Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Επιταγή προς εκτέλεση, αναστολή εκτέλεσης, διαταγή πληρωμής και υπερχρεωμένα φ. πρόσωπα, σώρευση αναστολής κετελεστότητας και αναγκαστικής εκτέλεσης.

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 3218/ 2016.

Πρόεδρος Β. Κατσά, Πρωτοδίκης.

Περίληψη. Επιταγή προς πληρωμή - Τοκοφορία μετά την κατάθεση της αίτησης για την υπαγωγή στο ν. 3869/2010 - Διάρκεια αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης -. Διφυής διαδικαστική πράξη. Εξώδικη πράξη - οιονεί δικαιοπραξία και εναρκτήρια διαδικαστική πράξη εκτελεστικής διαδικασίας. Έκδοση διαταγής πληρωμής και κοινοποίησή της με επιταγή προς πληρωμή παρά την έναρξη της διαδικασίας για υπαγωγή της οφειλέτριας στο ν. 3869/2010. Η έκδοση της διαταγής πληρωμής, παρά την προηγούμενη κοινοποίηση της αίτησης για την υπαγωγή στο ν. 3869/2010, δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη. Αντίθετα, αντίκειται στα χρηστά ήθη η κοινοποίησή της με επιταγή προς πληρωμή, επειδή με αυτόν τον τρόπο αρχίζει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και επιδιώκεται η πλήρης ικανοποίηση της απαίτησης της επισπεύδουσας σε βάρος της οφειλέτριας και των λοιπών δανειστών πριν την υπαγωγή της στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου.
Με την κοινοποίηση της αίτησης για την υπαγωγή παύει η τοκοφορία των ανέγγυων πιστώσεων. Αντίθετα, οι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα απαιτήσεις εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης. Σώρευση αίτησης αναστολής διαταγής πληρωμής και αίτησης αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ισχύει μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής. Δυνατή η επέκτασή της μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης αυτής κατόπιν αιτήματος κατά τη συζήτηση της ανακοπής.

Με την φερόμενη προς κρίσιν αίτησή της, η αιτούσα, επικαλούμενη επικείμενο κίνδυνο, ζητεί να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως η οποία επισπεύδεται εις βάρος της, δυνάμει της υπ’ αριθμόν …/2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών και της από 13.11.2013 επιταγής προς πληρωμή, που έχει τεθεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής, μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 20.12.2013 ανακοπής, την οποία έχει ασκήσει νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 632 § 1 και 933 του ΚΠολΔ, για τους λόγους που αναφέρει στην ανακοπή της.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται αίτηση αναστολής της διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρ. 632 § 2 ΚΠολΔ, καθώς και αίτηση αναστολής της εκτέλεσης του άρθρου 938 § 2 ΚΠολΔ, εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 934 § 1 του ΚΠολΔ (καθώς η ανακοπή έχει ασκηθεί μέσα στην προθεσμία των 15 εργάσιμων ημερών ως ανακοπή του άρθρ. 632 του ΚΠολΔ, αφού η διαταγή πληρωμής κοινοποιήθηκε στις 16.3.2011 και η ανακοπή επιδόθηκε στις 30.3.2011 όπως προκύπτει από την με αριθμό …/2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.Μ.**) και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, που είναι αρμόδιο να εκδικάσει αυτήν κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 632 § 2 και 933, 934 § 1, 938 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, όμως, ως προς την σωρευόμενη ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή, η αιτούμενη αναστολή είναι νόμιμη μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής της αιτούσας και όχι μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης, όπως ζητά αυτή, καθόσον, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 938 § 4 εδ. α΄ του ΚΠολΔ, η αναστολή χορηγείται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής και όχι μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης αυτής. Τέτοια αναστολή, μέχρι την τελεσιδικία δηλαδή της απόφασης, μόνον από το Δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή μπορεί να δοθεί, εφόσον υποβληθεί κατά τη συζήτησή της σχετικό αίτημα και με τις προϋποθέσεις της § 4 εδ. β΄ του παραπάνω άρθρου (βλ. ΕφΘ 64/91 ΕλλΔνη 34. 1363, ΕφΑθ 2475/90 ΕλλΔνη 33. 613, ΕφΘ 2333/89 Αρμ 1989. 900).

Μεταξύ της καθ’ ης και της αιτούσας υπογράφθηκε η από 23.9.2011 αίτηση-σύμβαση για χορήγηση καταναλωτικού δανείου, με την οποία παρασχέθηκε στην αιτούσα δάνειο τοκοχρεωλυτικό ύψους 44.300 ευρώ προς το σκοπό της καλύψεως ατομικών ή οικογενειακών αναγκών της. Προς εξυπηρέτηση της εν λόγω σύμβασης τηρήθηκε ο υπ’ αριθ. ...… λογαριασμός. Ακολούθως, καθώς η αιτούσα, δεν πλήρωνε τις ελάχιστες μηνιαίες καταβολές, η καθ’ ης κατήγγειλε την σύμβαση με την από 18.07.2012 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην αιτούσα στις 30.7.2012, όπως προκύπτει από την με αριθμό …/2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.Π. Μετά δε από αίτηση της καθ'’ ης εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής με βάση τα παραπάνω έγγραφα, η οποία κοινοποιήθηκε στις 5.12.2013 με την κάτωθι αυτής επιταγή προς πληρωμή, ενώ ήδη η αιτούσα είχε ζητήσει έγγραφα από την καθ’ ης και της είχε ήδη κοινοποιήσει, όπως προκύπτει από την με αριθμό …/2.11.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Δ.Γ,** την αίτηση που είχε καταθέσει για την υπαγωγή της στις διατάξεις του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Κατόπιν των παραπάνω πραγματικών περιστατικών επί του τρίτου λόγου της ανακοπής λεκτέα τα κάτωθι:
Στις διατάξεις του άρθρ. 6 § 3 του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα προβλέπεται ότι ο οφειλέτης ή κάποιος άλλος, που έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο, που δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας. Σε αντίθεση δε με ότι ορίζεται στα άρθρ. 25 και 10 του ν. 3588/2007 - ΠτΚ, στα οποία προβλέπεται αναστολή όλων των ατομικών κατά του οφειλέτη καταδιωκτικών μέτρων (περιλαμβανομένης και της άσκησης αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών), στο παραπάνω άρθρ. 6 § 1 του ν. 3869/ 2010 η αναστολή, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση των διατάξεων του ν. 3869/2010 με το ν. 4161/ 2013, χορηγείται μόνο κατόπιν ξεχωριστής αίτησης (αναστολής) ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας και περιλαμβάνει μόνο τα κατά του οφειλέτη μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ακόμη και, όταν έχει κατατεθεί αίτηση για δικαστικό συμβιβασμό μετά την αποτυχία εξωδικαστικού, και ο οφειλέτης έχει πετύχει αναστολή κατά τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου, δεν εμποδίζεται η άσκηση αγωγής κατά του οφειλέτη με αίτημα την αναγνώριση ή καταψήφιση απαίτησης, που ο οφειλέτης επιδιώκει να υπαγάγει στη ρύθμιση του ν. 3869/2010. Ο υπερχρεωμένος οφειλέτης-ιδιώτης, σε αντίθεση με τον υπό πτώχευση-έμπορο, που παύει αυτοδικαίως να νομιμοποιείται ως διάδικος αναφορικά με τη διάγνωση ουσιαστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών του, που συνθέτουν την πτωχευτική περιουσία του, όπως επίσης και για δικονομικά δικαιώματα σχετικά με την περιουσία του αυτή και κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν νομιμοποιείται ούτε παθητικά, αλλά και ούτε ενεργητικά σε δίκες, διατηρεί πλήρως το δικαίωμα του «συμβάλεσθαι και δικαιοπρακτείν» και «παρίστασθαι επί δικαστηρίω» και μπορεί να εναχθεί και να ενάγει, αλλά και να συνεχίσει κάθε εκκρεμή δίκη, που τον αφορά.  
Περαιτέρω από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρ. 68, 72 από τη μία και 924 του ίδιου Κώδικα από την άλλη, προκύπτει ότι η διαδικασία για την ικανοποίηση του ουσιαστικού δικαιώματος, που έχει δικαστικά διαγνωσθεί, αρχίζει με την έναρξη εναντίον του οφειλέτη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και όχι με την άσκηση αγωγής εναντίον του ή επίδοσης διαταγής πληρωμής χωρίς επιταγή προς πληρωμή αλλά μόνο προς γνώση και για τις έννομες συνέπειες. Έτσι καθ’ ο μέρος ο τρίτος λόγος αποτελεί λόγο της κατ’ άρθρ. 632 του ΚΠολΔ ανακοπής, ήτοι δηλ. αφορά αυτή καθ’ εαυτή την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ότι δηλ. καταχρηστικά ασκήθηκε το σχετικό δικονομικό δικαίωμα και επιδιώχθηκε η έκδοσή της, το αν η συμπεριφορά της καθ’ ης αντίκειται στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη και είναι εν τέλει καταχρηστική αλλά και οι έννομες συνέπειες αυτής της καταχρηστικής συμπεριφοράς θα κριθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 116 του ΚΠολΔ. Κατά τα διδασκόμενα δε υπάρχει παράβαση στις παρακάτω περιπτώσεις: α. όταν υπάρχει παράβαση των χρηστών ηθών, ήτοι δηλ. όταν η επιχειρούμενη διαδικαστική πράξη αντίκειται στους, παγιωμένους με την σταθερή εφαρμογή τους, κανόνες ηθικής του μέσου συνετού ανθρώπου (πχ. όταν ο διάδικος ους ενάγων δεν σωρεύει τις απαιτήσεις του εναντίον του ίδιου του οφειλέτη του, αλλά αντίθετα προβαίνει σε κατάτμηση με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων για την αρμοδιότητα ή την δημιουργία πολλών εξόδων και δικών σε βάρος του αντιδίκου του, β. όταν αντίκειται στους κανόνες της καλής πίστης με σκοπό την φανερή παρέλκυση της δίκης, υπάρχει δε τέτοια συμπεριφορά π.χ. όταν (η διαδικαστική πράξη) ασκείται σύμφωνα με το γράμμα αλλά όχι και το πνεύμα του νόμου, που την ρυθμίζει, και με την άσκησή της ο διάδικος επιδιώκει ξένους σκοπούς προς το πνεύμα του τυπικώς τηρούμενου νόμου, όταν δηλ κυρίως υποκειμενικά ο διάδικος, που την ασκεί, δεν αποβλέπει σε κανένα άξιο προστασίας συμφέρον ή αντικειμενικά η ασκούμενη διαδικαστική πράξη δεν είναι σε θέση να υπηρετήσει κανένα άξιο προστασίας συμφέρον του. ββ. όταν η επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως γίνεται σε αντίθεση με την κατάσταση, που είχε δημιουργήσει ο διάδικος με την προηγούμενη συμπεριφορά του, στην οποία είχε δώσει εμπιστοσύνη ο αντίδικός του, παράβαση δηλ της αρχής venire contra factum proprium (π.χ. εναγομένη εταιρεία, παρότι ασκεί την κυρία δραστηριότητά της σε τόπο διαφορετικό από την καταστατική της έδρα, προτείνει την ένσταση αναρμοδιότητας του δικαστηρίου του τόπου, που ασκεί πραγματικά την δραστηριότητά της και στο οποίο ενάγεται) και τέλος γ. όταν υπάρχει παράβαση του καθήκοντος αληθείας με την μορφή προβολής ψευδών ισχυρισμών ή παράλειψης προβολής τέτοιων κατά τρόπο, που να καθίσταται η ιστορική βάση αναληθής. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς δεν έρχεται σε αντίθεση με τους παγιωμένους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου. Δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε με το γράμμα, ούτε το πνεύμα του νόμου και δεν ασκείται άσκοπα, καθώς η καθ’ ης επιδιώκει απλά να εξοπλίσει την απαίτησή της με τίτλο εκτελεστό και έχει προφανές έννομο συμφέρον για αυτό (επισημαίνεται ότι με την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν επέρχεται ικανοποίηση του κρινόμενου ουσιαστικού δικαιώματος-επίδικης αξίωσης, ούτε καν αρχίζει η διαδικασία ικανοποίησης αυτού). Δεν έρχεται ακόμη σε αντίθεση με προηγούμενη διαφορετική κατάσταση, που είχε η ίδια η καθ’ ης δημιουργήσει, και τέλος η καθ’' ης δεν παρέβη το καθήκον αλήθειας, αφού οι προβληθέντες ισχυρισμοί ήταν αληθείς. Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος, ως λόγος ανακοπής κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει. Αντίθετα προς τα παραπάνω, όμως, η ενέργεια της καθ’ ης να κοινοποιήσει την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής στην αιτούσα με επιταγή προς πληρωμή και να αρχίσει κατά αυτό τον τρόπο η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση του ουσιαστικού δικαιώματος, που διαγνώσθηκε με τη διαταγή, ενώ η τελευταία (αιτούσα) είχε αρχίσει τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να υποβάλλει αίτηση για την υπαγωγή της στις διατάξεις του ν. 3869/2010, έρχεται ως διαδικαστική (δικονομική) πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας κατ’ άρθρ. 116 του ΚΠολΔ σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη. Περαιτέρω δε η ίδια ενέργεια (καθότι η επιταγή προς πληρωμή ανήκει στην κατηγορία των διφυών διαδικαστικών πράξεων και αφενός αποτελεί εξώδικη πράξη- οιονεί δικαιοπραξία, αφετέρου εναρκτήρια διαδικαστική πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, (βλ. Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεσις § 114 σ. 301-302, Μπέη, Εισαγωγή στη δικονομική σκέψη εκδ. 1981 σ. 187), στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου υπερβαίνει κατ’ άρθρ. 281 του ΑΚ προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη αλλά και τον κοινωνικό-οικονομικό σκοπό για άσκηση του δικαιώματος (βλ ΟλΑΠ 1/1997 ΕλλΔνη 38. 534, ΟλΑΠ 888/84 ΝοΒ 33. 61), αφού η άσκηση αυτής της πράξης (επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης) μοναδικό σκοπό έχει την επιδίωξη πλήρους ικανοποίησης της απαίτησης της καθ’ ης σε βάρος της αιτούσας, αλλά και των άλλων δανειστών αυτής, πριν η αιτούσα προλάβει να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του παραπάνω θεσμού για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε από το παρόν Δικαστήριο ότι η ως άνω αίτηση της αιτούσας περί ρύθμισης των οφειλών της (επί της οποίας εδράζεται και η ήδη κρινόμενη αίτηση αναστολής) θα ευδοκίμησε, αφού συντρέχουν στο πρόσωπό της οι οριζόμενες στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου προϋποθέσεις και η τελευταία βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της. Ειδικότερα, όπως προέκυψε από τα προσκομιζόμενα από την αιτούσα έγγραφα, η αιτούσα είναι φυσικό πρόσωπο ηλικίας 69 ετών, συνταξιούχος του ΙΚΑ, μητέρα δύο ενήλικων θυγατέρων ηλικίας 33 και 30 ετών αντίστοιχα, που απέκτησε με τον εν διαστάσει σύζυγό της, εκ των οποίων η δεύτερη είναι άνεργη και υποστηρίζεται οικονομικά από την αιτούσα. Τα μόνα δε συνολικά εισοδήματα αυτής είναι της τάξης των 501,90 Ευρώ μηνιαίως που λαμβάνονται από το IΚΑ - ΕΤΑΜ και προέρχονται από τη σύνταξή της από τον παραπάνω ασφαλιστικό οργανισμό για τον ίδιο λόγο. Συνεκτιμώντας, επομένως: α) τα εισοδήματα αυτής, β) την περιουσιακή κατάσταση της αιτούσας, καθώς και το γεγονός ότι αυτή στερείται περιουσιακών στοιχείων και, τέλος, γ) την κατάσταση της υγείας της και τις βιοτικές ανάγκες της, πιθανολογείται από το παρόν Δικαστήριο και κατά την κρίση αυτού ότι η αιτούσα έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις πιστώτριές της, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του γεγονότος ότι μεγάλο μέρος των από αυτή (αιτούσα) αναληφθέντων δανειακών υποχρεώσεων έχουν λάβει χώρα, εκτός από την κάλυψη των τρεχουσών οικονομικών αναγκών αυτής, για την οικονομική ενίσχυση των τέκνων της. Τέλος, από τη συνεκτίμηση των ιδίων ανωτέρω αναφερόμενων και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, πιθανολογήθηκε ότι η αιτούσα θα υποστεί ουσιώδη βλάβη στα συμφέροντά της σε σχέση με τους επιδιωκόμενους με την αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 σκοπούς. Εκτιμάται κατά συνέπεια ότι η σχετική ανακοπή ως ανακοπή του άρθρ. 933 του ΚΠολΔ θα ευδοκιμήσει και πρέπει να διαταχθεί η αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς περαιτέρω πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη της αιτούσας. Μετά τα παραπάνω απομένει περαιτέρω να εξετασθεί και ο έκτος λόγος της ανακοπής, καθ’ ο μέρος όμως αυτός αποτελεί λόγο ανακοπής κατ’ άρθρ. 632 του ΚΠολΔ, καθώς μετά την παραπάνω παραδοχή του τρίτου λόγου παρέλκει η εξέταση του λόγου αυτού, ως λόγου ανακοπής του άρθρ. 933 του ΚΠολΔ. Επ’ αυτού του λόγου επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 § 3 του ν. 3869/2010, οι απαιτήσεις πιστωτών, που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης (άρθρο 4 του νόμου) και με επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους. Επέρχεται, συνεπώς, παύση τοκοφορίας των ανέγγυων πιστώσεων, για την επέλευση της οποίας τίθεται ως προϋπόθεση κοινοποίηση της αίτησης του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 του οφειλέτη προς τον πιστωτή, με την οποία αίτηση διώκεται από τον οφειλέτη η ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Εν προκειμένω πριν την κατάθεση της αίτησης για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής (30.05.2013) η αιτούσα είχε καταθέσει στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την από 22.10.2012 αίτηση (ΑΚΔ …/2012) περί ρύθμισης των ληξιπροθέσμων οφειλών της από δάνεια κ.λπ., μεταξύ των οποίων και η ένδικη απαίτηση, τη δε αίτηση κοινοποίησε στην καθ’ ης στις 2.11.2012 με τη με αριθμό …/2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Δ.Γ.** Κατά συνέπεια, από την επίδοση της αίτησης επήλθε παύση της τοκοφορίας της ένδικης απαίτησης και η επιδίκαση τόκων από 19.7.2012 (επομένη καταγγελίας της σύμβασης δανείου) είναι μη νόμιμη από το χρονικό διάστημα μετά την κατάθεση της αίτησης (22.10.2012). Επομένως, πιθανολογείται ότι ο σχετικός λόγος ανακοπής θα γίνει δεκτός μόνο ως προς τη διάταξη της ανακοπής για την τοκοφορία της απαίτησης. Πρέπει συνεπώς, καθ’ όσο κρίθηκε κατά τα παραπάνω, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν σε βάρος της αιτούσας τα προβλεπόμενα έξοδα της καθ’ ης κατ’ άρθρ. 178 § 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την αίτηση.
Αναστέλλει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται σε βάρος της αιτούσας δυνάμει της υπ’ αριθμόν …/2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών και της από 13.11.2013 επιταγής προς πληρωμή, που έχει τεθεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής, μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 20.12. 2013 (αριθ. καταθ. …/…/2013) ανακοπής της αιτούσας και με τον όρο να συζητηθεί η ανακοπή κατά την ορισθείσα δικάσιμο (12.11.2019).
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η αίτηση σε βάρος της αιτούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου