ΚΠολΔ). Πράγματι, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφια α' και β' ΚΠολΔ (βλ. Κ. Καλαβρό/Στ. Σταματόπουλο- Χαμηλοθώρη - Δεληκωστόπουλο, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 270, υπό δημοσίευση) κατά την τακτική διαδικασία το δικαστήριο μπορεί, με μόνο τον περιορισμό των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ (οι κανόνες των άρθρων 393 επ. δεν εφαρμόζονται στις ειδικές διαδικασίες Βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή/Χ. Απαλαγάκη/Π. Αρβανιτάκη, ο.π., σ. 79-80- Δεληκωστόπουλο, Η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων από τον δικαστή στην πολιτική δίκη, 2004, σ. 16- Π. Αρβανιτάκη, Αρχή των νομικών αποδείξεων και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (μετά τον ν. 2915/2001), Σύγχρονα ζητήματα αποδείξεως στην πολιτική δίκη, Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος 56, 2006, σ. 137-8- Κ. Μακρίδου, Δικονομία εργατικών διαφορών, 2009, σ. 188. Από τη νομολογία βλ. ΑΠ 496/1998 ΕλλΔνη 1998. 1587), για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμάελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφόσον απαιτείται συμπληρωματικά η προσφυγή του σ' αυτά τα αποδεικτικά μέσα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι απαιτείται η συμπληρωματική προσφυγή σε μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, προκύπτει «αυτονοήτως» (ΑΠ 89/2001 ο.π.) όταν το δικαστήριο προσφεύγει σ' αυτά και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Ο αναιρετικός έλεγχος υφίσταται βέβαια, μεταξύ άλλων, ως προς την προϋπόθεση της νομιμότητας του αποδεικτικού μέσου.
 
II. Βιντεοκασέτες, μαγνητοταινίες και ηλεκτρονικά έγγραφα.

4. Κατά το άρθρο 444 αρ. 3 ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες (μαγνητοταινίες) και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση. Στην έννοια των μη κανονικών απεικονίσεων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών ή ακουστικών εντυπώσεων, που πραγματοποιούνται με οποιοδήποτε μηχανικό μέσο. Έτσι, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 444 αρ. 3 ΚΠολΔ, θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα και οι βιντεοταινίες ή βιντεοκασέτες, οι οποίες και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο με τις προϋποθέσεις που λαμβάνεται υπόψη κάθε ιδιωτικό έγγραφο. Το ιδιωτικό έγγραφο το οποίο θέλει να μεταχειριστεί ο διάδικος για απόδειξη πρέπει να υποβάλλεται στο πρωτότυπο με όλο το περιεχόμενο του, το δικαστήριο όμως μπορεί να λάβει υπόψη επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου (άρθρο 453 § 1 ΚΠολΔ)..Αν η γνησιότητα της βιντεοκασέτας ή και κάθε μηχανικής απεικόνισης αμφισβητηθεί, τότε ο διάδικος που την προσάγει και την επικαλείται φέρει το βάρος απόδειξης της γνησιότητας του περιεχομένου της (άρθρο 457 § 4 ΚΠολΔ). Η απόδειξη αυτή μπορεί να γίνει, όπως για κάθε ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 458 ΚΠολΔ), με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο (έτσι, Μπέης, Πολιτική Δικονομία ΙΙΒ, σ. 1750), «επομένως και διά μαρτύρων» (ΑΠ 876/1976 ΝοΒ 1977. 337. Βλ. και Νικολόπουλο, Δίκαιο αποδείξεως, ο.π., σ. 342), χωρίς να υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να ακούσει τη μαγνητοταινία ή να δει τη βιντεοκασέτα ή να διατάξει πραγματογνωμοσύνη (έτσι, ΑΠ 876/1976 ο.π.) ή να διατάξει την κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Συνοψίζοντας γι' αυτό το θέμα, η περιεχόμενη σε βιντεοκασέτα δήλωση τρίτου αποτελεί μαρτυρία αυτού, η οποία δεν δόθηκε κατά τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο. Τούτο διότι για την αναγνωσιμότητα της περιεχόμενης σε βιντεοκασέτα μαρτυρίας τρίτου είναι αναγκαία η αποτύπωση της σε έγγραφο κείμενο, με πιστοποίηση της ακρίβειας της μεταφοράς. Πρόκειται επομένως εδώ, όπως εκρίθη, για μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο. 
5. Άλλη κατηγορία των μηχανικών απεικονίσεων (για τον ορισμό βλ. άρθρο 444 § 2 ΚΠολΔ, για την αποδεικτική δύναμη πρβλ. άρθρο 448 § 2 και § 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 445 ΚΠολΔ) αποτελούν, στο ισχύον δίκαιο, τα ηλεκτρονικά έγγραφα και τα e-mail. Τα αντίγραφα αυτών που εκτυπώνονται από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή λαμβάνονται υπόψη ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004. 724, ΑΠ 405/2008 ΕΠολΔ 5/2008.657, παρατηρήσεις Γ Κόντη) και μπορούν να στηρίξουν (χωρίς να αποκλείεται η προσβολή τους ως πλαστών), εξαιτίας της κατ' αρχήν μοναδικής για κάθε χρήστη ηλεκτρονικής διεύθυνσης που ουσιαστικά αναπληρώνει την ιδιόχειρη υπογραφή, την έκδοση διαταγής πληρωμής (βλ. ενδεικτικά ΔΠλΜΠρΑΘ 1327/2001 ΝοΒ 2001. 866 επ., ΔΕΕ 4/2001. 377 επ., ΔΠλΜΠρΑΘ 6302/2004 Αρμεν. 2005. 239 επ., ΔΠλΜΠρΑΘ 1932/2011 ΕΠολΔ 5/2011. 688 επ., παρατηρήσεις Κονιη, 691 επ. Βλ. επίσης Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα - Ποδηματά, Ερμηνεία II, άρθρο 623, αριθ. 35 (για την έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει ίαχ). Για την έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει της εκτύπωσης, που αποτελεί πρωτότυπο έγγραφο, του αποσπάσματος των μηχανογραφικά τηρούμενων εμπορικών βιβλίων που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή της τράπεζας βλ. ΑΠ 1117/2002, ΑΠ 1022/2003 ΕλλΔνη 2004. 90. Γενικότερα βλ. Στ. Κουσούλη, Σύγχρονες μορφές έγγραφης συναλλαγής, 1992 Δ. Μανιώτη, Η ψηφιακή υπογραφή ως μέσο διαπιστώσεως της γνησιότητας των εγγράφων στο αστικό δικονομικό δίκαιο, 1998 Κ. Χριστοδούλου, Τρία νέα ζητήματα του δικαίου των ηλεκτρονικών εγγράφων μετά το σχέδιο νόμου ηλεκτρονικές υπογραφές, Δ 2000. 1006 επ,, ιδίως 1011 επ. Στ. Κουσούλη, Ηλεκτρονικό έγγραφο και ηλεκτρονική υπογραφή. Οι σύγχρονες εξελίξεις, Σύγχρονα ζητήματα αποδείξεως στην πολιτική δίκη, Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος 56, 2006, σ. 211 επ. Δεληκωστόπουλο, Η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων από τον δικαστή, ο.π., σ. 117 επ.).
6. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το επικυρωμένο κατά το νόμο αντίγραφο του e-mail το οποίο περιέχεται στο σκληρό δίσκο του παραλήπτη «αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη-αποστολέα του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 445 του ΚΠολΔ» (έτσι, π.χ. ΕφΑΘ 32/2011 ΕΠολΔ 6/2011. 756 επ., παρατηρήσεις Κόντη, 757 επ.). Το ίδιο ισχύει, κατ' ορθή θέση (Νικολόπουλος, ο.α, σ. 347 και σ. 308-9) μετά τον ν. 3994/2011, για το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων βουλήσεως των μερών (άρθρο 445 εδάφιο β' ΚΠολΔ) στις μηχανικές απεικονίσεις που περιέχουν δηλώσεις, εφόσον η γνησιότητα των μηχανικών απεικονίσεων αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε (ένα ηλεκτρονικό έγγραφο μπορεί να είναι έγγραφο ή μηχανική απεικόνιση ή και τα δύο. Βλ. Δεληκωστόηουλο, Η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, ο.α, σ. 117-8). Η κύρια απόδειξη περί του αντιθέτου είναι επιτρεπτή (έτσι, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας - Τέντες, Ερμηνεία Ι, άρθρο 445, αριθ. 6· Νικολόπουλος, ο.α, σ. 347, υποσημείωση 331).
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...