Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, εγκληματική οργάνωση, οπλοκατοχή, σιωπή κατ/ νου, ικανότητα προς καταλογισμό, κατ' επάγγελμα τέλεση (απόδειξη), αρχή εδαφικότητας.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα ΣΤ', 1275/ 2017.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη, Ιωάννη Μαγγίνα και Μαρία Παπασωτηρίου, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα κατ’ επάγγελμα. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Υπεξαίρεση χρηματικού  ποσού από τον ένα εκ των κατηγορουμένων - υπάλληλο (κεντρικός διαχειριστής - ταμίας) από την υπηρεσία του και συγκάλυψη από τους λοιπούς κατηγορουμένους της παράνομης προέλευσης των χρημάτων. Εγκληματική οργάνωση. Πιο συγκεκριμένα, μετάβασή τους στην Ουρουγουάη και επίσκεψή τους σε λογιστή προκειμένου να ζητήσουν πληροφορίες για τη σύσταση εταιρείας. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα.
Δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης. Απαγόρευση αποδεικτικής αξιοποίησης μαρτυρικής κατάθεσης του κατηγορουμένου που δόθηκε κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης.  Ελληνικοί ποινικοί νόμοι και αρχή της εδαφικότητας. Εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων μόνο για τις διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται εντός των εδαφικών ορίων της ελληνικής επικράτειας. Εν προκειμένω, αιτίαση περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω λήψεως υπ’ όψιν κατάθεσης του κατηγορουμένου που δόθηκε στις Αρχές της Ουρουγουάης προτού αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου. Απορριπτέα, ως εκ τούτου, η αιτίαση βάσει των ως άνω αναφερθέντων περί της αρχής της εδαφικότητας των ελληνικών ποινικών νόμων. Έλλειψη αιτιολογίας. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, ένεκα ψυχωσικής συνδρομής παρανοϊκού τύπου. Αιτιολογημένη απόρριψη του ισχυρισμού, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν έπασχε σε τέτοιο βαθμό που να μειώνει την ικανότητά του για καταλογισμό. Επιβαρυντική περίσταση της κατ’ επάγγελμα τελέσεως. Αναιτιολόγητη η επιβαρυντική αυτή περίσταση. Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 419/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας μόνο ως προς την επιβολή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ’ επάγγελμα τελέσεως.  

 Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 περ. γ’ και 5 του ν. 3691/2008, "2. Νομιμοποίηση εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), που προβλέπονται στο άρθρο 3, αποτελούν οι ακόλουθες πράξεις: α)...β)....γ) Η απόκτηση, κατοχή, διαχείριση ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης ή της διαχείρισης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες ... 5. Η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία του πραγματικού των αδικημάτων των παρ. 2 και 3 μπορούν να συνάγονται και από τις συντρέχουσες πραγματικές περιστάσεις". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει σήμερα, ως εγκληματικές δραστηριότητες νοούνται η διάπραξη ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα αδικήματα που καλούνται εφεξής "βασικά αδικήματα": α) εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 του ΠΚ)... κ) κάθε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος". Τέλος, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου νόμου "Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", ενώ, σύμφωνα με το εδάφιο γ’ του ίδιου άρθρου "Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α’ τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας". Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ’ του ΠΚ, κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση. Από την αμέσως παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ’ επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατ’ επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος.

 Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως απαιτείται και ως προς την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ’ επάγγελμα τελέσεως από το δράστη του εγκλήματος, η οποία επιτείνει την τιμώρηση αυτού. Η ίδια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός με την παραπάνω έννοια είναι και ο περί μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό (άρθρο 36 του ΠΚ), αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια την επιβολή μειωμένης ποινής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 34 του ΠΚ η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διαταράξεως της συνειδήσεως, δεν είχε την ικανότητα ν’ αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34 δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρον διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνειδήσεως περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό, δηλαδή να ενεργήσει λογικά, τότε η πράξη στην μεν πρώτη περίπτωση δεν καταλογίζεται στον πράξαντα, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή. Κρίσιμος χρόνος για την ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό είναι ο χρόνος διάπραξης της πράξης. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).

 Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 419/2015 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων στο προοίμιο αυτού κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

"Ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Π., υπηρετούσε ως υπάλληλος στα … και από τον Απρίλιο του 2010 ασκούσε καθήκοντα κεντρικού διαχειριστή-ταμία της κεντρικής ταμειακής διαχείρισης στο Κεντρικό Κατάστημα των ..... επί της οδού .... Στις 30/7/2010, ημέρα Παρασκευή και περί ώρα 07.00 μετέβη στην υπηρεσία του με τον Διευθυντή του καταστήματος Κ. Τ. και με το αυτοκίνητο του τελευταίου, γιατί το αυτοκίνητο το δικό του το είχε παραδώσει εκείνη την ημέρα στον φίλο του, δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Τ.. Όπως προκύπτει από το κλειστό κύκλωμα καταγραφής εικόνας του Γραφείου του κεντρικού διαχειριστή, αλλά και την ομολογία του ίδιου του Π., ο τελευταίος, περί ώρα 08.52’ προέβη σε λήψη χρημάτων από το χρηματοκιβώτιο που περιείχε χρηματοδέματα σε δεσμίδες μεγάλου όγκου, τα τοποθέτησε σε μία τσάντα, αποχώρησε και επέστρεψε στις 08.54’ . Στη συνέχεια περί ώρα 10.13’ , προέβη εκ νέου σε λήψη χρημάτων, τα τοποθέτησε στην ίδια τσάντα, αποχώρησε και επέστρεψε στις 10.15. Επίσης, την ίδια μέρα και περί ώρα 11.18’ , προέβη εκ νέου σε λήψη μεγάλου χρηματικού ποσού, το τοποθέτησε σε ένα σάκο-σακούλα, αποχώρησε και επέστρεψε στις 11.21’ . Στη συνέχεια περί ώρα 11.30’ , προέβη εκ νέου σε λήψη μεγάλου χρηματικού ποσού, τα τοποθέτησε σε σάκο-σακούλα, αποχώρησε και επέστρεψε στις 11.33. Περί ώρα 12.53’ , προέβη σε λήψη χρημάτων, τα τοποθέτησε σε τσάντα, περί ώρα 13.15’ προέβη σε λήψη χρημάτων, τα τοποθέτησε σε σάκο, αποχώρησε και επέστρεψε στις 13.39’ . Στη συνέχεια και περί ώρα 13.59’ προέβη εκ νέου σε λήψη μεγάλου χρηματικού ποσού, το τοποθέτησε σε ένα σάκο, αποχώρησε και επέστρεψε στις 14.11. Τέλος και περί ώρα 14.46’ αποχώρησε οριστικά από το Γραφείο του παίρνοντας μαζί του την προαναφερόμενη τσάντα ώμου με άγνωστο χρηματικό ποσό, που τοποθετούσε τμηματικά τις προηγούμενες ώρες. Από τις υπόλοιπες κάμερες των ... προκύπτει ότι ο ανωτέρω περί ώρα 14.47’ εισήλθε στο θησαυροφυλάκιο της υπηρεσίας του και ζήτησε να τον κλειδώσουν, εξήλθε δε απ’ αυτό περί ώρα 14.52’ . Στη συνέχεια κατευθύνθηκε πίσω από τα ταμεία στην δεύτερη έξοδο των ... επί της οδού ... και αποχώρησε από το Κεντρικό Κατάστημα των ... περί ώρα 14.58’ , μεταφέροντας ένα σάκο μεγάλου βάρους, καθώς και μια τσάντα ώμου. Εξερχόμενος από την οδό ..., έστριψε στην οδό ... μιλώντας στο κινητό του τηλέφωνο. Στη συνέχεια, όπως ομολογούν οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, ο δεύτερος κατηγορούμενος Τ., παρέλαβε τον πρώτο κατηγορούμενο Π., με το αυτοκίνητο του τελευταίου και την ίδια μέρα μετέβησαν οδικώς από … για Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια μετέβησαν στην Αθήνα και από το αεροδρόμιο "....." αναχώρησαν για το εξωτερικό, αρχικά στη ... και την 1/8/2010 στο ... ... . Την Δευτέρα 2/8/2010, διαπιστώθηκε ότι ο κεντρικός διαχειριστής-ταμίας των ... .. απουσίαζε αδικαιολόγητα από την υπηρεσία του και με εντολή του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλίας διενεργήθηκε ΕΔΕ σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας το υπεξαιρεθέν από τον πρώτο κατηγορούμενο Π. ποσό ανέρχεται σε 1.413.581,51 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων αναφέρουν ότι πριν αναχωρήσουν από Λάρισα για το εξωτερικό, είχαν συνομιλίες με τους τρίτο και τέταρτο των κατηγορούμενων, Δ. Κ. και Μ. Τ., με τους οποίους συνδέονταν φιλικά, σχετικές με την διαχείριση των χρημάτων της υπεξαίρεσης και την συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής τους, ότι τους αποχαιρέτησε ο Κ. και ότι ο Τ. τους περίμενε στη .., όπου του παρέδωσαν 25.000 ευρώ, ενώ στη συνέχεια στις 18/8/2010 μετέβη στο ... .. όπου εκμίσθωσε στο όνομά του διαμέρισμα και συναντήθηκε με δικηγόρο και λογιστή, έφυγε και στις 9/10/2010 επανήλθε μαζί με τον Κ. και ότι για τις υπηρεσίες τους αυτές οι Κ., Τ. θα ελάμβαναν ως αμοιβή το ποσό των 350.000 ευρώ. Επίσης αναφέρουν ότι συνομιλούσαν με αυτούς τουλάχιστον για 15 μέρες πριν την υπεξαίρεση για το θέμα της διαχείρισης των χρημάτων αυτής και την συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής τους. Είναι γεγονός ότι από την άρση του τραπεζικού απορρήτου που διατάχθηκε με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, δεν ανευρέθηκαν μεγάλα χρηματικά ποσά στους λογαριασμούς του Κ. και του Τ., όπως και στους λογαριασμούς Π. και Τ., όμως, οι παραπάνω κατηγορούμενοι συγκρότησαν ομάδα με σκοπό την κατοχή, χρήση και διαχείριση της περιουσίας που προήλθε από την εγκληματική δραστηριότητα του Π., καθόσον, στις 15/10/2010 όλοι οι άνω κατηγορούμενοι συνελήφθησαν από κλιμάκιο της ..., ύστερα από την έκδοση ενταλμάτων συλλήψεως από τον Α’ Ανακριτή Λάρισας, στο ... ..., όπου στις 7/10/2010 μετέβησαν οι Κ. και Τ. προκειμένου να συναντήσουν τους συγκατηγορούμενους Π. και Τ., κατά τα προαναφερθέντα και να αποφασίσουν για την διαχείριση των χρημάτων της υπεξαίρεσης και την συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής τους. Συγκεκριμένα, στις 7/10/2010, οι Κ. - Τ. αναχώρησαν αεροπορικώς από την Ελλάδα για το ... και ύστερα από μεταξύ τους ενδοσυνεννόηση, συναντήθηκαν στο ..., όπου και συνελήφθησαν στις 15/10/2010. Στην κατοχή των εν λόγω κατηγορούμενων βρέθηκαν κατά την σύλληψη το ποσό των 100.000 ευρώ και 1.000 δολαρίων ΗΠΑ, ενώ μετά από έρευνα που έγινε στην οικία του Κ. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν όπλα. Το γεγονός ότι δεν βρέθηκαν άλλα χρήματα στα χέρια ή σε λογ...σμούς των κατηγορούμενων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας ως ομάδα, έχουν αποκρύψει τα χρήματα που υπεξαιρέθηκαν σε ασφαλές μέρος, που μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει γνωστό ενώ οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων για πρώτη φορά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίζονται ότι παρέδωσαν τα χρήματα στον δικηγόρο Λάρισας Ι. Π.. Οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορούμενων, Κ. και Τ. ισχυρίζονται ότι στο .., όπου συναντήθηκαν με τους συγκατηγορούμενούς τους πρώτο και δεύτερο, Π. και Τ., βρέθηκαν κατόπιν ταξιδιού που έκαναν με σκοπό την δραστηριοποίηση στο εμπόριο ειδών οικιακής και ατομικής υγιεινής και ότι η συνάντηση ήταν τυχαία. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, ενόψει του ότι υπήρχε, κατά τα προαναφερθέντα, συνεργασία μεταξύ όλων των κατηγορουμένων, οι οποίοι έδρασαν ως ομάδα για απόκρυψη και στη συνέχεια διαχείριση όλων των χρημάτων της υπεξαίρεσης και την συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής τους. Η συνεργασία αυτή προκύπτει από την μαρτυρία του πρώτου κατηγορουμένου και του δευτέρου κατηγορουμένου, αλλά και του τετάρτου κατηγορουμένου στις αρχές της ...  η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 211 Α του ΚΠΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τρίτος κατηγορούμενος Δ. Κ.. Τα στοιχεία αυτά είναι η φιλική σχέση που συνέδεε όλους τους κατηγορουμένους, το ότι συνελήφθησαν μαζί στο ... με το μεγάλο ποσό των 100.000 ευρώ, το ότι μετέβησαν δύο φορές όλοι μαζί στο λογιστή .... στο ..., προκειμένου να του ζητήσουν συμβουλές για την σύσταση εκ μέρους τους εταιρείας (βλ. κατάθεση του ανωτέρω λογιστή, στον Δικαστή του Δικαστηρίου του ...υ), το ότι το διαμέρισμα στο ... όπου διέμεναν οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων είχε νοικιαστεί στο όνομα του τετάρτου κατηγορουμένου. Εξάλλου, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων προμηθεύονταν ποτά για τα μαγαζιά τους υγειονομικού ενδιαφέροντος στη ..... από την κάβα ποτών που διατηρούσε η επιχείρηση της συζύγου του τρίτου κατηγορούμενου "....", ενώ στην οικία του τετάρτου κατηγορουμένου σε κατ’ οίκο έρευνα, που έγινε στις 21/10/2010, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων και επτά συναλλαγματικές έκδοσης της εταιρείας του τελευταίου με αποδέκτη την "...". Με βάση τα παραπάνω οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι του ότι ... Ο τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, Δ. Κ. και Μ. Τ., στη ... , την 30/7/2010, ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση απέκτησαν και κατείχαν περιουσία, γνωρίζοντας κατά το χρόνο της κτήσης το γεγονός ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, με σκοπό να συγκαλύψουν την παράνομη προέλευσή της κατ’ επάγγελμα. Ειδικότερα οι ανωτέρω κατηγορούμενοι μετά από κοινό σχεδιασμό και κοινή απόφαση, συνδεόμενοι με φιλική σχέση με το Δ. Π. του Κ. που ήταν υπάλληλος των ... και υπηρετούσε στο Κεντρικό Κατάστημα των .... επί της οδού ... δέχθηκαν στην κατοχή τους από τον τελευταίο το χρηματικό ποσό των 1.413.581,51 ευρώ, το οποίο αυτός είχε υπεξαιρέσει από την υπηρεσία του κατά τον παραπάνω χρόνο ιδιοποιούμενος παράνομα το ποσό αυτό το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του υπαλλήλου - κεντρικού διαχειριστού (ταμία) του ως άνω καταστήματος, προκειμένου να αποκρύψουν την προέλευσή του, είναι δε δράστες που ενεργούν κατ’ επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει για τη διαφυγή τους στο εξωτερικό, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του περί μη συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της κατ’ επάγγελμα τέλεσης της πράξης. Επίσης ο προβαλλόμενος επικουρικά ισχυρισμός του τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων περί μεταβολής της κατηγορίας από νομιμοποίηση εσόδων σε αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον, αποδείχθηκε ότι, οι κατηγορούμενοι αυτοί έδρασαν ως ομάδα με σκοπό την κερδοσκοπία και την συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης των υπεξαιρεθέντων χρημάτων. Επί πλέον ο τρίτος κατηγορούμενος Δ. Κ. στη Λάρισα, την 21/10/2010 κατείχε όπλα που προβλέπονται από το άρθρο 1§2 Ν.2168/1993 και ειδικότερα ύστερα από έρευνα της αστυνομίας στην οικία του επί της οδού ..., διαπιστώθηκε ότι κατείχε α) ένα αμφίστομο μαχαίρι μήκους 32 εκ., β) ένα μαχαίρι με λαβή σιδερογροθιάς μήκους 39 εκ., γ) μία σπάθα μήκους 58 εκ., δ) ένα πτυσσόμενο γκλομπ μήκους 49 εκ. και ε) ένα πτυσσόμενο σιδερένιο γκλομπ μήκους 65 εκ., αν και η κατοχή των όπλων αυτών χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, απαγορεύεται από το Νόμο. Ο τρίτος κατηγορούμενος με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσαν οι συνήγοροι του και ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο, ισχυρίστηκαν επικουρικά ότι πρέπει να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή του το άρθρο 36 Π.Κ. περί μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό για το λόγο ότι κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων βρίσκονταν σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών λόγω ψυχωσικής συνδρομής παρανοϊκού τύπου από την οποία έπασχε από ετών συνεπεία της οποίας είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αυτόν από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Ο ανωτέρω κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από τις 20/12/2002 έως 24/12/2002 νοσηλεύτηκε στην κλινική "..." "λόγω οξέως ψυχωσικού επεισοδίου (πιθανά αρχόμενη ψυχωσική συνδρομή παρανοϊκού τύπου με διωκτικό παραλήρημα)" (βλ. την από 30/12/2002 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου ψυχιάτρου, διευθυντή της ως άνω κλινικής, Α. Κ.). Το έτος 2005 δυνάμει της υπ’ αριθμ. …2005 γνωμάτευσης της Αναθεωρητικής Υγειονομικής Επιτροπής (ΑΘ.Υ.Ε.) της διεύθυνσης της Ελληνικής αστυνομίας ο ως άνω κατηγορούμενος ο οποίος υπηρετούσε ως αστυφύλακας στην Ελληνική αστυνομία, κρίθηκε πάσχων από "παρανοειδή σχιζοφρενική ψύχωση υπό αγωγή που επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργικότητά του" και εξ αυτού του λόγου κρίθηκε ανίκανος για την ενεργό υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας και αποστρατευτέος (βλ. την ανωτέρω γνωμάτευση) και απολύθηκε στις 16/4/2005 (βλ. την υπ’ αριθμ. πρωτ. ......-16-4-2005 απόφαση του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας Κλάδου Διοικητικού). Η ανωτέρω πάθηση του κατηγορουμένου αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από το έτος 2002 έως το 2005 δηλ. πέντε έτη πριν από το χρόνο τέλεσης απ’ αυτόν των ως άνω αξιόποινων πράξεων (30/7/2010) και δεν προσκομίζεται κάποιο μεταγενέστερο ιατρικό πιστοποιητικό πλησίον του χρόνου τέλεσης των ως άνω πράξεων από το οποίο να προκύπτει η κατάσταση της ψυχικής υγείας του και η υποβολή του σε θεραπεία για ασθενή πάσχοντα από ψυχωσική συνδρομή (παρανοϊκού τύπου). Μάλιστα ο ίδιος δήλωσε στις αρχές της ...ότι δεν λαμβάνει κάποια ειδικά φάρμακα. Από τα ως άνω δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων (30/7/2010) έπασχε από ψυχωσική συνδρομή και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να μειώνει την ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται: α) από την με ημερομηνία 26/8/2013 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου ψυχιάτρου διευθυντή της κλινικής "..." Α. Κ. στην οποία βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος νοσηλεύθηκε στην ανωτέρω κλινική από 10/12/2012 έως 22/12/2012 ήτοι αρκετά μεγάλο χρόνο μετά την τέλεση των πράξεων, "λόγω ψυχοκινητικών κρίσεων, επί ατόμου συμπτωματολογικής ψυχωσικής συνδρομής (παρανοϊκού τύπου), με παραληρητικές ιδέες διωκτικού περιεχομένου", β) από την με ημερομηνία 8/3//2013 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ιατροδικαστή Δ. Β., ο οποίος εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 5/7/2013 ήτοι, τρία περίπου έτη από την τέλεση των πράξεων και διαπίστωσε ότι το νευροψυχικό του σύστημα εμφανίζει σαφείς διαταραχές. Διαταραχές χαρακτηριστικές, καταδεικνύουσες μελαγχολική προδιάθεση και συναισθηματική ανεπάρκεια ..." και γ) από την ημερομηνία 19/9/2014 ιατρική γνωμάτευση του διευθυντή της ωτορινολαρυγγικής κλινικής του νοσηλευτικού ιδρύματος Μ.Τ.Σ., Φ. Μ., ωτορινολαρυγγολόγου, ο οποίος εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 18/9/2014 ήτοι τέσσερα έτη από την τέλεση των πράξεων και βρήκε να πάσχει "από οξεία διαβρωτική φαρυγγίτιδα ως επί εγκαύματος συμβατή με πόση καυσίμου διαλύματος ως ο ίδιος αναφέρει. Ο ασθενής πάσχει από ψυχωσική συνδρομή ...".
 Με βάση τα ανωτέρω, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό (άρθρο 36 Π.Κ.), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του τρίτου κατηγορούμενου περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 §2α’ Π.Κ., διότι ανεξάρτητα από την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά προηγούμενου έντιμου βίου του κατηγορουμένου που ανάγονται σε όλες της μορφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς του πριν από την τέλεση των πιο πάνω πράξεων, για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ώστε να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2α’ Π.Κ. Μάλιστα στο παρελθόν συνελήφθη για εκβιασμό (βλ. κατάθεση ενάτου μάρτυρα). Ακόμη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 §2 ε’ Π.Κ., καθόσον δεν προέκυψαν περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι αυτοί για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους συμπεριφέρθηκαν καλά ενόψει και του ότι δεν αποκάλυψαν το μέρος όπου έκρυψαν τα υπεξαιρεθέντα χρήματα...".

 Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους του ότι: Α) αμφότεροι "Στη Λάρισα, την 30-7-2010, ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση απέκτησαν και κατείχαν περιουσία, γνωρίζοντας κατά το χρόνο της κτήσης το γεγονός ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, με σκοπό να συγκαλύψουν την παράνομη προέλευσή της κατ’ επάγγελμα. Ειδικότερα οι ανωτέρω κατηγορούμενοι μετά από κοινό σχεδιασμό και κοινή απόφαση, συνδεόμενοι με φιλική σχέση με το Δ. Π. του Κ. που ήταν υπάλληλος των ... και υπηρετούσε στο Κεντρικό Κατάστημα των .... επί της οδού ... δέχτηκαν στην κατοχή τους από τον τελευταίο το χρηματικό ποσό των 1.413.581,51 ευρώ, το οποίο αυτός είχε υπεξαιρέσει από την υπηρεσία του κατά τον παραπάνω χρόνο ιδιοποιούμενος παράνομα το ποσό αυτό το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του υπαλλήλου-κεντρικού διαχειριστού (ταμία) του ως άνω καταστήματος, προκειμένου να αποκρύψουν την προέλευσή του, είναι δε δράστες που ενεργούν κατ’ επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει για τη διαφυγή τους στο εξωτερικό προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος" και Β) ο εξ αυτών Δ. Κ. "Στην Λάρισα, την 21-10-2010 κατείχε όπλα που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 2168/1993 και ειδικότερα ύστερα από έρευνα της αστυνομίας στην οικία του επί της οδού ... διαπιστώθηκε ότι κατείχε : α) ένα αμφίστομο μαχαίρι μήκους 32 εκ., δ) ένα μαχαίρι με λαβή σιδηρογροθιάς μήκους 39 εκ., γ) μία σπάθα μήκους 58 εκ., δ) ένα πτυσσόμενο γκλομπ μήκους 49 εκ. και ε) ένα πτυσσόμενο σιδερένιο γκλομπ μήκους 65 εκ., αν και η κατοχή των όπλων αυτών χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, απαγορεύεται από το Νόμο".

 Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, διέλαβε σ’ αυτήν (απόφαση) αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 γ’ , 3 περ. κ’ και 45 παρ. 1 του ν. 3691/2008, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές και αιτιολογίες. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) ο ισχυρισμός αυτών ότι δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος η απόκτηση και κατοχή του χρηματικού ποσού των 1.413.581,51 ευρώ, έστω και αν τελούσαν σε γνώση ότι το ποσό αυτό προέρχεται από την υπεξαίρεση που είχε διαπράξει σε βάρος του κεντρικού καταστήματος των ... ο συγκατηγορούμενός τους Δ. Π., είναι αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, οι αναιρεσείοντες δέχτηκαν το ποσό αυτό με σκοπό τη συγκάληψη της παράνομης προέλευσής του, αρκεί δε η κατοχή αυτού για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος όταν αυτή γίνεται προς το σκοπό αυτό (ΑΠ 454/2016), β) ουδεμία αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού δημιουργεί η, υποστηρικτική του τρόπου δράσης των αναιρεσειόντων και του αμέσως παραπάνω σκοπού, αναφορά στο πρώτο (σκεπτικό) ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) έδρασαν ως ομάδα ενώ, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από αυτούς, από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του παραπεμπτικού βουλεύματος (198/12) προκύπτει ότι κατ’ αυτών αφ’ ενός μεν ασκήθηκε ποινική δίωξη αφ’ ετέρου δε αυτοί παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ επάγγελμα και συγκεκριμένα για παράβαση, μεταξύ άλλων, των άρθρων 1, 2 παρ. 1,2 περ. γ’ , ε’ , 3 και 45 παρ. 1 γ’ του Ν. 3691/2008 γ) για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η αναφορά του μέσου και του τρόπου απόκρυψης του ως άνω ποσού ούτε και ειδικότερων πράξεων διαχείρισης αυτού αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί το σημείο απόκρυψής του οι δε κατηγορούμενοι μέχρι της συλλήψεώς τους δεν είχαν ακόμη αποφασίσει τον τρόπο διαχείρισής του, δ) αναφέρονται δηλωτικές της πρόθεσης συγκάλυψης της παράνομης προέλευσης των ως άνω χρημάτων ενέργειες των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων και δη η μετάβασή τους στο ... της Ουρουγουάης προς συνάντηση των συγκατηγορουμένων τους Π. και Τ. και η επίσκεψή τους δύο φορές στον λογιστή ... προκειμένου να του ζητήσουν πληροφορίες για τη σύσταση εταιρείας και ε) με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του εκ των αναιρεσειόντων Δ. Κ. περί ελαττωμένης ικανότητάς του προς καταλογισμό, ενώ οι αιτιάσεις αυτού ότι οι παραδοχές της απόφασης ότι αυτός έπασχε από το έτος 2002 έως 2005 και από το έτος 2012 έως 2014 από ψυχωσική συνδρομή παρανοϊκού τύπου, όχι όμως και κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο έτος 2010, δεν είναι σύμφωνες με τη λογική και τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, αφού η νόσος αυτή είναι ανίατη, το μεν στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αφού το Δικαστήριο δεν δέχεται ότι κατά τον χρόνο τέλεσης των αποδιδομένων σ’ αυτόν πράξεων ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν έπασχε από ψυχωσική συνδρομή αλλά ότι δεν έπασχε σε τέτοιο βαθμό που η ασθένεια αυτή να μειώνει την ικανότητά του προς καταλογισμό, το δε, καθ’ ο μέρος υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ , λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως καθώς και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του Δ. Κ., με τους οποίους, για τις ανωτέρω ειδικότερες πλημμέλειες, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές περιεχόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες επειδή, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Όσον αφορά όμως την κατάφαση της επιβαρυντικής περίστασης της κατ’ επάγγελμα τέλεσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα το Δικαστήριο για να στηρίξει την κρίση του αναφορικά με τη συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περίστασης, δέχτηκε τα ακόλουθα : "....είναι δε δράστες που ενεργούν κατ’ επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει για τη διαφυγή τους στο εξωτερικό, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος...". Με την παραδοχή όμως αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει τα πραγματικά και αναγκαία εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την επιβαρυντική αυτή περίσταση της κατ’ επάγγελμα τελέσεως της πράξης, με τη μορφή της υποδομής που φέρεται ότι είχαν διαμορφώσει οι δράστες και κατ’ επέκταση το σκοπό αυτών για πορισμό εισοδήματος, η δε σχετική με το ζήτημα αυτό αιτιολογία, εξαντλείται στην επανάληψη της φρασεολογίας της διατάξεως του άρθρου 13 στοιχ. στ’ εδ. β’ του ΠΚ, παραλείποντας μάλιστα τη φράση "με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης". Η παραδοχή δε της προσβαλλομένης ότι οι αναιρεσείοντες είχαν διαμορφώσει υποδομή (χωρίς μάλιστα την αναφορά κανενός δηλωτικού αυτής στοιχείου) για τη διαφυγή τους στο εξωτερικό, κάθε άλλο παρά πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης από την πλευρά τους υποδηλώνει, ούτε κάτι τέτοιο συνάγεται έστω και εμμέσως εξ αυτής, αφού, σύμφωνα με τη λογική των πραγμάτων, αν κάποιος έχει σχεδιάσει τη φυγή του στο εξωτερικό, τούτο δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά μόνο ότι θέλει με κάθε τρόπο να αποφύγει την ποινική του καταδίωξη για την αξιόποινη πράξη που διέπραξε στο εσωτερικό. Εν όψει τούτων, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ’ εδ. β’ του ΠΚ παραβιάζοντάς την εκ πλαγίου, κατά τους βάσιμους περί τούτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης του Δ. Κ. και τρίτο λόγο αναίρεσης του Μ. Τ..
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 ΚΠΔ προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσής του που έδωσε κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικά εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Και τούτο διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα παραβιάζεται το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, το οποίο συνιστά ειδικότερη έκφανση της αρχής της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ) και διακηρύσσεται και στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος (Ολ ΑΠ 2/1999, ΑΠ 471/2011, ΑΠ 533/2011).

 Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως του εκ των αναιρεσειόντων Μ. Τ. προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας διότι το Δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής αυτού κρίση του σε κατάθεση-μαρτυρία, που αυτός είχε δώσει ενώπιον των Αρχών της ... πριν αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου και το περιεχόμενο της οποίας συνεκτιμήθηκε και αξιοποιήθηκε αποδεικτικά σε βάρος του, με συνέπεια να προκληθεί η κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, λόγω της παραβιάσεως του δικαιώματος σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησής του, με αποτέλεσμα να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα συναφής λόγος αναιρέσεως. Όπως, όμως, συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 έως 12 του Ποινικού Κώδικα και 1 έως 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι ελληνικοί ποινικοί δικονομικοί νόμοι, κατά την καθιερωμένη από τις διατάξεις αυτές αρχή της εδαφικότητας, ισχύουν εντός του εδάφους της ελληνικής επικράτειας και επομένως, εφαρμόζονται κατ’ αρχήν μόνο επί των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρούνται εντός των εδαφικών ορίων αυτής, στα οποία εκτείνεται η ποινική δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων (ΑΠ 939/2014, ΑΠ 861/2012).  Συνεπώς, η ανάγνωση, για την οποία, σημειωτέον, ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε από τον εκπροσωπήσαντα αυτόν συνήγορό του και η αποδεικτική αξιοποίηση της κατάθεσης που έδωσε ο εν λόγω αναιρεσείων στις Αρχές της ... , υπό το ισχύον στη χώρα αυτή νομοθετικό και ιδίως δικονομικό καθεστώς, ουδεμία επάγεται ακυρότητα και μάλιστα απόλυτη, απορριπτομένου, μετά ταύτα, ως αβασίμου του παραπάνω λόγου αναίρεσης αυτού.

 Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των ανωτέρω πρώτου λόγου αναίρεσης του Δ. Κ. και τρίτου λόγου αναίρεσης του Μ. Τ., να αναιρεθεί εν μέρει ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς η προσβαλλομένη απόφαση και δη μόνο κατά τη διάταξή της περί συνδρομής στο πρόσωπο αυτών, αναφορικά με την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, της επιβαρυντικής περίστασης της κατ’ επάγγελμα τελέσεως αυτής καθώς και ως προς την περί ποινής ως προς την πράξη αυτή διάταξή της και συνακόλουθα, ως προς τον Δ. Κ. και ως προς το περί συνολικής ποινής κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ), απορριπτομένων, κατά τα λοιπά των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως ως ουσιαστικά αβασίμων.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 419/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τους αναιρεσείοντες Δ. Κ. και Μ. Τ. και δη μόνο κατά τη διάταξή της περί συνδρομής στο πρόσωπο αυτών, αναφορικά με την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, της επιβαρυντικής περίστασης της κατ’ επάγγελμα τελέσεως αυτής καθώς και ως προς την περί ποινής ως προς την πράξη αυτή διάταξή της και συνακόλουθα, ως προς τον Δ. Κ. και ως προς το περί συνολικής ποινής κεφάλαιό της.

 Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

 Απορρίπτει κατά τα λοιπά 1) την από 30-9-2016 με γενικό αριθμό πρωτ. ...30-9-2016 αίτηση του Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οδός ... και 2) την από 28-9-2016 με γενικό αριθμό πρωτ. .../30-9-2016 αίτηση του Μ. Τ. του Ζ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 419/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...