Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Αναστολή εκτέλεσης, κώδικας τραπεζικής δεοντολογίας, εισφορά ν. 128/ 1975, τοκαριθμικός υπολογισμός τόκου, αναλογικότητα, εγγυητής, αλληλόχρεος λογαριασμός.

Μονομελές Εφετείο Θεσ/ κης 2277/ 2017. (ασφαλιστικά μέτρα)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή, Αικατερίνη Παπαβασιλείου, Εφέτη.

Περίληψη. Ασφαλιστικά μέτρα. Αίτηση αναστολής κατά αναγκαστικής εκτέλεσης στα πλαίσια έφεσης κατόπιν εφαρμογής του Ν. 4335/2015. Επί αιτήσεως αναστολής πλειστηριασμού, το δικόγραφο πρέπει επί ποινής απαραδέκτου να κατατεθεί μέχρι και πέντε εργάσιμες ημέρες προ του πλειστηριασμού. Ορισμένο διαταγής πληρωμής από αλληλόχρεο λογαριασμό. Έννοια αλληλόχρεου λογαριασμού. Καταχρηστικότητα Γενικών όρων Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) και προϋποθέσεις αυτής. Στην έννοια του καταναλωτή που προστατεύεται από τις οικείες διατάξεις εντάσσεται και ο εγγυητής δανείου. Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών.
Δεν εφαρμόζεται επί δανειοληπτών κατά των οποίων ήδη τρίτοι πιστωτές έχουν εκκινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Ορισμένο λόγων ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής που στηρίζονται σε καταχρηστικότητα, παράνομη τοκοφορία απαίτησης βάσει του συστήματος των 360 ημερών, παράνομης μετακύλισης του ν. 128/75 και παραβίασης της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Η καθής η αίτηση πιστώτρια δεν όφειλε εν προκειμένω να εφαρμόσει τον Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών, εφήρμοσε το νόμιμο σύστημα υπολογισμού τοκοφορίας της επίδικης απαίτησης της και η εν γένει συμπεριφορά της δεν ήταν καταχρηστική αλλά απόλυτα σύμφωνη με την κείμενη νομοθεσία.

 Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 937 παρ.1β, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.2 του άρθρου 1 Ν.4335/2015, σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση, ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση έφεσης. Στις λοιπές περιπτώσεις εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 παρ.2, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων. Στις περιπτώσεic των προηγουμένων εδαφίων, η άσκηση ένδικου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ, διατάξει την αναστολή, με την παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι, η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχώρησει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. Ειδικά, όταν ζητείται η αναστολή πλειστηρίασμού αυτή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.

 Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα με την κρινόμενη αίτηση ζητεί, να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της δυνάμει της με αριθμό ..../11.11.2016 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ..., του με αριθμό .../16.11.2016 αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, και της με ημερομηνία 9.9.2016 επιταγής, τεθείσας κάτω από αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό .../2011 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία είχε εκδοθεί μετά από αίτηση της δικαίοπαρόχου της κάθ’ης, Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία ``...”, προς ικανοποίηση ευρύτερης απαίτησής της,    ποσού 991.628,66 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, που απέρρεε από τις με αριθμό .../5.11.2009, .../19.3.2009 και ../5.11.2009 συμβάσεις ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση στην υπ` αριθμ. κατάθεσης ..../2017 έφεση, που νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησε κατά της υπ`αρ. 6576/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η υπ`αρ. καταθ.δικ. ..../2016 ανακοπή και 1690/2017 οι πρόσθετοι λόγοι της κατά της επίσπευδόμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η αίτηση, με την οποία ζητείται η αναστολή του πλειστηριασμού, που ορίσθηκε (κατόπιν αναβολής) για τις 18/10/2017, αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτου του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του Κ.Πολ.Δ), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Ασκήθηκε παραδεκτά, καθόσον κατατέθηκε στις 8/6/2017, δηλαδή πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την αρχικώς καθορισθείσα (14-6-2017) ημέρα του πλειστηριασμού και είναι νόμιμη (άρθρο 937 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί η ουσιαστική της βασιμότητα.

 Από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... .. και της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "..", ειδική διάδοχος της οποίας έχει ήδη καταστεί η καθ`ης η ανακοπή, καταρτίσθηκαν οι με αριθμό ../5.11.2009, .. /19.3.2009 και ../5.11.2009 συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει των οποίων η τελευταία χορήγησε στην πιστούχο πίστωση έως το ποσό των 360.000,00 ευρώ, 600.000,00 ευρώ και 300.000,00 ευρώ αντίστοιχα. Η αιτούσα - ανακόπτουσα, μαζί με άλλα πρόσωπα, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, εγγυήθηκαν εγγράφως, βάσει του όρου 30 των επίδικων συμβάσεων, την τήρηση όλων των συμβατικών όρων καί των πρόσθετων πράξεων αυτών, την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση του καταλοίπου κατά το κλείσιμο των τραπεζικών λογαριασμών που εξυπηρετούν τις πιστώσεις κατά κεφάλαιο, τόκους προμήθειες έξοδα και λοιπές επιβαρύνσεις, ως εις ολόκληρον συνοφειλέτες, αναλαμβάνοντας την ευθύνη των συνεπειών από την καθυστέρηση πληρωμής του, ως πρωτοφειλέτες, παραιτούμενοι της ένστασης δίζησης και των λοιπών δικαιωμάτων που παρέχονται από τον Αστικό Κώδικα (άρθρα 862 - 868 ΑΚ). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από την αιτούσα. Στις 22.8.2011 η δικαιοπάροχος της καθ` προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων πίστωσης λόγω της μη συμμόρφωσης της πρωτοφειλέτριας - πιστούχου προς τους όρους της, κλείνοντας παράλληλα οριστικά την ίδια ημέρα τους λογαριασμούς που τηρούσε για την εξυπηρέτηση της πίστωσης, με χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της πρωτοφειλέτριας ποσού 25.435,30 ευρώ από τη με αριθμό ..../19.3.2009 σύμβαση πίστωσης, ποσού 669.410,06 ευρώ από τη με αριθμό .../5.11.2009 σύμβαση πίστωσης, και ποσού 296.782, 40 ευρώ από τη με αριθμό .../5.11.2009 σύμβαση πίστωσης και συνολικά 991.628,56 ευρώ. Εν συνεχεία κατόπιν αίτησής της εκδόθηκε η με αριθμό 28.361/2011 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, βάσει της οποίας η ανακόπτουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με άλλα τρίτα πρόσωπα, μη διαδίκους, υποχρεώθηκε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 991.628,66 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Η ανακόπτουσα άσκησε τη με αριθ. έκθ. κατάθ. .../2011 ανακοπή της κατά της παραπάνω Διαταγής πληρωμής, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με τη με αριθμό 18.183/2014 απόφασή του απέρριψε αυτήν. Κατόπιν, η καθ’ ης η ένδικη ανακοπή, στις 13.9.2016 κοινοποίησε στην ανακόπτουσα αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό αντίγραφο της ως άνω Διαταγής πληρωμής με τη με ημερομηνία 9.9.2016 επιταγή προς πληρωμή, καθώς και με τα νομιμοποιητικά της έγγραφα, ως ειδικής διαδόχου της αρχικής αντισυμβαλλόμενής της, επιτάσσοντάς την να καταβάλει το προαναφερθέν ποσό. Μετά την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας και της μη καταβολής του ως άνω ποσού, η καθ`ης κατάσχεσε ακίνητο της αιτούσας - ανακόπτουσας, ήτοι ένα ισόγειο κατάστημα, με ΚΑΕΚ. ....., εμβαδού 111,00τ.μ., με πρόσοψη επί της οδού ..., συνταχθείσης προς τούτο της με αριθμό .../14.11.2016 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ..., αλλά και του με αριθμό    ../16.11.2016 αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, που κοινοποιήθηκαν στην αιτούσα -ανακόπτουσα. Εν τω μεταξύ η τελευταία, από κοινού με τους λοιπούς συνοφειλέτες, επέδωσε στην καθ`ης τη με ημερομηνία 16.9.2016 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία ζητούσαν την τήρηση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων, προσκομίζοντας και τα σχετικά οικονομικά τους στοιχεία. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από τους διαδίκους. Η καθ’ης η ανακοπή εξέτασε    το αίτημα της ανακόπτουσας και των λοιπών ως άνω συνοφειλετών της, κατά την παράγραφο Α.2.2 της Απόφασης ΕΠΑΘ ../../29.7.2016, πραγματοποιώντας προς τούτο συναντήσεις μαζί τους, για την εξεύρεση μιάς αμοιβαία αποδεκτής λύσης, προκειμένου για την εξυπηρέτηση και τη διευθέτηση της οφειλής. Το παραπάνω γεγονός κατέθεσε ρητά ο μάρτυρας της καθ`ης τράπεζας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Για το σκοπό αυτό μάλιστα συνετάγη από τα αρμόδια όργανά της η από 4.1.2017 εισήγηση, {βλ. προσκομιζόμενη) με την οποία, όμως, προτάθηκε η απόρριψη των  προτάσεων της οφειλετών, λόγω της δυσμενούς οικονομικής τους κατάστασης, αφού το συνολικό ύψος των οφειλών τους προς την καθ` ης ανέρχεται στο ποσό των 2.182.259,42 ευρώ, ενώ υφίστανται και άλλες οφειλές των ως άνω συνοφειλετών της αιτούσας, ύψους 408.971 Ε και 273.792 Ε προς ΙΚΑ και 709.775 Ε προς ΔΥΟ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, (βλ. προσκομlζόμενο από 4-1-2017 εισηγητικό έγγραφο της Τράπεζας..., οι οποίες δεν αμφισβητούνται από την αιτούσα), ενώ από τα οικονομικά τους στοιχεία δεν προέκυπτε δυνατότητα, ούτε για την εφάπαξ αποπληρωμή των οφειλών τους, ούτε για σταδιακή αποπληρωμή της οφειλής με δόσεις. Εξ άλλου, η καθ` ής τράπεζα δεν είχε την υποχρέωση να υπαγάγει την οφειλή της αιτούσας και των συνοφειλετών της στη διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας, καθώς ήδη τρίτοι πιστωτές είχαν ήδη κινήσει δικαστικές ενέργειες για την εξόφληση των προς αυτούς χρεών και ως εκ τούτου εξαιρούνταν από τη διαδικασία. (Σύμφωνα με την παράγραφο Α.2.1γ της Απόφασης ΕΠΑΘ ../1/29.7.2016, από την εφαρμογή του κώδικα εξαιρούνται: γ) απαιτήσεις έναντι δανειολήπτη, κατά του οποίου τρίτοι πιστωτές έχουν κινήσει δικαστικές ενέργειες για την εξασφάλιση προς αυτούς χρεών, ή έχει ήδη τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία).

 Η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, όπως αυτός αναπτύσσεται στους προσθέτους λόγους της, διώκει την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης, λόγω της μη τήρησης εκ μέρους της καθ` ής της διαδικασίας που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας και οι διατάξεις των άρθρων 1 § 2 ν. 4224/2013, Απόφαση ΕΠΑΘ ../1/29.7.2016. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθώς, η μη τήρηση της διαδικασίας που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας, που θέσπισε η ...., δεν συνιστά άνευ ετέρου άκυρη, ως αντίθετη κατά το άρθρο 174 ΑΚ σε απαγορευτική διάταξη νόμου, την εκ μέρους της καθ ής τράπεζας καταγγελία της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, αφού, η μη τήρηση της ΔΕΚ από την τράπεζα κατά την καταγγελία της πιστωτικής σύμβασης συνιστά μόνο αθέτηση έναντι της εποπτεύουσας ..., που ελέγχει την τήρηση του Κώδικα και επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με αυτόν καί δεν επάγεται ακυρότητα πράξης. Ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί καί ο λόγος της καταχρηστικότητας του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της καθ ής, (281 ΑΚ), λόγο τον οποίο η αιτούσα συνδέει με το παραπάνω γεγονός (της μη τήρησης της διαδικασίας του Κώδικας Δεοντολογίας) ο οποίος αναπτύσσεται με τους προσθέτους λόγους της ανακοπής της, καθώς, η προεκτεθείσα συμπεριφορά της καθ ής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά τα οποία πιθανολογήθηκαν, δεν στοιχειοθετεί καταχρηστικότητα. Επισημαίνεται εξάλλου ότι, η τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας (Κώδικα Δεοντολογίας και των διατάξεων των άρθρων 1 § 2 ν.4224/2013, της Απόφασης ΕΠΑΘ ../1/29.7.2016), δεν άγει υποχρεωτικά σε συμβιβαστική λύση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, αφού η όποια επιτευχθείσα λύση θα πρέπει να συμβαδίζει με τις ισχύουσες εποπτικές υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων (βλ. σχετ. Ρόκα/Γκόρτσο/Μικρουλέα/Λιβαδά, Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, 2016, σελ. 507), ώστε μόνη η απόρριψη των προτάσεων της αιτούσας - ανακόπτουσας από την καθ’ ης δεν δύναται να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο περί καταχρηστικότητας ισχυρισμό. Η κοινοποίηση της με ημερομηνία 1.12.2015 αίτησης του ..., συνοφειλέτη της ανακόπτουσας, (βλ. προσκομιζόμενη), με την οποία αυτός πρότεινε τρόπους διευθέτησης της οφειλής, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση, ενόψει του ότι, το αίτημα αυτό εξετάστηκε από την καθ` ης, (βλ. κατάθεση μάρτυρα καθ`ης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), η οποία πάντως προέβη στην επίσπευση της πληττόμενης εκτέλεσης αρκετά μεταγενέστερα από την κοινοποίηση της εν λόγω επιστολής και ύστερα από την εξέταση και εκτίμηση των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων και προτάσεων της αιτούσας. Οι γενόμενες από την ανακόπτουσα και τους λοιπούς συνοφειλέτες καταβολές προς στην καθ` ης, ποσού 6.500,00 ευρώ, εντός τριών (3) μηνών, από το Νοέμβριο 2016 και εντεύθεν, επίσης δεν στοιχειοθετούν καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης, αλλά ούτε και της επισπευδομένης εκτέλεσης, αφού το εν λόγω ποσό υπολείπεται προδήλως κατά πολύ από το συνολικά οφειλόμενο, ύψους 991.628,66 ευρώ. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι, σκόπευε μαζί με τους λοιπούς συνοφειλέτες να εκποιήσει ακίνητο, συν ιδιοκτησίας τους, εμβαδού 12.000 τ.μ., πρόθεση η οποία είχε γνωστοποιηθεί στην καθ`ης με τις με ημερομηνία 7.11.2016 και 30.12.2016 επιστολές τους, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει καταχρηστικότητα της εκτέλεσης, καθόσον επί αυτού, αλλά και επί άλλων ακινήτων των συνοφειλετών έχουν επιβληθεί κατασχέσεις από .../7.9.2011, .../18.5.2011, .../16.9.2016 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης (βλ. από 4-1-2017 εισηγητικό έγγραφο της καθ ής), τις οποίες η αιτούσα δεν αμφισβητεί. Από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις οικονομικών στοιχείων της αιτούσας - ανακόπτουσας, δεν προκύπτει η δυνατότητα αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού υπό τους προτεινόμενους από αυτήν και τους λοιπούς συνοφειλέτες όρους, συνισταμένους κατά τα κύρια σημεία τους, στη διαγραφή 30% του χρέους τους προς την καθ`ης και την αποπληρωμή του υπολοίπου σε 156,00 ίσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις (βλ. τις με ημερομηνία 15.11.2016 και 30.12.2016 επιστολές της πιστούχου εταιρίας προς την καθ`ης), αφού δεν πιθανολογήθηκε η ύπαρξη εισοδημάτων της (ανακόπτουσας), ικανών για την επίτευξη της ως άνω προτεινόμενης αποπληρωμής. Περαιτέρω, η επίκληση από την ανακόπτουσα της ηλικίας της, (83 ετών) και της νόσου από την οποία αυτή πάσχει, (εκφυλιστική ωχροπάθεια τελικού σταδίου και τύφλωση) έχοντας καταστεί ανάπηρη σε ποσοστό 95% (βλ. τη με ημερομηνία 18.2.2016 γνωστοποίηση του ΙΚΑ), δεν καθιστά την εκτέλεση από έτερους δανειστές με τις με αριθμό επίσπευδόμενη εκτέλεση καταχρηστική, αφού αντικείμενο αυτής δεν είναι πράγματα που ανάγονται στα απαραίτητα για την προσωπική της διαβίωση και περίθαλψη, αλλά ακίνητο ιδιοκτησίας της που σχετίζεται με τη λειτουργία της πιστούχου - πρωτοφειλέτριας εταιρίας, της οποίας λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος.

 Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, ισχυρίζεται η αιτούσα ότι στην επίδικη σύμβαση εμπεριέχεται όρος, κατά τον οποίο οι τόκοι θα υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, που, όμως, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, αφού δεν πληροφορήθηκε το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 243 § 3 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται ημερησίως, με περισσότερους τόκους κατά ποσοστό 1.3889%, ώστε η τελική οφειλή τυγχάνει ανεκκαθάριστη, ενώ δεν μπορεί να ελεγχθεί και ως προς τη βασιμότητά της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας (άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ) καθόσον για το ορισμένο αυτού απαιτείται η μνεία, ως προσβαλλόμενων, συγκεκριμένων επιμέρους κονδυλίων του τηρηθέντος λογαριασμού και η επίκληση του παρανόμως επιδικασθέντος ποσού και δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση του χρεωστικού καταλοίπου της σύμβασης, ενόψει του ότι, τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου, συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολό της (βλ. ΕφΘεσ 1034/2013 Αρμ 2014). Σε κάθε περίπτωση όμως, ο παραπάνω λόγος ερείδεται σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση, αφού με αυτόν γίνεται επίκληση παραβίασης εκ μέρους της καθ`ης η αίτηση κανόνων της κοινοτικής Οδηγίας 97/7/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με την ΚΥΑ 21-178/13.2.2001, που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2842/2000, περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) που προβλέπεται σε υφιστάμενες νομικές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1103/1997, αντικαθίστανται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνεται υπόψη, ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών, προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360. Το ίδιο εφαρμόζεται ως προς τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζας, κατόπιν της πράξης ../14-2000 (ΦΕΚ    Α` 43/00) του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, κατά την οποία, το συνολικό ποσό της υποχρεωτικής κατάθεσης κάθε πιστωτικού ιδρύματος θα τηρείται εντόκως.... οι τόκοι λογίζονται με βάση το έτος 360 ημερών. Και ναι μεν με την ΚΥΑ ΦΙ-983/7.21-3- 1991, άρθρο 14 εδ. δ` (ΦΕΚ Β`172/91), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 3 α` της ΚΥΑ Ζ1- 17818/13. 2.9/32001 {ΦΕΚ Β` 255/2001), οι οποίες εκδόθηκαν προς εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με την κοινοτική οδηγία 87/103/ ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 90/88/ΕΟΚ και τη σύσταση ./489 της επιτροπής της ΕΕ, καθιερώνεται διάρκεια έτους 365 ημερών, 52 εβδομάδων και ίσων με αυτές 12 μηνών - στην καταναλωτική πίστη, πλην όμως η ρύθμιση αυτή αφορά τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως στις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και κατόχου πιστωτικής κάρτας (ΕφΑθ 1159/2012 ο.π., ΕφΑθ 1778/2010 ο.π.).

 Με το τέταρτο λόγο της ανακοπής, ισχυρίζεται η αιτούσα ότι είναι άκυρη η σύμβαση πίστωσης, διότι προβλέπει το δικαίωμα της καθής να μετακυλύει    μονομερώς να κεφαλαιοποιεί, να τοκίζει και να ανατοκίζει την εισφορά του ν. 128/ 1975. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα ο ως άνω λόγος, κατά το σκέλος που αφορά την μετακύλιση της εισφοράς που συμφωνήθηκε με τη σύμβαση, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι, με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, επιτρέπεται η μετακύλιση της εισφοράς στην ανακόπτουσα και δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 § 3 του ν.128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ` άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων στα τραπεζικά δάνεια (βλ. ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005,460, ΕφΑΘ 1558/2007 ΕλΔ 2007, 902). Κατά το σκέλος που αφορά τον ανατοκισμό της εισφοράς, ο λόγος ανακοπής    είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο της ανακοπής τα επιμέρους ποσά, τα οποία συνυπολογίσθηκαν στην ένδικη απαίτηση της καθής και τα οποία προέρχονταν από τόκους επί της εισφοράς, ώστε να γίνει ανατοκίσμός αυτής κατά παράβαση, τόσο του προϊσχύοντος {βλ άρθρο 8 περ. 6 ν. 1083/80 και τη με αριθμό 289/80 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής), όσο και του υφιστάμενου νομοθετικού καθεστώτος (άρθρο 12 ν.2601/98, άρθρο 30 ν.2789/2000, άρθρο 47 ν.2783/2000, άρθρο 42 ν.2912/2001, άρθρο 39 ν. 3259/ 2004).

 Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ. 361, 873, 874 ΑΚ, 112 Είσ.Ν.ΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ ης 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", σαφώς συνάγεται ότι, ο αλληλόχρεος {ή ανοικτός) λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένος oι απαιτήσεις των δύο μερών, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοιvό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένυνται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού που    θα γίνεται καθ` ορισμένα χρονικά διαστήματα    σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρξει (ΑΠ 248/2014, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 330/2012). Συνεπώς, με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβληθέντων μία διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας των μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή το από την αντιπαραβολή των κονδυλίων των πιστοχρεώσεων προκύπτον υπόλοιπο (ΑΠ 1795/2007). Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους και συνεπώς δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός αν δεν υπάρχει η δυνατότητα χρεοπιστώσεων και από τα δύο μέρη. Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά     έγιναν κατά τη διάρκειά του χρεοπιστώσεις και από τα δύο μέρη ή από μόνο το ένα μέρος (ΑΠ 248/2014, ΑΠ 857/ 2006). Όταν περατούται ο λογαριασμός με το κλείσιμό του, οφείλεται το κατάλοιπό του, εάν έχει αναγνωρισθεί (ΑΠ 530/2015). 
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής ισχυρίζεται η αιτούσα ότι η επίδικη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, με βάση την οποία εκδόθηκε η εκτελούμενη διαταγή πληρωμής, δε συνιστά αλληλόχρεο λογαριασμό, αλλά έχει το χαρακτήρα δανείου. Από την προαναφερόμενη, νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη, προκύπτει ότι αυτή περιέχει τα στοιχεία της σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού. Συγκεκριμένα, από την επισκόπηση του περιεχομένου της σύμβασης προκύπτει ότι, στη σύμβαση υπάρχουν ρητοί όροι, που προβλέπουν τη δυνατότητα χρεοπιστώσεων από τα συμβαλλόμενα μέρη και είναι αδιάφορο, σύμφωνα με όσα αναφέρονταί στη μείζονα σκέψη, αν κατά τη διάρκεια που λειτούργησε ο λογαριασμός, έγιναν πραγματικά χρεοπιστώσεις και από τα δύο μέρη ή από το ένα μόνο μέρος. Τέτοιοι όροι στην επί δίκη σύμβαση είναι οι εξής: ο όρος που προβλέπει   ρητά τη δυνατότητα εμφάνισης πιστωτικού υπολοίπου υπέρ της καθής - πιστούχου «σε περίπτωση εμφανίσεως πιστωτικού υπολοίπου., στο λογαριασμό υπέρ της πιστούχου, τούτο θα αποφέρει τον τόκο που θα συμφωνεί ται κάθε φορά με την Τράπεζα». Ο όρος που προβλέπει ρητά ότι ο λογαριασμός πιστώνεται υπέρ της πιστούχου με χρηματικά ποσά που προέρχονται από καταθέσεις χρημάτων, εμβασμάτων, επιδοτήσεις, δηλαδή γίνονται εγγραφές «αποστολών» εκ μέρους της πιστούχου. Ο όρος που προβλέπει τη δυνατότητα της καθής - πιστούχου, να ζητήσει το κλείσιμο του λογαριασμού, χωρίς χρονικό περιορισμό. Επίσης, η επιδικασθείσα με τη διαταγή πληρωμής εκτελούμενη αξίωση αποτελεί την απαίτηση της καθ`ής σε βάρος της αιτούσας, για το οριστικό χρεωστικό κατάλοιπο που προέκυψε από το κλείσιμο του λογαριασμού, σε εκτέλεση της σχετικής συμφωνίας υπαγωγής σε κοιvό λογαριασμό των απαιτήσεων των συμβαλλόμενων μερών, που προέκυψαν από τις μεταξύ τους συναλλαγές. Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα δεν πιθανολογείται η ουσιαστική ευδοκίμηση του πέμπτου λόγου της ανακοπής και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

 Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 περ. γ` και δ` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί, η διαταγή πληρωμής, η οποία δεν είναι δικαστική απόφαση παρά μόνον τίτλος εκτελεστός, δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός προσδιορισμός σε αυτήν του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπον ώστε να μην δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτού (γενεσιουργού λόγου), ενώ δεν απαιτείται περιγραφή όλων των περιστατικών που τον συνθέτουν, αρκεί να εξατομικεύεται η εγγράφως αποδεικνυόμενη απαίτηση, η δε διαταγή πληρωμής αρκεί να αναφέρει την αιτία της πληρωμής, την έννομη δηλαδή σχέση από την οποία απορρέει η αξίωση, συνοπτικά, χωρίς να απαιτείται και λεπτομερής περιγραφή των περιστατικών που συνιστούν την αιτία αυτή. Για το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού στα πλαίσια σύμβασης πίστωσης εκδίδεται διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτό είναι ορισμένο κατά το ποσό και δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύονται εγγράφως: 1) η σύμβαση ανοίγματος του λογαριασμού, 2) το κλείσιμό του και 3) το υπόλοιπο που προέκυψε από το κλείσιμο του λογαριασμού και στηρίζει την απαίτηση του αιτούντος (ΑΠ 925/2002, ΑΠ 330/2012). 
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της ανακοπής, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι δεν προσκομίσθηκαν κατά την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την απόδειξη της ένδικης απαίτησης της καθής. Από το σώμα της νομίμως επικαλούμενης και προσκομιζόμενης υπ`αριθμ. .../2011 διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι, κατά την έκδοσή της προσκομίστηκαν με επίκληση τα εξής έγγραφα: 1) υπ`αριθμ. ../5-11-2009, ../19- 3-2009, ../5-11-2009 συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό καί οι με αριθμό ../24-6-2010, ../8-4-2009, ../30-6-2009, .../6-10-2009, .../24-6-2010 πρόσθετες πράξεις, 2) η από 24-6-2010 υποσχετική επιστολή με τις οποία οι υπόχρεοι οφειλέτες ζήτησαν την αποπληρωμή μέρους του ποσού που τους χορηγήθηκε με τον τρόπο που αναφέρεται σ` αυτήν, 3) το από 31-12-2010 σύμφωνο αναγνώρισης με το οποίο η αιτούσα και οι συνοφειλέτες της αναγνώρισαν την ορθότητα του υπολοίπου των υπ`αριθμ. .... λογαριασμών, φ) απόσπασμα από την κίνηση του υπ`αριθ. ...λογαριασμού και του υπ`αριθμ. ...... λογαριασμού καθυστέρησης , §) απόσπασμα από την κίνηση των παραπάνω λογαριασμών 5) η υπ`αριθμ..../7-9-2011, .../7- 9-2011, ../7-9-2011 και ../7-9-2011 εκθέσεις επίδοσης προς την αιτούσα της επιστολής περί καταγγελίας των συμβάσεων πίστωσης και οριστικού κλεισίματος των λογαριασμών της δικαστικής επιμελήτριας Θεσσαλονίκης, ..., με την οποία η πιστώτρια τράπεζα κάλεσε τους καθ ούς η διαταγή (και ήδη αιτούσα ανακόπτουσα και εκκαλούσα), να καταβάλουν σε ολόκληρο με του λοιπούς συνυποχρέους (εγγυητές), το ποσό του 991.628,66 ευρώ. Από τα ανωτέρω έγγραφα που προσκομίσθηκαν και έλαβε υπόψη του ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, προκύπτει ότι αποδείχθηκε η ένδικη απαίτηση της καθής. Συνεπώς, πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει ο σχετικός λόγος της ανακοπής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.6 του ν. 2251/1994 oι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σε βάρος του καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία εξαρτάται. Εξάλλου, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ίδιου άρθρου απαριθμούνται ενδεικτικά περιπτώσεις γενικών  όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (perse) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ` αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1226/2015, ΑΠ 1332/ 2012 Αρμ. 2013, 909, ΑΠ 904/2011 Αρμ. 2012, 1708). Για την κρίση της ακυρότητας ή μη των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση, όμως, της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Oι ΓΟΣ πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών    κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 2005,793, ΕφΛαρ 298/2008 ΕπίσκΕΔ 2008, 1063).

 Τέλος, στην προστασία του ν. 2251/1994 υπάγονται όχι μόνον οι τραπεζικές υπηρεσίες που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται, όμως, in concreto η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να δίαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης. Επιπρόσθετα, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικά και δη του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής (άρθρο 847 ΑΚ), πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του ως άνω νόμου, πρέπει να τύχει της ίδιας προστασίας και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου, διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη (ΟλΑΠ 13/2015 ΧρΙΔ 2015, 675). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της ανακοπής, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, οι επίδικες προαναφερόμενες συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρες, διότι παραβιάσθηκε το άρθρο 2 παρ.6 και 7 του Ν.2251/1994 περί «προστασίας των καταναλωτών» και ειδικότερα οι καθοδηγητικές αρχές της απαγόρευσης μονομερούς λύσης της σύμβασης, χωρίς σπουδαίο ειδικό λόγο, της απαγόρευσης χωρίς σπουδαίο λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή και της απαγόρευσης του υπέρμετρου περιορισμού της προθεσμίας, μέσα στην οποία ο προμηθευτής οφείλει να υποβάλλει τις διαφωνίες ως προς το κατάλοιπο του λογαριασμού. Οι λόγοι αυτοί πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσουν λόγω της πρόδηλης αοριστίας τους, καθόσον η αιτούσα, η οποία πράγματι απολαμβάνει της προστασίας του παραπάνω νόμου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο τρόπος, με τον οποίο παραβιάσθηκαν από την καθ` ής οι καθοδηγητικές αρχές των προαναφερόμενων άρθρων, ούτε συνδέει την επικαλούμενη ύπαρξη «άκυρων όρων» της σύμβασης με συγκεκριμένο έννομο αποτέλεσμα, αναφορικά με την μη ύπαρξη της επίδικης απαίτησης, ή την τυπική πλημμέλεια κατά την έκδοση της εκτελούμενης διαταγής πληρωμής.

 Κατά το άρθρ. 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος, όπως αυτό της καταγγελίας της σύμβασης, απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκηση του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμα του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ` αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν η συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1724/2004). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλει επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ 1352/2011). 
Με τον όγδοο λόγο της ένδικης ανακοπής η αιτούσα ισχυρίζεται, ότι καταχρηστικά επισπεύδει η καθ`ής αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, καθώς ήδη έχει επιβληθεί κατάσχεση επί άλλων πέντε ακινήτων των συνοφειλετών της, η οποία βρίσκεται ακόμη σε εκκρεμότητα. Με αυτό το περιεχόμενο ο παραπάνω λόγος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) είναι μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα από την αιτούσα περιστατικά που ανάγονται στον τρόπο με τον οποίο η καθ` ής επέλεξε να ικανοποιήσει την επίδικη απαίτηση της, και αληθή δε υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο κατάχρηση δικαιώματος. Εξάλλου, η αιτούσα-ανακόπτουσα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη  μείζονα σκέψη, ουδόλως επικαλείται περιστατικά, αναφορικά με συμπεριφορά της καθής τράπεζας που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος της, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, ώστε να της δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση, ότι η καθ` ής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά της στο χρόνο που το άσκησε.

 Με το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/ 17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, δlέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη -  ισορροπία ανάμεσούστα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν,    απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.)· Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό,    δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεταί από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (ΑΠ ΟΛ 9/ 2015). 
Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εκθέτει στον ως άνω όγδοο λόγο της, επικαλείται ότι, με την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, ως έκφανση της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος και ως εκ τούτου οι προσβαλλόμενες πράξεις της εκτέλεσης πρέπει να ακυρωθούν. Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, τις εκατέρωθεν ενέργειες των διαδίκων, (την ανταλλαγή επιστολών και συναντήσεών τους, την προσπάθεια της καθ ής για εξεύρεση λύσης και εύλογου και αποτελεσματικού τρόπου αποπληρωμής της οφειλής της αιτούσας και των συνοφειλετών της), το ύψος της επίδικης οφειλής, σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά στοιχεία της αιτούσας τα οποία τέθηκαν υπόψη της καθ ής τράπεζας και την όλη εξέλιξη της επίδικης διαφοράς, καθώς και το χρόνο ο οποίος διέδραμε από το κλείσιμο των επιδίκων λογαριασμών και απαιτητού της οφειλής, (2011), η έννομη συνέπεια της αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της αιτούσας, η οποία επισπεύδεται από την καθ ής, τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό της επίδικης διαφοράς, (ικανοποίησης της απαίτησης της καθ ής) και δεν υπερβαίνει τα όρια της αναλογικότητας και της καλής πίστης, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Με βάση τις παραδοχές αυτές, εφόσον δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης που ασκήθηκε κατά της εκκαλούμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναστολής και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ).

                                                               ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
 ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
 ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...