Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Κατάσχεση από Δημόσιο σε τράπεζες, περιεχόμενο κατασχετηρίου, κατάστημα τράπεζας προς επίδοση.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 1127/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη -εισηγητή, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Επιβολή από το Δημόσιο αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τράπεζας ως τρίτης επί χρηματικής κατάθεσης οφειλέτη του. Αναγκαίο περιεχόμενο του κατασχετήριου. Αν το κατασχετήριο είναι άκυρο, ο τρίτος παραλείποντας την υποβολή της κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ δήλωσης, δεν καθίσταται από αυτό και μόνο οφειλέτης του Δημοσίου, καθόσον βασική προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του, κατ’ άρθρο 33 του ΚΕΔΕ και των από αυτή συνεπειών, είναι η ύπαρξη έγκυρης κατάσχεσης. Προσήκουσα κοινοποίηση του κατασχετήριου εγγράφου.
Εφόσον το επίδικο κατασχετήριο δεν κοινοποιήθηκε στο, προβλεπόμενο κατά τις ισχύουσες εν προκειμένω διατάξεις, συγκεκριμένο κατάστημα της αναιρεσείουσας τράπεζας, όπου υφίστατο κατάθεση του οφειλέτη προς το καθού Δημόσιο, αλλά σε άλλο κατάστημα, η επιβληθείσα κατάσχεση ήταν ανυπόστατη. Ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι η αναιρεσείουσα μπορούσε εύκολα να εντοπίσει το κατάστημα, όπου είχε καταθέσεις ο οφειλέτης του, αφού είχε στη διάθεσή της σύγχρονα συστήματα μηχανοργάνωσης (on line διενέργεια των συναλλαγών), με αποτέλεσμα να είναι καταχρηστική η προβολή της μη κοινοποίησης του κατασχετηρίου στο εν λόγω κατάστημα, ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος.

 Εξάλλου, κατά το άρθρο 987 ΚΠολΔ, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 ΚΠολΔ και έχει εφαρμογή και επί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, των παρ’ αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου (κατ’ άρθρο 30 του ΚΕΔΕ), ο τρίτος δικαιούται να προσβάλει την κατάσχεση μόνον αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθού. Επομένως, ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε και προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως η ακυρότητα της επίδοσης προς τον τρίτο του κατασχετηρίου. Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, "κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκόμενων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου, μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου, εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (§1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ’ αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα κατάθεση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον (παρ. 2 εδ. α’ (...)- Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα (...) (παρ 3 εδ., α’ )". Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι όταν πρόκειται για κατάσχεση στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο, που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου, και ήδη από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθ. 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και 1 αριθμ 4 του π.δ./τος 16/1989), πρέπει να περιέχει, προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο ποσότητα προς τον οφειλέτη του Δημοσίου και την έννομη σχέση, από την οποία προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο, όνομα πατρός του οφειλέτου, και να επιδίδεται έγκυρα στον τρίτο στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Αυτά είναι ουσιώδη στοιχεία παντός κατασχετηρίου, εφ’ όσον ο τρίτος, που καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το αμάχητο τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 του Κ.Ε.Δ.Ε, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 67 παρ. 1 Ν. 3482/2010, όχι μόνον θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί στη διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή καθορισμένη κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ. Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία και δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος παραλείποντας την υποβολή της κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ δήλωσης, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, δεν καθίσταται από αυτό και μόνον οφειλέτης του Δημοσίου, καθόσον βασική προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του, κατ’ άρθρο 33 του ΚΕΔΕ και των από αυτή συνεπειών, είναι η ύπαρξη έγκυρης κατάσχεσης. Τέλος, από το άρθρο 75 παρ. 1 εδ. α του ΚΕΔΕ, που ορίζει, ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτέλεσης δύναται να προταθεί υπό του οφειλέτου, αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ’ αυτόν βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως παρά με κήρυξη της ακυρότητας, συνάγεται, αφ’ ενός μεν, ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου ότι προξένησαν στον προτείνοντα βλάβη, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, στις ίδιες δε ακυρότητες που αφορούν την επίδοση του κατασχετηρίου, περιλαμβάνονται εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια του τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις που προτείνονται και από τον τρίτο με ανακοπή (ΑΠ 1182/2009). 
Εξάλλου, με το ν.δ/μα της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" τέθηκαν ειδικές διατάξεις, που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρίας, που έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του παραπάνω ν.δ/τος. Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές, καθόσον εισάγουν διαδικαστικά και ουσιαστικά προνόμια με σκοπό την προώθηση της πιστωτικής κίνησης. Κυρίως, με τις δικονομικής φύσης διατάξεις έχει εισαχθεί ειδική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης υπέρ των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών, προς ικανοποίηση απαιτήσεων από πιστωτικές συναλλαγές. Στη διαδικασία αυτή, που είναι γνωστή στην πράξη ως αναγκαστική εκτέλεση κατά το σύστημα του ν.δ/τος της 17-7-1923 υπάγεται και η κατάσχεση στα χέρια οποιασδήποτε Τράπεζας, ως τρίτης, δεδομένου ότι οι τραπεζικοί οργανισμοί, που λειτουργούν με εταιρική μορφή της ανώνυμης εταιρίας, έχουν ήδη υπαχθεί στις παραπάνω διατάξεις. Στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 87-94 του άνω ν.δ/τος από τις οποίες εξακολουθούν να ισχύουν αυτές των άρθρων 87-91 και 93 (σύμφωνα με το άρθρο 52 αρ. 3 Εις.Ν.Κ.Πολ.Δ.), με το οποίο ρητώς καταργήθηκαν μόνο οι διατάξεις των άρθρων 60,63,92 και 94 ν.δ. 17-7/13-8-23 (ΑΠ 347/2013) όχι όμως και, η αφορώσα στην ένδικη υπόθεση διάταξη του άρθρ. 90 σύμφωνα με την οποία (αρ.90) "εάν η εταιρία έχει και υποκαταστήματα εν Ελλάδι, κατάσχεση εις χείρας αυτής, ως τρίτης, επιτρέπεται μόνον παρά τω καταστήματι, υποκαταστήματι, ένθα υφίσταται η κατάθεσις ή άλλη οφειλή προς τον καθού η κατάσχεσις" (ΑΠ 347/2013, ΑΠ 1162/2013) και η οποία στη συνέχεια καταργήθηκε με άρθρο 73 Ν. 3994/2011 (ΑΠ 1183/2015). Με τη διάταξη αυτή δεν αποκτά νομική προσωπικότητα, αλλά απλώς προσδίδεται νομική αυτοτέλεια στα καταστήματα ή υποκαταστήματα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής δήλωσης του τρίτου. Στη θέση του τρίτου τοποθετείται το αρμόδιο για την πληρωμή της απαίτηση κατάστημα ή υποκατάστημα, στο οποίο προσδίδεται κάποια νομική αυθυπαρξία, καίτοι δεν αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο, χωρίς βεβαίως αυτό να αποκτά ιδία νομική προσωπικότητα. Η επίδοση πρέπει να γίνει στο Διευθυντή του καταστήματος ή υποκαταστήματος, που προβαίνει και στην κατά το άρθρο 985 δήλωση. Ο Διευθυντής του καταστήματος ή υποκαταστήματος είναι όργανο και εκπροσωπεί την τραπεζική εταιρία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τα δικόγραφα των δικών περί την εκτέλεση, όμως, απευθύνονται προς το νομικό πρόσωπο και κοινοποιούνται στη διοίκηση αυτού, κατά το κοινό δίκαιο (αρθρ. 126 παρ.1 περ.δ’ Κ.Πολ.Δ.), ενώ διάδικο είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Η προς το παραπάνω κατάστημα ή υποκατάστημα κοινοποίηση του κατασχετηρίου αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατάσχεσης και η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής οδηγεί στο ανυπόστατο, το οποίο προτείνεται εκ μέρους οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 117/2011). 
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως, στρεφομένης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου στην παρούσα δίκη από τον Διευθυντή της ... (ΑΕΔ 27/2004) [ο οποίος εκ παραδρομής αναφέρεται ως αναιρεσίβλητος σε αυτήν] προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 30, 32, 33, 34, 73 ΚΕΔΕ, 987 ΚΠολΔ 1,4, 52 § 6 του ΕισΝΚΠολΔ και 90 του ν.δ/τος της 17-7/18-8-1923, η προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από την αναιρεσείουσα ασκηθείσα ανακοπή ακυρώσεως της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου επιβληθείσας στα χέρια της, ως τρίτης, αναγκαστικής κατασχέσεως των παρ’ αυτή υφισταμένων καταθέσεων (μέχρι του ποσού των 48.865.871 δρχ.) του οφειλέτη του ως άνω Ελ. Δημοσίου Δ. Κ., δεχθείσα εσφαλμένως(κατά την προβαλλομένη αιτίαση) το έγκυρο και υποστατό αυτής παρά α)την παράλειψη της, διά της διατάξεως του άρθρου 90 νδ 17-7/13-8- 1923, επιβαλλομένης κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου στο υποκατάστημα καταθέσεως του ως άνω οφειλέτη (1ος λόγος) και β) την αοριστία του εν λόγω κατασχετηρίου (2ος λόγος) με αποτέλεσμα την πρόκληση στην αναιρεσείουσα της αναφερομένης σ’ αυτή δικονομικής βλάβης.

 Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Α) Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη κατάσχεση είναι ανυπόστατη, διότι το επίδικο κατασχετήριο δεν της επιδόθηκε νόμιμα κατά το άρθρο 90 του ν.δ. της 17-7-13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" στο υποκατάστημα στο οποίο τηρείται η κατασχεθείσα απαίτηση, ούτε και στο κατάστημα της έδρας της στην οδό ‘ ... στην Αθήνα, αλλά σε άλλο κατάστημα επί της οδού ..... στην ίδια πόλη, όπου είναι εγκατεστημένες διάφορες άλλες υπηρεσίες της. Δηλαδή η επίδοση πάσχει ακυρότητα δημιουργώντας ανυπόστατο της κατασχέσεως, καθόσον αυτή (επίδοση) είχε ως αποτέλεσμα να προξενηθεί δικονομική βλάβη στην ανακόπτουσα συνιστάμενη στο ότι δεν έγινε δυνατόν να εξακριβωθεί έγκαιρα αν ο καθ’ ου η εκτέλεση και φερόμενος ως δανειστής της είχε πράγματι καταθέσεις σ’ αυτήν και έτσι υποβλήθηκε εκπρόθεσμα η προβλεπόμενη από το άρθ. 32 ΚΕΔΕ αρνητική δήλωσή της και δημιουργήθηκε σε βάρος της το εκ του άρθ. 33 του ιδίου κώδικα τεκμήριο. - Ο λόγος αυτός παραδεκτά προτεινόμενος σύμφωνα με την προηγούμενη υπό (III,α-β) νομική σκέψη πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσία με τις ακόλουθες αιτιολογίες. Το άρθρο 90 του ανωτέρω ν.δ. και αν ακόμη δεν ήθελε θεωρηθεί καταργημένο από το άρθ. 52 του ΕισΝΚΠολΔ., αφορά πάντως είτε υποκαταστήματα αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας στην Ελλάδα είτε υποκαταστήματα στην αλλοδαπή ελληνικής εταιρίας. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να θεωρηθεί εκ των πραγμάτων καταργημένο μετά την εισαγωγή των σύγχρονων τεχνολογιών στις τραπεζικές συναλλαγές που εξασφαλίζουν την άμεση ροη των πληροφοριών. Ενόψει δε του ότι και η ίδια η διοίκηση της Τράπεζας δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει, χωρίς έρευνα σε ποιο υποκατάστημά της ενδεχομένως έχει κατάθεση κάποιος πελάτης της, θα ήταν αντίθετο με την καλή πίστη στις σύγχρονες συνθήκες των ενδοτραπεζικών επικοινωνιών και θα ματαίωνε το σκοπό του νόμου να απαιτήσουμε να γνωρίζει ο δανειστής του δεδομένου πελάτη, ο οποίος θέλει να επιβάλει κατάσχεση στα χέρια της Τράπεζας ως τρίτης επί των τυχόν καταθέσεων αυτού, σε ποιο ακριβώς υποκατάστημα αυτής υπάρχει η κατασχεθησόμενη κατάθεση. Συμπερασματικά αφού το νομικό πρόσωπο της Τράπεζας είναι εκείνο που οφείλει επομένως και η επίδοση του κατασχετηρίου αρκεί να γίνει στο κεντρικό της κατάστημα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προέκυψε, ενόψει και της τοπικής εγγύτητας των ανωτέρω δύο διευθύνσεων, ότι οι στεγαζόμενες στην οδό ... υπηρεσίες της ανακόπτουσας δεν υπάγονται και αυτές στις υπηρεσίες του κεντρικού καταστήματός της, ούτε ότι αυτές δεν μπορούσαν να ειδοποιήσουν έγκαιρα τις αρμόδιες υπηρεσίες της στην οδό .... Επομένως η επίδοση του επίμαχου κατασχετηρίου δεν είναι άκυρη, διότι δεν προέκυψε αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην επικαλουμένη δικονομική βλάβη και στην ανωτέρω επίδοση σε διαφορετική (αλλά πάντως εγγύτατη) από εκείνη του κεντρικού καταστήματος διεύθυνση, ώστε δεν δημιουργείται και ανυπόστατο της κατασχέσεως. Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη υπήρξε ακυρότητα υπό την προαναφερθείσα έννοια, η επίκληση αυτής δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 90 του ν.δ. της 17- 7/13-8-1923, (ακόμη και αν θεωρηθεί ότι εξακολουθεί να ισχύει και αφορά και τις αποκλειστικά εγκατεστημένες στην Ελλάδα ανώνυμες εταιρίες αποβαίνει καταχρηστική και προσκρούει στο άρθρο 291 ΑΚ όπως βασίμως ενίσταται το καθ’ ου η ανακοπή Δημόσιο. Β) Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη κατάσχεση είναι άκυρη λόγω αοριστίας ενόψει του ότι, α) δεν αναφέρει την δικαιογόνο αιτία, από την οποία πηγάζει η κατασχόμενη απαίτηση, β) δεν αναγράφει αν αυτή συνίσταται σε καταβολή χρημάτων ή απόδοση άλλων κινητών πραγμάτων και γ) δεν προσδιορίζει ακριβώς την χρηματική ποσότητα η οποία κατάσχεται. - Βάσει του άρθρου 24 του ν. 2915/01 το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων εκ του ν.δ. 1059/71 δεν εμποδίζει την κατάσχεσή τους από τον δανειστή που έχει δικαίωμα να κατασχέσει την περιουσία του δικαιούχου μιας τραπεζικής καταθέσεως, αλλά τούτο αίρεται για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή. Για τον προσδιορισμό της κατασχόμενης απαιτήσεως στα χέρια Τράπεζας πρέπει να γίνει δεκτό ότι αρκεί η αναφορά στο κατασχετήριο της έννομης σχέσης από την οποία αυτή προέρχεται, δηλαδή ότι πρόκειται για "χρηματική κατάθεση", χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ως προς το είδος της καταθέσεως ή τον αριθμό του λογαριασμού, αφού τέτοιες προϋποθέσεις δεν τίθενται από το νόμο, ενώ ο σκοπός του εξυπηρετείται με το ελάχιστο αυτό περιεχόμενο. Ενόψει του περιορισμού που επιβάλλεται από το απόρρητο ως προς το υπερβάλλον, το αναγκαίο για την ικανοποίηση του επισπεύδοντας .ποσό της καταθέσεως πρέπει να γίνει δεκτό ότι αρκεί η αναφορά του χρηματικού ποσού της απαιτήσεως του κατασχόντος που επιδιώκεται να ικανοποιηθεί ως ανώτατο όριο της κατασχέσεως, χωρίς ανάγκη να αναγράφεται και το ποσό της καταθέσεως η οποία κατάσχεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επίμαχο κατασχετήριο, η προσβαλλομένη κατάσχεση επιβλήθηκε σε χρηματικές καταθέσεις τραπεζικών λογαριασμών μέχρι του ποσού των 628.633,31 ευρώ. Επομένως αναφέρεται σε αυτό επαρκώς η έννομη σχέση από την οποία προέρχεται η κατασχόμενη απαίτηση (τραπεζική κατάθεση) καθώς και ότι πρόκειται για χρηματική κατάθεση και αφορά συγκεκριμένο ποσό κατ’ ανώτατο όριο. Κατά συνέπεια ο εξεταζόμενος λόγος της ανακοπής, παραδεκτά προβαλλόμενος σύμφωνα με την προηγούμενη υπό (ΙΙΙ, α-β) νομική σκέψη, αποβαίνει όμως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί".

 Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων του ΚΕΔΕ καθώς και εκείνης του άρθρου 90 ν.δ. 17-7/13-8-1923 και την κατ’ επιταγή αυτού, επίδοση του κατασχετηρίου στο υποκατάστημα, στο οποίο ο οφειλέτης διατηρεί κατάθεση που κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης έλαβε χώρα στις 10/7/2003. Τούτο, διότι σύμφωνα με τα εκτενώς εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον το επίδικο κατασχετήριο δεν κοινοποιήθηκε στο από τη διάταξη του άρθρου 90 ν.δ. 17-7/13-8-23, [η οποία ίσχυε κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο αφού δεν καταργήθηκε από το άρθρο 52 ΕισΝΚΠολΔ (ΑΠ 1162/2013) όπως εσφαλμένως έκρινε (δέχθηκε) η προσβαλλομένη], προβλεπόμενο συγκεκριμένο κατάστημα της αναιρεσείουσας, όπου υφίστατο κατάθεση του προαναφερόμενου οφειλέτη προς το καθού, αλλά σ’ άλλο, επί της οδού ..., κατάστημα (όπως άλλωστε συνομολογείται) η επιβληθείσα ως άνω κατάσχεση είναι ανυπόστατη. Έτσι, η ανωτέρω παράλειψη μπορούσε να προκαλέσει αιτιωδώς την επικαλούμενη δικονομική βλάβη της ανακόπτουσας, προβάλλουσας προς τούτο ότι αυτή προήλθε από πολλαπλές συγχωνεύσεις και απορροφήσεις τραπεζών, κάθε μία από τις οποίες έχει το δικό της μηχανογραφικό σύστημα. Ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ότι η αναιρεσείουσα μπορούσε εύκολα να εντοπίσει το κατάστημα, όπου είχε καταθέσεις ο άνω οφειλέτης του, αφού είχε στη διάθεσή της σύγχρονα συστήματα μηχανοργάνωσης (on line διενέργεια των συναλλαγών), με αποτέλεσμα να είναι καταχρηστική η προβολή της μη κοινοποίησης του κατασχετηρίου στο εν λόγω κατάστημα, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον το επικαλούμενο ως άνω γεγονός δεν μπορεί, ούτε (και) με την επίκληση της καταχρηστικότητας, να αναιρέσει την εφαρμογή ρητών νομοθετικών ρυθμίσεων, όπως εκείνης του άρθρον 90 του Ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923, δεκτής γενομένης συνακολούθως, ως και ουσιαστικά βασίμου, της προβαλλομένης σχετικώς από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτης αιτιάσεως. Αναφορικά, όμως, με τον από την αναιρεσείουσα - (ανακόπτουσα) προβληθέντα δια της ενδίκου ανακοπής δεύτερο λόγο αυτής, στον οποίο αναφέρεται ο δεύτερος, από το 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, περί ακυρότητος δηλαδή του επιδοθέντος κατασχετηρίου λόγω αοριστίας απορρέουσας από τη μη αναφορά σ’ αυτό των κατά τη διάταξη του άρθρου 30 ΚΕΔΕ απαιτουμένων για την πληρότητά του στοιχείων, η προσβαλλομένη προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, δεχθείσα, ορθώς, ότι διαλαμβάνονται σ’ αυτό, εκτός από τον τίτλο, στον οποίο στηρίζεται η επιβαλλομένη κατάσχεση, η οφειλόμενη από τον τρίτο ποσότητα χρημάτων προς το Ελληνικό Δημόσιο (628.633,31 ευρώ) καθώς και έννομη σχέση από την οποία αυτή προέρχεται (τραπεζική κατάθεση) χωρίς να είναι απαραίτητη η περαιτέρω εξειδίκευση αναφορικά με το είδος της καταθέσεως και του αριθμού του λογαριασμού, ελεγχομένης, συνακολούθως, αρνητικά της προβαλλομένης δια του δεύτερου αναιρετικού λόγου αιτιάσεως, η οποία, για το λόγο αυτό, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη.

 Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου ως ουσιαστικά βάσιμου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580§3 ΚΠολΔ).

 Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 Ν.3693/1957.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 5998/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
 ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση, δικαστές.
 ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε διακόσια εννενήντα (290) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...