Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Χειραγώγηση μετοχών, χρηματιστηριακή απάτη, απάτη σε βάρος του κοινού, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, ne bis in idem.

Συμβούλιο Επικρατείας, Τμήμα Δ', 1762/ 2016. Ομοίως και ΣτΕ 3134/ 2015.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2013 με την εξής σύνθεση: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, Δ. Κυριλλόπουλος, Β. Κίντζιου, Σύμβουλοι, Χρ. Σιταρά, Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδροι.

Περίληψη. Χρηματιστήριο - Διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών μέσω διενέργειας συναλλαγών -. Η διάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών είναι δυνατό να συντελείται και με τη διενέργεια συναλλαγών, σε περίπτωση κατά την οποία, με τις συναλλαγές αυτές, σκοπείται, με τη χρήση διαφόρων μεθοδεύσεων (όπως, ιδίως, με την κατάρτιση προσυνεννοημένων ή εικονικών συναλλαγών ή την τεχνητή διαμόρφωση της τιμής κλεισίματος των μετοχών), η στρέβλωση των πραγματικών δεδομένων προσφοράς και ζήτησης και η συνακόλουθη τεχνητή διαμόρφωση της τιμής και της εμπορευσιμότητας των κινητών αξιών, με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του επενδυτικού κοινού ως προς στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη διαμόρφωση των αποφάσεών του σχετικά με τη διενέργεια συναλλαγών επί των κινητών αυτών αξιών.
Η κατάρτιση δε συναλλαγών τέτοιου είδους συνιστά περίπτωση διάδοσης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, δεδομένου ότι τα ως άνω πλασματικώς διαμορφωθέντα και δυνάμενα να παραπλανήσουν το επενδυτικό κοινό στοιχεία ως προς την τιμή και την εμπορευσιμότητα των κινητών αξιών υποβάλλονται κατά τον νόμο σε δημοσιότητα και, συγκεκριμένα, απεικονίζονται στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Συναλλαγών και δημοσιεύονται στο Ημερήσιο Δελτίο Τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, με μεταγενέστερες διατάξεις, εισάγεται η έννοια της «χειραγώγησης της αγοράς» και εξειδικεύονται οι μορφές τέλεσης της σχετικής παράβασης, ορίζεται, δηλαδή, ότι η χειραγώγηση της αγοράς μπορεί να επιχειρείται τόσο με τη διενέργεια συναλλαγών, όσο και με τη διάδοση πληροφοριών, όταν με τις συναλλαγές ή τις πληροφορίες αυτές είναι δυνατό να δοθούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις ως προς την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή χρηματοπιστωτικού μέσου.

    3. Επειδή, στο άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991 (Α΄ 167), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 96 του ν. 2533/1997 (Α΄ 228), ορίζονται τα εξής: «Πρόστιμο μέχρι πεντακοσίων εκατομμυρίων (500.000.000) δρχ. επιβάλλεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δημοσιεύουν ή διαδίδουν με οποιονδήποτε τρόπο ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ως προς κινητές αξίες εισαγόμενες ή εισηγμένες σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, οι οποίες ως εκ της φύσης τους μπορούν να επηρεάσουν την τιμή ή τις συναλλαγές των αξιών αυτών. Η απλή κατάρτιση συναλλαγών επί των αξιών αυτών από πρόσωπα που λειτουργούν κατ’ επάγγελμα ως διαμεσολαβητές δεν συνιστά λόγο επιβολής διοικητικών κυρώσεων σε εφαρμογή του αμέσως προηγούμενου εδαφίου, εκτός εάν ο διαμεσολαβητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι επιχειρείτο μέσω των καταρτιζόμενων συναλλαγών η διάδοση ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών ή συνέβαλε με οποιονδήποτε πρόσθετο τρόπο στη διευκόλυνση των συναλλαγών αυτών…». Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991 καταργήθηκε μεν με το άρθρο 32 του ν. 3340/2005 (Α΄ 112/10.5.2005), στο άρθρο 32α, όμως, του ίδιου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 31 παρ. 7 του ν. 3461/2006 (Α΄ 106), ρητώς ορίσθηκε ότι αυτή εξακολουθεί να εφαρμόζεται, προκειμένου περί παραβάσεων οι οποίες είχαν λάβει χώρα μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (δηλαδή του ν. 3340/2005).

    4. Επειδή, όπως έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. 109-111/2013, 7μ., κ.ά.), η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991 αποβλέπει στη διαφύλαξη της εύρυθμης λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και την προστασία του επενδυτικού κοινού, με την αποτροπή της δημοσίευσης ή διάδοσης, με οποιονδήποτε τρόπο, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, οι οποίες είναι ικανές, ως εκ της φύσεώς τους, να επηρεάσουν την τιμή ή τις συναλλαγές επί κινητών αξιών που εισάγονται ή έχουν εισαχθεί σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, υπό την έννοια ότι είναι ικανές να ασκήσουν επιρροή στο επενδυτικό κοινό και στη διαμόρφωση των αποφάσεών του ως προς τις συναλλαγές του επ' αυτών. Εξάλλου, ο νομοθέτης δεν διακρίνει ως προς τον τρόπο διάδοσης των ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών που επιφέρουν το ως άνω αποδοκιμαζόμενο από την έννομη τάξη αποτέλεσμα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η διάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών είναι δυνατόν να συντελείται και με τη διενέργεια συναλλαγών, σε περίπτωση κατά την οποία με τις συναλλαγές αυτές σκοπείται, με τη χρήση διαφόρων μεθοδεύσεων (όπως ιδίως με την κατάρτιση προσυνεννοημένων ή εικονικών συναλλαγών ή την τεχνητή διαμόρφωση της τιμής κλεισίματος των μετοχών), η στρέβλωση των πραγματικών δεδομένων προσφοράς και ζήτησης και η συνακόλουθη τεχνητή διαμόρφωση της τιμής και της εμπορευσιμότητας των κινητών αξιών, με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του επενδυτικού κοινού ως προς στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη διαμόρφωση των αποφάσεών του σχετικά με τη διενέργεια συναλλαγών επί των κινητών αυτών αξιών. Η κατάρτιση δε συναλλαγών τέτοιου είδους συνιστά περίπτωση διάδοσης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, κατά την έννοια του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991, δεδομένου ότι τα ως άνω πλασματικώς διαμορφωθέντα και δυνάμενα να παραπλανήσουν το επενδυτικό κοινό στοιχεία ως προς την τιμή και την εμπορευσιμότητα των κινητών αξιών υποβάλλονται κατά νόμο σε δημοσιότητα και, συγκεκριμένα, απεικονίζονται στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Συναλλαγών και δημοσιεύονται στο Ημερήσιο Δελτίο Τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Επίσης, το ότι ο νομοθέτης εκκινεί από την αντίληψη ότι η διάδοση ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών μπορεί να επιχειρείται και μέσω της διενέργειας συναλλαγών, προκύπτει και από τη διατύπωση του εδαφίου β΄ της παρ. 2 του άρθρου 72 του ν. 1969/1991, με το οποίο διευκρινίζεται ότι η, κατ’ εφαρμογή του εδαφίου α΄ της ίδιας διάταξης, διοικητική κύρωση του προστίμου για την κατάρτιση συναλλαγών, με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, επιβάλλεται και σε βάρος των κατ’ επάγγελμα διαμεσολαβητών -των προσώπων, δηλαδή, που προβαίνουν καθημερινώς στην κατάρτιση μεγάλου αριθμού συναλλαγών για λογαριασμό τρίτων υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι τα πρόσωπα αυτά γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι, μέσω της διενέργειας των συναλλαγών αυτών, επιχειρείται η διάδοση ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών ή διευκόλυναν με οποιονδήποτε τρόπο τις εν λόγω συναλλαγές. Περαιτέρω, εφόσον η διενέργεια συναλλαγών με τα ανωτέρω εκτιθέμενα χαρακτηριστικά αποτελεί, κατά την έννοια του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991, περίπτωση διάδοσης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών καταλαμβανόμενη από το πεδίο εφαρμογής της ως άνω διάταξης, δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι με τις μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 3340/2005 εισάγεται η έννοια της «χειραγώγησης της αγοράς» και εξειδικεύονται οι μορφές τέλεσης της σχετικής παράβασης, ορίζεται, δηλαδή, ότι η χειραγώγηση της αγοράς μπορεί να επιχειρείται τόσο με τη διενέργεια συναλλαγών όσο και με τη διάδοση πληροφοριών, όταν με τις συναλλαγές ή τις πληροφορίες αυτές είναι δυνατόν να δοθούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις ως προς την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή χρηματοπιστωτικού μέσου. Τούτο διότι με τις ως άνω νεώτερες διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 3340/2005 σκοπήθηκε η περαιτέρω εξειδίκευση των όρων και προϋποθέσεων κολασμού της σχετικής παράβασης, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ. Η θέσπιση, όμως, της νέας αυτής ρύθμισης δεν αναιρεί το γεγονός ότι η επίμαχη συμπεριφορά, η διάδοση, δηλαδή, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών δια της διενέργειας συναλλαγών, επέσυρε και κατά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991 τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό διοικητικές κυρώσεις.

    5. Επειδή, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4.3 περ. δ΄ του κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 2396/1996 (Α΄ 73) εκδοθέντος Κώδικα Δεοντολογίας των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της 12263/Β.500/1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (Β΄ 340), οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών πρέπει, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζουν ότι «δεν θα διενεργούνται συναλλαγές ή άλλες πράξεις οι οποίες η εταιρία γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι αποβλέπουν σε στρέβλωση αγοράς κινητών αξιών, βασίζονται σε εσωτερική πληροφόρηση κατά παράβαση σχετικών διατάξεων ή, με άλλο τρόπο, στρέφονται κατά της αξιοπιστίας ή εύρυθμης λειτουργίας αγοράς κινητών αξιών». Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι γενική σε σχέση προς την προαναφερόμενη ειδική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991, συνάγεται ότι οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όπως οι ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρείες (άρθρο 23 ν. 2396/1996), οφείλουν να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια, οργανώνοντας και τα κατάλληλα συστήματα εσωτερικού ελέγχου κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 4 παρ. 4.2 περ. β΄ και 10 παρ. 10. 2 περ. δ΄ του ως άνω Κώδικα Δεοντολογίας, ώστε να μη διαμεσολαβούν στην κατάρτιση συναλλαγών για τις οποίες γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν ότι αποσκοπούν στην τεχνητή διαμόρφωση της τιμής και της εμπορευσιμότητας των κινητών αξιών (Σ.τ.Ε. 4207/2013, 1841/2011 7μ., 497/2010 7μ.).

    6. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, διενήργησε έλεγχο στις χρηματιστηριακές συναλλαγές επί της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) μετοχής της εταιρείας με την επωνυμία «... Α.Β.Ε.Τ.Ε», που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2003 μέχρι 15.3.2004, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είχε επιχειρηθεί τεχνητή διαμόρφωση της τιμής και της εμπορευσιμότητας της μετοχής αυτής. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι η χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία «...Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.», οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», συμμετείχε ως παραγγελιοδόχος κατάρτισης χρηματιστηριακών συναλλαγών, μέσω του Χ.Α.Α., στην κατάρτιση σημαντικής αξίας χρηματιστηριακών συναλλαγών επί της εν λόγω μετοχής κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η τιμή της σημείωσε αρχικά απότομη και υπερβολική άνοδο και στη συνέχεια κατέγραψε απότομη και υπερβολική πτώση. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών της χρονικής περιόδου έρευνας (71 συνεδριάσεις) ανήλθε σε 56.305 τεμάχια, ενώ ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών για τον ίδιο αριθμό συνεδριάσεων την προηγούμενη χρονική περίοδο (από 23.7.2003 μέχρι 31.10.2003) ανήλθε σε 32.128 τεμάχια, δηλαδή σημειώθηκε αύξηση κατά 75,25%. Κατά τη διάρκεια της επιμέρους χρονικής περιόδου από 1.12.2003 μέχρι και 26.1.2004, η τιμή της μετοχής παρουσίασε ποσοστιαία θετική μεταβολή της τάξης του 70,89%, ενώ την ίδια περίοδο η τιμή του Γενικού Δείκτη του Χ.Α.Α. μεταβλήθηκε θετικά κατά 12,46% και ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών σε 37 συνεδριάσεις σημείωσε αύξηση κατά 49% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο 8.10.2003 - 28.11.2003. Κατά τη διάρκεια δε της επιμέρους χρονικής περιόδου από 27.1.2004 μέχρι 15.3.2004 η τιμή της μετοχής σημείωσε πτώση κατά 55,36%, ενώ την ίδια περίοδο η τιμή του Γενικού Δείκτη του Χ.Α.Α. παρουσίασε πτώση κατά 3,34%. Κατά την ανοδική περίοδο της τιμής της μετοχής (από 1.12.2003 μέχρι και 26.1.2004), η ως άνω εταιρεία «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.» πραγματοποίησε το 42,21% (851.690 τεμάχια) του συνολικού όγκου των αγορών και το 24,59% ( 496.128 τεμάχια) του συνολικού όγκου των πωλήσεων της μετοχής, κατέχοντας την πρώτη θέση σε όγκο συναλλαγών επ’ αυτής. Το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών της εν λόγω Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. επί της μετοχής κατά την περίοδο ανόδου της τιμής της, και συγκεκριμένα τουλάχιστον το 80,01% (1.078.430 τεμάχια) του συνολικού όγκου αυτών, πραγματοποιήθηκε από 286 πελάτες της για λογαριασμό των οποίων διενεργούσε συναλλαγές η εταιρεία λήψης και διαβίβασης εντολών με την επωνυμία «...Α.Ε.Λ.Δ.Ε». Αρκετοί από τους πελάτες αυτούς κατήγγειλαν εγγράφως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι η Α.Ε.Λ.Δ.Ε. προέβαινε σε συναλλαγές επί των μετοχών της εταιρείας «... Α.Β.Ε.Τ.Ε», χωρίς προηγούμενη σχετική εντολή τους. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι οι μεν συναλλαγές μεταξύ όλων των πελατών της εταιρείας «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.» παρουσίασαν υψηλή συγκέντρωση και αποτέλεσαν το 14,71% (296.870 τεμάχια) του συνολικού όγκου συναλλαγών του Χ.Α.Α. και το 44,05% (593.740 τεμάχια) του συνολικού όγκου συναλλαγών της επί της μετοχής (1.347.818 τεμάχια), οι δε συναλλαγές που καταρτίστηκαν, μέσω της ίδιας, μεταξύ πελατών που συνδέονταν με την εταιρεία «... Α.Ε.Λ.Δ.Ε» ανήλθαν τουλάχιστον στο 10,41% (210.060 τεμάχια) του συνολικού όγκου συναλλαγών του Χ.Α.Α. και στο 31,17% (420.120 τεμάχια) του συνολικού όγκου συναλλαγών της Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. επί της μετοχής, κατά την περίοδο ανόδου της τιμής της. Επιπλέον, επί συνόλου 37 συνεδριάσεων της ίδιας χρονικής περιόδου, η ως άνω Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. συμμετείχε στις συναλλαγές που διαμόρφωναν την ημερήσια τιμή κλεισίματος της μετοχής σε 19 συνεδριάσεις, κατά το κλείσιμο των οποίων διενεργήθηκαν, μέσω αυτής, αγορές που αντιπροσώπευαν το 25,56% (221.250 τεμάχια) του όγκου συναλλαγών (865.550 τεμάχια) που διαμόρφωνε την τιμή κλεισίματος της περιόδου. Ακόμη, παρατηρήθηκε ότι, κατά την πτωτική περίοδο της τιμής της μετοχής (από 27.1.2004 μέχρι 15.3.2004), η ως άνω εταιρεία «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.» κατάρτισε χαμηλότερους όγκους συναλλαγών σε σχέση με την ανοδική περίοδο και κυρίως πωλήσεις μετοχών, πραγματοποιώντας το 8% (362.350 τεμάχια) του συνολικού όγκου συναλλαγών της μετοχής, και, συγκεκριμένα, το 4,28% (84.650 τεμάχια) του συνολικού όγκου των αγορών και το 14,03% (277.700 τεμάχια) του συνολικού όγκου των πωλήσεων. Το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών της ως άνω Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. επί της μετοχής, ανερχόμενο σε 44,73% (162.080 τεμάχια), πραγματοποιήθηκε από πελάτες της, για λογαριασμό των οποίων διενεργούσε συναλλαγές η εταιρεία «,..Α.Ε.Λ.Δ.Ε». Περαιτέρω, διαπιστώθηκε η ταυτόχρονη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου πολλών από τους πελάτες αυτούς κατά το διάστημα Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου του έτους 2003, προκειμένου να τοποθετηθούν επί της μετοχής της εταιρείας «... Α.Β.Ε.Τ.Ε» καθώς και η ταυτόχρονη και ομοιόμορφη συναλλακτική συμπεριφορά των αυτών πελατών κατά την περίοδο πτώσης της τιμής της μετοχής, με τη διενέργεια κυρίως πωλήσεων. Ακόμη, από έλεγχο των χρηματικών καρτελών δείγματος πελατών, προέκυψε ότι είχε λάβει χώρα πώληση μετοχών από το χαρτοφυλάκιο τους και αγορά μετοχών της εταιρείας «... Α.Β.Ε.Τ.Ε» της ίδιας χρηματικής αξίας καθώς και επαναλαμβανόμενη επενδυτική τακτική όχι μόνο σε έναν αλλά σε ομάδα πελατών της Α.Ε.Λ.Δ.Ε., ενώ παρατηρήθηκε και έλλειψη χρηματικών καταβολών από τον επενδυτή - πελάτη στην Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. Ενόψει των ανωτέρω, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεώρησε ότι η «...Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.» γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι συναλλαγές, που κατάρτισε για λογαριασμό των ως άνω προσώπων, παρουσίαζαν στοιχεία μεθοδεύσεων για τον τεχνητό επηρεασμό της τιμής και της εμπορευσιμότητας της μετοχής της εταιρείας «...Α.Β.Ε.Τ.Ε», τα οποία συνίσταντο αφενός στη συστηματική διενέργεια προσυνεννοημένων συναλλαγών μεταξύ των εμπλεκομένων επενδυτώνπελατών της Α.Ε.Λ.Δ.Ε. και αφετέρου στη συστηματική διενέργεια αγορών κατά το κλείσιμο συνεδριάσεων προς τεχνητή διαμόρφωση της τιμής κλεισίματος της μετοχής, με αποτέλεσμα τη διάδοση ανακριβών και παραπλανητικών πληροφοριών, οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους, μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή ή τις συναλλαγές επί της εν λόγω μετοχής. Στη συνέχεια, με την 1465/28.3.2005 επιστολή της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάλεσε την αναιρεσείουσα εταιρεία, ως οιονεί καθολική διάδοχο της εταιρείας «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.», να διατυπώσει τις απόψεις της επί ενδεχόμενης παράβασης του άρθρου 72 παρ. 2 του ν.1969/1991, οι οποίες διατυπώθηκαν με το 9475/20.4.2005 έγγραφο της εταιρείας. Κατόπιν αυτών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα προέκυψαν από τον έλεγχο και κυρίως τον τρόπο εκτέλεσης, την έκταση και τον αριθμό των χρηματιστηριακών συναλλαγών που κατάρτισε η εταιρεία «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.» για πελάτες της, συνολικά και μεταξύ τους, μετά από σχετικές εντολές που έδιδε για λογαριασμό τους η εταιρεία «... Α.Ε.Λ.Δ.Ε», καθώς και το γεγονός ότι σημαντικές συναλλαγές καταρτίστηκαν για λογαριασμό των εν λόγω πελατών κατά την ευαίσθητη περίοδο διαμόρφωσης της τιμής κλεισίματος της μετοχής, όπως και τις απόψεις της αναιρεσείουσας εταιρείας, το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την 9/367/22.12.2005 απόφασή του, έκρινε ότι η εταιρεία «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ» όφειλε να γνωρίζει και να είχε αντιληφθεί ότι, μέσω των ανωτέρω συναλλαγών που κατάρτισε για λογαριασμό των πελατών της, επεχειρείτο η διάδοση ψευδών και ανακριβών πληροφοριών, οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους, μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή και την εμπορευσιμότητα της μετοχής της εταιρείας «... Α.Β.Ε.Τ.Ε», και επέβαλε σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρείας πρόστιμο, ύψους 20.000 ευρώ, για παράβαση του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991. Προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη.

    7. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών απέρριψε τις αιτιάσεις της προσφυγής και έκρινε ότι η χρηματιστηριακή εταιρεία «...Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ» υπέπεσε στην αποδοθείσα παράβαση του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991 και νομίμως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε την ένδικη διοικητική κύρωση σε βάρος της αναιρεσείουσας, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας αυτής. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι οι συναλλαγές επί της μετοχής της εταιρείας «... Α.Β.Ε.Τ.Ε» κατά την ελεγχόμενη περίοδο, στην κατάρτιση των οποίων συμμετείχε, ως κατ’ επάγγελμα διαμεσολαβητής, η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία, «ενέχουν στοιχεία μεθοδεύσεων, και συγκεκριμένα έγιναν μετά από προσυνεννόηση των πελατών της Α.Ε.Λ.Δ.Ε. για την τεχνητή διαμόρφωση της τιμής και της εμπορευσιμότητας της συγκεκριμένης μετοχής και για τη διενέργεια αγορών στο κλείσιμο των συνεδριάσεων για την τεχνητή διαμόρφωση της τιμής κλεισίματος της μετοχής, με αποτέλεσμα τη διάδοση στο επενδυτικό κοινό, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος διαπραγμάτευσης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, ανακριβών και παραπλανητικών πληροφοριών ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα, τη ζήτηση και την τιμή της πιο πάνω μετοχής». Στην κρίση αυτή κατέληξε το Διοικητικό Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία επενδυτικής συμπεριφοράς και εκτίμησε το γεγονός ότι αυτά εμφανίζονται ταυτοχρόνως. Τα εν λόγω στοιχεία συνίστανται στα εξής: α) η συμμετοχή της εταιρείας «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.», στο συνολικό όγκο των διενεργηθεισών συναλλαγών επί της μετοχής της εταιρείας «... Α.Β.Ε.Τ.Ε» κατά την ανοδική πορεία της εμφάνιζε υψηλή συγκέντρωση, β) το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών της Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. επί της μετοχής, κατά την περίοδο ανόδου της τιμής της, πραγματοποιήθηκε από πελάτες της (συνολικά από 286 πελάτες) που δραστηριοποιήθηκαν στη μετοχή, μέσω συγκεκριμένης Α.Ε.Λ.Δ.Ε., δηλαδή της εταιρείας «...Α.Ε.Λ.Δ.Ε.», γ) αρκετοί από τους πελάτες αυτούς κοινοποίησαν έγγραφες καταγγελίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τις οποίες η Α.Ε.Λ.Δ.Ε. προέβαινε σε συναλλαγές επί της μετοχής χωρίς προηγούμενη εντολή τους, δ) οι εν λόγω συναλλαγές παρουσίασαν υψηλή συγκέντρωση και αποτέλεσαν σημαντικό ποσοστό του συνολικού όγκου συναλλαγών του Χ.Α.Α., ε) η ως άνω Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. συμμετείχε κατά σημαντικό ποσοστό στη διαμόρφωση τιμής κλεισίματος της μετοχής, και συγκεκριμένα, επί συνόλου 37 συνεδριάσεων, σε 19 συνεδριάσεις, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 25,56% (221.250 τεμάχια σε σύνολο 865.550 τεμαχίων) του όγκου συναλλαγών που διαμορφώνει την τιμή κλεισίματος της περιόδου, με τοποθέτηση μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις ανοικτών εντολών, στ) η τιμή και ο όγκος των συναλλαγών της μετοχής σημείωσαν σημαντική μεταβολή κατά τη διάρκεια της ανοδικής πορείας της, ζ) πολλοί από τους πελάτες της Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ., για λογαριασμό των οποίων πραγματοποιούσε συναλλαγές η εταιρεία «...Α.Ε.Λ.Δ.Ε.», προέβησαν, κατά την ίδια χρονική περίοδο, σε ταυτόχρονη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου τους, προκειμένου να τοποθετηθούν επί της μετοχής, η) οι εν λόγω πελάτες επέδειξαν ταυτόχρονη και ομοιόμορφη συναλλακτική συμπεριφορά και κατά την πτωτική περίοδο της τιμής της μετοχής, με τη διενέργεια κυρίως πωλήσεων και θ) από έρευνα σε δείγμα χρηματικών καρτελών πελατών διαπιστώθηκε πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου τους και αγορά μετοχών της εταιρείας «... Α.Β.Ε.Τ.Ε» της ίδιας χρηματικής αξίας καθώς και έλλειψη χρηματικών καταβολών από πλευράς του επενδυτή, όπως και επαναλαμβανόμενη επενδυτική τακτική όχι μόνο σε έναν αλλά σε ομάδα πελατών της. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν και κυρίως τον τρόπο εκτέλεσης, την έκταση και τον αριθμό των χρηματιστηριακών συναλλαγών που κατάρτισε η εταιρεία «...Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.» για λογαριασμό συγκεκριμένων πελατών της, συνολικά και μεταξύ τους, μετά από σχετικές εντολές που έδιδε για λογαριασμό τους συγκεκριμένη Α.Ε.Λ.Δ.Ε., καθώς και το γεγονός ότι σημαντικές συναλλαγές καταρτίστηκαν για λογαριασμό τους κατά τη διάρκεια της ευαίσθητης περιόδου διαμόρφωσης της τιμής κλεισίματος της μετοχής, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι ως άνω Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. «όφειλε να γνωρίζει και να είχε αντιληφθεί ότι, μέσω των πιο πάνω συναλλαγών που κατάρτισε για λογαριασμό των πελατών της, επεχειρείτο η διάδοση ψευδών και ανακριβών πληροφοριών που από τη φύση τους μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή και την εμπορευσιμότητα της μετοχής της εταιρείας «... Α.Β.Ε.Τ.Ε»».

    8. Επειδή, η κρίση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών περί νόμιμης επιβολής του ένδικου προστίμου για παράβαση του προαναφερόμενου άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991, συνισταμένη στην κατάρτιση μεθοδευμένων συναλλαγών, με τη διαμεσολάβηση της εταιρείας «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ», για τις οποίες η εν λόγω εταιρεία όφειλε να γνωρίζει ότι αποσκοπούν στον τεχνητό επηρεασμό της τιμής και της εμπορευσιμότητας της μετοχής, ερείδεται σε ορθή ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην τέταρτη σκέψη ως προς την έννοιά της. Ειδικότερα, η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης στηρίζεται στην παραδοχή ότι η διάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών ικανών να επηρεάσουν την τιμή ή τις συναλλαγές επί κινητών αξιών που εισάγονται ή έχουν εισαχθεί σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά είναι δυνατόν να συντελείται και με τη διενέργεια συναλλαγών, σε περίπτωση κατά την οποία με τις συναλλαγές αυτές σκοπείται, με τη χρήση μεθοδεύσεων, όπως η κατάρτιση προσυνεννοημένων συναλλαγών και η τεχνητή διαμόρφωση της τιμής κλεισίματος των μετοχών, η στρέβλωση των δεδομένων που αφορούν την τιμή και την εμπορευσιμότητα των κινητών αξιών και η τεχνητή διαμόρφωσή τους σε επίπεδα μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα. Κατ’ ακολουθίαν, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα νομικά και πραγματικά δεδομένα, το δικάσαν δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991 και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ’ επαναφορά του απορριφθέντος με την αναιρεσιβαλλόμενη σχετικού λόγου της προσφυγής, προβάλλεται ότι, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η διάδοση ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών μπορεί να επέρχεται ως αποτέλεσμα μόνο λεκτικών ανακοινώσεων (προφορικώς ή γραπτώς) και δεν είναι δυνατόν να συντελείται με τη διενέργεια συναλλαγών, όπως οι επίμαχες, οι οποίες έχουν τα ανωτέρω περιγραφόμενα χαρακτηριστικά.

    9. Επειδή, από την προαναφερόμενη, στην έβδομη σκέψη, αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά και οι ουσιαστικές εκτιμήσεις, βάσει των οποίων το δικάσαν δικαστήριο συνήγαγε την κρίση ότι οι συναλλαγές, στην κατάρτιση των οποίων διαμεσολάβησε η εταιρεία «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ», ήταν μεθοδευμένες και αποσκοπούσαν στη διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών ως προς την τιμή και την εμπορευσιμότητα της μετοχής. Η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, άλλωστε, αυτή δεν πλήττεται ειδικώς. Περαιτέρω, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται αναλυτικώς (βλ. έκτη και έβδομη σκέψεις) τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, βάσει των οποίων το Διοικητικό Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η ανωτέρω Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ., ως κατ’ επάγγελμα διαμεσολαβητής και επιδεικνύοντας τη δέουσα προσοχή, ήταν σε θέση να εντοπίσει και όφειλε να έχει αντιληφθεί την ύπαρξη τόσο της κοινής επενδυτικής συμπεριφοράς επενδυτών-πελατών της όσο και των μεθοδεύσεων στις επίμαχες συναλλαγές που καταρτίσθηκαν, με τη διαμεσολάβησή της, επί της μετοχής της εταιρείας «...Α.Β.Ε.Τ.Ε» κατά το ελεγχθέν διάστημα. Τα στοιχεία αυτά, εμφανιζόμενα ταυτοχρόνως, εκτιμήθηκαν συνδυαστικώς από το δικάσαν δικαστήριο, ενόψει των εν γένει συνθηκών κατάρτισης των εν λόγω συναλλαγών, και κυρίως του τρόπου εκτέλεσης, της έκτασης και του αριθμού τους. Συγκεκριμένα, στη θεμελίωση της κρίσης του δικάσαντος δικαστηρίου περί της ευθύνης της Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. συνετέλεσαν στοιχεία τεχνητού επηρεασμού της τιμής και της εμπορευσιμότητας της μετοχής, αναγόμενα στο γεγονός ότι κατά την ανοδική πορεία της τιμής της μετοχής, η οποία ήταν απότομη και υπερβολική και έλαβε χώρα κατά την αρχική (από 1.12.2003 μέχρι και 26.1.2004) περίοδο ελέγχου, η εταιρεία «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ» πραγματοποίησε, ως διαμεσολαβητής, το 42,21% του συνολικού όγκου των αγορών και το 24,59% του συνολικού όγκου των πωλήσεων της μετοχής, κατέχοντας την πρώτη θέση σε όγκο συναλλαγών επ’ αυτής, ενώ, άλλωστε, ποσοστό τουλάχιστον 80,01% του συνολικού όγκου των συναλλαγών αυτών πραγματοποιήθηκε από 286 πελάτες της Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ., για λογαριασμό των οποίων διενεργούσε συναλλαγές συγκεκριμένη Α.Ε.Λ.Δ.Ε., χωρίς προηγούμενη σχετική εντολή αρκετών εξ αυτών, όπως καταγγέλθηκε. Οι εν λόγω συναλλαγές παρουσίασαν υψηλή συγκέντρωση και αποτέλεσαν σημαντικό ποσοστό του συνολικού όγκου συναλλαγών του Χ.Α.Α. (τουλάχιστον το 10,41%, όσον αφορά τις συναλλαγές που καταρτίστηκαν, μέσω της ίδιας Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ., μεταξύ πελατών της συνδεόμενων με τη συγκεκριμένη Α.Ε.Λ.Δ.Ε.), η δε τιμή και ο όγκος των συναλλαγών της μετοχής σημείωσαν σημαντική μεταβολή κατά το ελεγχθέν χρονικό διάστημα (κατά το επιμέρους διάστημα από 1.12.2003 μέχρι και 26.1.2004, η τιμή της μετοχής παρουσίασε ποσοστιαία θετική μεταβολή της τάξης του 70,89%, ενώ την ίδια περίοδο η τιμή του Γενικού Δείκτη του Χ.Α.Α. μεταβλήθηκε θετικά κατά 12,46%). Επίσης, η Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. είχε σημαντικό ποσοστό συμμετοχής στις συναλλαγές που καταρτίστηκαν κατά την ευαίσθητη περίοδο διαμόρφωσης της τιμής κλεισίματος της μετοχής (επί συνόλου 37 συνεδριάσεων, σε 19 από αυτές, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 25,56% του όγκου των συναλλαγών αυτών), με τοποθέτηση μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις ανοικτών εντολών, ενώ πολλοί από τους πελάτες της, που συνδέονταν με την ως άνω Α.Ε.Λ.Δ.Ε., προέβησαν σε ταυτόχρονη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου τους, προκειμένου να τοποθετηθούν επί της μετοχής, επέδειξαν δε ταυτόχρονη και ομοιόμορφη συναλλακτική συμπεριφορά και κατά την πτωτική περίοδο της τιμής της μετοχής, με τη διενέργεια κυρίως πωλήσεων. Εξάλλου, κατά την ελεγχθείσα περίοδο διενεργήθηκε, σε χαρτοφυλάκια πελατών, πώληση και αγορά μετοχών της ως άνω εταιρείας ίδιας χρηματικής αξίας, χωρίς χρηματικές καταβολές καθώς και επαναλαμβανόμενη επενδυτική τακτική όχι μόνο σε έναν αλλά σε ομάδα πελατών της Α.Ε.Λ.Δ.Ε. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί της κατ’ άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991 ευθύνης της ανωτέρω Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ., ως εκ του ότι όφειλε να έχει αντιληφθεί το διαπραχθέν εγχείρημα για τον τεχνητό επηρεασμό της τιμής και της εμπορευσιμότητας της επίμαχης μετοχής κατά το ελεγχθέν τρίμηνο και πλέον διάστημα, αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην πέμπτη σκέψη, η Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. έχει την κατ’ άρθρο 4 παρ. 4.3 περ. δ΄ του Κώδικα Δεοντολογίας των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υποχρέωση να επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια, ώστε να μη διαμεσολαβεί στην κατάρτιση συναλλαγών με τις οποίες επιχειρείται η στρέβλωση των δεδομένων της χρηματιστηριακής αγοράς. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η εν λόγω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης, κατά μεταφορά των απορριφθέντων με αυτήν αντίστοιχων λόγων της προσφυγής. Οι ίδιοι δε λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατά το μέρος που με αυτούς πλήττονται ευθέως οι ανέλεγκτες αναιρετικώς, κατ’ εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου, περί πραγμάτων κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας.

    10. Επειδή, περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και οι λόγοι αναιρέσεως κατά τους οποίους οι προαναφερόμενες αιτιολογικές σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης είναι πλημμελείς, διότι, πρώτον, για τη στοιχειοθέτηση της κατ’ άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991 ευθύνης της Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ., ως κατ’ επάγγελμα διαμεσολαβητή, απαιτείται βέβαιη εκ μέρους της γνώση, κατά τον χρόνο κατάρτισης των κρίσιμων συναλλαγών, περί του ότι επιχειρείται η διάδοση ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών και δεν αρκεί η ύπαρξη μίας ή περισσότερων ενδείξεων προς τούτο και, δεύτερον, οι εν λόγω σκέψεις στηρίζονται σε στοιχεία περί καταρτίσεως συναλλαγών κατόπιν προσυνεννοήσεως πελατών της Α.Ε.Λ.Δ.Ε., τα οποία η Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. αδυνατούσε να διαγνώσει κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά τον χρόνο, δηλαδή, κατάρτισης των συναλλαγών. Επίσης, όπως ορθώς έκρινε το δικάσαν δικαστήριο, η προαναφερόμενη παραβατική συμπεριφορά της εταιρείας «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ» εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991 και νομίμως επιβλήθηκε, βάσει αυτής, η ένδικη κύρωση, πρέπει δε να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως κατ’ επίκληση του άρθρου 4 παρ. 4.3 περ. δ΄ του Κώδικα Δεοντολογίας των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991, ως ειδική, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 4 παρ. 4.3 περ. δ΄ του εν λόγω Κώδικα Δεοντολογίας, στην οποία, επίσης, εμπίπτει η ίδια παραβατική συμπεριφορά τιμωρούμενη, κατά τούτο, με τις κυρώσεις του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2396/1996 (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1841/2011 7μ., 497/2010 7μ.). Εξάλλου, ενόψει της, κατά τα ανωτέρω, επιβαλλόμενης από το άρθρο 4 παρ. 4.3 περ. δ΄ του Κώδικα Δεοντολογίας των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υποχρέωσης, ορθώς απορρίφθηκε από το Διοικητικό Εφετείο, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, ο ειδικότερος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο (η εταιρεία «... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ») δεν μπορούσε να αρνηθεί την εκτέλεση υφισταμένων εντολών πελατών της, ευθυνόμενη σε αντίθετη περίπτωση, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.

    11. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται, επίσης, ότι η πράξη επιβολής του επίδικου προστίμου είναι μη νόμιμη, ως εκδοθείσα κατά παράβαση των αρχών της αμεροληψίας της Διοίκησης και της προηγούμενης ακρόασης (αναγόμενη στο ότι η αναιρεσίβλητη Αρχή είχε καταλήξει στην κρίση περί της ευθύνης της Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ. ήδη πριν από τη διατύπωση των απόψεων της τελευταίας, όπως προκύπτει, κατά τα προβαλλόμενα, από την προς τούτο 1465/28.3.2005 κλήση, καθώς και στο ότι η κλήση αυτή δεν μνημονεύει τα, απαραίτητα για τη λυσιτελή παροχή εξηγήσεων, πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται η ενδεχόμενη γνώση ή υπαίτια άγνοια της Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.) καθώς και ότι το Διοικητικό Εφετείο εσφαλμένως δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως τις εν λόγω πλημμέλειες και δεν ακύρωσε, συνεπεία αυτών, το ένδικο πρόστιμο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται το πρώτον κατ’ αναίρεση και χωρίς να προβάλλεται ότι οι σχετικοί πραγματικοί ισχυρισμοί προβλήθηκαν παραδεκτώς ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και δεν έτυχαν απάντησης, κατά δε το δεύτερο σκέλος ως αβάσιμος, διότι το Διοικητικό Εφετείο δεν όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την τήρηση από τη Διοίκηση των ως άνω αρχών (πρβλ. Σ.τ.Ε. 921/2012 7μ., 1817/2012).

    12. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

    Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα εταιρεία τη δικαστική δαπάνη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ανερχόμενη στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ. 
------
 Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα ΣΤ', 75/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά, Βασίλειο Καπελούζο και Αρτεμισία Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Υπόθεση χρηματιστηριακής απάτης. Αθωωτική απόφαση για απάτη κατ΄ επάγγελμα από κοινού και κατά μόνας και κατ΄ εξακολούθηση άνω των 15.000 € και για άμεση συνδρομή κατ΄ επάγγελμα και κατ΄ εξακολούθηση στην πράξη αυτή. Αθωωτική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ΄ επάγγελμα από κοινού και κατά μόνας κατ΄ εξακολούθηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης χρηματιστηριακής απάτης. Εννοια γεγονότος στην απάτη. Ψευδείς διαβεβαιώσεις που αναφέρονται στον παρελθόν ή παρόν ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης. Πλείονες παθόντες. Δυνατό από μία πράξη απάτης να είναι οι παθόντες πλείονες, όπως στη χρηματιστηριακή χειραγώγηση μετοχών και κακουργηματική απάτη εις βάρος του επενδυτικού κοινού. Ne bis in idem. Χειραγώγηση μετοχών και αμετάκλητη καταδίκη για το έγκλημα αυτό. Δεν ταυτίζονται τα ως άνω εγκλήματα, αλλά συρρέουν αληθώς κατ΄ ιδίαν, δεδομένου ότι για τη θεμελίωση της χειραγώγησης δεν απαιτείται να παραπλανηθεί πράγματι το κοινό, αλλά αρκεί τα μέσα να είναι πρόσφορα προς παραπλάνηση του κοινού. Επιπλέον, δεν απαιτείται περιουσιακή βλάβη του παθόντος για τη χειραγώγηση. Πραγματικά περιστατικά. Εντός κύκλου χειροκίνητες συναλλαγές πακέτων μετοχών. Διαδικασία κατάρτισης. Ψευδείς παραστάσεις στον Πρόεδρο και στους αρμόδιους υπαλλήλους του Χ.Α.Α. από τους αυτουργούς. (Πρόεδροι Δ.Σ. εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο κλπ.) ως προς τις τιμές πραγματοποιηθεισών συναλλαγών σε πακέτα, με συνέπεια την έγκριση αυτών από τον Πρόεδρο και τους λοιπούς υπαλλήλους του Χ.Α.Α. και την ανακοίνωσή τους με ψευδείς τιμές. Πρόκληση πεπλανημένης εντύπωσης στο επενδυτικό κοινό και ζημία αυτού, η οποία συνίστατο στη διαφορά μεταξύ πραγματικής τιμής πώλησης και της τιμής αγοράς, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τις συνεδριάσεις του Χ.Α.Α. μετά την ανακοίνωση των πακέτων. Αθωωτική απόφαση με το αιτιολογικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι χειροκίνητες συναλλαγές επηρέασαν με οποιονδήποτε τρόπο τη βούληση των διαλαμβανομένων στο κατηγορητήριο επενδυτών. Εκτός άλλων το Δικαστήριο στήριξε την απαλλακτική του κρίση και στο ότι οι αναφερόμενοι στο κατηγορητήριο επενδυτές αγόρασαν τις μετοχές μετά τη συναλλαγή το αντίστοιχου πακέτου στη χρηματιστηριακή τιμή που ελεύθερα είχε διαμορφωθεί βάσει του μηχανισμού προσφοράς και ζήτησης από προηγηθείσες του πακέτου συναλλαγές. Αθωωτική απόφαση για το ξέπλυμα στηριζόμενη στην απαλλακτική κρίση για το βασικό έγκλημα. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση Εισαγγελέως ΑΠ, κατά ανέκκλητης αποφάσεως, αφού ο Εισαγγελέας Εφετών δεν μπορούσε να ασκήσει έφεση, καθ΄ όσον η απόφαση ήταν ομόφωνη. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Αναιρεί εν μέρει την υπ΄ αριθ. 6459/2013 απόφαση του Τριμ. Εφ. Κακ. Αθηνών για το έγκλημα της απάτης και του ξεπλύματος για τους ως άνω λόγους, αφού α) αναφέρει ότι οι τιμές στις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές σε πακέτα μετοχών απέκλιναν σημαντικά από τις τιμές που ανακοινώθηκαν στο ευρύ επενδυτικό κοινό και, στη συνέχεια, δέχεται ότι δεν απέκλιναν από τις τρέχουσες τιμές των μετοχών, β) δεν αναφέρει ποιες ήταν οι τρέχουσες τιμές, πώς προκύπτουν και ποια σχέση μεταξύ πραγματικών τιμών και των αντίστοιχων, ψευδών υψηλών, γ) εσφαλμένα δέχεται ως βάση υπολογισμού της περιουσιακής βλάβης των επενδυτών την εξέλιξη της χρηματιστηριακής τιμής των επίμαχων πακέτων μετοχών και όχι την περιουσιακή βλάβη, η οποία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ πραγματικής και ψευδούς τιμής, δ) δέχεται μη ύπαρξη ζημίας των επενδυτών, επειδή δεν προέκυψε δικαστική διεκδίκηση οποιασδήποτε χρηματικής αποζημίωσης ενώ κλήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας μόνο 5 παθόντες - επενδυτές, ε) υπάρχει ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως του αδικήματος, στ) υπάρχει ελλιπής εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, των οποίων μνημονεύονται επιλεγμένα σημεία των καταθέσεών τους και ζ) η αθωωτική κρίση και το ξέπλυμα στηρίχθηκε στην αθωωτική κρίση για το βασικό έγκλημα και συνέχεται με αυτό, οι πλημμέλειες που αφορούν στο βασικό έγκλημα επηρεάζουν και το ξέπλυμα.
 Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 6459/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’  αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία ./10-3-2014 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 262/2014.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των κατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ’  Κ.Ποιν.Δ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του Ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ’  αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής οποιουδήποτε Δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ. 3 του αυτού δικαστηρίου προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, καθώς και για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Επομένως η ένδικη υπ’  αρ. 8/2014αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που στρέφεται κατά της υπ’  αρ. 6459/2013 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία αιτείται την εν μέρει αναίρεση της αποφάσεως αυτής κατά το σκέλος που οι: ... κηρύχθηκαν αθώοι των αξιοποίνων πράξεων α) της απάτης κατ’  επάγγελμα από κοινού και κατά μόνας και κατ’  εξακολούθηση, έκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 (ήδη 30.000) ευρώ και της άμεσης συνδρομής κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση στην πράξη αυτή και β) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ επάγγελμα από κοινού και κατά μόνας κατ’  εξακολούθηση, που ασκήθηκε νομοτύπως την 10-3-2014, δηλαδή εντός της μηνιαίας προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής του εκδώσαντος αυτήν δικαστηρίου, που έλαβε χώρα την 13-2-2014, και περιέχει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 2 ΚΠΔ, "Έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου της περιφέρειας όπου ασκεί τα καθήκοντα του και του τριμελούς εφετείου για τα κακουργήματα μπορεί να ασκήσει ο εισαγγελέας εφετών, εφόσον η απόφαση δεν είναι ομόφωνη και το μέλος ή τα μέλη που μειοψήφησαν είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος για πράξη που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος", ως εκ τούτου στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας Εφετών δεν μπορούσε να ασκήσει έφεση κατά της άνω αποφάσεως, διότι οι κατηγορούμενοι δικάσθηκαν από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για κακουργηματικές πράξεις και αθωώθηκαν με ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως, εφόσον η απόφαση ήταν ανέκκλητη, η προθεσμία ασκήσεως της ενδίκου αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, άρχιζε από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο της καθαρογραφής του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ και όχι από τη δημοσίευση της, (ως αφετηριαζόταν η προθεσμία αυτή για τις εκκλητές αποφάσεις κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (ΑΠ 660/2014, 760/2014, 761/2014, 827/2014), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με το υπόμνημά του ο εκ των αναιρεσιβλήτων Π. Κ. και ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 6 παρ2της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία κηρώθηκε με το Ν.Δ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ 1 του Συντάγματος "Παν πρόσωπον κατηγορούμενος επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 14παρ2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ) που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997 "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Από τις άνω διατάξεις, προκύπτει ότι, όταν πρόκειται για ποινικές υποθέσεις στην έννοια της δίκαιης δίκης κατοχυρώνεται επί πλέον και το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος έως ότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 87 παρ 2 του ισχύοντος Συντάγματος οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεσμεύονται μόνο από το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους και όχι από διαταγές ή υποδείξεις της νομοθετικής ή εκτελεστικής εξουσίας. Αναμφίβολα από τις διατάξεις του άρθρου 87 παρ. 1 και 2 νοούνται ως τακτικοί δικαστές όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί που συμπράττουν σύμφωνα με το Σύνταγμα στην απονομή της δικαιοσύνης, τόσο δηλαδή οι δικαστές υπό τη στενή έννοια όσο και οι εισαγγελείς. Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 παρ2 ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση ο ασκήσας την ένδικη αναίρεση εισαγγελικός λειτουργός κατά της 6459/2013 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ενήργησε στα πλαίσια της λειτουργικής και προσωπικής του ανεξαρτησίας, ασκώντας νόμιμο δικαίωμά του, η δε αναίρεση ασκήθηκε 10-3-2014 δηλαδή ολίγες ημέρες πριν εκπνεύσει η προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία των τριάκοντα ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλομένης στο ειδικό βιβλίο στις 13-2-2014, κατόπιν μελέτης και τρεις περίπου μήνες μετά τη δημοσίευσή της προσβαλλομένης που έγινε 16-12-2013, χωρίς οποιαδήποτε σπουδή και χωρίς η άσκηση της αναίρεσης να είναι απόρροια των οποιοδήποτε δηλώσεων ή κρίσεων. Ως εκ τούτου τα όσα αντίθετα περί παραβίασης του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ισχυρίσθηκαν προφορικώς αλλά και εγγράφως με το υπόμνημά τους οι συνήγοροι των, εκ των κατηγορουμένων, Σ. Τ. και Π. Κ. με αφορμή δήλωση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου την μεθεπομένη της εκδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης "ότι θα ασκήσει αναίρεση" και την επακολουθήσασα δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι "Πρέπει να κτυπηθούν τα φαινόμενα διαφθοράς, πρέπει να παίρνονται κεφάλια αναφερόμενος ειδικώς στην υπό κρίση υπόθεση του Χρηματιστηρίου" κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ 1 του 7ουΠρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.1705/1987 Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού. Τούτο συμβαίνει όχι μόνον για να αποφεύγεται ο ενδεχόμενος κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων αλλά κυρίως και για να τηρηθεί ο κανόνας "ne bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 Κ.Ποιν.Δ. αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής διώξεως, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά. Για το εκ του άρθρου 34 περ. α του Ν. 3632/1928 (χειραγώγηση μετοχών με τις επίδικες χειροκίνητες συναλλαγές πακέτου) αδίκημα δεν απαιτείται να παραπλανηθεί πράγματι το κοινό με τα επιτήδεια μέσα που χρησιμοποίησε ο δράστης, αλλά αρκεί τα μέσα αυτά, απλώς να είναι κατάλληλα και πρόσφορα προς παραπλάνηση του κοινού. (ΑΠ1236/2007και ΑΠ1529/2008). Πολύ δε περισσότερο δεν απαιτείται (για τη χειραγώγηση μετοχών) περιουσιακή βλάβη του παθόντος, ως άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, στην οποία προέβη αυτός εξ αιτίας της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη, στοιχείο απαραίτητο σύμφωνα με το άρθρο 386 ΠΚ για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης. Ως εκ τούτου το αδίκημα της χειραγώγησης μετοχών και το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης σε βάρος του επενδυτικού κοινού δεν ταυτίζονται, αλλά συρρέουν αληθώς κατ’ ιδέαν και επομένως τα όσα ισχυρίσθηκαν προφορικώς αλλά και εγγράφως με το υπόμνημά τους οι συνήγοροι των, εκ των αναιρεσιβλήτων, Σ. Τ. και Π. Κ. περί παραβιάσεως του άρθρου 4 παρ 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και εντεύθεν του κανόνος "ne bis in idem", εκ του ότι καταδικάσθηκαν αμετακλήτως για το αδίκημα της χειραγώγησης μετοχών με την 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και παραπέμφθηκαν σε δίκη και με την κατηγορία της κακουργηματικής απάτης σε βάρος του επενδυτικού κοινού κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 505 ΚΠΔ προκύπτει ότι, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κυρωθείσα με το ν. δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ’  του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα, ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχόμενης αξιόποινης πράξης. Επίσης, η αθωωτική απόφαση, για να είναι αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται σ’  αυτή ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά, επιλεκτικά. Έτσι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγγραφα ή το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ 3/2010, ΑΠ 379/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’  του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’  αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 2/2011, 3/2008). 

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυφη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 386 Π Κ, νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής καταστάσεως οποιουδήποτε από αυτούς. Το εν λόγω περιουσιακό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντα. Εξ άλλου η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που παραπλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος και όχι τυχαίο επακόλουθο αυτών, λόγω γεγονότων που συνέβησαν μεταγενεστέρως. Μεταξύ της περιουσιακής βλάβης του παθόντα και του σκοπουμένου παρανόμου περιουσιακού οφέλους, θα πρέπει να υπάρχει ταυτότητα. Θα πρέπει δηλαδή το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος να προέρχεται από την περιουσία του ζημιωθέντα και να είναι αντίστοιχο με την επελθούσα περιουσιακή βλάβη. Χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τελέσεως της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του παραπλανηθέντα. Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο παραπλανηθείς, θα κριθεί κατά τον χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής, πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως και όχι σε μεταγενέστερο χρόνο, αφού τότε δεν θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα, που θα είναι επακολούθημα και θα οφείλεται σε άλλα γεγονότα, σε άλλα αίτια και δεν θα μπορεί να θεμελιωθεί αντικειμενικά το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 117/2010, ΑΠ 2260/2009). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ προκύπτει ακόμη ότι είναι δυνατό από μία πράξη απάτης να είναι παθόντες πλείονες (ΑΠ 1056/ 2008), όπως στην περίπτωση της αποκαλούμενης και χρηματιστηριακής απάτης, η οποία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εκτός των άλλων και όταν τελείται κατ’  επάγγελμα, δηλαδή όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. (ΑΠ1626/2011, ΑΠ 1056/2008,ΑΠ 2264/2003). 

Τέλος κατά το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας από αυτούς τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου, προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του προαναφερόμενου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η δράση του καθενός συναυτουργού (Ολ. ΑΠ 50/1990, ΑΠ 284/2010). 

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’  αρ. 6459/2013 απόφαση του, μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ’  είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, την απολογία των κατηγορουμένων, απ’  όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά τα οποία λήφθηκαν όλα ανεξαιρέτως υπόψη, όπως τούτο επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (ολ. ΑΠ 1/2005 Ποιν Δικ. 2005, 394, ΑΠ 725/2013 και ΑΠ337/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) μεταξύ δε αυτών και η από 20-5-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης Α. Π. που διενεργήθηκε δυνάμει της με αριθμό ../17-4-2002 διάταξη της 19ης ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, τις απολογίες των κατηγορουμένων και απ’  όλη την αποδεικτική διαδικασία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν -κατά πιστή μεταφορά - τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 

"Με αφορμή δημοσιεύματα του Τύπου, παραγγέλθηκε από τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών η διενέργεια Προκαταρκτικής Εξέτασης, προκειμένου να διερευνηθεί η διάπραξη αξιοποίνων πράξεων, σχετιζόμενων με τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.), κατά το έτος 1999, με τη συμμετοχή χρηματιστηριακών εταιριών, ελεγκτικών οργάνων, υπευθύνων του Χρηματιστηρίου και εκπροσώπων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιριών. Μετά από εντολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Διεύθυνση Εποπτείας και Ελέγχου Χρηματιστηρίου και Εταιριών), διενεργήθηκε έλεγχος της οικονομικής κατάστασης, της οργανωτικής πληρότητας και του εσωτερικού ελέγχου της χρηματιστηριακής εταιρίας, με την επωνυμία "Κ. ... Α.Ε." (Κ. ...)", Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της οποίας ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Κ., τα συμπεράσματα δε των ορισθέντων ελεγκτών Σ. Β. και Α. Σ. καταγράφηκαν στην από 01-02-2000 έκθεση ελέγχου (βλ. την από 01-02-2000 αναγνωσθείσα έκθεση ελέγχου των ελεγκτών Σ. Β. και Α. Σ.). Λόγω της πολυπλοκότητας των ελεγχόμενων συναλλαγών, η υπόθεση διερευνήθηκε και από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε), κατόπιν ενημέρωσης των αρμοδίων οργάνων του, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ειδικότερα, συνεργείο του Σ.Δ.Ο.Ε., αποτελούμενο από τους ελεγκτές Σ. Α., Ε. Ν. και Β. Ρ., μετά από γραπτή εντολή του προϊσταμένου τους, πραγματοποίησε ελέγχους, από 22-8-2000 έως 26-8-2000 και στις 13-9-2000, στην ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρία και, συγκεκριμένα, στην έδρα της επιχείρησης, επί της οδού ... στην Αθήνα. Κατά τον έλεγχο του υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. διαπιστώθηκε, ότι το έτος 1999 πραγματοποιήθηκαν, από την άνω επιχείρηση, αγοραπωλησίες πακέτων μετοχών, διαφόρων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.), με πωλητές, τους μετόχους αυτών και αγοραστές διάφορους επενδυτές του εξωτερικού (εταιρίες) και φυσικά πρόσωπα (Έλληνες), ενώ από τον έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της ελεγχόμενης επιχείρησης, διαπιστώθηκαν φορολογικές παραβάσεις (άρθρα 12, 7, 2 παρ. 1 του Π.Δ/τος 186/1992 [Κ.Β.Σ.], σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 4 του Π.Δ/τος 186/1992) και συγκεκριμένα 15 παραβάσεις, λόγω μη έκδοσης σε ισάριθμες περιπτώσεις τιμολογίων, για την είσπραξη προμήθειας (βλ. την υπ’  αριθμ. .../11-10-2000 έκθεση ελέγχου των ανωτέρω ελεγκτών του Σ.Δ.Ο.Ε., που αναγνώσθηκε). Ο έλεγχος που πραγματοποιήθηκε από τους προαναφερόμενους ελεγκτές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αφορούσε στο χρονικό διάστημα από 01- 01-1999 έως και την 29-02-2000 και κατ’  αυτόν, εκτός από τη διαπίστωση άλλων παραβάσεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας (έλλειψη κανονισμών, οργανογραμμάτων και διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου, ανεπαρκών μηχανισμών για την παρακολούθηση των Μεγάλων Χρηματιστηριακών ανοιγμάτων [ΜΧΑ] και του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας σε καθημερινή βάση, παράβαση του κώδικα Δεοντολογίας κ.λ.π.), που δεν αφορούν την κρινόμενη ποινική υπόθεση, επισημάνθηκαν και χρηματιστηριακές παραβάσεις, τόσο της εταιρίας, όσο και τρίτων προσώπων, σχετιζόμενες με συναλλαγές αγοραπωλησίας πακέτων μετοχών των εταιριών "..." (30-03-1999, 29-04-1999 και 22-06-1999), "..." (27-05-1999 και 15-07-1999), "..." (12-05- 1999), "..." (13-05-1999) και "..." (31-8-1999). Συγκεκριμένα, σε αγοραπωλησίες πακέτων μετοχών των ανωτέρω εταιριών, που διενεργήθηκαν μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας "... ...", διαπιστώθηκε ο συμψηφισμός απαιτήσεων και υποχρεώσεων μεταξύ αγοραστών και πωλητών στα βιβλία της εταιρίας, με αποτέλεσμα, οι συναλλαγές να γίνονται, στην πραγματικότητα, σε πολύ χαμηλότερες τιμές, από εκείνες που δημοσιοποιήθηκαν στο επενδυτικό κοινό, μέσω του Χ.Α.Α, κατά παράβαση του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 1969/1991, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 96 του ν. 2533/1997 και της απόφασης με αριθμό … της συνεδρίασης … 25-1-1996 του Δ.Σ. του Χ.Α.Α. (βλ. την παραπάνω από 01-02-2000 έκθεση ελέγχου των ελεγκτών Σ. Β. και Α. Σ.). Εδώ πρέπει να αναφερθεί, ότι η διαδικασία κατάρτισης των εντός κύκλου χειροκίνητων συναλλαγών πακέτων μετοχών διέπεται από ιδιαίτερο καθεστώς, ήτοι από την αναγνωσθείσα απόφαση ...15-1-1999 του Δ.Σ. του Χ.Α.Α. - μέθοδος 3, που ίσχυε κατά την επίδικη περίοδο και είναι η εξής: Δύο μέλη μπορούν να ταυτίζουν εντός κύκλου εντολές προς πώληση και αγορά ισόποσων μετοχών, χωρίς να τις καταχωρούν στο Αυτόματο Σύστημα Ηλεκτρονικών Συναλλαγών (ΑΣΗΣ), εφόσον δηλώνουν εγγράφως στο Χρηματιστήριο την πρόθεσή τους αυτή και συντρέχουν ορισμένες θετικές και αρνητικές προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές αναφέρονται στο ύψος της αξίας της συναλλαγής ή στο ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν οι μεταβιβαζόμενες μετοχές, στον αριθμό των συμβαλλομένων, καθώς και στην τιμή της συναλλαγής, η οποία δεν επιτρέπεται να αποκλίνει από την τιμή της τελευταίας πράξης ή του κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων της ...1996 απόφασης του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όπως ίσχυε. Ως αρνητική προϋπόθεση τίθεται να μην υπάρχει στο αυτόματο σύστημα ΑΣΗΣ, κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης, είτε προσφορά είτε ζήτηση μετοχών, ικανή να καταστήσει δυνατή την εκτέλεση, στο σύνολο της, μιας από τις δύο προς ταύτιση εντολές. Η έγγραφη δήλωση υποβάλλεται από τα μέλη ή το μέλος, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, προς την Επιτροπή Συναλλαγών, η οποία ελέγχει τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων και, σε καταφατική περίπτωση, παρέχει την άδεια για την κατάρτιση της συναλλαγής πακέτου. Η σύμβαση συντελείται με την καταχώρησή της, στο αυτόματο σύστημα του Χ.Α.Α, από την Επιτροπή Συναλλαγών πληροφορίες δε για τη συναλλαγή αναγράφονται σε μήνυμα που αποστέλλει η Επιτροπή στα μέλη, μέσω του συστήματος. Εξάλλου, στις εντός κύκλου χειροκίνητες συναλλαγές πακέτων, σύμφωνα με την απόφαση ...1996 του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (αναγνωσθείσα), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, μετά τη συμπλήρωσή της με την υπ’  αριθμ. .../18-3-1998 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αν η αξία των συναλλαγών κυμαίνεται μεταξύ 200.000.000 και 400.000.000 δραχμών, η τιμή πώλησης των μετοχών δεν θα μπορεί να αποκλίνει, προς τα κάτω ή προς τα άνω, κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 5% της τιμής που αναγράφεται στον ηλεκτρονικό πίνακα, κατά το χρόνο της αναγγελίας της συναλλαγής, στα όργανα που είναι αρμόδια για την αποδοχή της γνωστοποίησης ή για τη χορήγηση της άδειας, κατά περίπτωση. Αν η αξία των συναλλαγών υπερβαίνει τις 400.000.000 δραχμές, η τιμή πώλησης των μετοχών δεν θα μπορεί να αποκλίνει, προς τα κάτω ή προς τα άνω, κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 10% της τιμής που αναγράφεται στον ηλεκτρονικό πίνακα, κατά το χρόνο της αναγγελίας της συναλλαγής στα όργανα που είναι αρμόδια για την αποδοχή της γνωστοποίησης ή για τη χορήγηση της άδειας, κατά περίπτωση. Στην προκείμενη υπόθεση, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι: 1) Στις 30-3-1999, ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Μ., βασικός μέτοχος της εταιρίας "...", μεταβίβασε μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "Κ. ...", προς την εδρεύουσα στις ΗΠΑ εταιρία με την επωνυμία "... ...", πακέτο 520.000 μετοχών της εταιρίας "...", έναντι ανακοινωθείσας τιμής 2.000 δραχμών (5,86 ευρώ), ανά μετοχή. Από τη συναλλαγή αυτή, προέκυψε στα βιβλία της ... απαίτηση, από την εταιρία "...", ποσού 1.050.296.000 δραχμών και αντίστοιχη υποχρέωση, προς τον Γ. Μ., ύψους 1.026.584.000 δραχμών. Οι μετοχές παραδόθηκαν, συμψηφιστικά, από την εταιρία "... ...", σε πελάτες του εξωτερικού και συγκεκριμένα στους: ... και ... οι οποίοι κατέβαλαν, κατά μέσο όρο, ποσό 1.443 δραχμών (4,23 €), αντί του ποσού των 2000 δραχμών (5,86 €), που αντιστοιχούσε στην ανακοινωθείσα τιμή. Η διαφορά, στο ποσό που προέκυπτε, αντιστοιχούσε σε ποσότητα 84.275 μετοχών, συνολικής αξίας 168.550.000 (84.275 Χ 2.000) δραχμών, οι οποίες παραδόθηκαν στον Πρόεδρο του Δ.Σ της εταιρίας με την επωνυμία "...", Δ. Ρ. (ένατο των κατηγορουμένων), για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας, με την επωνυμία ... χωρίς ο τελευταίος να προβεί στην καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος (βλ την από 1-2-2000 έκθεση ελέγχου των παραπάνω ελεγκτών της Ε.Κ και το συνημμένο σε αυτή πίνακα συναλλαγών της 30-3- 1999). 2) Την 29-4-1999, ο ίδιος ως άνω μέτοχος μεταβίβασε, μέσω της άνω χρηματιστηριακής εταιρίας, πακέτο 720.000 μετοχών της εταιρίας "..." ("..."), σε 15 πελάτες του εξωτερικού, ήτοι στους ... και ... στην ανακοινωθείσα τιμή των 2.178 δραχμών (6,39 €), ανά μετοχή, ενώ στην πραγματικότητα η συμφωνηθείσα τιμή συναλλαγής ανήλθε στο ποσό των 1.648 δραχμών (4,83 €), ανά μετοχή, καθόσον στον Γ. Μ. καταβλήθηκε το ποσό που οφειλόταν, μειωμένο, κατά ποσοστό 24%, 3) Στις 22-06-1999, ο Γ. Μ. μεταβίβασε, μέσω της ... "Κ. ....", πακέτο 280.000 μετοχών της εταιρίας "...", στους πελάτες του εξωτερικού ... και στους πελάτες του εσωτερικού Λ. Λ. και Δ. Ρ., στη χρηματιστηριακή τιμή των 4.400 δραχμών (12,91 ευρώ), ανά μετοχή, ενώ το ποσό που καταβλήθηκε, έναντι του συνολικού τιμήματος, ήταν μειωμένο κατά 38,55% περίπου, με αποτέλεσμα η μεταβίβαση να έχει πραγματοποιηθεί, ουσιαστικά, στην τιμή 2.703 δραχμών, ανά μετοχή. 4) Στις 15-7-1999, ο Γ. Μ. μεταβίβασε, μέσω της "Κ. ...", πακέτο 250.000 μετοχών της εισηγμένης στο Χ.Α.Α. εταιρίας ".....", στη χρηματιστηριακή τιμή των 3.059 δραχμών (8,97 ευρώ), ανά μετοχή, από τις οποίες, 212.490 μετοχές, περιήλθαν σε έντεκα αγοραστές του εξωτερικού, ήτοι στις εταιρίες: ... και οι υπόλοιπες 37.510 μετοχές, (περιήλθαν) στους Α. Ζ. και Λ. Λ.. Από τις ανωτέρω συναλλαγές, προέκυψε συνολική απαίτηση της "...", ποσού 767.541.339 δραχμών και αντίστοιχη υποχρέωση αυτής, προς το Γ. Μ., ποσού 757.742.537 δραχμών. Στον τελευταίο, η "Κ....." κατέβαλε το ποσό των 635.985:074 δραχμών, ήτοι ποσοστό 83,93% της αξίας του πινακιδίου, η δε διαφορά των 121.757.463 δραχμών πιστώθηκε στο λογαριασμό Γενικής Λογιστικής, με κωδικό 37 (βλ και την από 04-09-2002 έκθεση του Σ.Δ.Ο.Ε που αναγνώσθηκε). Από τους ανωτέρω πελάτες, οι 11 πρώτοι κατέβαλαν, συνολικά, το ποσό των 649.978.410 δραχμών, ήτοι ποσό μειωμένο 0,37%, κατά μέσο όρο, η δε διαφορά των 2.345.478 δραχμών μεταφέρθηκε, στις 12-8-1999, σε χρέωση του ενδιάμεσου λογαριασμού της ...με κωδικό .... Τελικά, στον Γ. Μ. καταβλήθηκε ποσό, μειωμένο, κατά ποσοστό 16,07%. 5) α) Στις 12-5-1999, μεταβιβάστηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο Π. Π., βασικό μέτοχο της εισηγμένης στο Χ.Α.Α εταιρίας, με την επωνυμία, εταιρίας "...", μέσω της "Κ. ...", πακέτο 225.000 μετοχών της εν λόγω εταιρίας, στη χρηματιστηριακή τιμή των 8.490 δραχμών (24,91 ευρώ), ανά μετοχή, β) στις 13-5-1999, μεταβιβάστηκε από τους Κ. Σ., Χ. Σ. και Σ. Σ. (τέταρτο, πέμπτη και έκτο των κατηγορουμένων), αντίστοιχα, μέσω της "Κ. ...", πακέτο 500.000 μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία "...", στην τιμή των 4.000 δραχμών (11,73 ευρώ), ανά μετοχή και γ) στις 27-5-1999 μεταβιβάστηκε από το Γ. Μ., μέσω της "Κ.....", πακέτο 350.000 μετοχών της εταιρίας "...", στη χρηματιστηριακή τιμή των 3.205 δραχμών (9,40 ευρώ), ανά μετοχή. Από τον έλεγχο που διενήργησαν οι ελεγκτές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν με εκπτώσεις και συγκεκριμένα, στην τιμή των 6.040 δραχμών (17,72 ευρώ), ανά μετοχή, η πρώτη, 2.489 δραχμών (7,30 ευρώ), ανά μετοχή, η δεύτερη και 1.637 δραχμών (4,804 ευρώ), ανά μετοχή, η τρίτη, ήτοι τιμές σημαντικά κατώτερες από εκείνες που ανακοινώθηκαν στο Χ.Α.Α για τις εν λόγω συναλλαγές και 6) Στις 31-08-1999, ο Σ. Τ. πώλησε, μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας "Κ. ...", με τη μεσολάβηση του δέκατου των κατηγορουμένων, Ι. Μ., Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας "... ...", πακέτο 870.150 μετοχών της εισηγμένης στο Χ.Α.Α. εταιρίας, με την επωνυμία, "...", σε επιλεγμένα, από τον Ι. Μ., νομικά και φυσικά πρόσωπα - αγοραστές και συγκεκριμένα, στις εταιρίες ..., καθώς και στα φυσικά πρόσωπα ..., αντί της τιμής των 5.500 δραχμών (16,140 ευρώ), ανά μετοχή, με τη συμφωνία να επιστραφεί σε καθέναν από τους αγοραστές, ως έκπτωση, από τον Σ. Τ., τμήμα (ποσοστού 35% περίπου) του καταβληθέντος για τη συναλλαγή ποσού, το οποίο και επεστράφη, με τη μεσολάβηση των Δ. Ρ. και Ι. Μ.. Περαιτέρω, ο Σ. Τ., στις 27-08-1999, 01-09- 1999, 06-09-1999 και 16-09-1999, μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας "... ", Πρόεδρος του Δ.Σ. της οποίας ήταν ο όγδοος των κατηγορουμένων Η. Τ., με τη μεσολάβηση του Ι. Μ. (Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας, "... ..."), πώλησε τα εν συνεχεία αναφερόμενα πακέτα μετοχών της εταιρίας "...", σε τιμές, ανά μετοχή, σημαντικά κατώτερες από τις ανακοινωθείσες στο επενδυτικό κοινό, μέσω του Προέδρου και των αρμοδίων υπαλλήλων του Χ.Α.Α. Συγκεκριμένα, ο Σ. Τ. προέβη στην πώληση προς επιλεγμένους από τον Ι. Μ. πελάτες α) 250.000 μετοχών, στις 27-08-1999, β) 100.000 μετοχών, την 01-09-1999, γ) 100.000 μετοχών, στις 06-09-1999 και δ) 220.000 μετοχών, στις 16-09-1999, στις τιμές των 4.340 δρχ. (12,73 €), 5.795 δρχ. (17,00 €), 5.248 δρχ. (15,40€) και 7.095 δρχ. (20,82 €) ανά μετοχή αντίστοιχα, με έκπτωση από 8,8% μέχρι 23%. Επίσης, την 01-09-1999, πωλήθηκαν, μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας "Κ. ...", 129.850 μετοχές της ίδιας ως άνω εταιρίας ("..."), σε πελάτες της εταιρίας ".......", στην τιμή των 6.460 δραχμών (18,958 €) ανά μετοχή. Ωστόσο, οι συναλλαγές αυτές, όπως προέκυψε, δεν αφορούσαν πακέτο, αλλά ήταν διάσπαρτες χρονικά και πραγματοποιήθηκαν, μέσω του Αυτόματου Συστήματος Ηλεκτρονικών Συναλλαγών (ΑΣΗΣ) του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.), με την τυχαία διασταύρωση αντίστοιχων εντολών (βλ. την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α. Π., την ένορκη κατάθεση αυτού, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Α. Σ. και Ε. Ν., υπαλλήλων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Σ.Δ.Ο.Ε., αντίστοιχα). Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, η εταιρία ".. ...", εκτέλεσε διάφορες εντολές πελατών της, μεταξύ των οποίων και τις εντολές που της διαβίβασε η συνεργαζόμενη με αυτή εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών "... ... για τους πελάτες της, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εδώ κατηγορούμενοι ... Σε σχέση με τη μετοχή της εταιρίας "...", αποδείχθηκε, ειδικότερα, ότι από τον Μάρτιο του έτους 1999 έως και τα μέσα Απριλίου του ίδιου έτους, (σε προγενέστερο, δηλαδή, του επιδίκου χρονικό διάστημα), η τιμή της (μετοχής) παρουσίασε αλματώδη άνοδο, της τάξεως του 336% (βλ. την από 26- 07-2002 τελική έκθεση της Ε.Κ. για τις συναλλαγές της μετοχής Τ., που αναγνώσθηκε). Στις 15-04-1999, η εταιρία "...", ανακοίνωσε, επίσημα, μέσω σχετικής πρόσκλησης προς τους μετόχους της, ότι πρόκειται να προχωρήσει σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών και διανομή δωρεάν μετοχών, σε αναλογία τρεις νέες μετοχές σε κάθε μία παλαιά. Από τα μέσα Απριλίου έως και τα μέσα Αυγούστου του έτους 1999, η τιμή της μετοχής σημείωσε νέα αύξηση, κατά 150% περίπου, συνεπεία, κυρίως, της ως άνω διανομής μετοχών, αλλά και της άτυπης προώθησής τους από την εταιρία ......, σε ομάδες επενδυτών (βλ. την παραπάνω, από 26-7-2002, τελική έκθεση της Ε.Κ για τις συναλλαγές της μετοχής Τ.). Κατά το χρονικό διάστημα από 27-8-1999 έως 16-09-1999, μεταβιβάστηκε, από τον κύριο μέτοχο αυτής Σ. Τ., σημαντικός αριθμός μετοχών, σε πελάτες των εταιριών ... και ..., με πακέτα, τα οποία καταρτίστηκαν, μέσω των χρηματιστηριακών εταιριών ... ... (1.120.000 μετοχές) και Κ. ... (871.150 μετοχές). Συνολικά, κατά την ανωτέρω περίοδο μεταβιβάστηκαν από τον Σ. Τ. 2.189.500 μετοχές,, από τις οποίες 1.990.150 (μετοχές) με πακέτα και 199.350 μετοχές, μέσω της χρηματιστηριακής αγοράς. Περίπου 500.000 από τις μετοχές αυτές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 2% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "...", αγοράστηκαν από επενδυτικούς οίκους του εξωτερικού, εκπροσωπούμενους από την εταιρία ... μέσω της εταιρίας " ...". Ενώ μεταβιβάζονταν τα πακέτα, την 01-09-1999, η εταιρία "...", με το από 31-08-1999 δελτίο τύπου που δημοσιεύθηκε και κοινοποιήθηκε στις χρηματιστηριακές αρχές, ανακοίνωσε ότι επήλθε συμφωνία με ομάδα ξένων μεγάλων θεσμικών επενδυτών, οι οποίοι προτίθενται να αποκτήσουν μετοχές μέχρι 10% του μετοχικού κεφαλαίου της. Το ίδιο επιβεβαίωσε η εταιρία την 07-09-1999, απαντώντας σε επιστολή του Χ.Α.Α προς αυτήν, για παροχή διευκρινήσεων, ότι δηλαδή οι θεσμικοί επενδυτές προτίθενται να αποκτήσουν στο μέλλον μετοχές (από την επικείμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου), χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα (βλ. την αναγνωσθείσα από 07-09-1999 επιστολή παροχής διευκρινήσεων). Την 15-09-1999 η ίδια εταιρία οργάνωσε συνέντευξη τύπου, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Σ. Τ. αναφέρθηκε, εκτενώς, στην ανωτέρω προοπτική. Στις 29-09-1999 πραγματοποιήθηκε Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, στην οποία αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά 10.800.000.000 δραχμές, με καταβολή μετρητών και έκδοση νέων μετοχών, με δικαίωμα προτίμησης στους παλαιούς μετόχους, ο δε Ι. Μ. επιβεβαίωσε εκ νέου την απόφαση των ξένων επενδυτών, τους οποίους εκπροσωπούσε, να συμμετάσχουν στην επερχόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου (βλ. το υπ. Αριθμ…./29-09-1999 πρακτικό της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης Μετόχων της Α.Ε με την επωνυμία ".... ...", που αναγνώσθηκε). Τελικά, οι ξένοι επενδυτές συμμετείχαν στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας "...", μόνο με την αγορά των ανωτέρω μετοχών, που αντιπροσώπευαν ποσοστό 2 % του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας (βλ. την από 26-7-2002 τελική έκθεση ελέγχου της Ε.Κ.) και όχι στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, η οποία έλαβε χώρα ένα χρόνο αργότερα. Η ανωτέρω πληροφορία, περί της απόφασης ξένων θεσμικών επενδυτών να συμμετάσχουν στη μελλοντική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "...", μέχρι 10%, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ποσοστού συμμετοχής τους, ούτε καν του κατώτερου ορίου αυτής, του χρόνου εισόδου και της διάρκειας παραμονής τους, δεν αφίσταται της αλήθειας, αφού η πρόθεση αυτών επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι εν λόγω επενδυτές είχαν ήδη αποκτήσει ποσοστό 2% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, με την αγορά των παραπάνω μετοχών σε πακέτα. Ωστόσο, στη συνέχεια, οι ξένοι επενδυτές δεν συμμετείχαν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "...", λόγω της καθυστέρησης, αφενός μεν της υλοποίησης του αναπτυξιακού προγράμματος της εταιρίας, στο οποίο αυτοί (επενδυτές) απέβλεπαν, αφετέρου της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της, λόγω καθυστέρησης της έγκρισης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς του απαιτούμενου για την αύξηση ενημερωτικού δελτίου της εταιρίας (βλ. και τη με αριθμό 2733/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η ανωτέρω πληροφορία που διέδωσε η εταιρία "....", δεν ήταν ψευδής και για το λόγο αυτό ακύρωσε την .../31-7-2002 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία είχε επιβληθεί στην ανωτέρω εταιρία πρόστιμο, για παράβαση του άρθρου 72 παρ. 2 του Ν. 1969/1991, ήτοι της διάδοσης ψευδών πληροφοριών).
Με το κατηγορητήριο αποδίδεται στους κατηγορούμενους ..., η κατηγορία, ότι με τις ψευδείς παραστάσεις τους στον Πρόεδρο και τους αρμοδίους υπαλλήλους του Χ.Α.Α, ως προς τις τιμές των ανωτέρω πραγματοποιηθεισών συναλλαγών σε πακέτα, που είχαν ως συνέπεια την έγκριση αυτών από τους τελευταίους και την ανακοίνωση τους με τις ψευδείς τιμές, προκλήθηκε στο επενδυτικό κοινό (όπως τα πρόσωπα εξειδικεύονται στους διαλαμβανόμενους στο κατηγορητήριο πίνακες συναλλαγών), που θεωρούσε τις ανακοινωθείσες τιμές ως αντιπροσωπευτικές της πραγματικής αξίας των μετοχών, πεπλανημένη εντύπωση, για την πραγματική τους αξία, με αποτέλεσμα, οι εν λόγω επενδυτές, αλλά και άλλοι, τα στοιχεία των οποίων δεν προέκυψαν, να προβούν στις προαναφερόμενες αγορές μετοχών, κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες, μετά τις προσυνεννοημένες πωλήσεις πακέτων και να υποστούν ζημία ισόποση, με τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής τιμής, στην οποία πωλήθηκαν τα πακέτα και της τιμής, στην οποία οι μετοχές αγοράσθηκαν (από τους επενδυτές), όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τις συγκεκριμένες συνεδριάσεις του Χ.Α.Α., μετά την ανακοίνωση των πακέτων. Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην αρχή του αιτιολογικού, αποδείχθηκε, ότι οι τιμές, στις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές σε πακέτα μετοχών, απέκλιναν σημαντικά, από τις τιμές που ανακοινώθηκαν γι’  αυτές (συναλλαγές) στο ευρύ επενδυτικό κοινό, μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και οι οποίες (ανακοινωθείσες τιμές), δεν απέκλιναν από τις τρέχουσες τιμές των μετοχών. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι οι χειροκίνητες αυτές συναλλαγές, όπως ανακοινώθηκαν, επηρέασαν με οποιονδήποτε τρόπο τη βούληση των διαλαμβανόμενων στο κατηγορητήριο επενδυτών, να προβούν στις συγκεκριμένες αγορές μετοχών, την ίδια ημέρα, αμέσως μετά την ανακοίνωση των πακέτων, αφού δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι οι τελευταίοι, κατά το χρόνο αγοράς των μετοχών, γνώριζαν την ύπαρξη του αντίστοιχου πακέτου, ενόψει και του ότι οι περισσότερες των αγορών απέχουν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι λίγα λεπτά από την εμφάνιση των πακέτων, τα οποία, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, πραγματοποιήθηκαν λίγο πριν το κλείσιμο του Χρηματιστηρίου (βλ. την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού πραγματογνώμονα Α. Π.).
Εξάλλου, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο, ότι οι πιο πάνω επενδυτές είχαν δώσει την εντολή αγοράς των συγκεκριμένων μετοχών, μετά την εμφάνιση των πακέτων, επηρεαζόμενοι από αυτά, αφού κανένας από τους εξετασθέντες μάρτυρες δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο. Αντίθετα, οι μάρτυρες κατέθεσαν, ότι δεν αποκλείεται οι σχετικές εντολές αγοράς των επίδικων μετοχών να είχαν δοθεί πριν από τα πακέτα ή ακόμη και σε προηγούμενη συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου και να έτυχε, απλώς, να ταυτισθούν στο σύστημα ΑΣΗΣ, με αντίστοιχες εντολές πώλησης, χρονικά, αμέσως μετά τα πακέτα. Οι μάρτυρες κατηγορίας Ά. Β., Προϊσταμένη, κατά τον επίδικο χρόνο, της Διεύθυνσης Εποπτείας και Ελέγχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία παρακολούθησε τον έλεγχο της χρηματιστηριακής εταιρίας "Κ. …", Σ. Β. και Α. Σ., υπάλληλοι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που διενήργησαν τον έλεγχο στην ανωτέρω εταιρία και υπέγραψαν την ως άνω έκθεση ελέγχου, κατέθεσαν, η μεν πρώτη, ότι η τιμή του πακέτου γίνεται γνωστή την επόμενη ημέρα, από τον πίνακα του Χ.Α.Α και ότι οι ίδιοι δεν έκαναν έρευνα συναλλαγών, επειδή δεν είχαν στοιχεία, ο δεύτερος, ότι δεν γνωρίζει αν τα πακέτα επέδρασαν στην απόφαση των επενδυτών να προβούν στην αγορά των μετοχών, ότι το ημερήσιο δελτίο μετοχών έβγαινε την επόμενη ημέρα και τότε μπορούσε να το μάθει ο επενδυτής, εκτός αν το έβλεπε στο ταμπλό του Χρηματιστηρίου και ότι, λογικά, οι αναφερόμενοι επενδυτές είχαν δώσει εντολή πριν από την εμφάνιση των πακέτων, ο δε τρίτος μάρτυρας, ότι δεν γνωρίζει αν οι επενδυτές έδωσαν την εντολή πριν ή μετά την αγορά του πακέτου, γιατί δεν τους ενδιέφερε κάτι τέτοιο, κατά τον έλεγχο που έκαναν, για τον οποίο το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η σωστή πληροφόρηση του επενδυτικού κοινού και οι παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Το ίδιο κατέθεσε στο ακροατήριο και ο μάρτυρας κατηγορίας Γ. Κ., υπάλληλος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αναφέροντας ότι οι επενδυτές πληροφορούνται τα πακέτα την επόμενη ημέρα, ενώ η μάρτυρας κατηγορίας Ε. Ν. κατέθεσε ότι "οι αγοραστές μετά το πακέτο δεν μπορούν να πουν ότι αγόρασαν επειδή τους επηρέασε το πακέτο". Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα πακέτα επηρέασαν τη διακύμανση της τιμής των αντίστοιχων μετοχών, στη χρηματιστηριακή αγορά, κατά τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο συνεδριάσεις του Χρηματιστηρίου, καθόσον αυτή (τιμή μετοχών) κινήθηκε ομαλά, χωρίς ουσιαστική διατάραξη, μέσα στα επιτρεπόμενα, βάσει της ισχύουσας τότε υπ’  αριθμ. ...1996 απόφασης του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όρια απόκλισης (+-8% της τιμής κλεισίματος της αμέσως προηγούμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου). Συγκεκριμένα, ως προς τη διακύμανση της χρηματιστηριακής τιμής των επίμαχων μετοχών, προέκυψαν τα εξής: Α) Η τιμή κλεισίματος της μετοχής ... (...), στις συνεδριάσεις του Χ.Α.Α, πέντε ημέρες πριν και πέντε ημέρες μετά το πακέτο της 30-3-1999, ήταν: Στις 22-3-1999, 2.079 δραχμές, στις 23-3-1999, 2.014 δραχμές, στις 24-3-1999 (προηγούμενη της αργίας της 25ης Μαρτίου), 1.854 δραχμές, στις 26-3-1999, 1.946 δραχμές, στις 29-3-1999 (ημέρα Δευτέρα), 1.915 δραχμές, στις 30-3-1999 (ημέρα εμφάνισης του πακέτου), 2.068 δραχμές, στις 31-3-1999 (επομένη του πακέτου), 1.860 δραχμές, την 1-4-1999, 1.779 δραχμές, στις 2-4-1999, 1.820 δραχμές, στις 5-4-1999 (ημέρα Δευτέρα), 1.676 δραχμές και στις 6-4-1999, 1.561 δραχμές. Β) Η τιμή κλεισίματος της μετοχής ... (...) στις συνεδριάσεις του Χ.Α.Α, πέντε ημέρες πριν και πέντε ημέρες μετά το πακέτο της 29-4-1999 ήταν: 2.012 δραχμές, στις 22-4-1999, 2.010 δραχμές, στις 23-4-1999, 2.085 δραχμές, στις 26-4-1999 (ημέρα Δευτέρα), 2.099 δραχμές, στις 27-4-1999, 2.269 δραχμές, στις 28-4-1999, 2.450 δραχμές, στις 29-4-1999 (ημέρα εμφάνισης του πακέτου), 2.644 δραχμές, στις 30-4-1999, 2.855 δραχμές, στις 3-5-1999, 3.084 δραχμές, στις 4-5-1999, 2.971 δραχμές, στις 5-5-1999, και 2.855 δραχμές, στις 6-5-1999. Γ) Η τιμή κλεισίματος της μετοχής ... στις συνεδριάσεις του Χ.Α.Α, πέντε ημέρες πριν και πέντε ημέρες μετά το πακέτο της 12-5-1999, ήταν: 6.856 δραχμές, στις 5- 5-1999, 7.101 δραχμές, στις 6-5-1999, 7.176 δραχμές, στις 7-5-1999, 7.295 δραχμές στις 10-5-1999, 7.871 δραχμές, στις 11-5-1999, 8.301 δραχμές, στις 12-5-1999 (ημέρα εμφάνισης του πακέτου), 8.089 δραχμές, στις 13-5-1999 (επομένη του πακέτου), 8.549 δραχμές, στις 14-5-1999, 8.198 δραχμές, στις 17-5-1999, 8.120 δραχμές, στις 18-5- 1999, και 7.503 δραχμές, στις 19-5-1999. Δ) Η τιμή κλεισίματος της μετοχής ... ... στις συνεδριάσεις του Χ.Α.Α, πέντε ημέρες πριν και πέντε ημέρες μετά το πακέτο της 13-5-1999 ήταν: 3.080 δραχμές, στις 6- 5-1999, 3.326 δραχμές, στις 7-5-1999, 3.592 δραχμές, στις 10-5-1999, 3.878 δραχμές, στις 11-5-1999, 4.174 δραχμές, στις 12-5-1999, 3.881 δραχμές στις 13-5-1999 (ημέρα εμφάνισης του πακέτου), 4.191 δραχμές, στις 14-5-1999, 3.990 δραχμές, στις 17-5-1999, 4.171 δραχμές, στις 18-5- 1999, 4.239 δραχμές, στις 19-5-1999, και 4.396 δραχμές, στις 20-5-1999. Ε) Η τιμή κλεισίματος της μετοχής ... στις συνεδριάσεις του Χ.Α.Α, πέντε ημέρες πριν και πέντε ημέρες μετά το πακέτο της 27-5-1999, ήταν: 2.689 δραχμές, στις 20-5-1999, 2.597 δραχμές, στις 21-5-1999, 2.600 δραχμές, στις 24-5-1999, 2.808 δραχμές, στις 25-5-1999, 3.033 δραχμές, στις 26-5-1999, 3.220 δραχμές στις 27-5- 1999 (ημέρα εμφάνισης του πακέτου), 2.965 δραχμές, στις 28-5-1999, 3.200 δραχμές την 1-6-1999, 3.271 δραχμές, στις 2-6-1999, 3.309 δραχμές, στις 3-6-1999 και 3.574 δραχμές στις 4-6-1999. ΣΤ) Η τιμή κλεισίματος της μετοχής ... (...) στις συνεδριάσεις του Χ.Α.Α, πέντε ημέρες πριν και πέντε ημέρες μετά το πακέτο της 22-6-1999 έχει ως εξής: 4.041 δραχμές, στις 15-6-1999, 3.902 δραχμές, στις 16-6-1999, 3.977 δραχμές, στις 17-6-1999, 3.960 δραχμές, στις 18-6-1999, 4.276 δραχμές, στις 21-6-999, 4.426 δραχμές, στις 22-6-1999 (ημέρα πραγματοποίησης του πακέτου), 4.150 δραχμές, στις 24-6- 1999, 3.919 δραχμές, στις 25-6-1999, 3.977 δραχμές, στις 27-6-1999, 3.871 δραχμές, στις 28-6-1999, και 3.755 δραχμές, στις 29-6-1999, Ζ) Η τιμή κλεισίματος της μετοχής ... στις συνεδριάσεις του Χ.Α.Α, πέντε ημέρες πριν και πέντε ημέρες μετά το πακέτο της 15-7-1999 έχει ως εξής: 3.159 δραχμές, στις 8-7-1999, 3.176 δραχμές, στις 9-7- 1999, 3.220 δραχμές, στις 12-7-1999, 3.476 δραχμές, στις 13-7-1999, 3.298 δραχμές, στις 14-7-1999, 3.285 δραχμές στις 15-7-1999 (ημέρα πραγματοποίησης του πακέτου), 3.292 δραχμές, στις 16-7-1999, 3.200 δραχμές, στις 19-7- 1999, 3.084 δραχμές, στις 20-7-1999, 3.196 δραχμές, στις 21-7-1999, και 3.176 δραχμές, στις 22-7-1999, Η) Η τιμή κλεισίματος της μετοχής "..." στις συνεδριάσεις του Χ.Α.Α, χρονικού διαστήματος από 20-8- 1999 μέχρι 21-9-1999, κατά το οποίο εμφανίστηκαν τα πακέτα της 31-8-1999 (μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας "... ... και των 27-
08-1999, 01-09-1999, 06-09-1999 και 16-9-1999 (μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας "... ") ήταν: Στις 20-8-1999, 4.304 δραχμές, στις 23-8-1999, 4.276 δραχμές, στις 24-8-1999, 4.249 δραχμές, στις 25-8- 1999, 4.494 δραχμές, στις 26-8-1999, 4.794 δραχμές, στις 27-8-1999 (ημέρα πραγματοποίησης πακέτου 250.000 μετοχών μέσω της "... …"), 5.179 δραχμές, στις 30- 8-1999, 5.592 δραχμές, στις 31-8-1999 (ημέρα πραγματοποίησης πακέτου 870.000 μετοχών, μέσω της "......"), 6.031 δραχμές, την 1-9-1999 (ημέρα πραγματοποίησης πακέτου 100.000 μετοχών, μέσω της "... …"), 6.450 δραχμές, στις 2-9-1999, 6.099 δραχμές, στις 3-9-1999, 6.001 δραχμές, στις 6-9-1999 (ημέρα πραγματοποίησης πακέτου 100.000 μετοχών, μέσω της "... …"), 5.970 δραχμές, στις 7-9-1999, 5.898 δραχμές, στις 10-9-1999, 5.949 δραχμές, στις 13-9-1999, 6.205 δραχμές, στις 14-9-1999, 6.099 δραχμές, στις 15-9-1999, 6.570 δραχμές, στις 16-9-1999 (ημέρα πραγματοποίησης πακέτου 220.000 μετοχών, μέσω της "... …"), 7.071 δραχμές, στις 17-9-1999, 7.146 δραχμές, στις 20-9-1999, 6.573 δραχμές και στις 21-9-1999, 6.048 δραχμές (βλ. την ως άνω από 20-5-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού πραγματογνώμονα Α. Π., με τους ενσωματωμένους πίνακες ημερήσιας διακύμανσης των τιμών των επίδικων μετοχών, η οποία δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο). Ο ανωτέρω δικαστικός πραγματογνώμονας, ύστερα από επεξ...ία των στοιχείων που έλαβε υπόψη του (πίνακες επίδικων συναλλαγών, στους οποίους εμφανίζονται οι επενδυτές που προέβησαν σε αγορές μετοχών μετά την κατάρτιση των επίδικων χειροκίνητων συναλλαγών, αρχείο Η/Υ σε δύο cd του Χ.Α.Α., με τις πραγματοποιηθείσες συναλλαγές των μετοχών των εταιριών ..., για το χρονικό διάστημα 1-1-1999 έως 31-3-2000 και στοιχεία από το διαδίκτυο [internet], σχετικά με τη διακύμανση των τιμών και του όγκου των συναλλαγών των ανωτέρω εταιριών, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα), κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι οι μετοχές των εν λόγω εταιριών, μετά τη συναλλαγή των πακέτων, κινήθηκαν ομαλά, σε σχέση με το γενικό κλίμα της εποχής εκείνης, κατά την οποία οι τιμές όλων των εισηγμένων μετοχών παρουσίαζαν ανοδική πορεία (βλ. και καταθέσεις μαρτύρων Σ. Β., Α. Σ. και Ν. Κ., μέλους του Δ.Σ. του Χ.Α.Α., κατά τον επίδικο χρόνο, οι οποίοι αναφέρουν για "ξέφρενη πορεία" του Χρηματιστηρίου, "τρελή εποχή" "εποχή μεγάλης ευφορίας" και "φρενίτιδα" των επενδυτών) και δεν παρατηρήθηκε κάποια ουσιαστική διατάραξη στη διακύμανση της τιμής τους, του όγκου και του αριθμού των πράξεων, όπως το ίδιο επιβεβαίωσε αυτός στο ακροατήριο, κατά την ένορκη εξέτασή του. Εξάλλου και οι μάρτυρες κατηγορίας, υπάλληλοι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Σ.Δ.Ο.Ε., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, ανέφεραν ότι η τρέχουσα τιμή της μετοχής διαμορφώνεται εντός του κύκλου συναλλαγών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, με βάση το μηχανισμό προσφοράς και ζήτησης, καθώς και ότι η τιμή αυτή (τρέχουσα τιμή μετοχής) είναι εκείνη που επηρεάζει (προσδιορίζει) την τιμή της χειροκίνητης συναλλαγής πακέτου και όχι αντιστρόφως. Τα παραπάνω ενισχύονται και από το περιεχόμενο της αναγνωσθείσας με αριθμό 8108/2004 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. το με αριθμ. πρωτ. .../22-11-2004 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου), με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Π. Π., για παράβαση του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 1969/1991, σε σχέση με το επίδικο πακέτο μετοχών της εταιρίας "..." (12-5-1999), και ειδικότερα, για το ότι στην Αθήνα, στις 12-5-1999, πώλησε πακέτο 225.000 μετοχών "...", μέσω της εταιρίας "Κ.....", σε τιμή που δημοσιοποιήθηκε (1.876.591.712 δρχ), η οποία διαφέρει σημαντικά από την πραγματική τιμή διεξαγωγής (1.349.464.174 δρχ). Το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφασή του, ότι ο προσδιορισμός της τιμής των εντός κύκλου συναλλαγών μεταβιβαζόμενων πακέτων μετοχών υπαγορεύεται από την ισχύουσα κατά την εκτέλεση της συναλλαγής, ήδη διαμορφωμένη, τρέχουσα τιμή των μετοχών, αν δε η συναλλαγή έγινε προς το τέλος της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου, όπως με την επίμαχη συναλλαγή, δεν είναι δυνατόν, πρακτικώς, να επηρεάσει την προσφορά και ζήτηση των μετοχών, ούτε να τροποποιήσει τις δημοσιευόμενες πληροφορίες στο Η.Δ.Τ. Επίσης, με το 2094/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητο (βλ. το υπ’  αριθμ. πρωτ. ../2013 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών - Τμήμα βουλευμάτων), ο κατηγορούμενος Κ. Σ. απηλλάγη, για την ίδια ως άνω παράβαση του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 1969/1991, σε σχέση με το επίδικο πακέτο μετοχών της εταιρίας "... ...", της 13-5-1999 και ειδικότερα, για το ότι στην Αθήνα, στις 13-5-1999, πώλησε, μέσω της εταιρίας "Κ.....", πακέτο 500.000 μετοχών της εταιρίας "... ...", αξίας 1.199.362.800 δραχμών και εισέπραξε το ποσό των 750.000.000 δραχμών, το οποίο διαφέρει σημαντικά από το φερόμενο ως εισπραχθέν για προϊόν πωλήσεως των μετοχών, με το σκεπτικό, εκτός των άλλων, ότι ουδεμία έλαβε χώρα διασπορά ενώπιον του επενδυτικού κοινού ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών και συνεπώς δεν συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι οι αναφερόμενοι στο κατηγορητήριο επενδυτές, αγόρασαν τις συγκεκριμένες μετοχές, μετά τη συναλλαγή του αντίστοιχου πακέτου, στη χρηματιστηριακή τιμή που ελεύθερα είχε διαμορφωθεί, εντός του κύκλου συναλλαγών του Χ.Α.Α., βάσει του μηχανισμού προσφοράς και ζήτησης, από προηγηθείσες του πακέτου συναλλαγές. Ο τρόπος διαμόρφωσης της τιμής αυτής, με βάση τον ανωτέρω μηχανισμό (προσφοράς - ζήτησης), από κανέναν δεν αμφισβητήθηκε, αντίθετα, επιβεβαιώθηκε από τους υπαλλήλους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (βλ. καταθέσεις τους στο ακροατήριο). Στην τιμή αυτή, άλλωστε, η οποία αντιπροσώπευε την πραγματική χρηματιστηριακή αξία των επίδικων μετοχών, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της περιουσιακής διάθεσης (αγοράς τους από τους επενδυτές), μπορούσαν οι εν λόγω επενδυτές, κατά την ίδια συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου, να εκποιήσουν, χωρίς δυσκολία, τις μετοχές που αγόρασαν, εισπράττοντας ισάξιο τίμημα (βλ. και Μ. Μαργαρίτη Ερμ. Ποινικού Κώδικα έκδοση 2003, υπ’  άρθρο 386 αρ.21 σελ. 1139). Εξάλλου, οι τελευταίοι δεν θα μπορούσαν να αγοράσουν τις εισηγμένες αυτές μετοχές, σε οποιαδήποτε άλλη τιμή, πλην εκείνης που είχε διαμορφωθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα του Χ.Α.Α., κατά το χρονικό σημείο, που ταυτίζονταν οι εντολές αγοράς και πώλησης και η οποία αποτελούσε τη μόνη πραγματική τιμή των μετοχών (βλ. και Ολ. ΑΠ 2/2004 ΠΧρ 2005, 116, που αναγνώσθηκε. "Ακόμη, δηλαδή και αν γνώριζαν, ότι τα επίμαχα πακέτα μετοχών είχαν πωληθεί σε μικρότερες (από τις ανακοινωθείσες) τιμές, οι ίδιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν τις μετοχές στις μικρότερες αυτές τιμές (βλ. [καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας Σ. Β., Α. Σ. και Β. Ρ.), ώστε, με την καταβολή της διαμορφωθείσας στο ηλεκτρονικό σύστημα χρηματιστηριακής τιμής, να έχουν ζημιωθεί κατά τη διαφορά των δύο τιμών, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο". Ενόψει όλων αυτών και σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε, ουδεμία περιουσιακή βλάβη έχουν υποστεί οι ανωτέρω επενδυτές ως άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής τους διάθεσης, δηλαδή της καταβολής τιμήματος, για την αγορά των εν λόγω μετοχών, κατά τον κρίσιμο αυτής χρόνο, αφού οι τελευταίοι απέκτησαν αντιπαροχή ίσης αξίας με την παροχή, στην οποία προέβησαν. Σημειώνεται επιπλέον, ότι ο δικαστικός πραγματογνώμονας Α. Π., κατά τη διενέργεια της άνω πραγματογνωμοσύνης, στηριζόμενος, για τον υπολογισμό του κέρδους ή της ζημίας των επενδυτών από την αγορά των επίδικων μετοχών, στη μέθοδο της σύγκρισης μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης αυτών, διαπίστωσε, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αναφερόμενων στο κατηγορητήριο επενδυτών είχαν σημαντικά κέρδη, από τις επίδικες αγορές, γιατί πούλησαν στη συνέχεια τις μετοχές τους, σε χρόνο που αυτές είχαν ανοδική πορεία, η μικρή δε ζημία ελάχιστων επενδυτών οφείλεται στο χρόνο (μεταγενέστερο), που επέλεξαν οι ίδιοι να πουλήσουν τις μετοχές τους, κατά τον οποίο η εξέλιξη της τιμής τους ήταν πτωτική. Η ζημία, όμως, αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής τους διάθεσης (αγοράς των μετοχών), αφού αποτελεί τυχαίο επακόλουθο άλλων γεγονότων που συνέβησαν σε μεταγενέστερο χρόνο. Μάλιστα, όπως αναφέρθηκε, μέσα στους ζημιωθέντες επενδυτές περιλαμβάνονται και οι ως άνω κατηγορούμενοι, για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Ο μάρτυρας κατηγορίας Κ. Α. κατέθεσε, ότι επένδυε σε μετοχές εταιριών εισηγμένων στο Χρηματηστήριο Αξιών Αθηνών και υπήρξε πελάτης της εταιρίας ......, από το έτος 1996 μέχρι το 1998, οπότε προέβη στη σύσταση δικής του εταιρίας λήψης και διαβίβασης εντολών, της "...", ότι αγόρασε μετοχές της εταιρίας "...- ", πριν και μετά τα επίδικα πακέτα, μέχρι τέλους του έτους 2000 (σε μη επίδικους χρόνους), μέσω του Χ.Α.Α., στην τιμή που τις πουλούσαν, και ότι ο ίδιος ζημιώθηκε, εξαπατηθείς από τους κατηγορούμενους Ρ., Μ., Μ., οι οποίοι προέβαιναν σε πράξεις χειραγώγησης της μετοχής και, κυρίως, από τον τελευταίο, στον οποίο επικεντρώνει την ευθύνη, για το ότι δεν πούλησε τις μετοχές του μέχρι τον Νοέμβριο του 1999, που είχαν ανοδική πορεία. Η επικαλούμενη, όμως, ζημία του, όπως και εκείνη των προαναφερόμενων επενδυτών, ανάγεται σε μεταγενέστερο της περιουσιακής του διάθεσης (αγοράς των μετοχών), χρονικό σημείο και δεν αποτελεί το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα αυτής. Μάλιστα, επί σχετικής αγωγής αποζημίωσης του Κ. Α., κατά της εταιρίας "..." και των Η. Μ., Α. συζ. Μ., Ι. Μ. και Δ. Ρ., από το δικόγραφο και το δικαίωμα της οποίας παραιτήθηκε αυτός ως προς τους υπόλοιπους εναγόμενους, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος Σ. Τ. (βλ. την υπ’  αριθμ. 1166/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), εκδόθηκε, σε δεύτερο βαθμό, η με αριθμό 555/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά (ήδη αμετάκλητη μετά την έκδοση της 121/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου), η οποία, αφού δέχθηκε ότι ο τότε ενάγων (Κ. Α.) δεν εμποδίστηκε, ούτε παραπλανήθηκε από τους εναγόμενους να μη προβεί στην πώληση των μετοχών του της εταιρίας ... και ότι "η όποια ζημία υπέστη οφείλεται στη δική του επιλογή, η οποία διαμορφώθηκε μετά από σκέψη και στάθμιση των δεδομένων και με βάση τις γνώσεις του και τη χρηματιστηριακή εμπειρία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω συμπεριφοράς των εναγομένων και της επελθούσας στον ενάγοντα ζημίας", απέρριψε κατ’  ουσίαν την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης (1166/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), που είχε απορρίψει την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το ίδιο ισχύει και για τους μάρτυρες κατηγορίας Α. Π., πρώην δικηγόρο του κατηγορουμένου Η. Μ., κατά τα έτη 1998-1999 και Π. Α., οι οποίοι κατέθεσαν, ο μεν πρώτος, ότι ζημιώθηκε από τις αγορές μετοχών ..., στις οποίες προέβη είτε ατομικά είτε επ’  ονόματι τρίτων προσώπων, μέσω της ΕΛΔΕ του Μ., γιατί τις πούλησε πολύ αργά, όταν η πορεία της μετοχής ήταν πτωτική, περιμένοντας "να αλλάξει", χωρίς να προσδιορίζει το ποσό της ζημίας του, ο δε δεύτερος, ότι αγόρασε μετοχές ... και σε πακέτα (από τον Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1999, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένους χρόνους αγοράς), μέσω της εταιρίας ... του κ. Α., επειδή είχε ακούσει στο Χρηματιστήριο και στην τηλεόραση ότι θα ανέβει η μετοχή, χωρίς να του το προτείνει κανείς, ότι η πορεία της συγκεκριμένης μετοχής ήταν ανοδική μέχρι τον Σεπτέμβριο και ότι ο ίδιος δεν πούλησε τον Αύγουστο του 1999, ενώ μπορούσε να πουλήσει, αλλά πούλησε το έτος 2003, όταν η μετοχή είχε πολύ χαμηλή τιμή και έτσι ζημιώθηκε. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, περί μη ύπαρξης, σε κάθε περίπτωση, ζημίας των επενδυτών, ως άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής τους διάθεσης (καταβολής τιμήματος για την αγορά των μετοχών), κατά τον κρίσιμο χρόνο αυτής (περιουσιακής διάθεσης), ενισχύεται και από το γεγονός, ότι "δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο η δικαστική διεκδίκηση οποιασδήποτε χρηματικής αποζημίωσης, κατά των κατηγορουμένων, από τους φερόμενους στο κατηγορητήριο ως ζημιωθέντες επενδυτές, προς αποκατάσταση τυχόν περιουσιακής βλάβης τους, εξαιτίας των επίμαχων πακέτων συναλλαγών, ούτε δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής, από οποιονδήποτε αυτών, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου". Οσον αφορά τον κατηγορούμενο Η. Τ., Πρόεδρο κατά τον επίδικο χρόνο του Δ.Σ. της χρηματιστηριακής εταιρίας, με την επωνυμία "...", μέσω της οποίας διενεργήθηκαν οι συναλλαγές πακέτων μετοχών της εταιρίας "...", στις 27-8-1999, 1-9-1999, 6-9-1999 και 16-9-1999, αποδείχθηκε επιπλέον, ότι τα επίμαχα πακέτα υλοποιήθηκαν, με επιμέλεια υπαλλήλων της χρηματιστηριακής εταιρίας, χωρίς οποιαδήποτε ανάμιξη αυτού (Η. Τ.), ο οποίος ουδεμία σχέση ή επαφή προέκυψε ότι είχε με τον πωλητή Σ. Τ. και τους εκπροσώπους της "...", Δ. Ρ. και Ι. Μ. (βλ. κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Σ. Ρ., Διευθύνοντος συμβούλου κατά τον επίδικο χρόνο της εταιρία ..., σύμφωνα με την οποία, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας στο χρηματιστήριο ήταν ο κος Γ., τη δε εκκαθάριση έκανε ο κος Δ., με υπεύθυνο τον κο Μ. και όλοι υπό τη δική του εποπτεία) Το ίδιο έκρινε και η 3862/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε, αμετάκλητα (βλ. την από 11-4-2013 υπηρεσιακή βεβαίωση του Πρωτοδικείου Αθηνών), αθώος ο κατηγορούμενος Η. Τ., για την πράξη της παράβασης του άρθρου 34 του ν. 3632/1928 "περί χρηματιστηριακών αξιών", που του είχε αποδοθεί, σε σχέση με τις επίδικες συναλλαγές πακέτων, μέσω της εταιρίας "... …Με την ίδια απόφαση, κηρύχθηκαν (αμετάκλητα - βλ. τα υπ’  αριθμ. …/2009 και …/2009 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Αρείου Πάγου), αθώες και οι κατηγορούμενες Χ. Σ. και Σ. Σ., για την πράξη της παράβασης του άρθρου 34 του ν. 3632/1928, ως προς την επίδικη συναλλαγή πακέτου μετοχών της εταιρίας "... ...", της 13-5-1999, μέσω της εταιρίας "Κ.....", ενώ κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, για την ίδια παράβαση του Ν. 3632/1928, ως προς τους κατηγορούμενους Π. Π. και Κ. Σ., λόγω δεδικασμένου, συνεπεία των προαναφερόμενων 8108/2004 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου και 2094/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αντίστοιχα. Τα όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι ... καταδικάστηκαν, με την 44847/2007 απόφαση, ήδη αμετάκλητη, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 34 περ. α’  του Ν. 3632/1928 (χειραγώγηση μετοχών με τις επίδικες χειροκίνητες συναλλαγές πακέτου), καθόσον, για τη στοιχειοθέτηση της πράξης της χειραγώγησης μετοχής (έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης), δεν απαιτείται να παραπλανηθεί, πράγματι, το κοινό με τα επιτήδεια μέσα που χρησιμοποίησε ο δράστης, αλλά αρκεί τα μέσα αυτά, απλώς, να είναι κατάλληλα και πρόσφορα προς παραπλάνηση του κοινού (βλ. ΑΠ 1236/2007 και ΑΠ 1529/2008). Πολύ δε περισσότερο, δεν απαιτείται (για τη χειραγώγηση μετοχών) περιουσιακή βλάβη του παθόντος, ως άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, στην οποία προέβη αυτός, εξαιτίας της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη, στοιχείο απαραίτητο, κατά τα προαναφερθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 386 ΠΚ, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, που αποδίδεται εδώ στους κατηγορούμενους. Σημειώνεται, ότι με την ίδια ως άνω απόφαση (44847/2007 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), ο κατηγορούμενος Η. Μ. κηρύχθηκε αθώος, για άμεση συνέργεια στην παραπάνω κύρια πράξη των συγκατηγορουμένων του, Σ. Τ. και Η. Τ.. "Πέραν των ανωτέρω, πρέπει να λεχθεί, ότι μεταξύ του παράνομου, κατά το κατηγορητήριο, οφέλους που επιδίωκαν οι κατηγορούμενοι, με τις ανωτέρω χειροκίνητες συναλλαγές πακέτων και της φερόμενης ως περιουσιακής βλάβης των παθόντων, ήτοι της διαφοράς μεταξύ της τιμής που πουλήθηκαν τα επίμαχα πακέτα μετοχών και της τιμής στην οποία αγοράστηκαν οι μετοχές από τους ίδιους, δεν υπάρχει ταυτότητα, με την έννοια που προεκτέθηκε. Και τούτο διότι τα χρηματικά ποσά που φέρονται, κατά το κατηγορητήριο, ότι ωφελήθηκαν οι κατηγορούμενοι, δηλαδή, η αμοιβή που έλαβαν, χωρίς νόμιμη αιτία, για τη μεσολάβησή τους στην πραγματοποίηση των επίμαχων αγοραπωλησιών πακέτου (οι εκ των κατηγορουμένων ...) και η αθέμιτη αύξηση της τιμής των μετοχών των εταιριών ..., μετά την πραγματοποίηση των πακέτων (οι κατηγορούμενοι ..., βασικοί μέτοχοι των ανωτέρω εταιριών, αντίστοιχα), δεν προέρχονται από την περιουσία των φερόμενων ως ζημιωθέντων επενδυτών, οι οποίοι αγόρασαν τις μετοχές, μέσω του Χ.Α.Α., από άγνωστους πωλητές, έτσι ώστε να αποτελούν την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης αυτών. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται, αντικειμενικά, η πράξη της απάτης που αποδίδεται στους κατηγορούμενους ..., γι’  αυτό και πρέπει να κηρυχθούν αθώοι" συνακόλουθα δε να κηρυχθούν αθώοι και οι κατηγορούμενοι ..., για άμεση συνέργεια στην παραπάνω πράξη, που τους αποδίδεται, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό. Τέλος, αθώοι πρέπει να κηρυχθούν όλοι οι κατηγορούμενοι για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, που τους αποδίδεται, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις, εφόσον δεν αποδείχθηκε η τέλεση του προηγούμενου "βασικού" εγκλήματος της απάτης, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών κήρυξε αθώους τους προαναφερόμενους κατηγορουμένους για τις αποδιδόμενες σ’αυτούς αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα κήρυξε αθώους τους ..., του ότι:.........
Με τις ως άνω απατηλές παραστάσεις των κατηγορουμένων, αφενός μεν πείσθηκαν ο Πρόεδρος και οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Χ.Α.Α. σχετικά με τις ψευδείς τιμές που καταχωρήθηκαν στα σχετικά πινακίδια πώλησης και ανακοινώθηκαν, με αποτέλεσμα να τις εγκρίνουν και να τις ανακοινώσουν-
δημοσιεύσουν, μέσω σχετικών μηνυμάτων στα τερματικά των μελών του Χρηματιστηρίου και αφετέρου, από τη δημοσίευση και διάδοση των ως άνω ανακριβών και παραπλανητικών πληροφοριών, δημιουργήθηκε στους επενδυτές που δεν γνώριζαν τις προρηθείσες μεθοδεύσεις, τις αδιαφανείς διαδικασίες που ακολουθήθηκαν, ούτε την παραποίηση των πραγματικών δεδομένων των συναλλαγών και θεωρούσαν τις ανακοινωθείσες τιμές ως αντιπροσωπευτικές της πραγματικής αξίας τους, πεπλανημένη και αιτιωδώς συνδεόμενη με τις άνω απατηλές παραστάσεις εντύπωση για την πραγματική τους αξία, η πλάνη δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα, οι επενδυτές που καταχωρούνται στους εν συνεχεία συνημμένους πίνακες, αλλά και άλλοι, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθούν, να προβούν στις ακολούθως αναφερόμενες αγορές μετοχών
..........Σκοπός των ανωτέρω κατηγορουμένων ήταν, με τη δημοσίευση και διάδοση των ως άνω ανακριβών και παραπλανητικών πληροφοριών προς το επενδυτικό κοινό και εν γένει, με την κατά τρόπο ουσιώδη και αδιαφανή παραποίηση των πραγματικών δεδομένων των συναλλαγών, προκειμένου να αποκομίσουν οι ίδιοι και άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος αφού προηγουμένως επεδίωκαν, όπως και πέτυχαν, να πλήξουν την ακρίβεια και αντικειμενικότητα των πληροφοριών της χρηματιστηριακής αγοράς, καθώς, οι καταχωρημένοι στους προαναφερόμενους πίνακες αλλά και άλλοι συναλλασσόμενοι, που δεν γνώριζαν τις προρρηθείσες μεθοδεύσεις, θεωρούσαν τις ανακοινωθείσες τιμές ως αντιπροσωπευτικές της πραγματικής αξίας των μετοχών, αφού η τιμή μιας μετοχής αποτελεί το σημαντικότερο δείκτη αντανάκλασης της υπάρχουσας πληροφόρησης για την πραγματική της αξία και ενσωματώνει τις υπάρχουσες κάθε δεδομένη χρονική στιγμή πληροφορίες για τις συνιστώσες αξιολόγησης μιας μετοχής, αποτελεί δε προϊόν του μηχανισμού προσφοράς και ζήτησης. Η προκληθείσα δε τούτη πλάνη είχε σαν αποτέλεσμα, οι επενδυτές που καταχωρούνται στους κατωτέρω πίνακες, αλλά και εν συνεχεία άλλοι, τα στοιχεία των οποίων δεν προέκυψαν, να προβούν στις προμνημονευόμενες αγορές μετοχών, εκ των οποίων υπέστησαν ζημία, ισόποση με την διαφορά, μεταξύ της πραγματικής τιμής που πουλήθηκαν τα πακέτα των μετοχών κατά τη διαδικασία των μεθοδευμένων και προσυννενοημένων συναλλαγών και τιμής που οι μετοχές αγοράσθηκαν από τους συγκεκριμένους επενδυτές, όπως, αυτές διαμορφώθηκαν μετά την ανακοίνωση της πώλησης των πακέτων με τις ψευδείς τιμές, ήτοι η ζημία την οποία υπέστησαν και κατά προσέγγιση αναλύεται ως εξής:...........
Με τις ως άνω μεθοδευμένες πωλήσεις μετοχών και μέσω της προμνημονευόμενης απατηλής προς τους επενδυτές συμπεριφοράς, οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι επεδίωκαν να προσπορίσουν στους ιδίους αλλά και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος, ειδικότερα δε: .........."

Από τη σύγκριση όμως του σκεπτικού με την κατηγορία που είχε αποδοθεί στους κατηγορουμένους προκύπτει ότι το εκδώσαν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο δεν διέλαβε σ’ αυτήν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για να στηρίξει την αθωωτική του κρίση αφού, αφενός η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασής του είναι ατελής με λογικά κενά, υποθετική-ενδοιαστική και με ασαφή αιτιολογία, αφετέρου εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις οι οποίες προβλέπουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης που τους αποδίδεται αλλά και τις άμεσα με αυτήν συναπτόμενες διατάξεις που αφορούν το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Ειδικότερα: Α) Η προσβαλλομένη στο σκεπτικό δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι, μέσω της διαδικασίας κατάρτισης των εντός κύκλου χειροκίνητων συναλλαγών, προέβησαν στην πώληση των αναλυτικά κατά αριθμό και τιμή αναφερομένων μετοχών, δηλαδή πολύ μεγάλου αριθμού μετοχών, εταιρειών συμφερόντων ορισμένων από τους κατηγορουμένους σε επιλεγμένα νομικά και φυσικά πρόσωπα της αλλοδαπής και ημεδαπής σε τιμές κατώτερες (σε ποσοστό από 24% μέχρι και 38,55%) αυτών που ανακοινώθηκαν από τους ίδιους στο ευρύ επενδυτικό κοινό μέσω του χρηματιστήριου αξιών Αθηνών, τις οποίες (ανακοινωθείσες τιμές) επίσης αναλυτικά αναφέρει και ακόμη στο ίδιο σκεπτικό για τις παραπάνω συναλλαγές δέχεται κατά τρόπο κατηγορηματικό επί λέξει "ότι οι τιμές, στις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές σε πακέτα μετοχών, απέκλιναν σημαντικά από τις τιμές που ανακοινώθηκαν γι’ αυτές στο ευρύ επενδυτικό κοινό μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών" και στη συνέχεια δέχεται "ότι οι ανακοινωθείσες τιμές δεν απέκλιναν από τις τρέχουσες τιμές των μετοχών". Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές είναι πρόδηλο ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης δημιουργεί λογικό κενό, διότι ενώ ρητά δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι, προέβησαν στην πώληση σε τιμές κατώτερες (σε ποσοστό από 24%μέχρι και 38,55%) αυτών που ανακοινώθηκαν από τους ίδιους στο ευρύ επενδυτικό κοινό μέσω του χρηματιστήριου αξιών Αθηνών και οι τιμές, στις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές σε πακέτα μετοχών, απέκλιναν σημαντικά από τις τιμές που ανακοινώθηκαν γι’ αυτές στο ευρύ επενδυτικό κοινό μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών καθώς και ότι οι τιμές αυτές (ανακοινωθείσες) δεν απέκλιναν από τις τρέχουσες τιμές των μετοχών, δεν αναφέρει ποιες ήταν οι τρέχουσες τιμές, πως προκύπτουν και ποια σχέση υπάρχει μεταξύ πραγματικών τιμών πώλησης των επίμαχων πακέτων, των αντίστοιχων ψευδών, υψηλών και μη πραγματικών τιμών που ανακοινώθηκαν γι’ αυτές στο ευρύ επενδυτικό κοινό μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και των τρεχουσών τιμών και πως θα διαμορφώνονταν οι τιμές κατά τις επίμαχες ημερομηνίες των συναλλαγών, αν είχε ανακοινωθεί η πραγματική τιμή πώλησης των πακέτων. Β) Περαιτέρω η προσβαλλόμενη δέχεται επί λέξει τα εξής: "Δεν αποδείχθηκε όμως ότι οι χειροκίνητες αυτές συναλλαγές, όπως ανακοινώθηκαν επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο τη βούληση των διαλαμβανομένων στο κατηγορητήριο επενδυτών, να προβούν στις συγκεκριμένες αγορές μετοχών, την ίδια ημέρα αμέσως μετά την ανακοίνωση των πακέτων, αφού δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι οι τελευταίοι κατά το χρόνο αγοράς των μετοχών γνώριζαν την ύπαρξη του αντίστοιχου πακέτου ενόψει και του ότι οι περισσότερες των αγορών απέχουν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι λίγα λεπτά από την εμφάνιση των πακέτων, τα οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος τους πραγματοποιήθηκαν λίγο πριν το κλείσιμο του Χρηματιστηρίου (βλ. την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού πραγματογνώμονα Α. Π.). Εξάλλου, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο, ότι οι πιο πάνω επενδυτές είχαν δώσει την εντολή αγοράς συγκεκριμένων μετοχών μετά την εμφάνιση των πακέτων επηρεαζόμενοι από αυτά, αφού κανένας από τους εξετασθέντες μάρτυρες δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο. Αντίθετα οι μάρτυρες κατέθεσαν, ότι δεν αποκλείεται οι σχετικές εντολές αγοράς των επίδικων μετοχών να είχαν δοθεί πριν από τα πακέτα ή ακόμη και σε προηγούμενη συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου και να έτυχε απλώς να ταυτισθούν στο σύστημα ΑΣΗΣ, με αντίστοιχες εντολές πώλησης, χρονικά, αμέσως μετά τα πακέτα". Από τις παραδοχές αυτές είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο, κατά το σημείο τούτο, α) οδηγείται σε υποθετική κρίση και όχι σε δικανική πεποίθηση ότι οι αναλυτικά στο σκεπτικό αναφερόμενες χειροκίνητες συναλλαγές των συγκεκριμένων μετοχών δεν επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο τους επενδυτές να προβούν στις συγκεκριμένες αγορές των επίμαχων μετοχών β) δημιουργεί λογικό κενό ως προς το λόγο που "οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην πώληση πακέτων, δηλαδή πολύ μεγάλου αριθμού μετοχών σε επιλεγμένα νομικά και φυσικά πρόσωπα της αλλοδαπής και ημεδαπής, αλλά και σε συγγενικά τους πρόσωπα σε τιμές που ήταν σημαντικά κατώτερες αυτών που ανακοινώθηκαν από τους ίδιους στο ευρύ επενδυτικό κοινό μέσω του χρηματιστήριου αξιών Αθηνών, αλλά και ως προς τον λόγο που δεν ανακοίνωσαν την πραγματική κατώτερη τιμή πώλησης των επίμαχων μετοχών στον πρόεδρο και τους αρμόδιους υπαλλήλους του Χ.Α.Α, αλλά παρέστησαν σ’ αυτούς τις ψευδείς τιμές με συνέπεια την έγκριση αυτών από τους τελευταίους και την ανακοίνωσή τους με τις ψευδείς τιμές στο επενδυτικό κοινό. Γ) Κατά το κατηγορητήριο αποδίδεται σ’ όλους τους προαναφερόμενους κατηγορουμένους η κατηγορία ότι "με τις ψευδείς παραστάσεις τους στον πρόεδρο και τους αρμοδίους υπαλλήλους του Χ.Α.Α ως προς τις τιμές των ανωτέρω πραγματοποιηθεισών συναλλαγών σε πακέτα που είχαν ως συνέπεια την έγκριση αυτών από τους τελευταίους και την ανακοίνωσή τους με τις ψευδείς τιμές προκλήθηκε στο επενδυτικό κοινό (όπως τα πρόσωπα εξειδικεύονται στους διαλαμβανόμενους στο κατηγορητήριο πίνακες συναλλαγών) που θεωρούσε τις ανακοινωθείσες τιμές ως αντιπροσωπευτικές της πραγματικής αξίας των μετοχών πεπλανημένη εντύπωση για την πραγματική τους αξία με αποτέλεσμα οι εν λόγω επενδυτές, αλλά και άλλοι τα στοιχεία των οποίων δεν προέκυψαν να προβούν στις προαναφερόμενες αγορές μετοχών κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες, μετά τις προσυνεννοημένες πωλήσεις πακέτων και να υποστούν ζημία ισόποση με τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής τιμής στην οποία πωλήθηκαν τα πακέτα και της τιμής στην οποία οι μετοχές αγοράσθηκαν (από τους επενδυτές), όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τις συγκεκριμένες συνεδριάσεις του Χ.Α.Α μετά την ανακοίνωση των πακέτων και την οποία ζημία το κατηγορητήριο προσδιορίζει". Όμως η προσβαλλομένη στο σκεπτικό της αναφέρεται στην εξέλιξη της χρηματιστηριακής τιμής των επίμαχων μετοχών πέντε ημέρες πριν και πέντε ημέρες μετά την πώληση των επίμαχων πακέτων μετοχών και εσφαλμένα δέχεται ως βάση υπολογισμού της περιουσιακής βλάβης (ζημίας) των επενδυτών την εν λόγω εξέλιξη, και όχι, όπως θα έπρεπε την περιουσιακή βλάβη (ζημία) των επενδυτών με βάση το αδίκημα της χρηματιστηριακής απάτης (άρθρο 386 ΠΚ) που αποδίδεται με το κατηγορητήριο στους κατηγορουμένους και εστιάζεται σε ζημία των επενδυτών ισόποση με τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής τιμής στην οποία πωλήθηκαν τα πακέτα και της τιμής στην οποία οι μετοχές αγοράσθηκαν (από τους επενδυτές), όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τις συγκεκριμένες συνεδριάσεις του Χ.Α.Α μετά την ανακοίνωση των πακέτων με συνέπεια α) εξ αυτού του λόγου να υπάρχει προφανής και ουσιώδης αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού και β) ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 Π Κ η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που παραπλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του, το δε επιζήμιο ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο παραπλανηθείς, θα κριθεί κατά τον χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως και όχι σε μεταγενέστερο χρόνο, αφού τότε δεν θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα, που θα είναι επακολούθημα και θα οφείλεται σε άλλα γεγονότα, σε άλλα αίτια και δεν θα μπορεί να θεμελιωθεί αντικειμενικά το έγκλημα της απάτης, από το άνω σκεπτικό της προσβαλλομένης προκύπτει ασάφεια και λογικό κενό ως προς το με ποιο τρόπο και σε ποιο χρόνο δέχεται ότι δεν προέκυψε περιουσιακή βλάβη των επενδυτών. Δημιουργούνται επί πλέον κενά και ασάφεια εκ του ότι η προσβαλλομένη δέχεται την μη ύπαρξη ζημίας των επενδυτών ως άμεσο, αναγκαίο, και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής τους διάθεσης (καταβολής τιμήματος για την αγορά των μετοχών) κατά τον κρίσιμο χρόνο αυτής (περιουσιακής διάθεσης) επειδή δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο η δικαστική διεκδίκηση οποιασδήποτε χρηματικής αποζημίωσης κατά των κατηγορουμένων από τους φερόμενους στο κατηγορητήριο ως ζημιωθέντες επενδυτές προς αποκατάσταση τυχόν περιουσιακής βλάβης τους εξ αιτίας των επίμαχων πακέτων συναλλαγών, ούτε δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής από οποιονδήποτε αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, εκ των πέντε χιλιάδων εκατόν πενήντα οκτώ (5.158) παθόντων - επενδυτών, που αναφέρονται με συγκεκριμένη ζημία στο κατηγορητήριο και οι οποίοι ήταν οι κατ’  εξοχήν αρμόδιοι να καταθέσουν για το συγκεκριμένο θέμα, κλήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας μόνο πεντε (5) παθόντες-επενδυτές!" εκ των οποίων δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής οι δύο (2) και αποβλήθηκαν. Δ) Υπάρχει ελλιπής αιτιολογία στο σκεπτικό και ασάφεια καθόσον ναι μεν δέχεται α) ότι "δεν αποδείχθηκε ότι οι χειροκίνητες συναλλαγές, όπως ανακοινώθηκαν επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο τη βούληση των διαλαμβανομένων στο κατηγορητήριο επενδυτών να προβούν στις συγκεκριμένες αγορές μετοχών" όμως δεν υπάρχει παραδοχή ότι η αξία των μετοχών δεν επηρεάσθηκε από την τιμή των πακέτων και ότι οι επενδυτές θα προέβαιναν στις ίδιες αγορές και αν γνώριζαν την πραγματική χαμηλή τιμή στην οποία πωλήθηκαν τα επίμαχα πακέτα και β) ότι "οι επενδυτές ουδεμία περιουσιακή βλάβη υπέστησαν διότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγοράς των εν λόγω μετοχών απέκτησαν αντιπαροχή ίσης αξίας με την παροχή στην οποία αυτοί προέβησαν για τον λόγο ότι μπορούσαν να εκποιήσουν τις μετοχές χωρίς δυσκολία την ίδια ημέρα που τις αγόρασαν εισπράττοντας ισάξιο τίμημα", αλλά χωρίς να διευκρινίζεται γιατί η αντιπαροχή ήταν ίσης αξίας, πως υπολογίζεται και πως προκύπτει. Ε) Η προσβαλλομένη εκτός του ότι όλως αορίστως δέχεται ότι "η πλειοψηφία των επενδυτών είχε σημαντικά κέρδη από τις επίδικες αγορές, αφού πώλησε τις μετοχές σε χρόνο που αυτές είχαν ανοδική πορεία, ενώ η μικρή ζημία που υπέστησαν ελάχιστοι από αυτούς οφείλεται στο ότι επέλεξαν να πωλήσουν τις μετοχές σε χρόνο που η τιμή τους ήταν πτωτική και ότι η ζημία αυτή αποτελεί τυχαίο και επακόλουθο άλλων γεγονότων που συνέβησαν σε μεταγενέστερο χρόνο" δημιουργεί ασάφεια και λογικό κενό ως προς τον ποιο θεωρεί χρόνο τελέσεως του αδικήματος της απάτης για το οποίο κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι, αφού αφίσταται του τρόπου και χρόνου που κατά το κατηγορητήριο και το νόμο υπολογίζεται η επελθούσα ζημία των επενδυτών, ΣΤ) Η αιτιολογία της προσβαλλομένης είναι ελλιπής σε σχέση με την εκτίμηση του συνολικού περιεχομένου των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και ειδικότερα των Α. Β., Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Α. Σ., Υπαλλήλου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Γ. Κ., Υπαλλήλου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δεδομένου ότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως μνημονεύονται επιλεγμένα σημεία των καταθέσων τους στο ακροατήριο, χωρίς όμως να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόφη εκτός των άλλων και αξιολογήθηκαν σε σχέση με 1) την Α. Β. και τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που, αναφέρονται στις σελίδες 66, 67,150, 151, 152 της προσβαλλομένης απόφασης και έχουν ως εξής: "η αύξηση της εμπορευσιμότητας μπορεί να επηρεάσει τον αγοραστή. Κάποιος που πρέπει να πάρει επενδυτική απόφαση πρέπει να έχει κάποια στοιχεία αν αυτά δεν είναι αληθινά από κει και πέρα υπάρχει πρόβλημα ...Ο επενδυτής έχει την ενημέρωση του Χρηματιστή, μπορεί να ζητήσει πληροφορίες. Ο επενδυτής μπορεί να ενημερωθεί για τις τιμές από τα εικονίδια του Χρηματιστηρίου... Εδώ είχαν άλλη τιμή συμφωνίας και άλλη τιμή έγινε η αγορά του πακέτου. Κάποιος μπορεί να στηρίξει σ’ αυτές τις τιμές τις αποφάσεις του και να αγοράσει. Πρέπει να δημοσιεύονται στοιχεία και πρέπει να είναι ακριβή, ποιος ωφελήθηκε δεν μπορώ να πω. Εδώ κάποια άτομα ωφελήθηκαν από τις συγκεκριμένες συναλλαγές Η εμπορευσιμότητα έχει να κάνει με τον όγκο των μετοχών, ανάλογα με τον όγκο των συναλλαγών. Η υψηλή εμπορευσιμότητα είναι θετικό γεγονός, πρέπει όμως να υπάρχουν εμφανή στοιχεία και όχι χειραγώγηση, δηλαδή διασπορά ψευδών ειδήσεων κλπ.. Μέθοδοι χειραγώγησης ήταν να διασπείρουν ψευδείς ειδήσεις σχετικά με εταιρικά γεγονότα, συναλλαγές προσυμφωνημένες με ανταλλαγές σε συγκεκριμένη ποσότητα και τιμή, που σκοπό έχει να ανεβάζει και να κατεβάζει την τιμή και μετά αυτοί να καρπώνονται τη διαφορά ....Δύναται η αγοραπωλησία με πακέτα να επηρεάζει την εμπορευσιμότητα των μετοχών....Όταν παραποιούνται τα στοιχεία όπως έχουμε εδώ την τιμή δύναται να παραπλανηθεί ο αγοραστής....Αυτός που δεν αγόρασε σε τιμή πακέτου είναι δυνατόν να παραπλανήθηκε, δεν ξέρω αν έγινε... Ο αγοραστής λαμβάνει τον αριθμό των μετοχών ανάλογα με το τίμημα που έδωσε με την τιμή που δίνει το ταμπλό....Από την αγορά των πακέτων αυτών, έχοντας γίνει χειραγώγηση, όποιος πολίτης την καρπωθεί τη διαφορά αυτός κέρδισε ... , 2) με τον Α. Σ. και τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στις σελ. 75 και 78 της προσβαλλομένης απόφασης και έχουν ως εξής: "ο επενδυτής στηρίζεται στις πληροφορίες αν ένας αγοραστής ήξερε ότι η τιμή της μετοχής ήταν μικρότερη ίσως να αντιδρούσε διαφορετικά. Όταν βλέπει κάποια μεγάλα πακέτα βλέπει μια θετική κίνηση. Ο αγοραστής ενημερώνεται ταυτόχρονα για τη συναλλαγή του πακέτου και από την ίδια μέρα φαίνεται στο χρηματιστήριο ή και στην τηλεόραση με συνεχή κορδέλα ή να πάει στο Χρηματιστήριο να το δει ή και μέσω των χρηματιστηριακών εταιρειών. Η τιμή της μετοχής διαμορφώνεται από το επενδυτικό ενδιαφέρον. Οποιαδήποτε θετική ή αρνητική πληροφορία πηγαίνει τη μετοχή θετικά ή αρνητικά ... Ο κάθε επενδυτής στηρίζει τις αποφάσεις του στις πληροφορίες, πιθανότατα αν γνώριζε την τιμή που αγοράσθηκαν οι μετοχές ότι ήταν άλλες απ’ αυτές που αναρτήθηκαν, θα ενεργούσαν αλλιώς. Αν κάποιος αγόραζε τη μετοχή "Τ." και γνώριζε τη διαφορετική τιμή, ίσως να μην αγόραζε" 3) τον Γ. Κ. και τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στις σελ. 92 και 93 της προσβαλλομένης απόφασης και έχουν ως εξής: "οι επενδυτές βλέποντας ένας ξένος επενδυτικός οίκος να επενδύει στην εταιρεία και ταυτόχρονα με το στοιχείο ότι αυτοί μιλούσαν και για μακροχρόνια επενδυτικά σχέδια αυτά τα δύο επηρέασαν τη γνώμη του επενδυτικού κοινού. Η τιμή ήταν ψευδής αφού αγόραζαν σε άλλη τιμή αλλά και το γεγονός των επενδύσεων και αυτό ήταν ψέματα αφού μετά άρχισαν και αυτοί να πουλάνε μέσω άλλου μπρόκερ. Η τιμή της μετοχής σε πακέτο εμφανίζεται σε μας την ίδια μέρα. Αν ζημιώθηκε το κοινό δεν γνωρίζω δεν έγινε έρευνα και να γινόταν έρευνα δεν θα μπορούσαμε να βρούμε ποιος επενδυτής έχασε ποιος κέρδισε και πόσα. Είναι έρευνα που δεν θα έβγαζε πουθενά, εμείς καταλήξαμε, ότι είναι συγκεκριμένη ενέργεια και θα πρέπει ο ίδιος ο επενδυτής να καταθέσει ότι παραπλανήθηκε, δεν ήταν έρευνα που μας δόθηκε". Ζ) Η παραδοχή του Δικαστηρίου "ότι τα χρηματικά ποσά που έλαβαν και κατά τα οποία ωφελήθηκαν οι κατηγορούμενοι από την πώληση των επίμαχων πακέτων μετοχών δεν προέρχονται από την περιουσία των φερομένων ως ζημιωθέντων επενδυτών για το λόγο ότι οι τελευταίοι αγόρασαν τις μετοχές από άγνωστους πωλητές μέσω του χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και έτσι τα χρηματικά ποσά που περιήλθαν στους κατηγορουμένους δεν αποτελούν την ανάστροφη όφη της περιουσιακής βλάβης των επενδυτών" συνιστά εσφαλμένη υπαγωγή των ανωτέρω στις ουσιαστικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν από το Δικαστήριο, αν ληφθεί υπόψη ότι τελικοί αποδέκτες του όποιου οφέλους από παρόμοιας φύσης συναλλαγές και ιδιαίτερα όταν συντρέχει ανορθόδοξη και ποινικά επίμεμπτη παρέμβαση για τη δημιουργία επίπλαστης εικόνας ανόδου καθώς και καλλιέργειας κλίματος επενδυτικής ευημερίας και μακροπρόθεσμης σταθεροποίησης της αξίας των ανωνύμων τίτλων και δη μετοχών ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, είναι οι μεγαλομέτοχοι κάτοχοι πακέτων των τελευταίων. Συνεπεία των ως άνω ασαφειών, κενών, αντιφάσεων και ελλείψεων η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται, της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επί πλέον και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ως εκ τούτου είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε Π Κ λόγοι αναιρέσεως σε σχέση με το αδίκημα της απάτης κατ’ επάγγελμα από κοινού και κατά μόνας και κατ’  εξακολούθηση, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 (ήδη 30.000) ευρώ και της άμεσης συνδρομής κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση στην πράξη αυτή, κατ’ επέκταση δε και για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ επάγγελμα από κοινού και κατά μόνας κατ’  εξακολούθηση δοθέντος ότι δεν παρατίθεται για την πράξη αυτή ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού η αθώωση των κατηγορουμένων για τη συγκεκριμένη πράξη στηρίζεται στην απαλλακτική κρίση για το βασικό αδίκημα της απάτης, με το οποίο αμέσως συνέχεται και η σχετική δικαιοδοτική κρίση εξαρτάται απ’ αυτό, οι συνδεόμενες δε με το τελευταίο ως άνω πλημμέλειες της σχετικής αποφάσεως που ιδρύουν και τους προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ και Ε ΚΠΔ σχετικούς αναιρετικούς λόγους της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως εκτείνονται αναγκαίως και στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η απόφαση κατά το σκέλος που κηρύχθηκαν αθώοι των αξιοποίνων πράξεων α) της απάτης κατ’  επάγγελμα από κοινού και κατά μόνας και κατ’  εξακολούθηση, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 (ήδη 30.000) ευρώ και της άμεσης συνδρομής κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση στην πράξη αυτή και β) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ ‘ επάγγελμα από κοινού και κατά μόνας κατ’  εξακολούθηση οι: ... Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ’  αριθμ. 6459/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών κατά το σκέλος που κηρύχθηκαν αθώοι των αξιοποίνων πράξεων α) της απάτης κατ’
επάγγελμα από κοινού και κατά μόνας και κατ’ εξακολούθηση, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 (ήδη 30.000) ευρώ και της άμεσης συνδρομής κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση στην πράξη αυτή και β) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ επάγγελμα από κοινού και κατά μόνας κατ’  εξακολούθηση οι: ...
Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...