Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Προστασία καταναλωτή, εγγυητής, ΓΟΣ, διαφάνεια, υπολογισμός τόκων με έτος 360 ημερών, αναγνώριση χρέους.

Μονομελές Εφετείο Αιγαίου 11/ 2017, ΔΕΕ 2017.1237. (σπουδαία απόφαση)
Πρόεδρος: Φ. Τσερκέζογλου, Εφέτης 

Περίληψη. Οι γενικοί όροι συναλλαγών είναι άκυροι όταν επιφέρουν σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων εις βάρος του καταναλωτή. Έρευνα ad hoc των συνεπειών από τη διατήρηση ή την κατάργηση του γενικού όρου. Αρχή διαφάνειας. Έννοια καταναλωτή. Ο έμπορος που λαμβάνει πίστωση από τράπεζα για τις επαγγελματικές του ανάγκες είναι καταναλωτής, όπως και ο εγγυητής του εφ' όσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Είναι άκυρος ο ΓΟΣ σύμφωνα με τον οποίο ο υπολογισμός του τόκου γίνεται με βάση το έτος 360 ημερών. Συναφείς νομοθετικές διατάξεις. Συμβάσεις αιτιώδους και αφηρημένης αναγνώρισης χρέους που δημιουργούν νέα, αυτοτελή ενοχή. Διάκριση τους από δηλώσεις που αναγνωρίζουν απλώς το περιεχόμενο ήδη υφιστάμενης έννομης σχέσης και που το κύρος τους εξαρτάται από τη νομιμότητα της αναγνωριζόμενης οφειλής.
Διατάξεις: άρθρα 2 Ν 2251/1994, 873 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 2 του Ν 3587/2007 (ΦΕΚ Α' 152/10.7.2007), οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή. Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου παραπάνω άρθρου, αναφέρονται, ενδεικτικά οι ΓΟΣ, που, θεωρούνται άνευ ετέρου από τον νόμο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν 2251/1994. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ, αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ με τα αναφερόμενα σ' αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας και καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης (ΑΠ Ολ 6/ 2006 ΔΕΕ 2006, 665, ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005, 460). Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργηση του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του για κάθε πλευρά, πως θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005, 460, Εφθεσ 459/2011 Νογπο5). 
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ. 4 του παραπάνω νόμου ορίζεται ότι, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τελικό αποδέκτη τους. Αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να θεωρηθεί ως καταναλωτής το πρόσωπο που επιζητεί την προστασία του νόμου είναι να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και ο προμηθευόμενος τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες να είναι ο τελικός αποδέκτης τους. Καταναλωτής, άλλωστε, θεωρείται ο τελικός οικονομικός αποδέκτης των ανωτέρω προϊόντων και υπηρεσιών, που προσφέρονται στην αγορά, ανεξαρτήτως αν αποβλέπουν στην ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών, όπως απαιτούσε το προηγούμενο δίκαιο (άρθρο 2 αρ. 1 Ν 1961/1991). Καταναλωτής, επομένως, θεωρείται και ο έμπορος που λαμβάνει πίστωση από Τράπεζα για να καλύψει τις χρηματικές ανάγκες του ως τελικός αποδέκτης υπηρεσιών για να τις καταναλώσει και όχι να τις προσφέρει περαιτέρω με αντάλλαγμα και όταν συνάπτει συναλλαγές που είναι βοηθητικές για τη συγκεκριμένη εμπορική του δραστηριότητα (ΕφΘεσ 459/2011 ό.π., ΕφΘεσ 2788/2009 Νοπίοϊ, ΕφΑθ 730/2005 ΕπισκΕΔ 2005, 741, Ι. Καρακώστα, Προστασία του καταναλωτή Ν 2251/1994, σελ. 35 και 100 επ., Ε. Περάκη, Η έννοια του καταναλωτή κατά το νέο Ν 2251/1994 ΔΕΕ 1995, 32 επ.), ενώ σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη (όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 1 του Ν 3587/2007) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του, είναι, καταναλωτής. Συνεπώς, ο εγγυητής υπέρ πιστούχου, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, είναι καταναλωτής (Βλ. ΕφΘεσ 459/ 2011 ό.π., Χελιδόνη, ΕπισκΕΔ 2000, 385), διότι η εγγύηση είναι παρεπόμενη της πιστώσεως σύμβαση και η Τράπεζα δεν θα είχε καταρτίσει τη σύμβαση πιστώσεως, εάν η εγγύηση δεν είχε προσλάβει το περιεχόμενο το οποίο η Τράπεζα επιθυμεί, οπότε θα ήταν αντιφατικό να μην έχει και ο εγγυητής την ιδιότητα του καταναλωτή (Βλ. ΕφΘεσ 1034/2013 Νοιτίοβ).
Περαιτέρω, ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν 2251/1994, διότι οι γενικοί όροι συναλλαγών των συμβάσεων πρέπει να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δι-καιοπρακτικής του βούλησης καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά, με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος, δοθέντος του ότι το επιτόκιο της μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών, επιβαρύνεται για κάθε ημέρα με τόκους μεγαλύτερους κατά 1,3889%, αφού το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή η μεγαλύτερη επιβάρυνση του να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας, ιδίως μάλιστα στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια τη δυνατότητα για τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα στην καταναλωτική πίστη με τη στενή έννοια κατ' επιταγή: α) της κοινοτικής Οδηγίας 98/7/ ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ Ζ1 -178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β' 255/9.3.2001), β) της με αριθμό Ζ1-798/25.6.2008 (ΦΕΚ Β' 1353/11.7.2008) απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης, όπως ισχύει τροποποιημένη με την υπ' αριθμ. Ζ1-21/17.1.2011 (ΦΕΚ Β' 21/18.1.2011) απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού (κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 21 του άρθρου 10 του Ν 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 3587/2007), με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2005/29 «για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά» (Βλ. ΣτΕ 1210/2010), δυνάμει της οποίας απαγορεύεται ρητά σε συμβάσεις στεγαστικών δανείων η αναγραφή του όρου που προβλέπει υπολογισμό τόκων με βάσει έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους και γ) της κοινοτικής Οδηγίας 2008/48/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ Ζ1 -699/23.6.2010 (ΦΕΚ Β' 917/23.6.2010), γεγονός που καταδεικνύει τη σημασία που αποδίδει τόσο ο κοινοτικός όσο και ο εθνικός νομοθέτης για τον κατ' αυτό τον τρόπο ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 430/2005, ΕφΠειρ 711/2011).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους είναι εκείνη με την οποία γεννάται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους. Σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους καταρτίζεται όταν οι συμβαλλόμενοι αποσκοπούν στην δημιουργία υποχρεώσεως κατά τρόπο ανεξάρτητο από την αιτία ή κατ' άλλη διατύπωση όταν η σύμβαση αποβλέπει στη δημιουργία ίδιου και αυτοτελούς λόγου ενοχής. Το αν αυτό συμβαίνει αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 873-875 ΑΚ αφηρημένη αναγνώριση χρέους διακρίνεται, κατ' αρχήν, σαφώς από την αιτιώδη αναγνώριση χρέους, δηλαδή τη σύμβαση εκείνη, με την οποία η δημιουργία της νέας ενοχής βρίσκεται σε στενή εξάρτηση από τη βασική σχέση, δηλαδή την αιτία. Κοινό χαρακτηριστικό της αιτιώδους και της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους είναι ότι με αυτές δημιουργείται νέα, αυτοτελής ενοχή. Τόσο η ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 873-875 ΑΚ αφηρημένη αναγνώριση χρέους, όσο και η αιτιώδης αναγνώριση χρέους, διακρίνονται σαφώς από τις καλούμενες μη γνήσιες αναγνωριστικές ή επιβεβαιωτικές συμβάσεις, οι οποίες καταρτίζονται μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων που καθιερώνεται από το άρθρο 361 ΑΚ και με τις οποίες τα μέρη αναγνωρίζουν απλώς το περιεχόμενο μιας ήδη υφιστάμενης έννομης σχέσης, χωρίς να επιδρούν διαπλαστικά στο πραγματικό ή νομικό περιεχόμενο της. Τέτοιες συμβάσεις σκοπό έχουν είτε την επιβεβαίωση της παλαιάς ενοχής, είτε την προμήθεια αποδεικτικού μέσου. Στην περίπτωση που η δήλωση του οφειλέτη σε μια σύμβαση που περιέχει ρύθμιση του τρόπου πληρωμής του χρέους έχει τέτοιο επιβεβαιωτικό χαρακτήρα, το κύρος της δήλωσης του εξαρτάται από το νόμιμο ή μη της αναγνωριζόμενης οφειλής. Έτσι, αν αυτή είναι παράνομη επειδή διαμορφώθηκε κατά τρόπο αντίθετο προς διατάξεις δημόσιου δικαίου, η δήλωση είναι άκυρη (ΕφΑΘ 3562/ 2001).
Από την εκτίμηση των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2003 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της καθής η ανακοπή-εκκαλούσας και της πρώτης των ανακοπτόντων-πρώτης εφεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «... ΟΕ», που εδρεύει στη ... Νάξου, χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 132.000 ευρώ, πλέον τόκων, προμηθειών και εξόδων. Η πιστοδότρια Τράπεζα, κατά τον υπολογισμό των τόκων από την ανωτέρω σύμβαση, κάνοντας χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών, υπερχρέωσε την ένδικη οφειλή των ανακοπτόντων με τόκο προσαυξημένο κατά 1,3889%. Ο εν λόγω όμως τρόπος υπολογισμού των τόκων δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, η δε καθής ουδέποτε γνωστοποίησε στους ανακόπτοντες τον παραπάνω τρόπο επιβάρυνσης τους, αλλά αντιθέτως τον επέβαλε σ' αυτούς ως κάτι δεδομένο και ανεπίδεκτο διαπραγμάτευσης, παρά τη συνδρομή στο πρόσωπο τους της ιδιότητας του καταναλωτή κατά την έννοια του Ν 2251/1994, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι η πρώτη ανακόπτουσα ήταν η τελική αποδέκτρια του επιχειρηματικού δανείου και οι δεύτερος και τρίτος εγγυητές υπέρ της πρώτης. Ο όρος όμως αυτός της δανειακής σύμβασης, ο οποίος προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, είναι άκυρος, καταχρηστικός, αδιαφανής και δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση σε βάρος του καταναλωτή, ενόψει του ότι προσκρούει στην απορρέουσα από το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν 2251/1994 αρχή της διαφάνειας αλλά και στην ενσωματωθείσα στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ .../13.2.2001 (ΦΕΚ Β' 2555/8.3.2001) κοινοτική οδηγία 98/7/ΕΚ, κατ' επιταγή της οποίας εφαρμόζεται στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, το έτος των 365 ημερών. Ο ανωτέρω εκτιθέμενος όρος της επίδικης σύμβασης, επιφέρει σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος των ανακοπτόντων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αδιαφάνεια, μη συγκρισιμότητα με αντίστοιχες παροχές άλλων Τραπεζών και μη ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού σε βάρος των καταναλωτών. Η παράνομη και καταχρηστική αυτή χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών κατ' εφαρμογή του άκυρου αυτού ΓΟΣ της επίμαχης σύμβασης, επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού και συνεπώς η απαίτηση της καθής δεν είναι εκκαθαρισμένη, με αποτέλεσμα να είναι ακυρωτέα η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής στο σύνολο της και όχι κατά το άκυρο μόνο μέρος της, καθόσον δεν δύνανται οι ανακόπτοντες να προβούν κατά τρόπο αναλυτικό στους ακριβείς υπολογισμούς προς διακρίβωση του τρόπου που η ανωτέρω χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών επενήργησε στο πληττόμενο με την ανακοπή συνολικό ύψος της αμφισβητούμενης οφειλής, τούτο δε διότι απαιτούνται, λόγω τουπλήθους των κονδυλίων και του πολύπλοκου των αριθμητικών και λογιστικών πράξεων, ειδικές γνώσεις της οικονομικής (λογιστικής επιστήμης), επιπλέον δε η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη λόγω της ενσωμάτωσης σε αυτήν των ως άνω παρανόμως υπολογιζόμενων επιπλέον τόκων καθώς και των ποσών που προέκυπταν από τον ανατοκισμό τους κάθε εξάμηνο, βάσει της παράνομης και αθέμιτης πρακτικής της καθής. 
Οι ανακόπτοντες παρά την αναγνώριση του καταλοίπου του λογαριασμού, μπορούν να αμφισβητήσουν ότι μερικές πιστώσεις είναι παράνομες και αθέμιτες, αυξάνοντας το τελικό κατάλοιπο (ΕφΑΘ 3632/2013). Επομένως, στην περίπτωση που η οφειλή είναι παράνομη, αφού διαμορφώθηκε κατά τρόπο αντίθετο προς διατάξεις δημοσίου δικαίου, τότε και οι δηλώσεις αυτές περί αναγνώρισης χρέους είναι άκυρες, αφού το κύρος των δηλώσεων εξαρτάται από το νόμιμο ή μη της αναγνωριζομένης οφειλής και δεν είναι δυνατόν να καταρτιστεί με βάση τις άκυρες αυτές δηλώσεις έγκυρη συμφωνία περί αναγνωρίσεως χρέους.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...