Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Κατάχρηση νομικής προσωπικότητας, αδικοπραξία, εργοδότης, υπερημερία, αξιόποινο μη καταβολής δεδουλευμένων.

Μονομελές Εφετείο Αθηνών 3240/ 2016.

Αποτελούμενο από την Δικαστή Κασσιανή Λιάρου, Εφέτη.

Περίληψη. Εργατικές διαφορές. Άρση αυτοτέλειας νομικού προσώπου. Εργαζόμενοι σε επιχείρηση επώνυμου βιβλιοπωλείου. Κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας. Υπερημερία εργοδότη. Άτυπη καταγγελία σύμβασης εργασίας. Αποζημίωση εργαζομένων. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αδικοπρακτική ευθύνη εργοδότη.

Με την από 10-6-2013 (αρ. κατ. 81810/2764/2013) αγωγή, που άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος: 1) της εκκαλούσας (δεύτερης εναγομένης), 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Βιβλιοπωλείο ... και Σια Α,Ε» (πρώτης εναγόμενης) και 3) του... (τρίτου εναγόμενου), νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, ισχυρίσθηκαν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκαν,
ο πρώτος από τη δεύτερη εναγόμενη την 1-4-1978 και οι λοιποί από την πρώτη εναγόμενη την 18-11-2002, τον Φεβρουάριο του 2005, τον Απρίλιο του 2007, τον Μάιο του 2007 και τον Μάρτιο του 2007 αντίστοιχα και εργάστηκαν ως πωλητές, η δε πέμπτη ως ταμίας, στο γενικό βιβλιοπωλείο των εναγομένων εταιρειών, επί της οδού ..., με πλήρη απασχόληση και με πενθήμερο σύστημα κυλιόμενης εργασίας από Δευτέρα έως Σάββατο, λαμβάνοντας τις συμφωνηθείσες μηνιαίες μικτές αποδοχές που αναφέρουν στην αγωγή τους για τον καθένα. Ότι από τον Μάρτιο του 2012 η φερόμενη ως εργοδότριά τους (πρώτη εναγόμενη) κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των μηνιαίων αποδοχών τους και για το λόγο αυτό την 19-9-2012 άσκησαν το νόμιμο δικαίωμά τους επίσχεσης της εργασίας τους. Ότι την 30-3-2013 πληροφορήθηκαν ότι η φερόμενη εργοδότριά τους έκλεισε το βιβλιοπωλείο στο οποίο εργάζονταν, χωρίς όμως να προβεί στη νόμιμη απόλυσή τους. Ότι την 9¬5-2013 επέδωσαν στην πρώτη εναγόμενη εξώδικη δήλωσή τους με την οποία καλούσαν αυτήν να τους ορίσει τον τόπο εργασίας τους, άλλως της δήλωσαν ότι εντός προθεσμίας τριών ημερών από την ανωτέρω επίδοση θα θεωρούσαν την άρνηση ή παράλειψή της, ως άτυπη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και θα προέβαιναν σε διεκδίκηση των νομίμων αξιώσεών τους. Ότι κατόπιν αυτού και της απραξίας της ανωτέρω εναγομένης, από την 13-5-2013 οι συμβάσεις τους καταγγέλθηκαν ατύπως και χωρίς να τους καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι τα οφειλόμενα σʼ αυτούς ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από το Μάρτιο του 2012 έως την 19-9-2012, μισθούς υπερημερίας λόγω της επίσχεσης εργασίας τους από την 19-9-2012 έως την 31-12-2012, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας έτους 2012, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας έτους 2013 και αποζημίωση απόλυσης, ανέρχονται συνολικά σε 93.428,88 ευρώ για τον πρώτο, 38.877,69 ευρώ για τον δεύτερο, 26.718,46 ευρώ για την τρίτη, 23.849,11 για τον τέταρτο, 22.448,71 ευρώ για την πέμπτη και 24.562,56 ευρώ για την έκτη. Ότι επιπλέον αυτοί δικαιούνται, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που τους προξένησε η περιγραφόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων σε βάρος τους, το ποσό των 15.000 ευρώ ο πρώτος, των 13.000 ευρώ ο δεύτερος, των 11.000 ευρώ η τρίτη, των 10.000 ευρώ ο τέταρτος, των 12.000 ευρώ η πέμπτη και των 10.000 ευρώ η έκτη, από το οποίο ο καθένας δηλώνει ότι επιφυλάσσεται για το ποσό των 35 ευρώ, για το οποίο θα ασκήσει πολιτική αγωγή στην οικεία ποινική δίκη και ότι για την ικανοποίηση των ανωτέρω απαιτήσεών τους ευθύνονται εις ολόκληρον οι εναγόμενοι καθώς, οι εναγόμενες εταιρείες τελούν σε νομική ενότητα, ήτοι η δεύτερη εναγόμενη μητρική εταιρεία και η πρώτη εναγόμενη θυγατρική εταιρεία, της οποίας ο τρίτος είναι νόμιμος εκπρόσωπος, αποτελούν μέλη του αυτού ομίλου επιχειρήσεων, ταυτίζονται ως προς τις επιχειρηματικές και οικονομικές δραστηριότητες και η δεύτερη των εναγομένων και ο τρίτος από αυτούς χρησιμοποιούν καταχρηστικά τη νομική προσωπικότητα των εν λόγω εταιρειών, για να αποφύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους και ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση άρσης της νομικής προσωπικότητας των εν λόγω εταιρειών, για τους ειδικότερα αναφερόμενους στην αγωγή λόγους. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών ζήτησαν, μετά το νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, που έγινε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, περιέχεται δε και στις πρωτόδικες προτάσεις τους, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 20.000 ευρώ σε κάθε ενάγοντα και να αναγνωριστεί, ότι οφείλουν να καταβάλουν επιπλέον, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 88.393,88 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, το ποσό των 31.842,69 ευρώ στον δεύτερο, το ποσό των 17.683,46 ευρώ στην τρίτη, το ποσό των 13.814,11 στον τέταρτο, το ποσό των 14.413,71 ευρώ στην πέμπτη και το ποσό των 14.527,56 ευρώ στην έκτη από αυτούς, με το νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, τα δε ποσά που αντιστοιχούν στη χρηματική ικανοποίηση από την επίδοση της αγωγής, άλλως ολόκληρο το ποσό νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατʼ ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι δύο πρώτες εναγόμενες να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 20.000 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων, νομιμοτόκως από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, αναγνωρίστηκε ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν επιπλέον, εις ολόκληρον η καθεμία, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 73.428,88 ευρώ, στον δεύτερο το ποσό των 18.877,69 ευρώ, στην τρίτη το ποσό των 6.718,46 ευρώ, στον τέταρτο το ποσό των 3.849,11 ευρώ, στην πέμπτη το ποσό των 2.448,71 ευρώ και στην έκτη το ποσό των 4.562,56 ευρώ και τέλος αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 7.000 ευρώ, στον δεύτερο το ποσό των 3.000 ευρώ και σε έκαστο των λοιπών το ποσό των 2.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεσή της η δεύτερη εναγόμενη, για τους περιεχόμενους σʼ αυτή λόγους , που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της, ώστε, να απορριφθεί στο σύνολό της, ως προς αυτή, η ένδικη αγωγή.

    Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, πού διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό. Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος. Πρόκειται για τις λεγάμενες περιπτώσεις άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, όπου κατ' εφαρμογή ειδικού κανόνα δικαίου, όπως στην περίπτωση της ευθύνης του μοναδικού εταίρου ΕΠΕ για χρέη της τελευταίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας της (άρθρο 42 παρ. 2 Ν 3190/1955), της μη έγκαιρης υποβολής αιτήσεως για πτώχευση Α.Ε, καθώς και της πρόκλησης από δόλο ή βαριάς αμέλειας πτώχευσης της Α.Ε. (άρθρο 98 του Ν. 3588/2007) ή γενικής ρήτρας, όπως η καλή πίστη (ΑΚ 281, 288), παρακάμπτεται η χωριστή προσωπικότητα του νομικού προσώπου, ως έννομη συνέπεια κανόνα δικαίου. Οι περιπτώσεις άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου κυρίως των κεφαλαιουχικών εταιρειών, μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες: α) σε εκείνες όπου η αρχή του χωρισμού κάμπτεται προς όφελος τρίτων (εχθρική άρση), δηλαδή των δανειστών του νομικού προσώπου, με αποτέλεσμα την ευθύνη των εταίρων για χρέη της εταιρίας και β) εκείνες όπου η αρχή του χωρισμού κάμπτεται προς όφελος των μελών του νομικού προσώπου, με αποτέλεσμα την επέλευση ευμενών ή τη μη επέλευση δυσμενών για αυτά συνεπειών, που θα επέβαλε κανονικά ο σεβασμός της αρχής της νομικής προσωπικότητας. Ειδικότερα, η «εχθρική άρση» της νομικής προσωπικότητας του νομικού προσώπου, προς όφελος των δανειστών του, μπορεί να επέλθει ως αποτέλεσμα της κατάχρησης από τους εταίρους της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας. Τέτοια κατάχρηση θεωρείται ότι υπάρχει όταν οι εταίροι χρησιμοποιούν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας ως προκάλυμμα για να ασκούν δραστηριότητα, με την οποία καταστρατηγείται ο νόμος η αποφεύγεται η εκπλήρωση υποχρεώσεων, ή προκαλείται δόλια ζημία σε τρίτους, χωρίς να καθίστανται υπεύθυνοι γι' αυτήν τους τη δραστηριότητα. Για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης υποχρεώσεων κριτήρια είναι, ενδεικτικώς: α) η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας, β) η σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας, γ) το μέγεθος της οικονομικής συμμετοχής του εταίρου, δ) η εικονικότητα του νομικού προσώπου ή η έλλειψη συναλλακτικής οργάνωσης και δράσης και ε) η συνολική συμπεριφορά του φυσικού προσώπου, όταν δρα προς τα έξω, αγνοώντας την ύπαρξη της εταιρίας ή δηλώνοντας ατομικά την εμπορική του ιδιότητα ή παρέχοντας προσωπικές εγγυήσεις για λογαριασμό της εταιρίας. Ως κύρωση, επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως, προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, υπό την έννοια ότι έναντι του τρίτου δανειστή ευθύνονται εις ολόκληρον τόσο το ίδιο το αντισυμβαλλόμενο νομικό πρόσωπο, όσο και το κυρίαρχο μέλος του. Τα ανωτέρω αναφερόμενα, περί θεμιτής άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η επίκληση της αυτοτέλειας αποβλέπει σε αποτέλεσμα αντίθετο προς την καλή πίστη και τον σκοπό του θεσμού της εταιρείας εφαρμόζονται κατʼ αρχήν λόγω ταυτότητος του αντικειμένου στο χώρο του εμπορικού δικαίου. Ωστόσο δεν μπορεί νʼ αποκλειστεί η εφαρμογή τους στον ιδιαιτέρως ευαίσθητο από κοινωνική άποψη χώρο του εργατικού δικαίου, δεδομένου ότι και στο πεδίο αυτό εμφανίζεται συχνά το ως άνω νομικό και κοινωνικό πρόβλημα (ολ.ΑΠ 2/ 2013, ΑΠ 149/ 2013, ΑΠ 330/2010, ΑΠ 873/2009, Εφ.Πειρ. 473/2011, Εφ.Θεσ. 1702/2006).

    Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από την 9798/20-11-2013 ένορκη βεβαίωση της ……… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, την 383/25-11-2013 ένορκη βεβαίωση του ……… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μυτιλήνης, που λήφθηκαν με την επιμέλεια των εναγόντων, μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων τους (βλ. τις 11106, 11107 και 111108/18-11-201 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ……… και τη σχετική, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δήλωση - γνωστοποίηση της πληρεξούσιας δικηγόρου των εναγόντων), που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες ήδη εφεσίβλητοι, τις 9808, 9809, 9810 και 9811/20-11-2013, 9989, 9990, 9991 και 9992/25-11-2013 ένορκες βεβαιώσεις των…, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν με την επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης ήδη εκκαλούσας, μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων της (βλ. τις 10032/18¬12013 και 10061/22-11-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά …), που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, που έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...» και με τον διακριτικό τίτλο «...» ιδρύθηκε το έτος 1935 με κύριους μετόχους τον ……… και ……… και με σκοπούς, μεταξύ άλλων την άσκηση επιχείρησης βιβλιοπωλείου και βιβλιοεκδοτικού καταστήματος, την ενέργεια κάθε εργασίας που είναι συναφής με τις παραπάνω επιχειρήσεις, όπως ενδεικτικά, αγορά και μεταπώληση κάθε είδους βιβλίων, πώληση βιβλίων με προμήθεια, εξαγορά συγγραφικών δικαιωμάτων, έκδοση για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων ή για κοινό με άλλους λογαριασμό κάθε είδους βιβλίων, συγγραμμάτων, χαρτών, εικόνων, πινάκων, περιοδικών και κάθε εντύπου γενικά.Την επιχειρηματική της αυτή δραστηριότητα ασκούσε η εκκαλούσα στην Αθήνα, όπου διατηρούσε κατάστημα, εκδοτικό οίκο και βιβλιοπωλείο, επί της οδού ... με τον διακριτικό τίτλο «Βιβλιοπωλείον της ...», που είχε ιδρύσει ο θείος του ... το έτος 1988, ο οποίος είχε αναλάβει από το έτος 1881 τη διεύθυνση του εβδομαδιαίου φιλολογικού περιοδικού «...», που αργότερα μετονομάστηκε σε «...» και συνέχισε να λειτουργεί η εκκαλούσα και να εκδίδει το εν λόγω περιοδικό. Το έτος 1988 οι μέτοχοι της εκκαλούσας και μέλη της οικογένειας, αποφάσισαν το διαχωρισμό του εκδοτικού οίκου και του περιοδικού από το βιβλιοπωλείο. Για το σκοπό αυτό, με το από 24-6-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης εταιρείας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ιδρύθηκε η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ...& Σια Ε.Ε» και με διακριτικό τίτλο «...», με έδρα επί της οδού ……… αρ. …, στην Αθήνα, όπου λειτουργούσε το βιβλιοπωλείο της ανωτέρω επιχείρησης με τον διακριτικό τίτλο «Βιβλιοπωλείον ...» και με ομόρρυθμο εταίρο την εκκαλούσα-δεύτερη εναγομένη, (με ποσοστό συμμετοχής 80%) και ετερόρρυθμους εταίρους τον τρίτο εναγόμενο ... και τη μητέρα του τελευταίου ... (με ποσοστό συμμετοχής 10% ο καθένας), ενώ με το από 25-1-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, τροποποιήθηκε η επωνυμία της εταιρείας σε «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ... & ΣΙΑ ΑΕ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Η τελευταία, ανέλαβε την εκμετάλλευση του βιβλιοπωλείου, επί της οδού ... και η εκκαλούσα την εκμετάλλευση του εκδοτικού οίκου και την έκδοση του ανωτέρω περιοδικού, με έδρα επί της οδού ……… αρ. …, όπου διατηρούσε κατάστημα ιδιοκτησίας της. Ακολούθως, με το από 15-9-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, αποχώρησε από την ανωτέρω ετερόρρυθμη εταιρεία (πρώτη εναγομένη), η δεύτερη των εναγομένων - εκκαλούσα και στη θέση της εισήλθαν, ως ομόρρυθμοι εταίροι, τα αδέλφια, ……… και ο ……… και ως ετερόρρυθμος εταίρος, η σύζυγος του τελευταίου, ………, στους οποίους η αποχωρήσασα ανώνυμη εταιρεία - εκκαλούσα μεταβίβασε το εταιρικό της μερίδιο, κατά ποσοστό 45%, 13% και 22% αντίστοιχα στον καθένα, ενώ ταυτόχρονα τροποποιήθηκε η επωνυμία της εταιρείας σε «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ... & Σια ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Τέλος με την 14.849/29-1-2007 πράξη μετατροπής ετερόρρυθμης εταιρείας σε ανώνυμη εταιρεία του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, μετατράπηκε η πιο πάνω ετερόρρυθμη εταιρεία σε ανώνυμη, με την επωνυμία «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ...& Σια ΑΕ» και με διακριτικό τίτλο «...». Ο κύριος σκοπός των ανωτέρω εταιρειών ( της πρώτης και της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας) είναι ταυτόσημος, ήτοι και οι δύο έχουν ως σκοπό τη λειτουργία βιβλιοπωλείου και εκδοτικού καταστήματος καθώς και την εκτέλεση κάθε συναφούς εργασίας, όπως, αγορά και μεταπώληση βιβλίων, πώληση βιβλίων με προμήθεια, εξαγορά συγγραφικών δικαιωμάτων, έκδοση για ίδιο λογαριασμό ή λογαριασμό τρίτων, μέχρι δε τη συζήτηση της ένδικης διαφοράς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρόεδρος αμφοτέρων των εναγομένων εταιρειών ήταν η ... και ως μέλη δε του Δ.Σ αυτών μετείχαν πρωτίστως μέλη της οικογένειας ... Ειδικότερα στο Δ.Σ της πρώτης εναγομένης μετείχαν, εκτός της ανωτέρω προέδρου, τα τέκνα αυτής ... καθώς και η σύζυγος του τελευταίου ..., εκπρόσωποι δε αυτής (πρώτης εναγόμενης) ήταν από κοινού ... ως διευθύνων σύμβουλος. Στο Δ.Σ της δεύτερης εναγομένης μετείχαν, εκτός της ανωτέρω προέδρου, τα ανωτέρω τέκνα της, ..., ενώ εκπρόσωπος αυτής ήταν και παραμένει η ... Στις 30 Μαρτίου του έτους 2013 η πρώτη εναγομένη έπαυσε τη λειτουργία του βιβλιοπωλείου που διατηρούσε στην Αθήνα επί της οδού ... με τον διακριτικό τίτλο «Βιβλιοπωλείον ...» και από τον Δεκέμβριο του έτους 2014 η δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα λειτουργεί βιβλιοπωλείο, με τον ίδιο αυτό διακριτικό τίτλο, στην Αθήνα επί της οδού ... και ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω χωρισμός της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εναγομένων εταιρειών ήταν τυπικός και παρά την ύπαρξη δύο εταιρειών οι τελευταίες, αγνοώντας το γεγονός αυτό, συνέχισαν να εμφανίζονται προς τα έξω στις εμπορικές τους συναλλαγές, ότι ασκούν μία ενιαία επιχείρηση και μάλιστα οικογενειακή, που λειτουργεί από το έτος 1885 με τον διακριτικό τίτλο «Βιβλιοπωλείον ...», με κατάστημα των εκδόσεων επί της οδού ... και βιβλιοπωλεία επί των οδών ... και ... και αργότερα, μετά την παύση λειτουργίας του τελευταίου καταστήματος, με κατάστημα - γενικό βιβλιοπωλείο επί της οδού ..., διατηρώντας ανεπαρκές εταιρικό κεφάλαιο στην πρώτη εναγομένη και έχοντας σε σύγχυση τα περιουσιακά στοιχείων των εν λόγω εταιρειών. Ειδικότερα: α) το μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εναγομένης κατά την μετατροπή της από ετερόρρυθμη σε ανώνυμη εταιρεία ορίστηκε στο ποσό των 60.000 ευρώ, αποτελούμενο από το ποσό των 2.278,37 ευρώ που ήταν η καθαρή θέση της μετατρεπόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας, σύμφωνα με την από 22-12-2006 έκθεση εκτίμησης της επιτροπής του άρθρου 9 του ΚΝ 2190 και το ποσό των 57.721,63 με την καταβολή μετρητών, από το έτος 2008 δεν συντάσσεται από αυτή ισολογισμός , από τον Μάρτιο του έτους 2012 κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των αποδοχών στους ενάγοντες, υπαλλήλους - εργαζόμενους στο βιβλιοπωλείο και από 30 Μαρτίου 2013 έπαυσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα, χωρίς να καταβάλει στους ενάγοντες τις δεδουλευμένες αποδοχές τους του χρονικού διαστήματος από Μάρτιο του 2012 έως 19-9-2012,το δώρο Χριστουγέννων έτους 2012, δώρο Πάσχα, επίδομα αδείας και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας έτους 2013 και αποζημίωση απόλυσης, β) σε όλα τα διαφημιστικά έντυπα της επιχείρησης, το «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ...» εμφανίζεται ως μία ενιαία επιχείρηση, με δύο διευθύνσεις καταστημάτων, αυτή του γενικού βιβλιοπωλείου και αυτή του εκδοτικού οίκου και του περιοδικού «...», ενώ τα περιτυλίγματα, οι σακούλες, λογότυπα και κάρτες του γενικού βιβλιοπωλείου φέρουν την ένδειξη «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ... & ΣΙΑ ΑΕ, από το 1885» και τα σήματα της Εστίας, γ) στους δικτυακούς τόπους των δύο εταιρειών εμφανίζεται η ίδια μορφολογία (από άποψη θεμάτων, πληροφοριών, φωτογραφιών, λογοτύπων κλπ) και γίνεται παραπομπή στην ίδια ιστορική πορεία της επιχείρησης, ήτοι αυτή του Βιβλιοπωλείου της Εστίας με έτος ίδρυσης το 1885, δ) στο κατάστημα της οδού … υπήρχε πάντοτε ιδιαίτερη προθήκη-βιτρίνα με τα βιβλία του εκδοτικού οίκου , τα οποία κατείχαν περίοπτη θέση και εντός του βιβλιοπωλείου, ενώ, το ίδιο αυτό κατάστημα χρησιμοποιούσε η πρόεδρος των ανωτέρω εταιρειών ..., για τις συναντήσεις της και τις συμφωνίες της με συνεργάτες της, συγγραφείς βιβλίων, για την επικείμενη έκδοση βιβλίων, ε) μετά την παύση της λειτουργίας του καταστήματος- βιβλιοπωλείου επί της οδού ..., η δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα από τον Δεκέμβριο του έτους 2014 διατηρεί κατάστημα - βιβλιοπωλείο, με τον ίδιο πιο πάνω διακριτικό τίτλο, εμφανίζοντας αυτό, προς τα έξω στις συναλλαγές της, ως βιβλιοπωλείο της ίδιας οικογενειακής επιχείρησης, στ) από την συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων των εν λόγω εταιρειών, προς τους τρίτους και τους εργαζόμενους στην επιχείρηση, οι τελευταίοι είχαν την πεποίθηση της ταυτοποίησης αυτών (των εταιρειών), ότι ήταν δηλαδή υπάλληλοι της οικογενειακής επιχείρησης. Εξάλλου, ο πρώτος από τους ενάγοντες προσλήφθηκε από την δεύτερη εναγομένη στις 1-4-1978, ήτοι πριν από την ίδρυση της πρώτης εναγομένης και εργαζόταν ως πωλητής στο βιβλιοπωλείο, χωρίς να καταρτιστεί μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης σύμβαση εργασίας, ενώ ο δεύτερος από τους ενάγοντες, ο οποίος εργαζόταν ως πωλητής στο βιβλιοπωλείο, προσέφερε παράλληλα, χωρίς επιπλέον αμοιβή, υπηρεσίες και στο περιοδικό «...» ως συντάκτης του καταλόγου των εισερχόμενων στο βιβλιοπωλείο βιβλίων, που αποτελεί περιεχόμενο του περιοδικού. Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη - εκκαλούσα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1988 έως την 30-3-2013, ήτοι, μετά την ίδρυση της πρώτης εναγομένης το έτος 1988 και μέχρι την παύση της λειτουργίας του καταστήματος - βιβλιοπωλείου, επί της οδού..., υπερβαίνοντας προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, συνέχισε την επιχειρηματική της δραστηριότητα, εμπορίας βιβλιοπωλείου και εκδοτικού καταστήματος καθώς και κάθε συναφή εργασία, με παρένθετο πρόσωπο την πρώτη εναγόμενη, η οποία δεν διέθετε επαρκή περιουσιακά στοιχεία, ασκώντας με αυτή τις ίδιες επιχειρηματικές εργασίες, με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή των υποχρεώσεών της, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές έναντι των εργαζομένων στο βιβλιοπωλείο της επιχείρησής της. Ενόψει δε αυτών, στη συγκεκριμένη επίδικη περίπτωση, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άρση της νομικής αυτοτέλειας των εναγομένων εταιρειών, με αποτέλεσμα, για τις υποχρεώσεις της πρώτης εναγόμενης, να ευθύνεται και η δεύτερη εναγόμενη - εκκαλούσα. Επομένως, η εκκαλούσα ευθύνεται, εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη, να καταβάλει στους ενάγοντες, τα ποσά που επιδικάστηκαν σʼ αυτούς με την εκκαλούμενη απόφαση, για δεδουλευμένες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας, επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση απόλυσης, για το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού των οποίων δεν παραπονείται η εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της και δεν πλήττεται ως προς την διάταξή της αυτή η εκκαλουμένη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε τα ίδια, έστω με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης και αναγνώρισε ότι οι δύο πρώτες των εναγομένων οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, για τις ανωτέρω αιτίες, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 73.428,88 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 18.877,69 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 6.718,46 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 3.849,11 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 2.448,71 και στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 4.562,56 ευρώ, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο ,έβδομο ένατο και δέκατο λόγους της έφεσης, κρίνονται αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα.

    Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 58, 59, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η ικανοποίηση για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας παρέχεται μόνο όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας. Εξʼ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945 ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για πληρωμή του μισθού, που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας. Με την παράλειψη, όμως, της πληρωμής (εν όλω η εν μέρει) αυτού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και συνεπώς δεν υπάρχει ζημία, που να έχει αιτία της, σε σχέση με το Α.Ν. 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη. Επομένως, η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού υποχρέωσης του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι μόνη η καθυστέρηση καταβολής εκ μέρους του εργοδότη, των αποδοχών του εργαζόμενου, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών που επιφέρουν ηθική μείωση αυτού, δεν συνεπάγεται την προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου. (ΑΠ 1017/2008, ΑΠ 1346/2002).

    Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες προκειμένου να στηρίξουν την αξίωσή τους για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επικαλέστηκαν, με την ένδικη αγωγή τους, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Ότι, ο τρίτος εναγόμενος ... μολονότι ως ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, και ως εκ τούτου υπέγγυος με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις αυτής, γνώριζε την κακή οικονομική κατάστασή της, φρόντισε μέσω της μετατροπής της σε ανώνυμη εταιρεία το έτος 2007, να απαλλάξει την ατομική και οικογενειακή του περιουσία από τις υποχρεώσεις της τελευταίας, ότι με συνεχείς πράξεις και δηλώσεις του προς τους εργαζόμενους, και συγκεκριμένα, ότι θα προβεί σε ριζικές ανακαινίσεις και αναδιαρθρώσεις του βιβλιοπωλείου, ότι έχει συμφωνήσει για σχετική χρηματοδότηση, επαναλαμβάνοντας τη φράση που η μητέρα του ανέφερε πρώτη φορά ότι «η ... έχει περάσει μικρασιατική καταστροφή, έχει περάσει κατοχή και χούντα και όπως άντεξε τότε έτσι θα αντέξει και τώρα..» έπεισε τους εργαζόμενους στο βιβλιοπωλείο να συνεχίσουν να εργάζονται για χρονικό διάστημα έξι μηνών χωρίς να τους καταβάλλονται οι αποδοχές τους, ότι αφότου άσκησαν το νόμιμο δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, προέβη σε βάρος τους σε μη νόμιμες διακρίσεις, στερώντας από αυτούς οποιαδήποτε καταβολή αποδοχών, ενώ κατέβαλε τις αποδοχές στους εργαζόμενους που δεν είχαν ασκήσει δικαίωμα επίσχεσης, ότι ο ίδιος, ενώ εισέπραξε το ποσό των 650.000 ευρώ ως δάνειο για την διάσωση, υποτίθεται της επιχείρησης, δεν διέθεσε κανένα ποσό για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, αλλά το ποσό αυτό δαπανήθηκε για την κάλυψη κυρίως προσωπικών αναγκών του, μετά δε την παύση της λειτουργίας του βιβλιοπωλείου, απαξίωσε αυτούς ως εργαζόμενους της επιχείρησης, αφήνοντάς τους σε πλήρη άγνοια για το πέρας η μη της σχέσης εργασίας τους, ότι, από την συμπεριφορά αυτή του πρώτου εναγομένου, η οποία πέραν από αντισυμβατική είναι επίσης αδικοπρακτική σε βάρος τους, ως αντικείμενη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ) ζημιώθηκαν κατά το ποσό των ενδίκων απαιτήσεών τους καθώς επίσης προκλήθηκε σʼ αυτούς ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην ψυχική και σωματική ταλαιπωρία τους, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης και ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του τρίτου εναγομένου, δεν θεμελιώνεται μόνο στην παράβαση, από μέρους του της διάταξης του άρθρου 1 του α.ν. 690/1945, αλλά και σε όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που περιγράφουν συμπεριφορά αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος ζημία σε άλλον και θεμελιώνουν, πρωτογενή ευθύνη αυτού προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, καθώς συντρέχει νόμιμη περίπτωση άρσης της νομικής τους αυτοτέλειας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, να καταβάλουν στον καθένα τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση , επιφυλασσόμενος, ο καθένας κατά το ποσό των 35 ευρώ, το οποίο θα διεκδικήσει από τα ποινικά δικαστήρια. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή, ως προς την ένδικη αξίωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των εναγόντων, είναι νόμιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε νόμιμη την αγωγή και ακολούθως αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 7.000 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ και σε έκαστο των λοιπών το ποσό των 2.000 ευρώ, για το ύψος των οποίων και την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης, δεν παραπονείται η εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ,τα αντίθετα δε που υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον όγδοο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείται ως προς τη νομική βασιμότητα της εν λόγω αξίωσης, είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου, απορριπτέα.

    Κατʼ ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της έφεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας κατʼ αντιμωλία των διαδίκων την από 28-4-2015 (με αριθμό κατάθεσης 2723/2015) έφεση κατά της 893/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ).
    Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατʼ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...