Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, Τράπεζες, επίδειξη εγγράφων.

Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα Δ', 2393/ 2017.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2017, με την εξής σύνθεση: Ν. Μαρκουλάκης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα,  Ε. Αντωνόπουλος, Ηλ. Μάζος, Σύμβουλοι, Χ. Μπολόφη, Ι. Μιχαλακόπουλος, Πάρεδροι. 

Περίληψη. Τράπεζες. Το ΤΧΣ ιδρύθηκε ως νπιδ και οι πράξεις ή οι παραλείψεις του δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Η προσβαλλόμενη άρνηση των οργάνων του ΤΧΣ να χορηγήσουν αντίγραφα πράξεών τους σχετικών με την άσκηση των δικαιωμάτων του ως μετόχου Τραπέζης, δημιουργεί διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και όχι ακυρωτική. Η αίτηση του άρθρου 44 παρ. 2 του ν. 345/1976, που κατατέθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή, με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της αρνήσεως, που προσεβάλλετο  με την κρινόμενη αίτηση, κοινοποιήθηκε στον Πρόεδρο του Δ΄ Τμήματος εκπρόθεσμα και δεν επήλθε το προβλεπόμενο ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ο διάδικος μπορεί να ζητήσει με άλλη αίτησή του ενώπιον του ΑΕΔ την άρση τυχόν μεταγενέστερης αποφατικής συγκρούσεως δικαιοδοσίας.

 3. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στις  10-5-2014 πραγματοποιήθηκε Έκτακτη Γενική Συνέλευση (εφεξής: ) της τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «..........» (εφεξής: ........) με θέμα ημερήσιας διατάξεως την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τραπέζης μέσω της εκδόσεως νέων, κοινών, ονομαστικών μετά ψήφου μετοχών, με καταβολή σε μετρητά και με κατάργηση του δικαιώματος προτιμήσεως των υφιστάμενων μετόχων, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ΚΝ 2190/1920. Συναφώς, συζητήθηκε η παροχή εξουσιοδοτήσεως στο Διοικητικό Συμβούλιο (εφεξής: ΔΣ) της Τράπεζας να τροποποιήσει αναλόγως το άρθρο 4 του Καταστατικού αυτής. Στην εν λόγω ΓΣ επρόκειτο να λάβει μέρος ως μέτοχος του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος και το καθ’ ού ν.π.ι.δ. με την επωνυμία Ταμείο ...... (εφεξής: ΤΧΣ). Ενόψει της συγκλήσεως της ανωτέρω .., ο αιτών, με την ιδιότητα του μετόχου του ανωτέρω πιστωτικού ιδρύματος, κοινοποίησε στο ΤΧΣ την από 9-5-2014 επιστολή με την οποία, για τους αναλυτικώς σε αυτήν αναφερόμενους λόγους, ζητούσε από τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής αυτού, κατά την συμμετοχή τους στην έκτακτη συνεδρίαση της ΓΣ της .... , να προτείνουν την πραγματοποίηση της αυξήσεως του κεφαλαίου της ως άνω τραπεζικής εταιρείας χωρίς την κατάργηση του δικαιώματος προτιμήσεως των υφιστάμενων μετόχων, άλλως χωρίς την κατάργηση των δικαιωμάτων προτιμήσεως των λοιπών -πέραν του ΤΧΣ-ιδιωτών μετόχων. Επιπροσθέτως, με το αυτό ως άνω έγγραφο, απηύθυνε έκκληση προς τα μέλη των προαναφερόμενων οργάνων του Ταμείου να μην συναινέσουν και να καταψηφίσουν την προτεινόμενη κατάργηση του δικαιώματος προτιμήσεως, στο μέτρο ιδίως που η προτεινόμενη κατάργηση θα καταλαμβάνει και τους ιδιώτες μετόχους. Στην συνεδρίαση της . το μεν ΤΧΣ υπερψήφισε το επίμαχο θέμα, ο δε αιτών το καταψήφισε. Ακολούθως, με την από 13-5-2014 αίτηση, ο τελευταίος ζήτησε από τα αυτά ως άνω όργανα του Ταμείου να του χορηγήσουν, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 10 παρ. 3 του Συντάγματος, 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999) και 902 ΑΚ τα εξής έγγραφα που σχετίζονται με την από ως άνω 10-5-2014 Έκτακτη Γενική Συνέλευση: Α) αντίγραφο της αποφάσεως του Γενικού Συμβουλίου του ΤΧΣ, με την οποία το τελευταίο αποφάσισε να υπερψηφίσει το προαναφερόμενο θέμα της ημερήσιας διατάξεως της ανωτέρω ΓΣ της ..., Β) Αντίγραφο του εγγράφου, με το οποίο ο αναφερόμενος στο Πρακτικό της ΓΣ της εν λόγω τραπεζικής εταιρείας αντιπρόσωπος του ΤΧΣ εξουσιοδοτήθηκε να παραστεί στην ανωτέρω ΓΣ και να υπερψηφίσει το επίμαχο θέμα, Γ) Αντίγραφο της αποφάσεως του Γενικού Συμβουλίου του ΤΧΣ, με την οποία ορίσθηκε κατ’ επίκληση των άρθρων 8 παρ. 3 και 7 παρ. 5 του  ν. 3864/2010, η ελάχιστη τιμή διάθεσης των νέων μετοχών, και Δ) κάθε άλλο συναφές έγγραφο των οργάνων του ΤΧΣ σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα. Με την αυτή από 13-5-2014 αίτηση ζητήθηκε να γνωστοποιηθεί εάν τυχόν δόθηκε εντολή ή εξουσιοδότηση προς τον εκπρόσωπο του ΤΧΣ στο ΔΣ του ανωτέρω πιστωτικού ιδρύματος να ασκήσει το κατά το άρθρο 10 παρ. 3 εδ. β΄ περ ΙΙΙ του ν. 3864/2010 δικαίωμα αρνησικυρίας στη λήψη της σχετικής αποφάσεως του ΔΣ, με την οποία αποφασίσθηκε η σύγκληση της από 10-5-2014 Έκτακτης ΓΣ με το ως άνω θέμα ημερήσιας διατάξεως. Το ΤΧΣ με το από 15-5-2014 έγγραφο, απευθυνόμενο στον αιτούντα, επεσήμανε επί λέξει τα εξής: « όσον αφορά τα δικαιώματα που έχετε ως μέτοχος της ... και σε σχέση με την Έκτακτη Γενική Συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαΐου 2014, το σύνολο της πληροφόρησης, όπως προβλέπεται από το νόμο και το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, έχει ήδη καταστεί διαθέσιμο και προσβάσιμο διά των σχετικών ανακοινώσεων και δημοσιεύσεων της ως άνω Τράπεζας. Αναφορικά με τα έγγραφα που αιτείσθε να λάβετε από το ... ..., καθώς και την ενημέρωση που ζητείτε για την εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων του ΤΧΣ, υπογραμμίζουμε ότι εκ του νόμου δεν θεμελιώνεται τέτοιο δικαίωμα για μέτοχο ανώνυμης εταιρείας στην οποία μετέχει και το ΤΧΣ ως μέτοχος. Σε κάθε περίπτωση το ΤΧΣ αδυνατεί να ανταποκριθεί στο αίτημά σας, δεδομένου ότι σύμφωνα και με τον κατασταστικό του νόμο 3864/2010, οι συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου είναι εμπιστευτικές, οι δε αποφάσεις του καλύπτονται από απόρρητο».

 4. Επειδή, στο άρθρο 42 του ν. 345/1976 «Περί Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου» (ΦΕΚ Α΄ 141) ορίζονται τα εξής: «1. Εάν ενώπιον δικαστηρίου εκκρεμεί υπόθεσις, την οποίαν η διοικητική αρχή θεωρεί ως ανήκουσαν εις την αρμοδιότητα αυτής και το επιληφθέν δικαστήριον δεν αποφανθή εαυτό αναρμόδιον, η σύγκρουσις αίρεται επιμελεία του αρμοδίου νομάρχου ή προκειμένου περί του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επιμελεία του αρμοδίου Υπουργού. 2. Ο νομάρχης ή ο Υπουργός προς άρσιν της συγκρούσεως, υποβάλλει εις το δικαστήριον παρεμπίπτουσαν αίτησιν απευθυνομένην κατά των διαδίκων της εκκρεμούς δίκης, προς διάγνωσιν της ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. 3. Η δικάσιμος ορίζεται εντός είκοσι ημερών από της καταθέσεως της αιτήσεως, αντίγραφον της οποίας μετά πράξεως ορισμού δικασίμου κοινοποιείται επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως, επιμελεία του νομάρχου ή του Υπουργού εις τους διαδίκους της εκκρεμούς δίκης πέντε ημέρας προ της συζητήσεως. 4. Η συζήτησις διεξάγεται προφορικώς εις μίαν δικάσιμον και απολιπομένων έτι των διαδίκων. Η απόφασις του δικαστηρίου εκδίδεται υποχρεωτικώς εντός δέκα πέντε ημερών από της συζητήσεως. Εάν το δικαστήριον διά της αποφάσεώς του έκρινεν αυτό αρμόδιον, ο νομάρχης ή ο Υπουργός, εάν δε αναρμόδιον, πας διάδικος, δικαιούνται να υποβάλλουν ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου αίτησιν περί άρσεως της συγκρούσεως, εντός προθεσμίας εξήντα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Η πάροδος απράκτου της προθεσμίας ταύτης καθιστά την απόφασιν δεσμευτικήν δια την διοίκησιν και τους λοιπούς διαδίκους ... 5. ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 44 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «1. Εφ’ όσον η αυτή υπόθεσις μεταξύ των αυτών διαδίκων είναι εκκρεμής ενώπιον αφ’ ενός του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ετέρου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, και αφ’ ετέρου αστικού ή ποινικού δικαστηρίου ή εκ τρίτου μεταξύ τινός των ανωτέρω δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και το έν εκ τούτων δεν απεφάνθη περί της ελλείψεως δικαιοδοσίας αυτού, η σύγκρουσις αίρεται επιμελεία παντός διαδίκου. 2. Ο διάδικος υποβάλλει αίτησιν ενώπιον του δικαστηρίου το οποίον θεωρεί ως στερούμενον δικαιοδοσίας, μετά των αποδείξεων της εκκρεμοδικίας ενώπιον του ετέρου δικαστηρίου, ίνα τούτο αποφανθή περί της δικαιοδοσίας αυτού. 3. Επί της αιτήσεως εφαρμόζονται τα εις το άρθρον 42 παρ. 3 και 4, οριζόμενα. Αντίγραφον της αιτήσεως κοινοποιείται επί ποινή απαραδέκτου και εις τον πρόεδρον του ετέρου δικαστηρίου εντός της αυτής προθεσμίας. Η κατάθεσις της αιτήσεως αναστέλλει την πρόοδον αμφοτέρων των εκκρεμών δικών.». Τέλος, το άρθρο 46 του ίδιου νόμου ορίζει ότι  «1. Εφ’ όσον τα κατά το άρθρον 44 παρ. 1 δικαστήρια έκριναν τελεσιδίκως ότι στερούνται δικαιοδοσίας επί της αυτής υποθέσεως η σύγκρουσις αίρεται επιμελεία παντός διαδίκου, διά καταθέσεως αιτήσεως ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου, εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της νεωτέρας αποφάσεως. «Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων και ιδίως αυτών του άρθρου 44 επιδιώκεται από τον νομοθέτη η αντιμετώπιση, το πρώτον, του ενδεχομένου καταφατικής συγκρούσεως δικαιοδοσίας μεταξύ δικαστηρίων της διοικητικής και πολιτικής δικαιοσύνης και η αποφυγή του κινδύνου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων ως προς το θέμα αυτό, όταν η αυτή υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον δικαστηρίων των δύο αυτών δικαιοδοσιών (πρβλ. ΑΕΔ 5/2001). Εν όψει δε των συνεπειών που επάγεται η κατάθεση της αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο κατά την άποψή του στερείται δικαιοδοσίας, για να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 44 –ήτοι της αναστολής της προόδου της δίκης και στο δικαστήριο της ετέρας δικαιοδοσίας– απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως η αίτηση αυτή να κοινοποιείται και στον πρόεδρο του ετέρου δικαστηρίου εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 42 παρ. 3 του ίδιου νόμου, ήτοι πέντε ημέρες προ της ορισθείσης ημερομηνίας συζητήσεως της αιτήσεως ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αυτής. Εκ τούτου παρέπεται ότι δεν μπορεί να επέλθει το προβλεπόμενο από το άρθρο 44 παρ. 3 ανασταλτικό αποτέλεσμα ενώπιον του ετέρου δικαστηρίου όταν η αίτηση του εν λόγω άρθρου κοινοποιείται στον πρόεδρο του δικαστηρίου αυτού σε χρονικό διάστημα μικρότερο του προβλεπομένου στο άρθρο 42 παρ. 3 του ν. 345/1976, πολύ δε περισσότερο αν ήδη η εκκρεμής υπόθεση ενώπιον του δευτέρου αυτού δικαστηρίου έχει προσδιορισθεί και φέρεται προς συζήτηση σε χρονικό σημείο που απέχει λιγότερο από πέντε ημέρες από την ανωτέρω κοινοποίηση. Εξάλλου, ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση αυτή δεν στερείται του δικαιώματός του να ζητήσει με άλλη αίτησή του ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου την άρση τυχόν μεταγενέστερης αποφατικής συγκρούσεως δικαιοδοσίας υπό τους όρους της διατάξεως του άρθρου 46 του ν. 345/1976 (βλ. ΑΕΔ 5/2001).

 5. Επειδή, εν προκειμένω η κρινόμενη αίτηση είχε αρχικώς δηλωθεί ως συζητούμενη κατά την δικάσιμο της 20-9-2016. Κατά την ημερομηνία αυτή ο αιτών προ της συζητήσεως κατέθεσε αίτημα αναβολής της συζητήσεως, το οποίο έγινε δεκτό και η εκδίκαση της αιτήσεως ανεβλήθη, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματός του, για την δικάσιμο της 17-1-2017. Την 16-1-2017 ο αιτών κοινοποίησε στον Πρόεδρο του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου αίτηση του άρθρου 44 παρ. 2 του ν. 345/1976 κατατεθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την αυτή ημερομηνία (16- 1-2017), με την οποία ζητούσε να αποφανθεί το δικαστήριο αυτό ότι στερείται δικαιοδοσίας για να εκδικάσει την ενώπιόν του ασκηθείσα αγωγή, την αυτή ημερομηνία (16-1-2017), με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητός του από 15-5-2014 εγγράφου αρνήσεως του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία «...» που προσεβάλλετο ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με την ήδη κρινόμενη αίτηση .Ο αιτών στο έγγραφο κοινοποιήσεως ισχυριζόταν ότι εν όψει του άρθρου 44 παρ. 3 του  ν. 345/1976 επιβαλλόταν η αυτεπάγγελτη αναβολή εκδικάσεως της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως. Επιπλέον, ο αιτών προ της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο (17-1-2017) υπέβαλε και αίτημα αναβολής κατ’ άρθρο 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, ισχυριζόμενος ότι επιβαλλόταν λόγω συναφείας της προσβαλλομένης αρνήσεως του ΤΧΣ να του χορηγήσει αντίγραφα σχετικά με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ... , στην οποία συναίνεσε το εν λόγω ν.π.ι.δ., προς το ανάλογο αίτημα για την αναβολή της εκδικάσεως της αιτήσεως ακυρώσεως που εστρέφετο κατά της εγκριτικής της προαναφερόμενης αυξήσεως υπουργικής αποφάσεως.

 6. Επειδή, ο πρώτος λόγος αναβολής που προεβλήθη από τον αιτούντα δεν μπορεί να γίνει δεκτός εν όψει των όσων ήδη έχουν αναφερθεί στην έκτη σκέψη περί της εννοίας των διατάξεων του άρθρου 44 παρ. 1-3 του ν. 345/1976, διότι, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, τόσο η κατάθεση της αιτήσεως του άρθρου 44 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και η κοινοποίησή της στον Πρόεδρο του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας έλαβαν χώρα την 16-1-2017, ήτοι μία ημέρα πριν από την ημερομηνία συζητήσεως της κρινομένης αιτήσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (17-1-2017), ενώ σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά έπρεπε, για την αυτοδίκαιη αναβολή, τόσο η κατάθεση, όσο και η κοινοποίηση της αιτήσεως αυτής του άρθρου 44 του ν. 345/1976 να λάβουν χώρα πέντε ημέρες προ της 17-1-2017, οπότε είχε ορισθεί η συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αλλά και το δεύτερο αίτημα αναβολής είναι επίσης απορριπτέο διότι το συναφές αίτημα που αφορούσε την αναβολή εκδικάσεως της προαναφερθείσης αιτήσεως ακυρώσεως έχει αντιμετωπισθεί και απορριφθεί με την υπ’ αριθμ. 2390/2017 απόφαση του Δικαστηρίου.

 7. Επειδή, ο ν. 3864/2010 (Α΄ 119/21-7-2010 - «Περί ιδρύσεως .....») προβλέπει τα εξής: Άρθρο 1. Ίδρυση Ταμείου ... Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «... ....» (στο εξής: το «...»). … Η νομική προσωπικότητα αποκτάται με τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το Ταμείο έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και ικανότητα να είναι διάδικος, δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα, «ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα», διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, λειτουργεί αμιγώς κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο αμιγώς ιδιωτικός χαρακτήρας του Ταμείου δεν αναιρείται ούτε από την κάλυψη του συνόλου του κεφαλαίου του από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε από την έκδοση των προβλεπόμενων αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών. Όλως συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις και τους στόχους του παρόντος νόμου. Άρθρο 2. Σκοπός, έδρα, διάρκεια.  1. Σκοπός του Ταμείου είναι η συνεισφορά στη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος. […] 2. Στο πλαίσιο του σκοπού του το Ταμείο: α) Παρέχει κεφαλαιακή ενίσχυση στα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και σε συμμόρφωση με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις. β) Παρακολουθεί και αξιολογεί, για τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση από το Ταμείο, το βαθμό συμμόρφωσης με τα σχέδια αναδιάρθρωσής τους, διασφαλίζοντας παράλληλα την επιχειρησιακή τους αυτονομία. Το Ταμείο διασφαλίζει τη, με όρους αγοράς, λειτουργία τους με τρόπο ώστε να προάγεται η κατά διαφανή τρόπο συμμετοχή ιδιωτών στο κεφάλαιο τους και να τηρούνται οι περί κρατικών ενισχύσεων κανόνες. γ) Ασκεί τα δικαιώματα του μετόχου που απορρέουν από τη συμμετοχή του στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση, όπως τα δικαιώματα αυτά ορίζονται στον παρόντα νόμο και σε συμφωνίες - πλαίσιο που συνάπτει με τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα «σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 6» για τη ρύθμιση των σχέσεων του με αυτά, σε συμμόρφωση με κανόνες που υπηρετούν τη χρηστή διαχείριση της περιουσίας του Ταμείου και με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων και ανταγωνισμού. […]. 6. …η διάρκειά του ορίζεται μέχρι και την 30ή Ιουνίου 2010. […]. Άρθρο 3. Κεφάλαιο, περιουσία. 1. Τα κεφάλαια του Ταμείου προέρχονται: α) από πόρους που αντλούνται στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δυνάμει του  ν. 3845/2010 (Α΄ 65) και δυνάμει της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της 15.3.2012 και β) από πόρους που αντλούνται δυνάμει της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της 19.8.2015, όπως κάθε φορά ισχύει, και καταβάλλονται στο Ταμείο από το Ελληνικό Δημόσιο. […]. Άρθρο 4. Όργανα Διοίκησης του Ταμείου. 1. Ως όργανα Διοίκησης του Ταμείου ορίζονται το Γενικό Συμβούλιο και η Εκτελεστική Επιτροπή του. […]. 9. Το Γενικό Συμβούλιο …β. αποφασίζει για τα θέματα σχετικά με την παροχή κεφαλαιακής ενίσχυσης, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου και τη διάθεση της συμμετοχής του Ταμείου, […]. 18. Οι συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής και του Γενικού Συμβουλίου είναι μυστικές. Το Γενικό Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να δημοσιοποιήσει το αποτέλεσμα των συζητήσεών του επί οποιουδήποτε θέματος. […]. Άρθρο 6. Διαδικασίες ενεργοποίησης του Ταμείου…Μετά την έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή του τροποποιημένου σχεδίου αναδιάρθρωσης … «το Ταμείο παρέχει» την προβλεπόμενη στο άρθρο 7 κεφαλαιακή ενίσχυση σύμφωνα με τα άρθρα 6α ή 6β και σύμφωνα πάντοτε με το νομοθετικό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων και τις σχετικές πρακτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. […]. Άρθρο 7. Χορήγηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης. Έκδοση μετοχών. 1. Το Ταμείο παρέχει κεφαλαιακή ενίσχυση αποκλειστικά προς το σκοπό της κάλυψης του κεφαλαιακού ελλείμματος του πιστωτικού ιδρύματος, …Άρθρο 7.  Α Δικαιώματα ψήφου. 1. Το Ταμείο ασκεί πλήρως τα δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν στις μετοχές που αναλαμβάνει στο πλαίσιο κεφαλαιακής ενίσχυσης που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 7».

 8. Επειδή, από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις συνάγεται ότι το ΤΧΣ, το οποίο ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, δεν ανήκει στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα και λειτουργεί κατά τις διατάξεις του ν. 3864/2010 και της νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιρειών (κ.ν. 2190/1920). Ο αμιγώς ιδιωτικός χαρακτήρας του Ταμείου [βλ. και Γνώμη της .. της 9ης Ιουλίου 2010 «σχετικά με την ίδρυση του ....» (CON/2010/54)], που κατά ρητή βούληση του ιδρυτικού του νόμου, δεν αναιρείται ούτε από την κάλυψη του συνόλου του κεφαλαίου του από το Ελληνικό Δημόσιο ή από την έκδοση των σχετικών αποφάσεων από τον Υπουργό των Οικονομικών, αποσκοπεί στο να διαθέτει την αναγκαία ευελιξία και αποτελεσματικότητα για την επιτυχή εκπλήρωση της αποστολής του, η οποία συνίσταται στη συνεισφορά στη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω της ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3864/2010, η ίδρυση του Ταμείου δεν αποσκοπεί να στηρίξει τη ρευστότητα, η οποία θα εξακολουθήσει να παρέχεται σύμφωνα με τους υφιστάμενους μηχανισμούς (ΕΚΤ, εγγυήσεις από τον ν. 3723/2008). Προς τούτο, οι οικονομικοί πόροι του Ταμείου προορίζονται για την αντιμετώπιση των κεφαλαιακών αναγκών των βιώσιμων πιστωτικών ιδρυμάτων, στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχει. Αναλαμβάνει την απόκτηση μετοχών των τραπεζικών ιδρυμάτων, που χρειάζονται κεφαλαιακή στήριξη, με τα μέσα που διαθέτει οποιαδήποτε ιδιωτική εταιρεία επενδύσεων ή συμμετοχών: Συμμετέχοντας στο μετοχικό τους κεφάλαιο με το νομικό καθεστώς που προβλέπει τη λειτουργία τους, κρίνοντας και αξιολογώντας τις συμμετοχές του και τη λειτουργία του «με όρους αγοράς» και παρέχοντας κεφαλαιακή ενίσχυση στα πιστωτικά ιδρύματα με οικονομικούς πόρους που προέρχονται από την δική του περιουσία, δηλαδή υιοθετώντας τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, κατά την ενάσκηση της δραστηριότητός του το ΤΧΣ εξαντλείται σε ενέργειες αμιγώς χρηματοοικονομικές, οι οποίες αναλαμβάνονται με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια (κριτήρια αγοράς) και διέπονται με ρητή νομοθετική πρόβλεψη από το δίκαιο περί ανωνύμων εταιρειών. Επομένως, η οργάνωση, η δραστηριότητα και η εν γένει λειτουργία του ΤΧΣ διέπεται σε όλο της το εύρος από το ιδιωτικό δίκαιο. Ως εκ τούτου οι πράξεις ή οι παραλείψεις του είτε αποτελούν εκδήλωση της αυτονομίας της βουλήσεώς του κατά την επιτέλεση της αποστολής του είτε αφορούν στην εσωτερική λειτουργία των οργάνων του, και δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Η δε επίκληση του δημοσίου συμφέροντος στους σκοπούς λειτουργίας του ΤΧΣ δεν είναι από μόνη της ικανή να προσδώσει διοικητική αρμοδιότητα στα όργανά του και, συνεπώς, οι πράξεις ή παραλείψεις του δεν αποκτούν εξ αυτού του λόγου χαρακτήρα διοικητικών πράξεων.

 9. Επειδή, εν προκειμένω, το Ταμείο μετέσχε στη ΓΣ των μετόχων της ... και σε αυτήν ψήφισε ως μέτοχος ανωνύμου εταιρείας, κατά τα προβλεπόμενα στον κωδικοποιητικό νόμο περί ανωνύμων εταιρειών (κ.ν. 2190/1920). Η, κατά τα ανωτέρω, ψήφος στη ΓΣ του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος αποτελεί πράξη διαχειρίσεως της ιδιωτικής περιουσίας του Ταμείου και δεν δύναται να θεωρηθεί άσκηση διοικητικής αρμοδιότητος εκ μέρους του. Το ΤΧΣ άσκησε, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 2 περ. γ΄ του ν. 3864/2010, το δικαίωμα του μετόχου που απορρέει από τη συμμετοχή του στο ως άνω τραπεζικό ίδρυμα, το οποίο έχει λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση. Ενεργώντας δε όπως οποιοσδήποτε άλλος ιδιώτης μέτοχος του ιδρύματος, προέβη μέσω της ψήφου του στην κατά την κρίση του ενδεδειγμένη διαχείριση της περιουσίας του. Το γεγονός ότι τα κεφάλαια δυνάμει των οποίων συμμετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της τραπεζικής εταιρείας αποτελούν προϊόν δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. άρθρο 3 ν. 3864/2010) και, κατά συνεκδοχή, δημόσιο χρήμα δεν αρκεί προκειμένου να μεταλλάξει τη νομική φύση του εν λόγω νομικού προσώπου και να καταστήσει τις πράξεις ή παραλείψεις του διοικητικές. Οι μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος που κατέχει το Ταμείο αποτελούν ιδιωτική περιουσία του Ταμείου, η οποία δεν υπόκειται σε κανόνες δημοσίου δικαίου. Αυτή είναι και η ρητή βούληση του ιδρυτικού του Ταμείου νόμου όταν ορίζει ότι «ο αμιγώς ιδιωτικός χαρακτήρας του Ταμείου δεν αναιρείται ούτε από την κάλυψη του συνόλου του κεφαλαίου του από το Ελληνικό Δημόσιο». Η απόφαση δε του ΤΧΣ να υπερψηφίσει την πρόταση του ΔΣ της ... αφορούσε αποκλειστικώς στο περιεχόμενο της ψήφου του, δηλαδή στο περιεχόμενο της ασκήσεως ενός ιδιωτικού δικαίου δικαιώματός του, και δεν δημιουργούσε, ούτε μπορούσε άλλωστε να δημιουργήσει, με μονομερή εξουσιαστικό τρόπο οποιοδήποτε έννομο δημοσίου δικαίου αποτέλεσμα. Πολλώ δε μάλλον με την ενέργειά του αυτή το Ταμείο δεν συνετέλεσε στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, ήτοι δεν άσκησε αρμοδιότητες αναγόμενες στη σφαίρα της εξουσιαστικής δράσεως της Διοικήσεως (πχ με επιταγές ή απαγορεύσεις ή χορήγηση αδειών για ορισμένη ενέργεια), αλλά λειτούργησε όπως οποιοσδήποτε άλλος ιδιώτης μέτοχος στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου. Το γεγονός δε ότι με την ψήφο του αυτή το ΤΧΣ εξυπηρετεί πράγματι δημόσιο σκοπό δεν καθιστά την ενέργειά του αυτή διοικητική. Και τούτο διότι η εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού εκ μέρους νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που δεν ασκεί δημόσια εξουσία, και εντός των πλαισίων της συναλλακτικής δράσεώς του δύναται να επιτευχθεί και με μέσα του ιδιωτικού δικαίου (πρβλ. ΣΕ 3860/2002). Επομένως, το ΤΧΣ δεν ενεργεί ασκώντας τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητά του ως μετόχου πιστωτικού ιδρύματος ως νομικό πρόσωπο διφυούς χαρακτήρα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αιτών, οι δε σχετικές πράξεις και παραλείψεις του δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις και παραλείψεις, προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως.

 10. Επειδή, συνεπώς, εν όψει των ανωτέρω και η προσβαλλόμενη από τον αιτούντα από 15-5-2015 έγγραφη άρνηση των οργάνων του Ταμείου να του χορηγήσουν αντίγραφα πράξεών τους σχετικών με την άσκηση των δικαιωμάτων του εν λόγω νομικού προσώπου ως μετόχου Τραπέζης δεν δημιουργεί ακυρωτική διοικητική διαφορά, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, και, ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα.

 Δ ι ά  τ α ύ τ α

 Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση
 Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου
 Επιβάλλει στον αιτούντα την δικαστική δαπάνη του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «...», που ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...