Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Αίτηση αναστολής εκτέλεσης, διαχρονικό δίκαιο, πολλαπλές επιταγές εκτέλεσης πριν και μετά τον ν. 4335/ 15, πτώχευση και αναγκ. εκτέλεση.

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 7189/ 2016 (ασφ. μέτρα).

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Ηλία Ξηροτύρη, Πρόεδρο Πρωτοδικών.
Περίληψη. Ασφαλιστικά μέτρα. Αίτηση αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της αιτούσας πτωχής εταιρείας. Πτώχευση εταιρείας. Επίσπευση του αναγκαστικού πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή. Η πτώχευση του καθ’ου δεν επηρεάζει τη συνέχιση του αναγκαστικού πλειστηριασμού. Οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι, ενυπόθηκοι και έχοντες συμβατικό ή νόμιμο ενέχυρο, ως και οι έχοντες ειδικό προνόμιο, δύνανται να αρχίσουν ή να συνεχίσουν τον πλειστηριασμό, εφόσον έχουν ληξιπρόθεσμη απαίτηση και άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης πριν από την ένωση.
Ως «έναρξη εκτέλεσης» νοείται η έναρξη αναγκαστικής εκποίησης, η οποία επέρχεται όχι με την κοινοποίηση επιταγής πριν από την ένωση, αλλά με την αναγκαστική κατάσχεση, διότι με την κοινοποίηση της επιταγής προς πληρωμή αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, όχι όμως και η εκποίηση του ακινήτου, που αρχίζει με την αναγκαστική κατάσχεση. Μη νόμιμη η σωρευόμενη αίτηση αναστολής εκτέλεσης διαταγής πληρωμής, καθόσον δεν χορηγείται αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής όταν η σχετική αίτηση υποβάλλεται μετά την άσκηση ανακοπής ύστερα από δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής.

 Η πτώχευση αποτελεί θεσμό της αναγκαστικής συλλογικής εκτέλεσης. Η κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση συνεπάγεται την αναστολή των ατομικών διώξεων των δανειστών του, οι οποίοι πρέπει πλέον να ακολουθήσουν τη διαδικασία της πτώχευσης. Ο κανόνας αυτός ισχύει μόνο για τους απλούς (εγχειρόγραφους) δανειστές και τους δανειστές που έχουν γενικό προνόμιο. Αντίθετα, οι ενυπόθηκοι και οι ενεχυρούχοι δανειστές δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν την πτωχευτική διαδικασία, αλλά μπορούν να αρχίσουν ή να συνεχίσουν την εκτέλεση πάνω στο συγκεκριμένο ενυπόθηκο πράγμα και μετά την πτώχευση. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 3 και 4 του ν. 4335/2015 οι διατάξεις του εν λόγω νόμου για την αναγκαστική εκτέλεση, που τροποποιούν τον ΚΠολΔ, εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η-1-2016, αλλά και σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την 1η-1-2016.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή της, η αιτούσα εταιρεία, που κηρύχθηκε σε πτώχευση το έτος 2015, ζητεί, να ανασταλεί α) η εκτέλεση της υπ’ αρ. 21788/2014 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της δυνάμει των από 9-7-2014, 18-6-2016 και 15-7-2016 επιταγών προς εκτέλεση κάτω από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω Διαταγής, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 18-7-2016 (αρ. κατ. 3166/2016) ανακοπής που νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησε κατά της ως άνω Διαταγής και της εκτέλεσης σύμφωνα με τα άρθρα 632 παρ. 3 εδ. β` και 933 ΚΠολΔ, για τους λόγους που αναφέρει στην ανακοπή της. Σημειωτέον ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν. 4335/2015, καθόσον η εν λόγω δίκη αφορά ενέγγυο πιστωτή που εκκίνησε το 2014 και συνεχίζει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και μετά την πτώχευση του 2015, αλλά και για το λόγο ότι η πρώτη επιταγή προς πληρωμή έλαβε χώρα το 2014, ήτοι πριν από την 1η-1-2016. Περαιτέρω, στην υπό κρίση αίτηση, που αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) σωρεύονται: α) αίτηση αναστολής εκτέλεσης Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον δεν χορηγείται αναστολή εκτέλεσης Διαταγής Πληρωμής όταν η σχετική αίτηση υποβάλλεται μετά την άσκηση ανακοπής ύστερα από δεύτερη επίδοση της Διαταγής Πληρωμής (άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ) και β) αίτηση αναστολής διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της αιτούσας δυνάμει των από 9-7-2014, 18- 6-2016 και 15-7-2016 επιταγών προς εκτέλεση κάτω από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω Διαταγής, η οποία είναι νόμιμη, ερειδόμενη στο άρθρο 938 ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν .
Η συνέπεια της αναστολής των ατομικών καταδιώξεων δεν αφορά - με εξαίρεση τις ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 3 ΠτωχΚωδ - τους ενέγγυους πιστωτές, για αυτό και η παράλληλη εμφάνιση της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται κατά κανόνα από αυτούς με την πτώχευση είναι σύνηθες φαινόμενο. Η δυσχέρεια, όμως, του συνδυασμού αυτών των δύο διαδικασιών εμφανίστηκε στη νομολογία κατά την αντιμετώπιση διαφόρων ζητημάτων, η λύση των οποίων παραλλάσσει ανάλογα με το ποιος είναι ο επισπεύδων. Συγκεκριμένα, εάν ο αναγκαστικός πλειστηριασμός επισπεύδεται από πιστωτή ανέγγυο ή έχοντα γενικό προνόμιο, η κήρυξη σε πτώχευση του καθ’ ου η εκτέλεση δεν επιτρέπει συνέχισή του λόγω αναστολής των ατομικών διώξεων. Εάν ο αναγκαστικός πλειστηριασμός επισπεύδεται από ενέγγυο πιστωτή, η πτώχευση του καθ’ ου δεν επηρεάζει τη συνέχιση του αναγκαστικού πλειστηριασμού. Οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι, ενυπόθηκοι και έχοντες συμβατικό ή νόμιμο ενέχυρο, ως και οι έχοντες ειδικό προνόμιο, δύνανται να αρχίσουν ή να συνεχίσουν τον πλειστηριασμό, εφόσον έχουν ληξιπρόθεσμη απαίτηση και άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης πριν από την ένωση. Ως έναρξη εκτέλεσης νοείται η έναρξη αναγκαστικής εκποίησης, η οποία επέρχεται όχι με την κοινοποίηση επιταγής πριν από την ένωση, αλλά με την αναγκαστική κατάσχεση, διότι με την κοινοποίηση της επιταγής προς πληρωμή αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, όχι όμως και η εκποίηση του ακινήτου, που αρχίζει με την αναγκαστική κατάσχεση (βλ. για όλα τα ανωτέρω: Λ. Κοτσίρης «Πτωχευτικό Δίκαιο», 7η έκδοση - 2008, σελ. 643-644).
Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα, με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής (του άρθρου 933 ΚΠολΔ), επικαλείται ακυρότητα των επιταγών προς εκτέλεση, για το λόγο ότι η καθ’ ης η αίτηση, προσημειούχος πιστώτρια, καταλαμβάνεται από την απαγόρευση καταδιωκτικών μέτρων που επέρχεται με την κήρυξη της πτώχευσης, αφού δεν είχε προλάβει να τρέψει την προσημείωση που είχε εγγράψει επί ακινήτων της αιτούσας σε υποθήκη πριν από την κήρυξη της πτώχευσης και, κυρίως, δεν είχε ασκήσει εμπράγματη αγωγή (άρθρα 1276 επ. ΑΚ). Εν προκειμένω από τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, αυτά που ανέπτυξαν προφορικά και με τα σημειώματά τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και γενικά από την όλη συζήτηση της υποθέσεως πιθανολογήθηκε ότι η υπό κρίση πτώχευση έχει την ημέρα συζήτησης της αίτησης εισέλθει στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών, αφού την 1η-9-2016 πραγματοποιήθηκε η συνέλευση του άρθρου 84 ΠτωχΚωδ. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός ως νόμιμος και ουσία βάσιμος, καθόσον πριν από την ένωση των πιστωτών την 1η-9-2016 δεν είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση, παρά μόνο κοινοποίηση τριών επιταγών προς εκτέλεση. Συνεπώς, η απαίτηση της καθ’ ης η αίτηση καταλαμβάνεται πλέον από 1ης-9-2016 από την αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων. Εξάλλου, πιθανολογείται ότι η διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση τις ανακοπτόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στην αιτούσα και την πτώχευση αυτής. Επομένως, εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση τουλάχιστον ενός λόγου της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ και, άρα, η παραδοχή της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αλλά και η πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στην αιτούσα από την τυχόν διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση τις ως άνω επιταγές προς εκτέλεση, πρέπει η αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται σε βάρος της τελευταίας δυνάμει των από 9-7-2014, 18-6-2016 και 15-7-2016 επιταγών προς εκτέλεση κάτω από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αρ. 21788/2014 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης ως προς την απόρριψη της αίτησης αναστολής της Διαταγής Πληρωμής και ως προς την παραδοχή της αίτησης αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αιτούσας (άρθρα 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 84 παρ. 2 του ν. 4194/2013), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.


                                       ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο αιτήσεις, ήτοι α) την αίτηση αναστολής εκτέλεσης της υπ’ αρ. 21788/2014 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την αίτηση αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται από την καθ’ ης η αίτηση σε βάρος της αιτούσας δυνάμει των από 9-7-2014, 18-
6-2016 και 15-7-2016 επιταγών προς εκτέλεση κάτω από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω Διαταγής.

 Απορρίπτει την αίτηση αναστολής εκτέλεσης της υπ’ αρ. 21788/2014 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 Δέχεται την αίτηση αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της αιτούσας δυνάμει των από 9-7-2014, 18-6-2016 και 15-7-2016 επιταγών προς εκτέλεση κάτω από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω Διαταγής.

 Αναστέλλει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται από την καθ’ ης η αίτηση σε βάρος της αιτούσας δυνάμει των από 9-7-2014, 18-6-2016 και 15-7-2016 επιταγών προς εκτέλεση κάτω από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αρ. 21788/2014 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 18-7-2016 (Γ.Α.Κ. 43574/2016, Α.Κ.Δ. 6501/2016) ανακοπής και υπό τον όρο να συζητηθεί η ανακοπή κατά τη δικάσιμο που έχει ορισθεί.

 Επιβάλλει σε βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...