Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Μεταβίβαση περιουσίας, ευθύνη, αντιπροσώπευση, Δικηγόροι, επίδοση σε πρόσωπα διαμένοντα στην ΕΕ, προσδιορισμός αμοιβής δικηγόρου.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 961/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη -εισηγητή, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης του αποκτώντος. Άμεση αντιπροσώπευση. Επειδή ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας δική του βούληση και δε μεταφέρει ως άγγελος τη βούληση του αντιπροσωπευόμενου, τα ελαττώματα της βουλήσεως, η έννοια του περιεχομένου της δηλώσεως, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδρασή τους στην δικαιοπραξία όταν ο νόμος συνδέει τον αποκλεισμό ορισμένων εννόμων συνεπειών κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, εκτός αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου.
Καθορισμός του ύψους της δικηγορικής αμοιβής. Δύναται η αμοιβή του δικηγόρου να καθορισθεί μεγαλύτερη από τα οριζόμενα με τον Κώδικα Δικηγόρων ποσοστά, και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία του δικηγόρου, την αξία και το είδος της υποθέσεως, τον χρόνο που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις του δικηγόρου, την σπουδαιότητα της διαφοράς, τις ειδικότερες περιστάσεις και κάθε είδος δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. Δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις για την επιτρεπτή επιδίκαση από την προσβαλλόμενη απόφαση αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας μεγαλύτερης των ελαχίστων προβλεπόμενων ορίων. Στην αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ενώπιον του Αρείου Πάγου δε μπορεί να σωρευθεί αγωγή αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 940 παρ. 2 και 914 ΚΠολΔ, διότι έτσι θα υπάρχει υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, αφού η αγωγή αυτή πρέπει να κατατεθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000. Επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής σε διάδικο γνωστής διαμονής σε κράτος μέλος της Ε.Ε. Διατυπώσεις. 

 Από τις διατάξεις του άρθρου 576 § § 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, ως προς τα Κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και το ..., σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13 Νοεμβρίου 2008, ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού (άρθρα 2 ως 7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα, σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ’ ευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Κατά το άρθρο 10 αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα 1, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5ης Νοεμβρίου 1965. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής...., ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής σε κράτος μέλος της Ε.Ε, όπως και το ..., ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ, πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 2391/2015, ΑΠ 643/2015). Στην προκειμένη περίπτωση για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 8-2-2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (31-10-2016). Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, συζητήθηκε, με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου η κρινόμενη από 4-3-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 14/2015 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, κατά την οποία (συζήτηση) παρέστη μόνον η αναιρεσείουσα εταιρεία, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ..., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...30-03-2015 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Κορωπίου Τ. Γ., ενώ δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ η αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία εδρεύει και είναι γνωστής διαμονής στο .... Από την υπ’ αριθ. ...11-03-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσα προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 9-2-2016 βεβαίωσης αναβολής της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου για αναβολή της κρινομένης αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (31-10-2016), καθώς και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατ’ αυτήν, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μετά των συνημμένων της άνω αίτησης αναίρεσης και της βεβαίωσης αναβολής πράξεων ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση στην ελληνική γλώσσα και σε επίσημη μετάφραση αυτών (εις διπλούν) στην γαλλική γλώσσα, για περαιτέρω αποστολή και επίδοση στην πιο πάνω αναιρεσίβλητη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο ... Ρ. Φ., της οποίας προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο στην γαλλική γλώσσα και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, ο άνω δικαστικός επιμελητής επέδωσε στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, στις 30-03-2016, ακριβή αντίγραφα των ως άνω αίτησης αναιρέσεως και βεβαιώσεως αναβολής της υποθέσεως, με βεβαίωση ότι η επίδοση των άνω δικογράφων έγινε κατά το δίκαιο του ... σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007. Επομένως, εφόσον από τα ανωτέρω αποδεικνύεται πραγματική επίδοση προς την αναιρεσίβλητη της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως και της βεβαιώσεως αναβολής συζητήσεως αυτής από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (31-10-2016), κατά τα οριζόμενα στον άνω Κανονισμό και πριν από 90 ημέρες από την τελευταία αυτή δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.

 Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στην συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 
Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, στην οποία ορίζεται, ότι "Αν με σύμβαση μεταβιβάσθηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στον δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριορίστως, ο δε δεύτερος περιορισμένως και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως. Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Επί πλέον, ο αποκτών πρέπει να τελούσε εν γνώσει, ότι του μεταβιβάσθηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, ο αποκτών γνώριζε την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί, ότι η περιουσία που του μεταβιβάσθηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της (Α.Π.1151/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 214 Α.Κ., "Τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 213, 215 Α.Κ συνάγεται, ότι στην άμεση αντιπροσώπευση, επειδή ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας δική του βούληση και δεν μεταφέρει ως άγγελος τη βούληση του αντιπροσωπευόμενου, τα ελαττώματα της βουλήσεως, η έννοια του περιεχομένου της δηλώσεως, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδρασή τους στην δικαιοπραξία όταν ο νόμος συνδέει τον αποκλεισμό ορισμένων εννόμων συνεπειών κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, εκτός αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου, οπότε δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεσθεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (Α.Π.30/2010). 
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 17-12-1993 καταρτίσθηκε μεταξύ της αντενάγουσας, γενικής αντιπροσώπου και διανομέως στην Ελλάδα των προϊόντων της γερμανικής εταιρίας "..." και του Α. Ν. σύμβαση αντιπροσωπείας, με την οποία ανατέθηκε στο δεύτερο η όχι κατ’ αποκλειστικότητα πώληση αυτοκινήτων και ανταλλακτικών και η παροχή τεχνικής εξυπηρέτησης για την περιοχή της Αττικής κατά τους αναφερόμενους σ’ αυτήν όρους. Συγχρόνως, καταρτίσθηκε μεταξύ των μερών σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο συμφωνήθηκε να καταχωρούνται όλες οι χρεωπιστώσεις από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία, ενώ περαιτέρω παρασχέθηκε στην αντενάγουσα (αναιρεσείουσα) το δικαίωμα να κλείνει τον εν λόγω λογαριασμό οποτεδήποτε, με αποτέλεσμα το κατάλοιπο να καθίσταται αμέσως απαιτητό και να οφείλονται τόκοι υπερημερίας. Περαιτέρω, με την ανωτέρω σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ο εκ των συμβαλλόμενων Α. Ν. ανέλαβε την υποχρέωση να συστήσει μέχρι τις 15.2.1994 ανώνυμη εταιρία, η οποία θα υπεισερχόταν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού από τις ανωτέρω συμβάσεις, όπερ και εγένετο με τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... .."...Στις 25.10.1996 καταρτίσθηκε νέο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της αντενάγουσας και του Α. Ν., ο οποίος ενεργούσε, αφενός μεν ατομικά, αφετέρου ως μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρίας, αλλά και ως μοναδικός μέτοχος - μεταξύ άλλων εταιριών - και της αλλοδαπής εταιρίας, εδρεύουσας στη ... της Λιβερίας, με την επωνυμία "... .." και με το οποίο ο ίδιος και οι απ’ αυτόν εκπροσωπούμενες εταιρίες ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν στην αντενάγουσα την οφειλή της "... ....", ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την τελευταία, τμηματικά κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο συμφωνητικό ημερομηνίες, αναδεχόμενοι σωρευτικά το ανωτέρω χρέος, ενώ παράλληλα συμφώνησαν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητα κυριότητάς τους, προς εξασφάλιση της απαίτησης της αντενάγουσας. Περαιτέρω ο Α.Ν. με το αυτό ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και υπό την ιδιότητα του μοναδικού μετόχου της "..." έδωσε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον Α.Κ. να υπογράφει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας σύμβαση εγγύησης της οφειλής της "..." προς την αντενάγουσα από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Πράγματι, στις 24.10.1996 ο Α.Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της "...", εγγυήθηκε προς την αντενάγουσα την εξόφληση της ανωτέρω οφειλής, συμφωνηθέντος μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι η εγγυήτρια θα ευθύνεται εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτρια εταιρία ως αυτοφειλέτρια, λόγω ρητής παραίτησής της από την ένσταση της διζήσεως. Με την υπ’ αριθμ. αριθμ. 29.487/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί αίτησης της αντενάγουσας κατά της "... .." εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο της τελευταίας προς εξασφάλιση της σε βάρος της απαίτησης της αντενάγουσας και συγκεκριμένα στο σ’ αυτήν (απόφαση) ειδικότερα περιγραφόμενο οικόπεδο, έκτασης 2.529,65 τ.μ., με την σ’ αυτό ημιτελή διώροφη οικοδομή, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." στον ... της Κοινότητας Πορτοχελίου Ερμιονίδος Αργολίδας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αντενάγουσα στις 23.12.1996 κατήγγειλε, όπως είχε δικαίωμα, τη μεταξύ αυτής και της "... ..." σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καθώς και αυτήν του αλληλόχρεου λογαριασμού, επικαλούμενη παραβίαση εκ μέρους της τελευταίας των συμβατικών της υποχρεώσεων. Με την υπ’ αριθμ. 22/2003 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, στο οποίο προσέφυγαν τόσο η αντενάγουσα, όσο και η "... ...", με αντίθετες προσφυγές, σύμφωνα με ρητό όρο των ανωτέρω συμβάσεων, αλλά και των προαναφερθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών, που παρείχε στους συμβαλλομένους το δικαίωμα προσφυγής σε διαιτησία για την επίλυση των διαφορών τους, έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή της αντενάγουσας, απορρίφθηκε η προσφυγή της "... ..." και προσδιορίσθηκε το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού στο ποσό των 946.352.015 δραχμών (2.777.262 ευρώ), το οποίο και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αντενάγουσα μεταξύ άλλων εις ολόκληρον και η "....." με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσφυγής της μέχρι την εξόφληση. Ακολούθως με την υπ’ αριθμ. 22.303/10.8.1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επιτράπηκε στην αντενάγουσα, προς συμπληρωματική εξασφάλιση της ως άνω απαίτησής της κατά της εγγυήτριας εταιρίας, να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί του ιδίου ακινήτου της τελευταίας, για το ποσό των 700.000.000 δραχμών, πλην όμως, το εν λόγω ακίνητο με το υπ’ αριθμ. .../23.2.1998 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π.Π. - Κ., που έχει μεταγράψει νόμιμα, είχε ήδη μεταβιβασθεί λόγω πώλησης στην αντεναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) αντί τιμήματος ποσού 45.000.000 δραχμών, σύμβαση, η οποία, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η αντενάγουσα, συνιστά μεταβίβαση περιουσίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 479 του ΑΚ, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλόμενων σωρευτική αναδοχή χρέους και να ευθύνεται η αντεναγομένη εις ολόκληρον με την "... .." για την εξόφληση της σε βάρος της τελευταίας απαίτησης της αντενάγουσας, μέχρι την αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου. Πλην όμως, ουδόλως αποδείχθηκε πλήρως, ώστε να σχηματίσει το Δικαστήριο δικανική περί τούτου πεποίθηση, ότι συντρέχουν στην υπό κρίση περίπτωση της μεταβίβασης του ανωτέρω περιουσιακού στοιχείου οι προϋποθέσεις του άρθρου 479 του ΑΚ για τη δημιουργία παθητικής εις ολόκληρον ενοχής μεταξύ της "... ..." και της αντεναγομένης για τα χρέη της εξ αυτών πρώτης, που υπήρχαν μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η αντεναγομένη, από τις ειδικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε τη γενική περιουσιακή κατάσταση της μεταβιβάζουσας εταιρίας και μπορούσε να αντιληφθεί ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελούσε το μοναδικό της περιουσιακό της στοιχείο, γνώση, η οποία θα ήταν προφανής, εάν το ακίνητο αυτό ρητά μεταβιβαζόταν ως τέτοιο, δηλαδή ως το σύνολο της περιουσίας της πωλήτριας, ενώ αντίθετα εν προκειμένω στο από 20.2.1998 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της τελευταίας, που τέθηκε υπόψη της αγοράστριας, αναφέρεται ότι είναι προς το συμφέρον της εταιρίας "η πώληση ενός ακινήτου της..." και προτείνεται η πώληση του εν λόγω ακινήτου. Ούτε άλλωστε θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η αντεναγομένη όφειλε, ως μέσος συνετός συναλλασσόμενος και με βάση τις συνήθειες των συναλλαγών, πριν προβεί στη συγκεκριμένη αγορά, να ερευνήσει την περιουσιακή κατάσταση της πωλήτριας και να διακριβώσει εάν πράγματι το ακίνητο, που πρόκειται να αποκτήσει, αποτελεί το μοναδικό, ή το μοναδικό σημαντικής αξίας, ακίνητο της τελευταίας. Σημειωτέον άλλωστε, ότι στην ανωτέρω σύμβαση μεσολάβησε για την ανεύρεση και υπόδειξη του ακινήτου στην αντεναγομένη, η οποία εδρεύει στο ..., κατόπιν εντολής της, ο μεσίτης Ε. Γ., όπως ρητά αναφέρεται και στο ίδιο το πωλητήριο συμβόλαιο. Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι μεταξύ των δύο εταιριών υφίσταται οικονομική, διοικητική ή άλλη σχέση, ή ότι ο Α. Ν. είναι ο μοναδικός μέτοχος αμφοτέρων αυτών, όπως υποστηρίζει η αντενάγουσα. Ούτε όμως μπορεί να συναχθεί γνώση της αντεναγομένης σχετικά με το ότι το εν λόγω ακίνητο αποτελούσε το σύνολο της περιουσίας της πωλήτριας εταιρίας, ώστε να ευθύνεται εις ολόκληρον με αυτήν για τις μέχρι τότε οφειλές της, από το γεγονός ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης η αντεναγομένη εκπροσωπήθηκε από το Δικηγόρο Αθηνών Η. Κ., δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου, ο οποίος αργότερα το έτος 2004 ανέλαβε τη διεκπεραίωση υποθέσεων του Α. Ν. και μελών της οικογένειάς του ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ή από το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης των 45.000.000 δραχμών, το οποίο εκτιμάται από την αντενάγουσα ως εξαιρετικά χαμηλό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο εν λόγω ακίνητο είχε ήδη εγγράψει προσημείωση υποθήκης για το σημαντικά υψηλότερο ποσό των 270.000.000 δραχμών, λαμβανομένου υπόψη και του ότι στο ίδιο το πωλητήριο συμβόλαιο ρητά αναφέρεται δήλωση της πωλήτριας περί ακυρότητας της ανωτέρω εγγραφής, καθώς και του ότι, από το συνομολογηθέν τίμημα των 45.000.000 δραχμών τελικά καταβλήθηκαν από την αγοράστρια 42.000.000 δραχμές, καθόσον, επίσης σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό, το υπόλοιπο ποσό των 3.000.000 δραχμών συμφωνήθηκε να παρακρατηθεί από την τελευταία για την αντιμετώπιση των δαπανών, που θα απαιτούντο για την εξάλειψη του βάρους αυτού και τη διεξαγωγή της σχετικής δίκης και με δεδομένο ότι η αντικειμενική αξία του ακινήτου ανερχόταν κατά το χρόνο της μεταβίβασης στο ποσό των 66.340.000 δραχμών, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. ... και υποβληθείσα από τους συμβαλλομένους στην αρμόδια ... δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτων. Σημειώνεται, ότι η από 20.3.1999 αίτηση της νυν αντενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της αντεναγομένης, με την οποία η πρώτη εξ αυτών, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 479 του ΑΚ, ζητούσε, προς εξασφάλιση της αυτής απαίτησής της, η οποία είναι επίδικη και εν προκειμένω, την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ιδίου ακινήτου, μέχρι του ποσού των 700.000.000 δραχμών, απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της με την υπ’ αριθμ. 20.523/1999 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, καθόσον δεν πιθανολογήθηκε ευθύνη της αντεναγομένης και τότε καθ’ ης με βάση την προαναφερθείσα διάταξη και επομένως απαίτηση της αντενάγουσας σε βάρος της από την αιτία αυτή". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε κατ’ ουσίαν την ανταγωγή της, με την οποία ζητούσε, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, να καταβάλει σε εκείνην νομιμοτόκως 2.777.262 ευρώ σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 479 Α.Κ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με την μη εφαρμογή της την διάταξη του άρθρου 479 Α.Κ., αναφορικά με την μη συνδρομή του στοιχείου της γνώσης της αναιρεσίβλητης για την γενική περιουσιακή κατάσταση της μεταβιβάζουσας εταιρείας και της δυνατότητας να αντιληφθεί ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της τελευταίας, με έννομη ως εκ τούτου συνέπεια να μην καταφάσκεται ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς αναδοχή και καταβολή του χρέους της πωλήτριας εταιρείας. Ειδικότερα το Εφετείο, όπως εκτιμάται ολόκληρο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και με την ειδικότερη παραδοχή ότι "ούτε μπορεί να συναχθεί γνώση της αντεναγομένης σχετικά με το ότι το εν λόγω ακίνητο αποτελούσε το σύνολο της περιουσίας της πωλήτριας εταιρείας ... από το γεγονός ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης η αντεναγομένη εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Αθηνών Η. Κ., δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου, ο οποίος αργότερα το έτος 2004 ανέλαβε την διεκπεραίωση υποθέσεων του Α. Ν. και μελών της οικογενείας του ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους...", δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι ούτε ο ως άνω εκπροσωπήσας την αγοράστρια εταιρεία πληρεξούσιος δικηγόρος ούτε η τελευταία γνώριζαν την εν γένει περιουσιακή κατάσταση της πωλήτριας ούτε μπορούσαν ενόψει των ειδικών συνθηκών που αναφέρονται στην απόφαση, να αντιληφθούν ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε με σκοπό την μεταβίβαση ολόκληρης της περιουσίας της πωλήτριας, δεν ήταν δε αναγκαίος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, ειδικότερος πανηγυρικός προσδιορισμός της άγνοιας του φυσικού προσώπου που εκπροσώπησε την πωλήτρια, αρκούσης της ως άνω περικοπής για την αναφορά του στοιχείου αυτού. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

 Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη α) το προσαρτημένο στο πωλητήριο συμβόλαιο πιστοποιητικό της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., περί του ότι η πωλήτρια εταιρία με την επωνυμία "... .." δεν υπόκειται σε φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας και β) την υπ’ αριθ.656/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, από την οποία προκύπτει ότι ο προαναφερθείς δικηγόρος Η. Κ. παρέστη ως πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης και του Α. Ν., γεγονός που υποδηλώνει (κατά την αναιρεσείουσα) ότι γνώριζε την περιουσιακή κατάσταση της πωλήτριας εταιρίας. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθ. 53/2008 (μη οριστική) απόφαση (του ίδιου δικαστηρίου) πρακτικά, καθώς και το σύνολο των εγγράφων, που αμφότερα τα διάδικα μέρη επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα..." σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έστω και αν δεν προβαίνει σε ιδιαίτερη μνεία και αξιολόγηση αυτών. Επομένως, ο από την παραπάνω διάταξη αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που σκοπό έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Συνεπώς δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι από το πιστοποιητικό της αρμοδίας Δ.Ο.Υ. προκύπτει, ότι η πωλήτρια εταιρία με την επωνυμία "... .." δεν υπόκειται σε φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας και το εξαγόμενο από το γεγονός αυτό συμπέρασμα ότι η αγοράστρια - αναιρεσίβλητη και ο αντιπρόσωπός της δικηγόρος Η. Κ. γνώριζαν ότι η πωλήτρια εταιρία δεν είχε άλλο περιουσιακό στοιχείο, ακόμη δε, δεν έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό, ότι σε δίκη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την υπ’ αριθ. 656/2005 απόφασή του, ο δικηγόρος της αναιρεσίβλητης αγοράστριας ήταν και δικηγόρος της διαδίκου τότε εταιρίας ".......", ως και το εξαγόμενο, κατά την αναιρεσείουσα, από το γεγονός αυτό συμπέρασμα, ότι ο ανωτέρω δικηγόρος, επτά (7) χρόνια πριν, ήτοι το έτος 1998, όταν είχε γίνει η πώληση του ακινήτου, γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της πωλήτριας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτος διότι, τα επικαλούμενα με αυτόν πραγματικά γεγονότα δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων προκειμένου να στηρίξει αυτή την βασιμότητα της ανταγωγής της.

 Από τις διατάξεις των άρθρων 189, 190, 191 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αποδίδονται στον νικήσαντα διάδικο μόνον τα έξοδα τα οποία ήσαν απαραίτητα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (τέλη χαρτοσήμου, τέλος δικαστικού ενσήμου, αμοιβή του δικηγόρου κ.λπ), ότι ο αιτών τα έξοδα πρέπει να υποβάλει κατάλογο των εξόδων και ότι αν δεν υποβληθεί τέτοιος κατάλογος, αρκεί και μόνη η υποβολή του σχετικού αιτήματος, για να προβεί το δικαστήριο στην εκκαθάριση των εξόδων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει, από τα άρθρα 58 και 84 Ν.4194 της 25/27-9-2013 (Κώδικας Δικηγόρων), που ισχύει κατά το άρθρο 166 § 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013) και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (2-4-2014), η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον πελάτη του και αν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα του Κώδικα Δικηγόρων. Δύναται όμως η αμοιβή του δικηγόρου να καθορισθεί μεγαλύτερη από τα οριζόμενα με τον Κώδικα Δικηγόρων ποσοστά, και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία του δικηγόρου, την αξία και το είδος της υποθέσεως, τον χρόνο που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις του δικηγόρου, την σπουδαιότητα της διαφοράς, τις ειδικότερες περιστάσεις και κάθε είδος δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών (άρθρο 58 παρ. 5 Κώδικα Δικηγόρων). Η κρίση του δικαστηρίου για την επιδίκαση αυξημένης αμοιβής και της βασιμότητας των προϋποθέσεων που ορίζονται στην άνω διάταξη για την αύξηση αυτής δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι απορρέει από την συνδρομή και εκτίμηση περιστατικών, τα οποία προσδιορίζουν τον βαθμό σπουδαιότητας της παρασχεθείσης επιστημονικής εργασίας και των λοιπών κατά τα ανωτέρω όρων και προϋποθέσεων. Κατά την ανέλεγκτη δε εκτίμηση των εν λόγω όρων και προϋποθέσεων μπορεί το δικαστήριο να επιδικάσει και τα για κάθε περίπτωση καθοριζόμενα κατώτατα όρια δικηγορικής αμοιβής ή να υπερβεί αυτά, εφόσον ήθελε κρίνει αντιστοίχως, ότι δεν δικαιολογείται ή δικαιολογείται ο προσδιορισμός τέτοιας αυξημένης αμοιβής (ΑΠ 16/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 68, 69 του Κώδικα Δικηγόρων, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, η αμοιβή του πρώτου για την σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, το οποίο (ποσοστό), εάν η αξία αυτή κυμαίνεται από 1.500.001 έως 3.000.000 ευρώ, ανέρχεται σε 0,5%. Η αμοιβή για την σύνταξη προτάσεων στον πρώτο βαθμό για τον δικηγόρο του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή για την σύνταξη της αγωγής και για τον δικηγόρο του ενάγοντος ανέρχεται στο 1% αυτής, ενώ για την σύνταξη προτάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αμοιβή όλων των δικηγόρων είναι διπλάσια από την προηγούμενη. Όσον αφορά δε την αμοιβή του δικηγόρου για την παράστασή του στο Εφετείο, σύμφωνα με το παράρτημα Ι του Κώδικα Δικηγόρων, αυτή ορίζεται στο ποσό των 192 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς ανέρχεται στο ποσό των 2.777.262 ευρώ, το οποίο ζητεί η αναιρεσείουσα με την ανταγωγή της να υποχρεωθεί να της καταβάλει η αναιρεσίβλητη. Εφόσον δε, δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία μεταξύ της νικήσασας στο Εφετείο αντεναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και του πληρεξουσίου δικηγόρου της για την αμοιβή του, ούτε υπεβλήθη στο Εφετείο κατάλογος εξόδων, τα δικαστικά έξοδα, τα οποία δικαιούται η πρώτη, ανέρχονται σύμφωνα με τις αναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων 1) για την σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, σε 27.772,62 ευρώ (2.777.262€ Χ 1%) και 2) για την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ίδιο δικαστήριο, σε 192 ευρώ, ήτοι συνολικώς σε 27.964,62 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, τα εξής: "....Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η εκκαλούσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας", επεδίκασε δε για δικαστικά έξοδα το ποσόν των 111.090 ευρώ, ήτοι ποσόν τετραπλάσιο περίπου από το ποσόν των 27.964,62 ευρώ. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς τα επιδικασθέντα σε βάρος της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) δικαστικά έξοδα, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων, καθόσον, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν δικαιολογούσαν τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προβλέπονται στην παραπάνω διάταξη, οι οποίες και μόνο θα καθιστούσαν επιτρεπτή την επιδίκαση αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας μεγαλύτερης των ελαχίστων ορίων που προβλέπονται στις προπαρατεθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που προσβάλλεται αυτή ως προς όλες τις διατάξεις της που αναφέρονται στην ένδικη ανταγωγή της αναιρεσείουσας, να αναιρεθεί όμως ως προς την διάταξή της που αναφέρεται στην επιδίκαση των δικαστικών εξόδων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας. Ακολούθως, ενόψει του ότι τα επιδικαζόμενα δικαστικά έξοδα και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρο 183 ΚΠολΔ) δεν περιορίζονται μόνο στην προβλεπόμενη αμοιβή του δικηγόρου κατά τα οριζόμενα στον Κώδικα δικηγόρων, αλλά και σε όσα ορίζονται στην διάταξη του άρθρου 189 παρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται ως προς αυτό περαιτέρω διευκρίνηση, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω κατά τούτο εκδίκαση ενώπιον του αυτού ως άνω Εφετείου Ναυπλίου, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από την τελευταία παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσείουσα, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών ( άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

Στην αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν μπορεί να σωρευθεί αγωγή αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 940 παρ. 2 και 914 ΚΠολΔ, διότι έτσι θα υπάρχει υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, αφού η αγωγή αυτή πρέπει να κατατεθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (Ολ. Α.Π. 11/2007, 22/2006, Α.Π. 591/2015). Τέλος, αν η απόφαση αναιρέθηκε, εν μέρει, πρέπει να αναγράφεται στην αίτηση, για να είναι ορισμένη, το ποσό που κατέβαλε ο αναιρεσείων σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως (ΑΠ 1206/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε επιστροφή του ποσού των 166.090 ευρώ που αντιστοιχεί στα δικαστικά έξοδα που κατέβαλε σ’ αυτήν σε εκούσια εκτέλεση, αφενός μεν της πρωτόδικης απόφασης, αφετέρου δε της προσβαλλόμενης τοιαύτης, για τα επιδικασθέντα με αυτές εις βάρος της δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 940 παρ. 2 και 914 ΚΠολΔ. Η αίτηση, κατά το μέρος που έχει έρεισμα στις παραπάνω διατάξεις, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, καθόσον υφίσταται εν προκειμένω υπέρβαση δικαιοδοσίας, αφού η αγωγή αυτή έπρεπε να κατατεθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όχι το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Κατά το μέρος δε που ζητείται με την αίτηση η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, κατ’ άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, η επιστροφή των δικαστικών εξόδων που επιδικάσθηκαν εις βάρος της αναιρεσείουσας, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την ανταγωγή, είναι μη νόμιμη, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση της τελευταίας ως προς την ανταγωγή αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ήδη δε, κατά τα προεκτεθέντα, κρίθηκε απορριπτέα η αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που προσέβαλε την εφετειακή απόφαση ως προς την ανταγωγή αυτή και επομένως, η πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη, ώστε να παράγεται δεδικασμένο ως προς τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα και να μην καθίστανται αυτά επιστρεπτέα, αφού προϋπόθεση προς τούτο ήταν η αναίρεση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης ως προς την ανταγωγή. Τέλος, σε ότι αφορά την επιστροφή του συνόλου των δικαστικών εξόδων που επιβλήθηκαν στην αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση (111.090 ευρώ), τα οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη, η αίτηση αυτή στηρίζεται στο νόμο μόνο σε σχέση προς το ποσό που κατέβαλε σε εκτέλεση του αναιρουμένου μέρους της αποφάσεως αυτής για δικαστικά έξοδα και το οποίο θα έπρεπε να μνημονεύεται στην αίτηση για να είναι ορισμένη. Εφόσον δε αυτό δεν προσδιορίζεται με την αίτηση, αυτή είναι αόριστη και απορριπτέα. Η επιστροφή των τυχόν επί πλέον ποσών του κεφαλαίου αυτού μπορεί να ζητηθεί από το Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την εκκαθάριση των πράγματι οφειλομένων ποσών για δικαστικά έξοδα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υποβληθείσα με το αναιρετήριο αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 14/2015 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και ειδικότερα ως προς την διάταξή της που αναφέρεται στην επιδίκαση των δικαστικών εξόδων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας.
 Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως.
 Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
 Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
 Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου.
 Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσείουσα.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...