Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Ασκητική (δεύτερο Χρέος).

Νίκος Καζαντζάκης
Αφιερώνεται σε μια ΕΚΛΕΚΤΗ ΚΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΗ ΚΥΡΙΑ της Ελληνικής Δικαιοσύνης, την Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων κ. Ευαγγελή Μπράμη, μαζί με το Χριστός Ανέστη, Χρόνια πολλά (Γ.Φ).
 
Δέ δέχουμαι τά σύνορα, δέ μέ χωρούν τά φαινόμενα, πνίγουμαι! Τήν αγωνία τούτη βαθιά, αίματερά νά τή ζήσεις, είναι τό δεύτερο χρέος.
Ό νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει νά παίζει· μά η καρδιά αγριεύει, δέν καταδέχεται αυτή νά παίξει, πλαντάει και χιμάει νά ξεσκίσει τό δίχτυ τής ανάγκης!

Να υποτάξω τή γής, τό νερό, τόν αγέρα, νά νικήσω τόν τόπο και τόν καιρό, νά νιώσω μέ ποιους νόμους άρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οί άντικαθρεφτισμοι πού ανεβαίνουν άπό τήν πυρωμένην έρημο του νου, τί άξίαν έχει;
Ένα μονάχα λαχταρίζω: Νά συλλάβω τί κρύβεται πίσω άπό τά φαινόμενα, τί είναι τό μυστήριο πού μέ γεννάει καί μέ σκοτώνει, κι άν πίσω άπό τήν ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μιά αόρατη ασάλευτη παρουσία.
Αν ό νους δέν μπορεί, δέν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα άπό τα σύνορα τήν ήρωικήν άπελπισμένην έξοδο, νά 'ταν να μπορούσε η καρδιά μου!
Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα άπό τόν άνθρωπο ζητώ τό αόρατο μαστίγι πού τόν βαράει καί τόνε σπρώχνει στον αγώνα. Πέρα άπό τά ζώα ενεδρεύω νά δώ τό πρόσωπο τό αρχέγονο πού μάχεται δημιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τίς άρίφνητες μάσκες νά τυπωθεί στό ρεούμενο κρέας. Πέρα άπό τά φυτά άγωνίζουμαι νά ξεχωρίσω τά πρώτα παραπατήματα του Αόρατου μέσα στή λάσπη.
Μιά προσταγή μέσα μου:                      '
— Σκάψε! Τί βλέπεις;
— Ανθρώπους καί πουλιά, νερά καί πέτρες!
— Σκάψε ακόμα! Τί βλέπεις;
— Ιδέες κι όνείρατα, αστραπές καί φαντάσματα.
— Σκάψε ακόμα! Τί βλέπεις;
— Δέ βλέπω τίποτα!  Νύχτα βουβή, πηχτή σά θάνατος. Θά 'ναι ό θάνατος.
— Σκάψε ακόμα!
—Αχ!  Δέν μπορώ νά διαπεράσω  τό σκοτεινό   μεσότοιχο!   Φωνές   γρικώ   και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!
— Μήν κλαις! Μήν κλαις! Δέν είναι στον άλλον όχτο! Οί φωνές, τά κλάματα και τά φτερά είναι η καρδιά σου!

Πέρα άπό τό νου, στον ιερό γκρεμό τής καρδιάς, άκροποδίζω τρέμοντας. Τό ένα μου πόδι άδράχνεται άπό τό σίγουρο χώμα, τό άλλο ψάχνει στά σκοτεινά απάνω άπό τήν άβυσσο.
Ψυχανεμίζουμαι πίσω άπ' όλα τούτα τά φαινόμενα μιά μαχόμενη ουσία. Θέλω νά σμίξω μαζί της.
Ψυχανεμίζουμαι πώς κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω άπό τά φαινόμενα νά σμίξει με τήν καρδιά μου. Μά τό σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ό νους στέκεται ανάμεσα καί μάς χωρίζει.
Ποιο είναι τό χρέος μου; Νά συντρίψω τό σώμα, νά χυθώ νά σμίξω μέ τόν Αόρατο. Νά σωπάσει ό νους, ν' ακούσω τόν 'Αόρατο νά φωνάζει.       
Περπατώ στ' άφρόχειλα τής άβυσσος καί τρέμω. Δυό φωνές μέσα μου παλεύουν.
Ό νους: «Γιατί νά χανόμαστε κυνηγώντας τό αδύνατο; Μέσα στον ίερό περίβολο τών πέντε αίστήσεων χρέος μας ν' άναγνωρίσουμε τα σύνορα του άνθρώπου.»
Μα μιά άλλη μέσα μου φωνή, ας τήν πούμε έχτη δύναμη, άς τήν πούμε καρδιά, αντιστέκεται καί φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μήν αναγνωρίσεις τα σύνορα του άνθρώπου! Νά σπας τά σύνορα! Ν' αρνιέσαι ό,τι θωρούν τά μάτια σου! Νά πεθαίνεις καί νά λές: Θάνατος δέν υπάρχει
Ό νους: «Λαγαρό κι άνέλπιδο είναι το μάτι μου καί θεάται τά πάντα. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, μιά παράσταση πού δίνουν οί πέντε θεατρίνοι του κορμιού μου.
»Κοιτάζω μέ απληστία, μέ ανείπωτη περιέργεια, καί δέν έχω τήν αφέλεια του χωριάτη νά πιστέψω, καί ν' ανέβω απάνω στή σκηνή επεμβαίνοντας στην αίματερή κωμωδία.
»Είμαι ό θαματοποιός φακίρης πού ακίνητος, καθούμενος στο σταυροδρόμι τών αίστήσεων, θεάται νά γεννιέται καί ν' αφανίζεται ό κόσμος, θεάται τά πλήθη νά σαλεύουν καί νά φωνάζουν στά πολύχρωμα μονοπάτια τής  ματαιότητας.
»Καρδιά, απλοϊκή καρδιά, γαλήνεψε κι υποτάξου!»
Μά η καρδιά ανατινάζεται καί φωνάζει: «Είμαι ο χωριάτης καί πηδώ απάνω στή σκηνή κι επεμβαίνω στην πορεία του κόσμου!» Δέ ζυγιάζω, δέ μετρώ, δέ βολεύουμαι! Ακολουθώ τό βαθύ μου χτυποκάρδι.
Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας τό χάος: Ποιος μας φυτεύει στή γής ετούτη χωρίς νά μας ζητήσει τήν άδεια; Ποιος μάς ξεριζώνει άπό τή γής ετούτη χωρίς νά μας ζητήσει τήν άδεια;
Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο άπό λάσπη κι όνείρατα. Μά μέσα μου νογώ νά στροβιλίζουνται όλες οί δυνάμες του Σύμπαντου.
Θέλω μιά στιγμή, προτού μέ συντρίψουν, ν' ανοίξω τά μάτια μου καί νά τίς δώ. Άλλο σκοπό δέ δίνω στή ζωή μου.
Θέλω νά βρώ μιά δικαιολογία γιά νά ζήσω καί νά βαστάξω τό φοβερό καθημερινό θέαμα τής αρρώστιας, τής ασκήμιας, τής αδικίας καί του θανάτου.
Ξεκίνησα άπό ένα σκοτεινό σημείο, τή Μήτρα· οδεύω σ' ένα άλλο σκοτεινό σημείο, τό Μνήμα. Μιά δύναμη μέ σφεντονάει μέσα άπό τό σκοτεινό βάραθρο· μιά άλλη δύναμη μέ συντραβάει ακατάλυτα στό σκοτεινό βάραθρο.
Δέν είμαι ο κατάδικος πού τόν ποτίσαν κρασί γιά νά θολώσει τό μυαλό του· μέ λαγαρά τά φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ τό ανάμεσα στους δυό γκρεμούς μονοπάτι.
Και μάχουμαι πώς νά γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Νά τους δώσω τό χέρι μου, νά προφτάσω νά συλλαβίσω και νά τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Νά τους πώ τί φαντάζουμαι πώς είναι τούτη η πορεία· και κατά που ψυχανεμίζουμαι πώς πάμε. Και πώς ανάγκη νά ρυθμίσουμε όλοι μαζί τό περπάτημα και την καρδιά μας. 
Ένα σύνθημα, σά συνωμότες, ένα λόγο απλό νά προφτάσω νά πώ στους συντρόφους! Ναι, σκοπός της Γής δέν είναι η ζωή, δέν είναι ό άνθρωπος. Έζησε χωρίς αυτά, θά ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες τής βίαιης περιστροφής της. 
Ας ένωθούμε, άς πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, άς δημιουργήσουμε έμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη τής Γής, όσο δέν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες νά μας εξαφανίσουν, άς δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στή Γής, άς δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον ύπερανθρώπινον αγώνα!
Τούτη η αγωνία είναι τό δεύτερο χρέος.

Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική (σελίδες 15-20).

Δημοσίευση σχολίου