Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Διαταγή πληρωμής, ανακοπή εκτέλεσης, πρόσθετη παρέμβαση.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Ζ', 5/ 2003 Δνη 44.963.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Δαμάσκο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Στυλιανό Πατεράκη- εισηγητή, Γεράσιμο Σιμόπουλο και Στέφανο Γαβρά, Αρεοπαγίτες.
Περίληψη. Πρόσθετη παρέμβαση - Χρόνος άσκησης - Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής - Ανακοπή κατά πράξεων της εκτέλεσης - Δεδικασμένο -. Πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Αν με βάση τη διαταγή πληρωμής άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, ο οφειλέτης κατά του οποίου επισπεύδεται η εκτέλεση μπορεί να αμυνθεί, ασκώντας παράλληλα, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, αφενός την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και αφετέρου την ανακοπή κατά των πράξεων της εκτελέσεως.
Εφόσον το ένα από τα δύο δικαστήρια που θα επιληφθούν της εκδικάσεως της μιας ανακοπής κρίνει τελεσιδίκως το ουσιαστικό κύρος της απαιτήσεως, απορρίπτοντας τις τυχόν προβληθείσες ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και η ένσταση πλαστότητας των τίτλων και ανυπαρξίας της αιτίας τους, με βάση τους οποίους εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και επιχειρείται η εκτέλεση, το εντεύθεν δεδικασμένο καταλαμβάνει και τη δίκη επί της άλλης ανακοπής, αφού το κριθέν ζήτημα της πλαστότητας και ανυπαρξίας της αιτίας, αφορούσε ενστάσεις, υπαγόταν στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του κρίναντος δικαστηρίου και αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, το οποίο είναι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής ή της εκτελέσεως αντίστοιχα.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ.1 ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναιρέσεως) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολομ. ΑΠ 1/1996, 1/1998, 8/1998). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδαφ. α' και 215 παρ.1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Η κατάθεση αυτή είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, που ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση. Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ.4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.
Στην προκείμενη περίπτωση ο Γ.Χ. άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 29-11-2002, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου, ορίστηκε δε για τη συζήτηση της παρεμβάσεως δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και για τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή η 11-12-2002. Κατά τη συζήτηση της πρόσθετης παρεμβάσεως, η οποία παραδεκτώς ασκήθηκε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, δεν παραστάθηκαν οι καθών η παρέμβαση αναιρεσείοντες Μ.Π. και Χ.Π. (οι οποίοι παρέστησαν μόνο για τη συζήτηση της αναιρέσεώς τους). Ο παρεμβαίνων επικαλείται και προσκομίζει τις με αριθμ. 11578/5-12-2002 και 11579/5-12-2000 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Αργυροπούλου, από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της πρόσθετης παρεμβάσεως, με την επ' αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε στους μη παραστάντες καθών η παρέμβαση στις 5-12-2002, δηλονότι η παρέμβαση δεν κοινοποιήθηκε εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Το ότι από τον πρόεδρο του τμήματος δεν ορίσθηκε κατά το άρθρο 568 παρ.2 ΚΠολΔ προθεσμία για την κοινοποίηση της ως άνω παρεμβάσεως δεν έχει επιρροή, διότι η προθεσμία (ελλείψει αιτήσεως συντμήσεως) δεν μπορούσε επί του προκειμένου να ορισθεί βραχύτερη της ελάχιστης, κατά νόμο ισχύουσας, προθεσμίας των 60 ημερών, αφού η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση κατετέθη, όπως ήδη ελέχθη, έντεκα μόνο ημέρες πριν από την προσδιορισμένη για την αναίρεση δικάσιμο, εφόσον δεν προκύπτει ότι διατάχθηκε αρμοδίως σύντμηση της προθεσμίας. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω πρόσθετης παρεμβάσεως.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 αριθ. 1, 330, 331, 632 και 933 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν με βάση τη διαταγή πληρωμής άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, ο οφειλέτης κατά του οποίου επισπεύδεται η εκτέλεση μπορεί να αμυνθεί, ασκώντας παράλληλα, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, αφενός την ανακοπή του άρθρου 632 κατά της διαταγής πληρωμής και αφετέρου την ανακοπή του άρθρου 933 κατά των πράξεων της εκτελέσεως, επικαλούμενος πλην άλλων και λόγους που αφορούν την απαίτηση. Η δυνατότητα παράλληλης ασκήσεως των ως άνω ανακοπών επί εκτελέσεως της ίδιας διαταγής πληρωμής καθιστά αναγκαίο τον καθορισμό των λόγων ανακοπής, οι οποίοι καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η παράλληλη επίκληση των ίδιων λόγων και ως αντιρρήσεων κατά της εκτελέσεως δεν αποκλείεται. Ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης έχει τη δυνατότητα, όσο δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προτείνει με την ανακοπή του άρθρου 933 του ίδιου κώδικα όλους τους λόγους της ανακοπής κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής ή της απαιτήσεως, χωρίς να δεσμεύεται από το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ., ή να περιορίζεται από οποιοδήποτε άλλο είδος εκπτώσεως. Στην περίπτωση που προβάλλεται με την ανακοπή ορισμένη αντίρρηση κατά της απαιτήσεως, τότε ως κύριο μεν ζήτημα θεωρείται η ύπαρξη του δικαιώματος ακυρώσεως της διαταγής πληρωμής ή των πράξεων της επισπευδόμενης εκτελέσεως, προδικαστικό (331 Κ.Πολ.Δ.) δε η διάγνωση της ανυπαρξίας της απαιτήσεως. Κατά συνέπεια, εφόσον το ένα από τα δύο δικαστήρια που θα επιληφθούν της εκδικάσεως της μιας ανακοπής κρίνει τελεσιδίκως το ουσιαστικό κύρος της απαιτήσεως, απορρίπτοντας τις τυχόν προβληθείσες ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και η ένσταση πλαστότητας των τίτλων και ανυπαρξίας της αιτίας τους, με βάση τους οποίους εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και επιχειρείται η εκτέλεση, το εντεύθεν δεδικασμένο καταλαμβάνει και τη δίκη επί της άλλης ανακοπής, αφού το κριθέν ζήτημα της πλαστότητας και ανυπαρξίας της αιτίας, αφορούσε ενστάσεις, υπαγόταν στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του κρίναντος δικαστηρίου και αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, το οποίο είναι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής ή της εκτελέσεως αντίστοιχα. Περαιτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση συγχωρείται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο το αν η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της υπάρξεως ή ανυπαρξίας εννόμου σχέσεως ή, επί προσβολής εγγράφου ως πλαστού, περί της πλαστότητας ή μη αυτού αποτελεί δεδικασμένο όσο και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, καθώς και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 15/1998). 
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Oι ήδη αναιρεσείοντες εκτός από την ανακοπή εκ του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ. με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της με αριθμ. 13414/1997 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επί της οποίας (ανακοπής) εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, άσκησαν και την από 9.1.1997 ανακοπή τους κατά της επισπευδόμενης εναντίον τους, με την ίδια διαταγή πληρωμής, εκτελέσεως (επιταγής προς πληρωμή και κατασχέσεως). Για τη νομική και πραγματική θεμελίωση της εν λόγω ανακοπής, οι ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν τις ενστάσεις πλαστότητας των τίτλων κατά τις υπογραφές τους και το περιεχόμενο των συναλλαγματικών, αλλά και της ανυπαρξίας αιτίας έκδοσης, αποδοχής και οπισθογράφησης αυτών από τον μεταβιβάσαντα στον ήδη αναιρεσίβλητο, φερόμενον ως εξ οπισθογραφήσεως κομιστή, το οποίο ελάττωμα της αιτίας γνώριζε ο καθού η ανακοπή κατά τη λήψη των τίτλων και ενήργησε εν γνώσει του προς βλάβη τους. Το Μον. Π. Αθηνών, με την απόφασή του 5604/1999 απέρριψε την ανακοπή, λόγω ερημοδικίας των ανακοπτόντων. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε νομίμως προς τους τότε ανακόπτοντες (εκθέσεις επίδοσης 7978β και 7979β/9.3.2000 του δικαστικού επιμελητή Π. Αθηνών Κ. Β., σε συνδυασμό με τις από 9.3.2000 αποδείξεις παραλαβής εγγράφου του Αστυνομικού του Τμήματος Αγίας Βαρβάρας και από 10.3.2000 βεβαίωση του ίδιου δικαστικού επιμελητή περί παράδοσης συστημένου στο αρμόδιο Ταχυδρομικό Γραφείο), και, όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό 6798/6.2.2000 κατά της απόφασης αυτής, δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο, δεν προσβάλλεται δε το κύρος των εν λόγω επιδόσεων από τους εφεσιβλήτους. Το επιχείρημα των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων προς δικαιολόγηση της αδράνειάς τους προς άσκηση έφεσης ότι πριν από την τελεσιδικία της εν λόγω απόφασης 5604/1999 εκδόθηκε η απόφαση 15/2000 (εκκαλουμένη) και συνεπώς δεν ήταν τότε δυνατή η εκτέλεση αυτής, στερείται νομικής βαρύτητας, διότι το δεδικασμένο που επακολούθησε δεν επηρεάζεται εκ τούτου. Η εν λόγω απόφαση 5604/1999 του Μον. Π. Αθηνών όπως στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, παράγει δεδικασμένο, ως προς τα καταχθέντα στη δίκη αυτή, ήτοι την πλαστότητα και έλλειψη γνησιότητας των επίδικων τίτλων και την έλλειψη νόμιμης αιτίας έκδοσής τους, επί των οποίων ζητημάτων η κρίση του δικαστηρίου εκείνου ήταν αναγκαίο πρόκριμα του κύριου ζητήματος που ήταν το κύρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, υπήγετο δε το προδικαστικό ζήτημα στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου, κατά τα άρθρ. 625 και 636 Κ.Πολ.Δ. Έτσι, λόγω του εντεύθεν δεδικασμένου, το οποίο απορρέει από την άνω απόφαση 5604/1999 του Μον. Π. Αθηνών, το οποίο έκρινε αναγκαίως τα εν λόγω ζητήματα και ήταν προς τούτο αρμόδιο καθ' ύλην, όπως και το πρωτοβαθμίως σε σχέση με την επίδικη ανακοπή, δεν μπορούν να κριθούν άλλως τα ίδια ουσιαστικά ζητήματα. Για το λόγο αυτό το Εφετείο έκρινε, μετά από εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε αντιθέτως, ότι οι λόγοι της ανακοπής και οι πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι έχουν ταυτόσημο περιεχόμενο, πρέπει να απορριφθούν ως καλυπτόμενοι από το δεδικασμένο, καθώς και η ανακοπή. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένο. Ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίον, κατ' ορθήν εκτίμηση, προβάλλεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 περ. α' Κ.Πολ.Δ. (όχι εκ του άρθρου 559 αριθ.10 όπως εσφαλμένως αναφέρεται στο αναιρετήριο) για το λόγο ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη με αριθμ. 5604/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε επί της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνεται ότι η διερεύνηση της προσθέτου παρεμβάσεως δεν είναι αναγκαία για την κρίση επί της αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2002 αίτηση των Μ.Π. και Χ.Π. για αναίρεση της 9631/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εξήντα (1060) Ευρώ.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25-11-2002 πρόσθετης υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρεμβάσεως του Γ.Χ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...