Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Η έκθεση Paul Porter.

Paul Porter
Η ιστορία επαναλαμβάνεται, πρώτα σαν τραγωδία, την άλλη, σαν ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ! Γιατί αυτή είναι η αξία του εκφυλισμένου κύτταρου της ανθρωπότητας, του ΝΕΟΓΡΑΙΚΥΛΟΥ! (Γ.Φ). ΠΗΓΗ.

Πριν ο Τρούμαν εξαγγείλει το "Δόγμα" του, στις 12 Μαρτίου 1947, με το οποίο αναλάμβανε την "προστασία" της Ελλάδας και την μεθόδευση του εμφυλίου πολέμου στην ανηλεή φάση του, έστειλε στην Ελλάδα έναν ανώτερο Αμερικανό κυβερνητικό υπάλληλο, τόν οικονομολόγο Πώλ Πόρτερ, γιά νά διερευνήσει τήν κατάσταση. Ό Πόρτερ, μέ τά μέλη τής αποστολής, έφθασε στην Αθήνα τό Φεβρουάριο 1947 καί καταπιάστηκε νά «μελετήσει» μέ τό δικό του τρόπο τήν κατάσταση καί νά συντάξει τήν έκθεση του προς τόν πρόεδρο Τρούμαν καί τήν επιτροπή εξωτερικών υποθέσεων τής Βουλής καί τής Γερουσίας.
Ένα σημαντικό άγνωστο ντοκουμέντο.

Γιά τόν Πόρτερ καί τήν αποστολή του στην Ελλάδα υπάρχει ένα σημαντικό αμερικανικό ντοκουμέντο, εντελώς πρόσφατο. Δημοσιεύτηκε στην αγγλόφωνη εφημερίδα τής ελληνικής ομογένειας του Σικάγου, «Δή Γκρήκ Σταρ», στό φύλλο τής 2.10.1980. Τό υπογράφει ό Ούίλλιαμ Ρούσης, Έλληνοαμερικανός, πού έζησε τότε στην Ελλάδα ώς ανώτατο στέλεχος τής «Ούνρα». Ιδού τί λέει γιά τήν αποστολή Πόρτερ καί γενικότερα γιά τήν αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα εκείνη τήν εποχή ό Ρούσης:
«Όταν η βρεταννική κυριαρχία είχε φθάσει στό τέλος της, στίς αρχές του 1947, η αγγλική κυβέρνηση, υπό τόν πρωθυπουργό Κλήμεν Άτλη, ανέθεσε τήν επιστασία τής Ελλάδας στην Αμερικανική κυβέρνηση.
Στερούμενοι τής πείρας τών Βρεταννών στην υψηλή διπλωματία καί στή συναλλαγή μέ υπηκόους ή υποτελείς, οι νέοι διακάτοχοι τής χώρας φανέρωσαν αμέσως τίς μεθόδους πού μπορούσαν νά εφαρμόσουν κατά τή διεκπεραίωση τής κυριαρχίας τους στην Ελλάδα.
Αντί ν' αφήσει τους διαπιστευμένους Άμερικανούς διπλωμάτες νά καταπιαστούν μέ τό θέμα της ανασυγκρότησης καί επανόρθωσης της από τόν πόλεμο καταστραμμένης χώρας, μέσα από τά κανονικά διπλωματικά κανάλια, η κυβέρνηση μας απέστειλε ειδικούς εκπροσώπους μέ βαθμό πρεσβευτού γιά νά φέρουν σέ πέρας τό σκληρό έργο.
Σε γενικές γραμμές, αυτοί οί αξιωματούχοι ήταν ικανοί καί αξιότιμοι άνθρωποι, μέ αναγνωρισμένες περγαμηνές στίς δημόσιες υπηρεσίες, στίς ΗΠΑ, αλλά ήξεραν ελάχιστα ή καί τίποτα γιά τήν Ελλάδα καί τόν έλληνικόν λαό, έξω από εκείνα πού τους είχαν πει στό υπουργείο Εξωτερικών, πρίν φύγουν γιά τήν αποστολή τους.
Ελέχθη ότι "όπου οί Εγγλέζοι θά χρησιμοποιούσαν νυστέρι γιά νά ματώσουν τά θύματα τους, οί Αμερικανοί θά χρησιμοποιούσαν μιά βαριά σφύρα".
Τέτοια μεταχείριση επρόκειτο νά προξενήσει δυσαρέσκεια από τό μέρος των Ελλήνων, κυρίως λόγω της συνεισφοράς τους στή συμμαχία κατά τή διάρκεια του πολέμου.
Λίγα σχετικά παραδείγματα αρκούν γιά ν' αποδείξουν του λόγου τό αληθές.
Στίς αρχές τοΰ 1947 η Αμερικανική κυβέρνηση διόρισε τόν Πώλ Πόρτερ ως επίσημο εκπρόσωπο της, γιά νά επιβλέπει τή διάθεση των χρημάτων πού χορηγήθηκαν στην Ελλάδα γιά τή βοήθεια καί τήν ανασυγκρότηση της χώρας
».
Ό συγγραφέας του άρθρου εδώ επαινεί τή δραστηριότητα του Πόρτερ στην Αμερική, πρίν έλθει στην Ελλάδα καί συνεχίζει:
«Όταν πήγε στην Αθήνα πάντως, έγινε ένας διαφορετικός άνθρωπος, ένας δικτάτορας. Η συμπεριφορά του προς τους Έλληνες αξιωματούχους, αρχίζοντας από τόν πρωθυπουργό, ήταν βλοσυρή καί κάποτε τραχεία. Ήταν κοινό μυστικό στην Αθήνα, ότι "μιά μέρα, ενώ συνομιλούσε γιά κάποιο φορολογικό θέμα μέ  τόν  υπουργό  Συντονισμού  (πρόκειται  γιά  τό Στέφ. Στεφανόπουλο), οργίστηκε τόσο, ώστε σήκωσε τό χέρι του καί του κατάφερε ένα ηχηρό ράπισμα στό πρόσωπο, τόσο πού ό υπουργός ξέσπασε σέ κλάματα. Τότε έφυγε γιά τό γραφείο του. Λίγες μέρες  αργότερα  ό  υπουργός  δώρισε  στην  κυρία Πόρτερ ένα διαμαντένιο περιδέραιο, γιά νά κατευνάσει τόν κ.  Πόρτερ, ό όποίος προφανώς ακολουθούσε τή θεωρία του Θεοδώρου Ρούζβελτ "μίλα μαλακά, αλλά κουβάλα μαζί σου ένα μεγάλο ραβδί" καί τή συμβουλή του Γουίλλιαμ Χάουαρντ Τάφτ, νά χρησιμοποιεί τή "διπλωματία του δολλαρίου". Είχα συναντήσει τόν υπουργό Στ. Στεφανόπουλο, όταν υπηρετούσα στην Ελλάδα, σάν αξιωματούχος της ΟΥΝΡΑ από τό Σεπτέμβριο του 1944 ώς τό Δεκέμβριο του  1946. Ήταν ένας πολύ μορφωμένος καί ραφιναρισμένος κύριος. Δέν του έπρεπε τέτοια συμπεριφορά από έναν επίσημο εκπρόσωπο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Τό περιστατικό ψιθυρίστηκε στην Αθήνα καί εξαπλώθηκε σιγά - σιγά σ' όλη τήν χώρα, προκαλώντας αλγεινή εντύπωση στή σκέψη του ελληνικού λαού
».
Καί συνεχίζει πιό κάτω ό Γουίλλιαμ Ρούσης.
«Κάποτε, αργότερα, ό Πώλ Πόρτερ γύρισε στην πατρίδα καί έδημοσίευσε ένα άρθρο στό περιοδικό «Κόλλιερς»,  τό Σεπτέμβριο του   1947,  στό όποίο επέκρινε τήν ελληνική κυβέρνηση καί κατηγορούσε τα μέλη της ότι εξυπηρετούσαν δουλικά μιά κλίκα μεγαλοτραπεζιτών καί εφοπλιστών, πού αποτελούσαν τό παρακράτος καί λίγο νοιάζονταν γιά τά συμφέροντα του ελληνικού λαού. Ανέφερε κατηγορηματικά ότι οί μισθοί τών ναυτικών εύρισκαν κανονικά τό δρόμο τους προς τήν πατρίδα, ενώ τά τεράστια κέρδη τών μεγαλοεπιχειρηματιών ήταν κατατεθειμένα σέ Τράπεζες στό Κάιρο καί τήν Αμερική. Ποτέ δέν σκέφθηκαν νά επενδύσουν τά κέρδη τους στή χώρα τους, γιά νά βοηθήσουν στην αναζωογόνηση τής εθνικής οίκονομίας.
Ό κ. Πόρτερ μπορεί νά έχει δίκιο στή γενική εκτίμηση τών Ελλήνων μεγαλοεπιχειρηματιών, άλλά δέν έχει δίκιο στην εκτίμηση του τών Ελλήνων πολιτικών. Δέν λέει ποιος εγκαθίδρυσε αυτές τίς κυβερνήσεις στή μεταπολεμική περίοδο. Σίγουρα δέν ανέβηκαν στην εξουσία μέ τή συγκατάθεση τών Ελλήνων εκλογέων.
Μιά ματιά στά ντοκουμέντα θά τόν είχε πείσει ότι τους είχε επιβάλει στον ελληνικό λαό η «άπιστη Άλβιών» ύπό τόν Ούίνστον Τσώρτσιλ, ό όποίος δέν έγινε πρωθυπουργός γιά νά εποπτεύσει κατά τή διάλυση τής Βρεταννικής Αυτοκρατορίας» καί πού δέν άφησε πέτρα αγύριστη γιά νά εξασφαλίσει τήν επιστροφή ενός κακής φήμης μονάρχη, ό όποίος θά αποτελούσε εγγύηση γιά τήν προστασία τών βρεταννικών συμφερόντων στην Ελλάδα. Τήν ίδια πολιτική επρόκειτο ν' ακολουθήσει η αμερικανική κυβέρνηση άπό τή στιγμή πού ανέλαβε τήν επιστασία τής Ελλάδος στίς αρχές του 1947
».
Καί συνεχίζει ό Ρούσης τήν ενδιαφέρουσα κριτική του:
Harry Truman
«Παρεμπιπτόντως πρέπει ν' αναφερθεί εδώ, ότι ήταν η εποχή πού ό «Κακός Αμερικάνος» εμφανίστηκε στή σκηνή. Τέτοια ήταν η εφιαλτική εικόνα του πού δεν υπήρχε πίστη στον αμερικανικό ιδεαλισμό καί τήν κουλτούρα. Η κοινή γνώμη στίς Ηνωμένες Πολιτείες είχε εξεγερθεί ύστερα άπό τή γνωστοποίηση της συμπεριφοράς τών Αμερικανών πού υπηρετούσαν στό εξωτερικό. Η ιστορία είχε κιόλας αποτυπωθεί σ' ένα φίλμ μέ τόν τίτλο «Ό κακός Αμερικάνος» πού προβαλλόταν σ' όλη τή χώρα γιά διαπαιδαγώγηση του κοινού. Άλλά ήταν πολύ αργά. Τό κακό είχε γίνει ήδη καί επρόκειτο νά οδηγήσει σέ δυσαρέσκεια καί εχθρότητα κατά της αμερικανικής πολιτικής στην Ελλάδα.
Τήν αναχώρηση του Πόρτερ άπό τήν Ελλάδα ακολούθησε η άφιξη στην Αθήνα του Ντοάιτ Γκρίσγουολντ, πρώην κυβερνήτη τής Νεμπράσκα, καί του στρατηγού Λάιβσεϋ, αρχηγού τής στρατιωτικής αποστολής στην Ελλάδα. Ό κ. Γκρίσγουολντ περιγράφεται άπό Έλληνες πού έχουν γράψει σχετικά, σάν ένας «Ρωμαίος Ανθύπατος», εξ ολοκλήρου εξουσιοδοτημένος νά κυβερνάει μιά υποτελή επαρχία κατά τήν κρίση του καί ό στρατηγός Λάιβσεϋ σάν ένας «ύπέρ - διοικητής» τών ελληνικών ένόπλων δυνάμεων πού πολεμούσαν εναντίον Ελλήνων οί όποιοι είχαν διαφορετική πολιτική ιδεολογία. Ό χρόνος επρόκειτο ν' αποδείξει ότι αυτοί οί δυό Αμερικανοί απεσταλμένοι στεροΰνταν τής στοιχειώδους πείρας καί όρθοφροσύνης πού απαιτούσε ή επιτυχία τής αποστολής τους.
Ό Γκρίσγουολντ πήρε τή θέση ενός υψηλού Τοπάρχη, διορισμένου νά κυβερνάει μιά χώρα σάν νά μήν είχε δική της κυβέρνηση. Συνήθιζε νά τριγυρίζει στά διάφορα υπουργεία καί νά επιτιμά Έλληνες μέ υψηλά αξιώματα, παρουσία των κατωτέρων τους, συμβάλλοντας έτσι στή διαφθορά των επισήμων υπηρεσιών καί προκαλώντας παράλυση του κυβερνητικού μηχανισμού της πολιτείας. Δέν είχε αντιληφθεί ότι ήταν περήφανοι άνθρωποι μέ υψηλή μόρφωση, ειδικά εκπαιδευμένοι σέ ελληνικά, ευρωπαϊκά καί αμερικανικά Πανεπιστήμια καί πλήρεις κάτοχοι δυό ή τριών ξένων γλωσσών.
Συγκρινόμενος μέ τους έπιτιμώμενους αξιωματούχους ό Τοπάρχης Γκρίσγουολντ θά κατατασσόταν στην κατηγορία τών ημιμαθών, έκτός άπό τό πεδίο του αθλητισμού.
Γιά νά επιδεινώσει τήν κατάσταση, διόρισε αμερικάνικο προσωπικό σχεδόν σέ κάθε παρακλάδι της ελληνικής Διοίκησης, μέ εντολές καμιά συμφωνία νά μήν εκτελείται καί καμιά σημαντική απόφαση νά μή λαμβάνεται άπό τους Έλληνες αξιωματούχους, χωρίς τή συναίνεση ή τήν έγκριση τών Αμερικανών. Κάτω άπό αυτές τίς συνθήκες τό αντιαμερικανικό αίσθημα αυξανόταν.
Ό στρατηγός Λάιβσεϋ είχε ν' αντιμετωπίσει ένα διαφορετικό πρόβλημα. Είχε σταλεί στην Ελλάδα γιά νά κερδίσει τόν πόλεμο εναντίον τών επαναστατών, άλλά τά χέρια του ήταν δεμένα κατά τήν αφιξή του. Ένας Βρεταννός στρατηγός (ό Ρόλλινγξ) διοικούσε τίς ελληνικές ένοπλες δυνάμεις καί περίμενε νά κερδίσει μιά σημαντική μάχη, πού θά εξανάγκαζε τους επαναστάτες νά παραδοθούν. Οί προσδοκίες του δέν πραγματοποιήθηκαν καί ό στρατηγός Λάιβσεΰ είχε τήν πεποίθηση ότι θά πετύχαινε εκεί πού ό Βρεταννός αντίζηλος του είχε αποτύχει. Απογοητεύθηκε! Οί αντάρτες ήταν καλά οργανωμένοι καί πολεμούσαν μέ σιδερένια πειθαρχία. Πολεμούσαν στή γη τους, τό έδαφος τους ήταν οικείο καί μπορούσαν να παγιδεύουν τους αντιπάλους τους οι όποίοι πολεμούσαν ύπό ξένους στρατηγούς, πού γνώριζαν γιά τά βουνά τής Βορειοδυτικής Ελλάδας τόσα, όσα οι Έλληνες γνώριζαν γιά τ' άναπεπταμένα πεδία κάπου στην Αμερική, π.χ. στό Τέξας
».
Η έκθεση Πόρτερ.

Αυτός, λοιπόν, ό Αμερικανός ανθύπατος στην έκθεση του πού υπέβαλε γιά τό ελληνικό έμφυλιοπολεμικό κατεστημένο, είπε καί μερικές καυτερές αλήθειες πού ετσουξαν άσχημα τους κυβερνώντες.
«Υπάρχει μεγάλη ανομοιομορφία εις τό βιοτικόν έπίπεδον καί τά εισοδήματα άνά τήν Ελλάδα. Οί κερδίζοντες δηλαδή οι βιομήχανοι, οί έμποροι, οί κερδοσκόποι καί οί μαυραγορίται διάγουν εν πλούτω καί χλιδή, τό πρόβλημα δέ αυτό ουδεμία κυβέρνησις τό άντιμετώπισεν αποτελεσματικούς. Έν τώ μεταξύ αί λαϊκαί μάζαι περνούν μίαν άθλίαν ζωή. Οί κερδίζοντες είναι σχετικώς ολίγοι τόν αριθμόν καί ό συνολικός πλούτος των, περιερχόμενος εις τόν σύνολον του πληθυσμού, θά επέφερε έλαχίστην βελτίωσιν τών γενικών συνθηκών διαβιώσεως. Άλλ' ό πολυτελής τρόπος ζωής των έν μέσω τής πτώχειας συντείνει είς τό νά έξοργίζη τάς μάζας καί νά ύπογραμμίζη τήν δυστυχίαν τών πτωχών.
»'Υπάρχει είς τήν χώραν σημαντικόν ποσοστόν συγκεκαλυμμένης ανεργίας, δεδομένου ότι τά 20% του πληθυσμού χρησιμοποιούνται ύπό του κράτους ή εξαρτώνται εξ αύτού. Τά χαμηλότατα επίπεδαζωής των δημοσίων υπαλλήλων, των συνταξιούχων καί άλλων μισθοβιώτων αποτελούν ένα σημαντικό παράγοντα, ό όποίος συμβάλλει εις τήν πολιτικήν καί κοινωνικήν έντασιν πού χαρακτηρίζει σήμερον τήν Ελλάδα.
»Ουδέν μέτρον ελήφθη άπό της απελευθερώσεως γιά νά δοθεί χρήσιμος εργασία εις τους δυναμένους νά εργασθούν άπό τό ευρύ αυτό στρώμα του πληθυσμού
».
Τόν Σεπτέμβριο του 1947 δημοσίευσε ένα επίσης οξύ άρθρο στό περιοδικό «Κόλλιερς» κατά τής ελληνικής ολιγαρχίας στό όποίο τόνιζε:
«Άπ' ό,τι μπόρεσα νά διαπιστώσω, η κυβέρνηση δέν έχει καμιάν άλλη πολιτική πρακτική άπό τό νά ζητάει συνέχεια ξένη βοήθεια γιά νά διατηρεί τήν εξουσία της καί νά διασώζει συνέχεια τά προνόμια μιας μικρής κλίκας εμπόρων καί τραπεζιτών, οί όποίοι αποτελούν τήν αόρατη εξουσία στην Ελλάδα.
»Η κλίκα αυτή είναι αποφασισμένη νά υπερασπίσει μέ κάθε μέσο τά οικονομικά της συμφέροντα καί δέν ενδιαφέρεται καθόλου γιά τό τί μπορεί νά στοιχίσει αυτό στην οικονομία τής χώρας. Τά μέλη αυτής τής κλίκας έπιθυμούν νά διατηρήσουν άθικτο ένα φορολογικό σύστημα πού τους ευνοεί, μέ αληθινά σκανδαλώδη τρόπο. Αντιτίθενται στον έλεγχο συναλλάγματος, γιατί αυτό θά τους εμποδίσει νά εξάγουν τά κέρδη τους στίς Τράπεζες του Καΐρου καί τής Αργεντινής. Δέν διανοήθηκαν ποτέ νά επενδύσουν τά κέρδη τους στή δική τους χώρα γιά νά βοηθήσουν στην αναστήλωση τής εθνικής οικονομίας. Τά συμφέροντα των εφοπλιστών προστατεύονται επίσης μέ σκανδαλώδη τρόπο. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία άνθεί στην εποχή μας καί οί εφοπλιστές κερδίζουν τεράστια ποσά, αλλά τό χρεωκοπημένο ελληνικό κράτος δέν αποκομίζει κανένα όφελος άπ' αυτό. Οί μισθοί τών ναυτικών γυρίζουν στην Ελλάδα, άλλα οί εφοπλιστές ασφαλίζουν τό μεγαλύτερο μέρος τών κερδών τους στίς ξένες χώρες.
»Κάθε επιχείρηση θά έπρεπε νά πληρώνει μιά σημαντική εισφορά στό κράτος, κάτω από τήν προστασία του οποίου λειτουργεί. Αυτό ισχύει, κατά κύριο λόγο, γιά τήν περίπτωση τών εφοπλιστών, πού τά μεγαλύτερα κέρδη τους προέρχονται άπό τά «λίμπερτυ», τά όποία τους παραχώρησε η αμερικανική Ναυτική Αποστολή μέ τήν εγγύηση του ελληνικού κράτους.
»Οί περισσότεροι άπ' αυτούς είναι άνθρωποι πολύ ευχαριστημένοι, πού μιλάνε πολύ καλά τ' αγγλικά. Είναι πάντοτε πρόθυμοι, όταν πρόκειται νά εξυπηρετήσουν τήν αμερικανική αποστολή γιά τά δικά τους συμφέροντα, θυμάμαι ακόμα ένα άπό τά πιό επίσημα γεύματα ενός άπό τους σημαντικότερους τραπεζίτες, πού μέ είχε καλέσει στή βίλλα του τών Αθηνών. Είχε τρεις σερβιτόρους μέ λιβρέα, μιά ποικιλία άπ' τά πιό φίνα κρασιά καί φαγητά διάφορα, περίφημα γαρνιρισμένα. Κατά τή διάρκεια του γεύματος, ένας άπό τους αντιπροσώπους της κλίκας πού ανάφερα, άρχισε νά εξυμνεί τίς ομορφιές της ζωής κοντά στή θάλασσα, καθώς καί τίς χαρές τών αριστοκρατικών σπορ.
»Η αντίθεση ανάμεσα στό γεύμα αυτό καί στά παιδιά πού πεθαίνουν άπό τήν πείνα στους δρόμους της Αθήνας είναι πραγματικά τρομερή
...».
Τελικά ό Πόρτερ γνωμάτευσε ευνοϊκά υπέρ τής αμερικανικής ανάμιξης στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο καί προτείνει τήν ολοκληρωτική δέσμευση τής πολιτικής καί οικονομικής της ζωής καί επομένως τής ανεξαρτησίας τής χώρας στό αμερικανικό άρμα. Καί κάνει τις έξης επιμέρους υποδείξεις γιά νά τελεσφορήσει η εξάρτηση:
«Ένας τρόπος αντιμετωπίσεως των προβλημάτων θά ήτο νά υπάρχουν, εκτός άπό μίαν συμβουλευτικήν άποστολήν άντιπροσωπεύουσαν τάς Ήνωμένας Πολιτείας, αρκετοί Αμερικανοί καί άλλοι ξένοι τεχνικοί, χρησιμοποιούμενοι ώς άτομα άπό τήν έλληνικήν κυθέρνησιν εις επίκαιρους κρατικάς θέσεις (... καιρίας εκτελεστικάς θέσεις).
»Πρέπει νά έγκατασταθή Διεύθυνση Εξωτερικού Εμπορίου ύπό τήν άρχηγίαν ξένου τεχνικού
...
»Η Αμερικανική Αποστολή πρέπει νά δύναται νά έξασφαλίζη διά διαφόρων τρόπων ό,τι γίνεται η καλύτερα δυνατή χρήση τής αμερικανικής βοηθείας. Θά πρέπει νά έχη τήν εξουσίαν ώς τελευταίον μέτρον νά διακόπτη ή νά περιορίζη τήν οίκονομικήν βοήθειαν όχι μόνο γενικώς, άλλά καί εις τήν περίπτωσιν οιουδήποτε σχεδίου ή ενεργείας, οσάκις καθίσταται προφανές, ότι οί όροι τής βοηθείας δέν έτηρήθησαν...».
«Η Αμερικανική Αποστολή θά πρέπει νά συμμετέχη εις τήν άνάπτυξιν τής πολιτικής εσόδων καί εξόδων (τής ελληνικής κυβερνήσεως). Θά άπαιτηθή η εκ μέρους της έγκρισις του προϋπολογισμού πρίν ούτος τεθή εν ισχύι...
»Τό πρόγραμμα εισαγωγών τό όποίον θά ετοιμάζεται ύπό τήν έπίβλεψιν τής Διευθύνσεως Εξωτερικού Εμπορίου θά πρέπει νά εφαρμόζεται μόνον μετά τήν έγκρισιν υπό τής αποστολής
...».
Οί εισηγήσεις Πόρτερ έγιναν απολύτως αποδεκτές στην Ουάσιγκτον. Καί ό Πρόεδρος διεκήρυξε τό «δόγμα» τόν επόμενο μήνα Μάρτιο.

Τάσος Βουρνάς, ιστορία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας [τόμος  Δ', ένατη έκδοση ΠΑΤΑΚΗΣ, 2009, σελίδες 99-110].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis