Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Κατάσχεση στα χέρια τράπεζας, άδεια από δικαστήριο για ανάληψη της κατασχεθείσας απαίτησης.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Δ', 1050/ 2017.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου- εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Κατάσχεση χρηματικής απαίτησης εις χείρας τράπεζας ως τρίτης. Κατ’ εξαίρεση των ισχυόντων για κάθε τρίτο, στα χέρια του οποίου κατάσχεται απαίτηση του οφειλέτη, παρέχεται το δικαίωμα στις τράπεζες, στα χέρια των οποίων, ως τρίτων, κατάσχονται οι καταθέσεις των πελατών τους - καθ’ ων η κατάσχεση και δικαιούχων σχετικού λογαριασμού, εφόσον προβούν στη δήλωσή τους, στη συνέχεια, είτε να καταθέσουν «δικαστικά» τα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά, εξαρτώντας περαιτέρω την ανάληψή τους από απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εκδιδομένη κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χορηγούσα την άδεια για την σχετική ανάληψη, είτε να ζητήσουν την άρση της κατασχέσεως. Ως «δικαστική κατάθεση» νοείται η δικαστική παρακαταθήκη, που συστήνεται υποχρεωτικά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο φυλάσσει και διαχειρίζεται κάθε δικαστική παρακαταθήκη, η απόδοση της οποίας εξαρτήθηκε από δικαστική απόφαση. Χρονικά όρια για την άσκηση του δικαιώματος αυτού από την τράπεζα. Απόρριψη της αίτησης για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2423/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ’ αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2004, 4/2005, ΑΠ 1426/2013).
 Εξ άλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 87 και 88 παρ. 1 του ν.δ/τος της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", οι οποίες έχουν διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 52 περ. 3 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δικ., εφόσον δεν εμπίπτουν στις από το άρθρο αυτό καταργούμενες διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος, ορίζονται τα ακόλουθα: "Εάν εγένετο κατάσχεσις χρημάτων ή χρεωγράφων παρ’ ανωνύμω εταιρία, ως τρίτη, η εταιρία δικαιούται είτε να καταθέση τα κατασχεθέντα δικαστικώς, απαλασσόμενη διά της τοιαύτης καταθέσεως πάσης ευθύνης προς τε τον κατασχόντα και τον δικαιούχον είτε να αιτήσηται παρά του προέδρου την άρσιν της κατασχέσεως, ην ούτος δύναται να χορήγηση μετά ή άνευ εγγυήσεως (άρθρο 87 παρ. 1). Εάν η κατάσχεσις εγένετο εις χείρας της ...Τραπέζης, ως τρίτης, αύτη δικαιούται ίνα καταθέση τα κατασχεθέντα παρ’ αυτή κατά τους όρους των εις πρώτην ζήτησιν αποδοτέων καταθέσεων" (άρθρο 87 παρ. 2). "Η ανάληψις των κατά το προηγούμενον άρθρον κατατεθέντων γίνεται μόνον αδεία του προέδρου" (άρθρ. 88 παρ. 1). Η τελευταία διάταξη (άρθρο 88) καθίδρυε αρμοδιότητα του Προέδρου και ως τέτοιος, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ιδίου ν.δ/τος, νοείται ο Πρόεδρος Πρωτοδικών. Μετά όμως την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικ. και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 ΕισΝ.Κ.Πολ.Δικ. αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του Κ.Πολ.Δικ.). Συμπληρωματικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 982 επ. του Κ.Πολ.Δικ. που ισχύουν άμεσα, όπου υπάρχουν κενά, σύμφωνα με τα άρθρα 42 παρ. 3 και 53 παρ. 2 του ως άνω ν.δ/τος, που διατηρήθηκαν επίσης σε ισχύ με το προαναφερόμενο άρθρο 52 περ. 3 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δικ. Έτσι, εάν έχει επιβληθεί κατάσχεση χρημάτων ή χρεογράφων στα χέρια τραπεζικής ανώνυμης εταιρίας, ως τρίτης, η τελευταία, κατά τις γενικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ. (άρθρο 984 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.), καθίσταται μεσεγγυούχος του ποσού που κατασχέθηκε και έχει όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του μεσεγγυούχου και δεσμεύεται να μην αποδώσει το κατασχεθέν ποσό σε κανέναν άλλο, πλην του κατασχόντος δανειστή, ούτε δηλαδή στον καταθέτη και δικαιούχο του λογαριασμού, υποχρεούμενη να το διαφυλάττει έως το πέρας της δικαστικής διαφοράς που αφορά την οφειλή του καθ’ ου η εκτέλεση πελάτη της. Κατ’ εξαίρεση, όμως, των πιο πάνω ισχυόντων κατά τον Κ.Πολ.Δικ. για κάθε τρίτο, στα χέρια του οποίου κατάσχεται απαίτηση του οφειλέτη, παρέχεται το δικαίωμα στις τράπεζες, στα χέρια των οποίων, ως τρίτων, κατάσχονται οι καταθέσεις των πελατών τους - καθ’ ων η κατάσχεση και δικαιούχων σχετικού λογαριασμού, εφόσον προβούν στην, κατά το άρθρο 985 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ. δήλωσή τους, στη συνέχεια, κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 87 παρ. 1 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, αυτές μπορούν, είτε να καταθέσουν "δικαστικά" τα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά, εξαρτώντας περαιτέρω την ανάληψή τους από απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εκδιδομένη κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χορηγούσα την άδεια για την σχετική ανάληψη, είτε να ζητήσουν την άρση της κατασχέσεως. Ως "δικαστική κατάθεση", σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 1 του ως άνω ν.δ/τος, νοείται η δικαστική παρακαταθήκη, που συστήνεται υποχρεωτικά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο φυλάσσει και διαχειρίζεται κάθε δικαστική παρακαταθήκη, η απόδοση της οποίας εξαρτήθηκε από δικαστική απόφαση (άρθρο 2 του οργανικού νόμου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων). Συνακόλουθα, στην περίπτωση κατά την οποία, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία, εφόσον έχει προβεί σε καταφατική δήλωση (άρθρο 985 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ.), καταθέσει στη συνέχεια, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα κατασχεθέντα στα χέρια της, ως τρίτης, χρηματικά ποσά, απαλλάσσεται έκτοτε από την ευθύνη και τις υποχρεώσεις του μεσεγγυούχου, τόσο έναντι του κατασχόντος δανειστή, όσο και έναντι του δικαιούχου του λογαριασμού και πελάτη της. Αν πρόκειται δε για την Εθνική Τράπεζα, της παρέχεται το επιπλέον ειδικό προνόμιο, η κατάθεση των κατασχεθέντων στο όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού να γίνεται στην ίδια, σε ειδικό λογαριασμό καταθέσεως όψεως (σε πρώτη ζήτηση αποδοτέας καταθέσεως) και όχι στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως ισχύει για τις λοιπές τράπεζες (άρθρα 87 παρ. 2 και 88 παρ. 2 του πιο πάνω ν.δ/τος). Έτσι, εφόσον η ανώνυμη τραπεζική εταιρία ασκήσει το προαναφερόμενο δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 87 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923 -για την άσκηση του οποίου όμως, όπως προκύπτει τόσον από την ίδια την ως άνω διάταξη, όσο και από την διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 του ιδίου ν.δ/τος, δεν τίθεται οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός- η ανάληψη των κατασχεθέντων ποσών από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή από τον ειδικό λογαριασμό της ..... γίνεται μόνο με έκδοση σχετικής προς τούτο αποφάσεως από το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 88 παρ. 1 του ως άνω ν.δ/τος σε συνδυασμό με άρθρο 3 παρ. 2 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δικ.). 

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμό .../2010 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αιτούσα το συνολικό ποσό των 2.743.827,63 ευρώ νομιμοτόκως από 17-2-2010 και το ποσό των 17.300 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα της τελευταίας. Το ανωτέρω ποσό των 2.743.827,63 ευρώ, αντιστοιχούσε σε οφειλόμενο και ανεξόφλητο υπόλοιπο του εγκεκριμένου με αριθμό 26 λογαριασμού του έργου με τίτλο "... από ... έως Α/Δ Κομοτηνής ... - Α/Δ Κομοτηνής". Η αιτούσα επέδωσε αντίγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής στον εκπροσωπούντα το Ελληνικό Δημόσιο Υπουργό Οικονομικών, με την υπ’ αριθμό .../18-10-2010 έκθεση επίδοσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή Ι. Π. και αφού από την ανωτέρω επίδοση παρήλθε άκαρπη η προθεσμία των 60 ημερών του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 3068/2002, για την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του Δημοσίου, δηλαδή στις 14-1-2011, επιδόθηκε, με την υπ’ αριθμό .../14-1-2011 έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή, στον ανωτέρω υπουργό, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, αντίγραφο εξ εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, καθώς και η από 14-1-2011 επιταγή προς εκτέλεση-πληρωμή συνολικού ποσού 2.024.538,43 ευρώ... Το Ελληνικό Δημόσιο αρνήθηκε την καταβολή και για το λόγο αυτό η αιτούσα με το από 21-1-2011 κατασχετήριο έγγραφο, που επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και στην ... , αυθημερόν, κατάσχεσε στα χέρια της τελευταίας το συνολικό ποσό 2.027.859,16 ευρώ, που αναλύεται στο ανωτέρω ποσό των 2.024.538,43 ευρώ για το οποίο επιτάχθηκε προς πληρωμή το Ελληνικό Δημόσιο και σε ποσό 20,55 ευρώ για αμοιβή σύνταξης του κατασχετηρίου, ποσό 150 ευρώ για έξοδα εκτέλεσης και ποσό 3.150,18 για τόκους υπερημερίας επί του ποσού των 1.877.251,87 ευρώ... και βρισκόταν σε τηρούμενο στην άνω τράπεζα λογαριασμό κατάθεσης, που ανήκε στο δικαιούχο και οφειλέτη της αιτούσας Ελληνικό Δημόσιο. Ακολούθως η ανωτέρω τράπεζα, με την από 28-1-2011 και αριθμό .../2011 εμπρόθεσμη δήλωσή της, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, δέχθηκε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του καθ’ ου η εκτέλεση Ελληνικού Δημοσίου, που τηρείται στην ίδια (τράπεζα), καλύπτει το ποσό της κατασχεθείσας στα χέρια της απαίτησης της αιτούσας, ότι αυτό (κατασχεθέν ποσό) δεσμεύθηκε και ότι, μετά την προσκόμιση των αναγκαίων κατά νόμο δικαιολογητικών, θα κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από το οποίο θα αποδοθεί κατόπιν σχετικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 88 του Ν.Δτος 17-7/13-8-1923. Κατά της επισπευδόμενης κατά του Ελληνικού Δημοσίου αναγκαστικής εκτέλεσης με την ανωτέρω από 14-1-2011 επιταγή προς εκτέλεση - πληρωμή, το ανωτέρω καθ’ ου άσκησε την από 19-1-2011 αίτηση αναστολής εκτελέσεως, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 6065/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε με την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Επίσης το ανωτέρω καθ’ ου η εκτέλεση άσκησε ενώπιον του άνω Δικαστηρίου κατά της ανωτέρω από 21-1-2011 αναγκαστικής κατάσχεσης την από 24-1-2011 ανακοπή, επί της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει εκδοθεί απόφαση. Τέλος, το ανωτέρω καθ’ ου η εκτέλεση άσκησε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου την από 24-1-2011 αίτηση περί αναστολής της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την παραπάνω κατάσχεση, έως την έκδοση απόφασης επί της ανωτέρω ανακοπής. Και η ανωτέρω αίτηση αναστολής απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 11035/2011 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, που δίκασε επίσης με την ανωτέρω ειδική διαδικασία. Μετά την απόρριψη των ανωτέρω αντιρρήσεων κατά της εκτέλεσης η αιτούσα επικαλούμενη τις ανωτέρω απορριπτικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την καταφατική δήλωση της Τράπεζας της Ελλάδος, ως τρίτης, στα χέρια της οποίας κατασχέθηκε η στηριζόμενη σε νόμιμο τίτλο απαίτησή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την από 5-12-2011 αίτησή της, ζήτησε από την ανωτέρω τράπεζα την καταβολή του ανωτέρω κατασχεθέντος ποσού. Έτσι, η προαναφερόμενη Τράπεζα, με το υπ’ αριθμ. .../7-12-2011 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, προέβη στην κατάθεση του κατασχεθέντος στα χέρια αυτής ποσού των 2.027.859,16 ευρώ, προκειμένου να αποδοθεί στην αιτούσα - κατασχούσα, υπό τον όρο προσκόμισης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που να επιτρέπει την απόδοση. Περαιτέρω από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι έχει διακοπεί ή ανασταλεί με οποιονδήποτε τρόπο έως σήμερα η επισπευδόμενη με τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο πρόοδος της εξεταζόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του ανωτέρω καθ’ ου, ούτε άλλωστε το τελευταίο ισχυρίζεται ότι υφίσταται λόγος αναστολής ή διακοπής της εναντίον αυτού επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης". Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι το ήδη αναιρεσείον κατέβαλε στην ήδη αναιρεσίβλητη, στις 21-1- 2012, το ποσό των 1.856.179,32 ευρώ, με αποτέλεσμα να παραμένει κατ’ αρχήν ανεξόφλητο υπόλοιπο από την κατασχεθείσα απαίτησή της το ποσό 171.679,84 ευρώ (ήτοι 2.027.859,16 - 1.856.179,32) και ότι από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 52.360,01 ευρώ, κατά το οποίο έχει αποσβεσθεί η ανωτέρω από 171.679,32 ευρώ απομένουσα ως ανεξόφλητη απαίτηση της αιτούσας, λόγω συμψηφισμού αυτής με ισόποση προς το ποσό των 52.360,01 ευρώ ληξιπρόθεσμη και απαιτητή ανταπαίτηση του καθ’ ου Ελληνικού Δημοσίου, προερχομένη από μισθώματα του έτους 2011 για τη μίσθωση δημόσιου λατομείου. Υπό τις ως άνω παραδοχές και έχοντας δεχθεί παραπάνω ότι η εκ μέρους της .... δικαστική κατάθεση του εις χείρας της, ως τρίτης, κατασχεθέντος ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς, απορρίπτοντας για τον λόγο αυτό υποβληθέντα σχετικό ισχυρισμό του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός στηρίζεται σε μη υφιστάμενη ήδη προϋπόθεση, κατέληξε στην κρίση ότι "...η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει, ήτοι ως προς το ποσό των 119.319,31 ευρώ (ήτοι 171.679,31 - 52.360,31), ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να παρασχεθεί η άδεια στην αιτούσα, να αναλάβει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ανωτέρω ποσό (των 119.319,31 ευρώ), εκ του κατασχεθέντος, δεσμευθέντος και κατατεθέντος από την Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../7-12-2011 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης στο παραπάνω ταμείο ποσού των 2.027.859,16 ευρώ". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 1 του ν.δ/τος 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, καθόσον οι διατάξεις αυτές δεν θέτουν ως προϋπόθεση της χορηγήσεως της άδειας του άρθρου 88 παρ. 1 του ως άνω ν.δ/τος ότι το κατασχεθέν εις χείρας της ..., ως τρίτης, ποσό ευρίσκεται ήδη κατά τον χρόνο συζητήσεως της σχετικής αιτήσεως, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παρακατατεθέν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, για την άσκηση του παρεχομένου στις, εκτός της ...., Τράπεζες, δικαιώματος δεν τίθεται χρονικός περιορισμός. Κατ’ ακολουθίαν, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι η ένδικη αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως ως μη νόμιμη, καθ’ όσον τόσον κατά την κατάθεση αυτής (ένδικης αιτήσεως) στις 25.11.2011, όσο και κατά την συζήτηση αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 2.12.2011, η ........., εις χείρας της οποίας είχε κατασχεθεί το ως άνω ποσό, δεν είχε προβεί στην παρακατάθεση τούτου στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στην οποία (παρακατάθεση) προέβη μόλις στις 7.12.2011, δηλαδή μετά την δημοσίευση της επί της αιτήσεως αυτής εκδοθείσας 11775/2011 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 5.12.2011, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 
Αλλά και το περαιτέρω επικαλούμενο με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ότι, λόγω της μη καταθέσεως, κατά τους πραναφερθέντες χρόνους, από την Τράπεζα της Ελλάδος του κατασχεθέντος στα χέρια της, ως τρίτης, ως άνω χρηματικού ποσού, συνέτρεχε στην πραγματικότητα άρνηση αυτής, άλλως παράλειψή της να καταβάλει στην κατασχούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με περαιτέρω συνέπεια η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη να δικαιούται να επιδιώξει την καταβολή της κατασχεθείσας απαιτήσεως μόνο με την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της περιουσίας της τράπεζας, με εκτελεστό τίτλο την προηγούμενη θετική δήλωση της ίδιας, κατ’ άρθρο 989 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνεται απορριπτέο, γιατί, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, η ... δεν αρνήθηκε να καταβάλει το κατασχεθέν ποσό, αντίθετα εξάρτησε την, διά δημοσίας καταθέσεως, καταβολή του κατασχεθέντος στα χέρια της ποσού από την προσκόμιση της, κατ’ άρθρο 88 παρ. 1 του προαναφερθέντος ν.δ/τος, άδειας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και επακολούθησε. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/ 1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 31.1.2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2423/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
 Και
 Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...