Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Διαχρονικό δίκαιο ν. 4335/ 2015 επί ανακοπής και ενδίκων μέσων.

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/ κης 422/ 2017, Δνη 2017.540.
 
 Δικαστής: Γεώργιος Λαζαρίδης, Πρωτοδίκης.

Σημείωση. Πολύ δύσκολα και επίκαιρα δικονομικά ζητήματα απασχόλησαν τον Πρωτοδίκη κ. Λαζαρίδη. Όπως έγραψα μόλις πρόσφατα στο παρόν ιστολόγιο, η Ελληνική Δικαιοσύνη βρήκε, μάλλον, τον διάδοχο του αείμνηστου Προέδρου Στέφανου Ματθία, στο πρόσωπο του Πρωτοδίκη κ. Γ. Λαζαρίδη (Γ.Φ).

Περίληψη. Διαταγή πληρωμής. Αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής δικαστήριο μετά την ισχύ του ν. 4335/2015, ο οποίος εφαρμόζεται στις ανακοπές που κατατίθενται μετά την 1/1/2016. Είναι αδιάφορος ο χρόνος έκδοσης της διαταγής πληρωμής.
Κατά το χρόνο έκδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής δεν απαιτείτο η αναγραφή του ΑΦΜ του καθ΄ου, ενώ το στοιχείο αυτό απαιτείτο για την άσκηση της ανακοπής. Δεν θίγεται το κύρος της διαταγής πληρωμής. Η υπό κρίση ανακοπή αναρμοδίως εισάγεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού είναι κρίσιμο το ύψος της απαίτησης και η υπόθεση υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Δεν υφίσταται νομοθετικό κενό, ούτε καταλείπεται πεδίο εφαρμογής του άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ. Παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 632 § 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ A 87/23.7.2015): «Ο οφειλέτης, κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής, έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανα­κοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο Δικα­στήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής...», κατά δε την § 2 τελ. εδ. του ίδιου ως άνω άρθρου, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015: «... Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.». Με την πρώτη εκ των ως άνω δια­τάξεων επανέρχεται σε ισχύ η προϊσχύσασα και καταργηθείσα με τον ν. 4055/ 2012 ρύθμιση περί την καθ’ ύλην αρμοδιότητα προς εκδίκαση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (βλ. σχετικώς Στ. Πανταζόπουλο, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, γ` έκδ., 2016, σ. 213 επ.), σύμ­φωνα δε με αυτήν η αρμοδιότητα δεν κατανέμεται αποκλειστικώς μεταξύ του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή Ειρη­νοδικείου και πάντως κριτήριο για την περί της αρμοδιό­τητας ρύθμιση δεν αποτελεί το εκδόν την προσβαλλό­μενη διαταγή πληρωμής δικαστήριο (βλ. ως προς την υιοθέτηση αυτής της λύσης με τον ν. 4055/2012 Στ. Πανταζόπουλο, ό.π., σ. 221 επ., Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τ. II, υπό το άρθρο 632, στον αρ. παρ. 5). Αντιθέτως, κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθ’ ύλην αρμο­δίου δικαστηρίου προς εκδίκαση της ανακοπής αποτελεί πλέον το ύψος της απαίτησης, για την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα η καθ’ ύλην αρμοδιότητα να κατανέμεται μεταξύ Ειρηνοδι­κείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Με το ίδιο κριτήριο, εξάλλου, καλούνται σε εφαρμογή και οι τυχόν ειδικότεροι κανόνες, βάσει των οποίων πιθανώς θεμελιώνεται η εξαιρετική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου για τη σχετική απαίτηση (βλ. Ανδρίτσο σε ΚΠολΔ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, επιμ. X. Απαλλαγάκη, 4η έκδ., 2016, υπό το άρθρο 632, στον αρ. παρ. 8).
Κατά τη δεύτερη εκ των ως άνω διατάξεων, εξάλλου, η ανακοπή κατά διαταγής πλη­ρωμής εκδικάζεται με τη νέα διαδικασία των περιουσια­κών διαφορών, η οποία καθιερώνεται με τις διατάζεις των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ, ως αυτές αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (βλ. Ανδρίτσο, ό.π., υπό το άρθρο 632, στον αρ. παρ. 11). Ενόψει της σχετικής νομοθετικής επιλογής, ελλείψει ειδικότε­ρης ρύθμισης, εφαρμοστέες τυγχάνουν και οι διατάξεις του άρθρου 591 ΚΠολΔ, αλλά και οι διατάξεις των άρθρων 1-590 ΚΠολΔ, στο μέτρο, που δεν αντίκεινται σε άπασες τις ως άνω διατάξεις (βλ. Στ. Πανταζόπουλο, ό.π., σ. 313 επ.). Μετά τη θέσπιση της νέας διάταξης του άρθρου 632 ΚΠολΔ, εγείρεται ζήτημα διαχρονικού δικαίου, προκειμένου να αποσαφηνισθεί, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, αλλά και της τηρητέας από αυτό διαδικασίας (βλ. Στ. Πανταζόπουλο, ο.π,, σ. 201). Πριν την προσφυγή σε οιαδήποτε διάταξη, με την οποία καθιερώνεται γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, αναγκαία κρίνεται μεθοδολογικά η εξέταση τυχόν ειδικό­τερης ρύθμισης του ζητήματος στις μεταβατικές διατάξεις του ν. 4335/2015, που ως lex specialis διεκδικεί βασίμως την κατά προτεραιότητα εφαρμογή της. Με το άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015, προβλέφθηκε ότι: «Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικα­σίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέ­μενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές», ενώ με την § 4 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι: «Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016». Με τις λοιπές παραγράφους του ίδιου ως άνω άρθρου, εξάλλου, ρυθμίστηκαν έτερα ζητήματα διαχρονικού δικαίου. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνεπώς, προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέσπισε στον ν. 4335/2015 ειδικό διαχρονικό δίκαιο, με το οποίο ρυθμίζε­ται σημαντικό μέρος των αναφυομένων ζητημάτων, απο­κλεισμένης εντεύθεν της προσφυγής σε διατάξεις γενικού διαχρονικού δικαίου. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, προβλέ­φθηκε ότι οι σχετικές με τα ένδικα μέσα διατάξεις, αλλά και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 διατάξεις εφαρμόζονται στα κατατιθέμενα μετά την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές. Η ανακοπή κατά διαταγή πληρωμής, ως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε, εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στοιχείο που αποτελεί την πρώτη ένδειξη ότι οι κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 ανακοπές κατά διαταγών πληρωμής, που εκδικάζονται με την προμνησθείσα ειδική διαδικασία, διέπονται από τις νέες διατάξεις, που θεσπίστηκαν με του ν. 4335/2015 (βλ. Γιαννόπουλο, Οι ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ μετά του ν. 4335/2015, ΕΠολΔ 2015. 453 επ. και ιδία 457 επ.). Στη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου § 2 του υ. 4335/2015, βέβαια, δεν γίνεται ειδικά λόγος για ανακοπές, παρά μόνο για «ένδικα μέσα» και «αγωγές». Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής παγίως γίνεται δεκτό ότι αποτελεί ένδικο βοήθημα και όχι ένδικο μέσο (ΑΠ 269/2000 ΕλλΔνη 2009.989, ΕφΑΘ 2346/2001ΔΕΕ 2001. 732). Ωστόσο, επί των εν λόγω ανακοπών εφαρμόζονται καταλλήλως προσαρμοσμένες οι εν γένει περί ανακοπών διατάξεις (βλ. Στ. Πανταζόπουλο, ό.π., σ. 12 επ. αναλυ­τικά), που, άλλωστε, ασκούνται όπως και οι αγωγές (βλ. άρθρο 585 ΚΠολΔ). Για τον λόγο αυτό η αναφορά στην ως άνω διάταξη σε «αγωγές» πρέπει να γίνει δεκτό ότι αφορά και στις «ανακοπές» (βλ. Γιαννόπουλο, ό.π., σ. 457). Υπό τα ως άνω δεδομένα, προκύπτει το ενδιάμεσο συμπέρασμα ότι οι ασκούμενες μετά την 1.1.2016 ανακο­πές κατά διαταγών πληρωμής διέπονται από τις διατάξεις του ν. 4335/2015, για τον λόγο δε αυτό υπάγονται στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο, αναλόγως του ύψους της απαίτησης, για την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη δια­ταγή πληρωμής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, και δικάζονται σύμφωνα με τις προβλέψεις της νεότευκτης διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών. Εγείρεται ακο­λούθως το ερώτημα, αν τα ανωτέρω πρέπει να ισχύσουν μόνο στην περίπτωση, που και η προσβαλλόμενη δια­ταγή πληρωμής έχει εκδοθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του υ. 4335/2015, ήτοι μετά την 1.1.2016 (βλ. έτσι Στ. Πανταζόπουλο, ό.π., σ. 201-202 αναλυτικά και με παρα­πομπή στον τελευταίο αυτόν συγγραφέα Ανδρίτσο, ό.π., υπό το άρθρο 632, στον αρ. περ. 8, χωρίς περαιτέρω ανάλυση), ή ανεξαρτήτως του χρόνου (και του νομοθετι­κού καθεστώτος) έκδοσης της προσβαλλόμενης διατα­γής πληρωμής, ήτοι και πριν την 1.1.2016 (βλ. μάλλον έτσι Γιαννόπουλο, Οι ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ μετά τον ν. 4335/2015, ΕΠολΔ 2015. 453 επ. και ιδία 457 επ., χωρίς περαιτέρω ανάλυση). Παρά το γεγονός ότι αμφότερες οι απόψεις φέρονται υποστηριχθείσες κατά τα ως άνω στο ενδιάμεσο (και σχετικώς σύντομο) χρονικό διά­στημα από τη θέσπιση του υ. 4335/2015, το Δικαστήριο προκρίνει ως ορθότερη τη θέση ότι οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις προσβαλλόμενων διαταγών πληρωμής, ανεξαρτήτως του χρόνου έκδοσής τους, με μόνο κριτήριο την κατάθεση την ανακοπής μετά την 1.1.2016, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 1, άρθρου ένατου § 2 του ν. 4335/2015. Με την αντίθετη άποψη υποστηρίζεται ότι για τις εκδοθείσες ως τις 31.12.2015 διαταγές πληρωμής, οι νέες διατάξεις δεν εφαρμόζονται, ακόμα και αν η σχετική ανακοπή κατατέ­θηκε μετά την 1.1.2016, επειδή τούτο επιτάσσει η τελολο­γική ερμηνεία της διάταξης σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ, που είχε επαναληφθεί αυτούσιο και με τη διάταξη του άρθρου 72 § 4 του ν. 3994/2011 (βλ. σχετι­κώς και Στ. Πανταζόπουλο, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, στη β` έκδ., 2013, σ. 220) και ως είχε γίνει δεκτό και παλαιότερα, αν και με διάφορη αιτιολογία, κατά τη θέσπιση του άρθρου 630Α του ΚΠολΔ, με το οποίο νομοθετήθηκε η υποχρέωση επίδοσης της διαταγής πλη­ρωμής εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος (δύο μηνών), αλλά και επειδή η αντίθετη άποψη οδηγεί (κατά την άποψη αυτή) σε άτοπα, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός ότι με διαφορετική θεώρηση θα αξιώνεται π.χ. η αναγραφή του ΑΦΜ του ανακόπτοντος στο δικόγραφο της ανακοπής σύμφωνα με τα νέα άρθρα 591 και 118 ΚΠολΔ, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο στοιχείο (ΑΦΜ) δεν ήταν αναγκαίο βάσει του προ`ίσχύσαντος (προ του ν. 4335/2015) δικαίου για την ίδια τη διαταγή πληρωμής και απαιτείται πλέον για την έκδοση της ίδιας της διαταγής πληρωμής (βλ. αναλυτικά ως προς τα εν λόγω επιχειρήματα Στ. Πανταζόπουλο, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, στη γ` έκδ., 2016, σ. 201-202). Η άποψη αυτή είναι συνεπής και με την προηγούμενη θέση του ίδιου συγγραφέα (στην προγενέστερη β` έκδοση του οικείου έργου του, 2013, σ. 219-220), κατά τη θέσπιση του ν. 4055/2012, ότι οι εκδοθείσες πριν τις 2.4.2012 (ημε­ρομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4055/2012) διαταγές πλη­ρωμής, θα έπρεπε να εξακολουθήσουν να προσβάλλο­νται στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο βάσει των προ του ν. 4055/2012 διατάξεων, οι οποίες τύγχαναν εφαρμο­στέες μόνο για τις μετά την έναρξη ισχύος του εκδιδόμε- νες (και προσβαλλόμενες) διαταγές πληρωμής. Από τις αξιοσημείωτες θέσεις της εν λόγω άποψης, ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνεται ότι πρέπει να αποστεί για τους ακόλουθους λόγους. Η ίδια η διάταξη του άρθρου 632 § 1 ΚΠολΔ, με μόνη την εκ νέου μεταβολή της καθ` ύλην αρμοδιότητας του αρμοδίου προς εκδίκαση της ανακοπής δικαστηρίου, δεν παρέχει ασφαλή και επαρκή τελολογικά ερείσματα για την υιοθέτηση της ανωτέρω άποψης ανα­φορικά με το ζήτημα της αρμοδιότητας ή της εφαρμο­στέας διαδικασίας. Η επίκληση της διάταξης του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, εξάλλου, αποτελεί επισφαλές νομο­θετικό έρεισμα, στο μέτρο που η ανακοπή δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα (βλ. σχετικώς κατω­τέρω) και ενόψει του ότι σε κάθε περίπτωση ο ν. 4335/2015 διέλαβε ειδικές μεταβατικές διατάζεις, με απο­τέλεσμα η προσφυγή στην εν λόγω διάταξη να παρίσταται όχι μόνο ως μη αναγκαία, αλλά και ως μη επιτρεπτή. Ειδικότερα, στο άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ είχε ορισθεί ότι: «1. Το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθ. 12.2. Οι διατάξεις των άρθρων 518 § 2, 545 § 5 και 564 § 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφά­σεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του. Οι προ­θεσμίες που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτές αρχί­ζουν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου». Με τη διάταξη εισάγεται γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, σύμ­φωνα με την οποία το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης των ενδίκων μέσων κρίνονται σύμφωνα με το νόμο, που ισχύει κατά τον χρόνο, που δημοσιεύεται η απόφαση. Κατά την κρατούσα σχετικώς άποψη, όμως, η διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμοστέα επί ανακοπής ακρι­βώς, επειδή δεν πρόκειται περί ενδίκου μέσου, αλλά περί ενδίκου βοηθήματος (ΑΠ 27/1981 ΝοΒ 1981. 1244, ΕφΠατρ 942/1990 ΑχΝομ 1991.452, Στ. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, γ` έκδ., σ. 18, Κουσούλης σε Κεραμεα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία κατ` άρθρο ΚΠολΔ, Τ. II, υπό το άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ, στον αρ. παρ. 1, σ. 2059). Κατ’ άλλη άποψη, ωστόσο, η διάταξη εφαρμόζεται και επί τριτανακοπής (ΑΠ 1245/1981 ΝοΒ 1982. 807), αλλά και επί ανακοπής (βλ. έτσι Μ. Μαργα­ρίτη, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, Τ. II, υπό το άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ, στον αρ. παρ. 1, σ. 958). Ανεξαρτήτως αυτού, ωστόσο, η ως άνω γενική αρχή διαχρονικού δικαίου ισχύει μόνο εφόσον ο νέος νόμος δεν ορίζει κάτι διαφορετικό (π.χ. απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων επί διαφορών με αντικείμενο κατώτερο ενός κατώτατου ποσού - ΟλΣτΕ 2214/1997 ΔΦΝ 1998. 60). Είναι χαρα­κτηριστικό ότι στην ίδια τη διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, παρά την υιοθετούμενη στην § 1 γενική αρχή, διελήφθησαν και ειδικότερες (αποκλίνουσες) ρυθ­μίσεις στην § 2 του ιδίου άρθρου για τα οριζόμενα σε αυτή τη διάταξη ειδικότερα θέματα. Συγκεκριμένα, για την έναρξη της καταχρηστικής προθεσμίας έφεσης, αναίρε­σης και αναψηλάφησης, ο νομοθέτης απέστη από τον γενικό κανόνα ότι θα έπρεπε το ζήτημα να κριθεί βάσει όσων ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλ­λόμενης απόφασης, υιοθετώντας την ειδικότερη ρύθμιση ότι οι θεσπισθείσες στις νέες (τότε) διατάξεις των άρθρων 518 § 2, 545 § 5 και 564 § 3 ΚΠολΔ προθεσμίες θα εφαρ­μόζονται και στις δημοσιευθείσες πριν την έναρξη ισχύος του νόμου εκείνου αποφάσεις, με αφετήριο απλώς χρο­νικό σημείο της προθεσμίας την εισαγωγή του ΚΠολΔ (βλ. Κουσούλη, ό.π., υπό το άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ, στον αρ. παρ, 4, σ. 2060, Μ. Μαργαρίτη, ό.π., υπό το άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ, στον αρ. παρ. 3, σ. 959, Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Η έφεση μετά τον ν. 4335/2015, Εισήγηση στο Σεμινάριο επιμόρφωσης δικαστικών λει­τουργών της 23ης-24ης Ιουνίου 2016). Κατά τα λοιπά, η γενική αρχή αυτή διαχρονικού δικαίου του άρθρου 24 § 1 του ΕισΝΚΠολΔ επαναλήφθηκε σχεδόν αυτολεξεί με τη διάταξη του άρθρου 72 § 4 του ν. 3994/2011. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 § 4 του ν. 3994/2011: «Το παρα­δεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμε­νων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημο­σιεύεται η απόφαση. Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εφαρ­μόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2», κατά δε τη διά­ταξη του άρθρου 72 § 2 του ιδίου ως άνω νόμου: «Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο». Ενόψει της θέσπισης των Μονο­μελών Εφετείων με τον ίδιο νόμο, ωστόσο (βλ. άρθρο 4 § 2 του ν. 3994/2011, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 του ΚΠολΔ), και της το πρώτον μεταβολής της αρμοδιότητας των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων κατά τα προβλεπόμενα στον νόμο αυτό (βλ. και άρθρο 17Α ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3994/2011), με τη διάταξη του άρθρου 72 § 13 του ν. 3994/2011 θεσπίστηκε και ειδικότερη διάταξη, σύμφωνα με την οποία: «Στην αρμοδιότητα των μονομελών δικα­στηρίων του άρθρου 19 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας υπάγονται οι εφέσεις που ασκούνται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων διαχρονικού δικαίου, με τις οποίες ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την έναρξη της ισχύος του ν. 3994/2011, προκύπτει ότι ειδικώς στο πεδίο των ενδίκων μέσων ίσχυσαν τα ακόλουθα κατά τη θέσπιση του ν. 3994/2011: Αν η έφεση κατά της προσβαλλόμενης από­φασης του Ειρηνοδικείου είχε ασκηθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 3994/2011 (βλ. άρθρο 77), ήτοι πριν τις 25.7.2011, οπότε και ο ανωτέρω νόμος δημοσιεύθηκε στο οικείο ΦΕΚ (ΦΕΚ A 165/25.7.2011), τότε έπρεπε να απευ­θυνθεί προς το καθ’ ύλην αρμόδιο, με βάση τις πρόίσχύσασες διατάξεις, Πολυμελές Πρωτοδικείο, από το οποίο και θα εκδικαζόταν. Αντιθέτως, αν η έφεση δεν είχε ασκη­θεί με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3994/2011, αρμόδιο καθ’ ύλην για την εκδίκασή της ήταν το μονομελές πρωτο­δικείο (βλ. άρθρο 17Α ΚΠολΔ) και δη ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 (βλ. ρητά ως άνω Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερ­χρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, 2012, β` έκδ., σ. 268,269). Είναι, βέβαια, αλη­θές ότι η διάταξη του άρθρου 72 § 13 του ν. 3994/2011, η οποία ρύθμισε ρητά το σχετικό ζήτημα κατά τον αμέσως ως άνω προεκτεθέντα τρόπο, αναφερόταν μόνο στο άρθρο 19 του ΚΠολΔ, ήτοι στα Μονομελή Εφετεία, ενώ­πιον των οποίων εκκαλούνταν πλέον οι αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ενώ παρέλειπε κατά τα λοιπά να κάνει ρητή μνεία και στο άρθρο 17Α του ΚΠολΔ, το οποίο είχε προστεθεί με τον ίδιο νόμο και αφορούσε στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκαλούντο οι αποφάσεις του Ειρηνοδικείου. Η προκαλούμενη από την ανωτέρω παράλειψη σύγχυση επιτεινό­ταν από το γεγονός ότι στη διάταξη του άρθρου 72 § 4 του ν. 3994/2011 εγένετο λόγος, μεταξύ άλλων, για ζητήματα παραδεκτού των ενδίκων μέσων, τα οποία κατά την ίδια διάταξη κρίνονταν με βάση το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί τότε το εύλογο ερώτημα, αν η καθ’ ύλην αρμοδιό­τητα (ως ζήτημα του παραδεκτού της άσκησης του ενδί­κου μέσου επί εκκαλουμένων αποφάσεων του Ειρηνοδι­κείου lato sensu) δεν διεπόταν από τις ρυθμίσεις της διά­ταξης του άρθρου 72 § 13 του ν. 3994/2011, αλλά ρυθμι­ζόταν με βάση το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμε­νης απόφασης. Μια τέτοια, ωστόσο, ερμηνεία θεωρήθηκε ότι θα ήταν εσφαλμένη και, όπως χαρακτηριστικά επισημάνθηκε (βλ. Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, Τ. I, υπό το άρθρο 17Α, στον αρ. 2, και υπό το άρθρο 19, στον αρ. 4) ένα εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από τη ρητή μνεία μόνο της διάταξης του άρθρου 19 του ΚΠολΔ στο άρθρο 72 § 13 του ν. 3994/2011«.. .στερείτο κάθε λογικού ερείσματος σκοπού» (σύμφωνος και ο Κρητικός, ό.π., σ. 269). Και πράγματι, ουδείς λόγος διαφοροποίησης υφίστατο ως προς τη ρύθμιση δύο ουσιωδώς όμοιων μεταξύ τους περιπτώσεων, ήτοι από τη μία πλευρά την αρμοδιό­τητα των Μονομελών Εφετείων ως δευτεροβαθμίων δικα­στηρίων και από την άλλη πλευρά την αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων ως δικαστηρίων του δεύτερου βαθμού, ώστε στη μία μεν περίπτωση η αρμοδιότητα να καθορίζεται με βάση το χρόνο άσκησης της έφεσης, ήτοι αναλόγως του αν αυτή ασκείται πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του ν, 3994/2011, στη δε δεύτερη περίπτωση με βάση το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης από­φασης. Όπως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 72 § 4 του ν. 3994/2011 μετέφερε στις μεταβατικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου το γενικό δια­χρονικό δίκαιο, το οποίο θεσπίζεται στο άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ, όπου και περιέχεται κατά τα προεκτεθέντα ομοίου περιεχομένου ρύθμιση. Από την ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, πάντως, προκύπτει ούτως ή άλλως ότι τα ρυθμιζόμενα σχετικώς ζητήματα αφορούν στο αν π.χ. μία απόφαση είναι δυνατό να εφεσιβληθεί ή να αναιρεσιβληθεί, αν είναι δυνατό να προταθεί ένας λόγος ως λόγος έφεσης ή αναίρεσης, αν μία ερήμην απόφαση είναι δυνατόν να προσβληθεί απευθείας με έφεση ή μόνο με αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, καθώς και ζητήματα σχετικά με την προθεσμία της άσκησης των ενδίκων μέσων (βλ. σχε­τικώς Κουσούλη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ. II, υπό το άρθρο 24 ΕισΝΚΠολΔ στους αρ. 2-4, όπου και παραπομπές στη νομολογία). Αντιθέτως, στο ζήτημα της αρμοδιότητας, αναφορικά με τα ένδικα μέσα, ο ν. 3994/2011 υιοθέτησε κατ’ ουσίαν τη λύση της διάτα­ξης του άρθρου 9 του ΕισΝΚΠολΔ, οι ρυθμίσεις της οποίας αποτελούν ομοίως εκδήλωση γενικής αρχής διαχρονικού δικονομικού δικαίου (ΑΠ 643/1994 ΕλλΔυη 1995.333), σύμφωνα με την οποία η αρμοδιότητα διέπεται αποκλειστικώς από τον ισχύοντα κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου βοηθήματος νόμο (βλ. σχετικώς Ματθία, Οι πρόσφατες δικονομικές τροποποιήσεις του ν. 2145/1993, ΕλλΔνη 1993. 975), εκτός και αν υπάρχει ρητή αντίθετη νομοθετική ρύθμιση (ΟλΑΠ 566/1986 Δ 1987. 687, Κουσούλης, ό.π., υπό το άρθρο 9 του ΕισΝΚΠολΔ, στους αρ. 1 και 2, Μ. Μαργαρίτης, ό.π., υπό το άρθρο 9 του ΕισΝΚΠολΔ, στους αρ. 1 και 2, σ. 951). Βάσει των ως άνω σκέψεων, μάλιστα, ως ήδη ανωτέρω εξετέθη, εγένετο δεκτό ότι η αναφορά του άρθρου 72 § 13 του ν. 3994/2011 μόνο στο άρθρο 19 του ΚΠολΔ και όχι και στο άρθρο 17Α αυτού οφείλετο σε πρόδηλη παρα­δρομή και ότι η διάταξη του άρθρου 72 § 13, η οποία σημειωτέον τύγχανε και ειδικότερη διάταξη έναντι αυτής του άρθρου 72 § 4 του ν. 3994/2011, ίσχυε και στην περί­πτωση των Μονομελών Πρωτοδικείων ως δευτεροβαθ­μίων δικαστηρίων (βλ. Αθ. Κρητικό, ό.π., σ. 269, Μ. Μαρ­γαρίτη, ό.π., υπό το άρθρο 17Α στον αρ. 2 και υπό το άρθρο 19 στον αρ. 4, Διαμαντόπουλο, Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις του ν. 3994/2011 στο δίκαιο των ενδίκων μέσων και της αναγκαστικής εκτελέσεως, ΝοΒ 2012.12 επ. και ιδίως στη σ. 15, Απαλλαγάκη, Η διαγνωστική δίκη και η αναγκαστική εκτέλεση κατά τον ΚΠολΔ, Συμπλή­ρωμα ερμηνείας του ΚΠολΔ μετά τις τροποποιήσεις του ν. 3994/2011, σ. 47-48). Σε κάθε περίπτωση, από την ανω­τέρω αναδρομή στις ρυθμίσεις του ν. 3994/2011, προκύ­πτει ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας του δικαστηρίου για την κρισιολόγηση ενδίκου μέσου, επί μεταβολής αυτής με ειδικότερη νομοθετική δικονομική διάταξη, δεν ρυθμί­στηκε στην ανωτέρω περίπτωση με αναγωγή στην γενική διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ ή στην ειδικότερη διάταξη του άρθρου 72 § 4 του ν. 3994/2011, που κατ’ ουσίαν την επαναλαμβάνει, αλλά με ειδικότερη ρητή νομοθετική διάταξη, ήτοι αυτή του άρθρου 72 § 13 του ν. 3994/2011, που κατ’ ουσίαν αποδίδει στο πεδίο των ενδίκων μέσων τη γενική διαχρο­νικού δικαίου ρύθμιση του άρθρου 9 του ΕισΝΚΠολΔ. Συνεπώς, η επίκληση του ν. 3994/2011 και της ειδικότε­ρης διάταξης του άρθρου 72 § 4 του νόμου αυτού, στην εδώ εξεταζόμενη περίπτωση της αρμοδιότητας για την κρίση επί της ασκούμενης μετά την 1.1.2016 ανακοπής επί εκδοθείσας πριν την 1.1.2016 διαταγής πληρωμής, ουδέν εισφέρει υπέρ της αντίθετης άποψης, αντιθέτως δε, παρέχει επιπλέον έρεισμα στην υιοθετούμενη από το παρόν δικαστήριο θέση ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας κρίνεται αποκλειστικώς βάσει του χρόνου άσκησης του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής και όχι βάσει του χρό­νου έκδοσης της προσβαλλόμενης με την ανακοπή πρά­ξης. Σε αντίθεση με τον ν. 3994/2011, εξάλλου, κατά τη θέσπιση του ν. 4055/2012, στη διάταξη του άρθρου 110 του τελευταίου αυτού νόμου, με το οποίο θεσπίστηκαν ειδικές μεταβατικές διατάξεις, δεν συμπεριελήφθη ειδική πρόβλεψη ως προς το άρθρο 14 του νόμου αυτού, με το οποίο είχε μεταβληθεί, μεταξύ άλλων, η καθ’ ύλην αρμο­διότητα του δικαστηρίου της ανακοπής. Ελλείψει ειδικό­τερης ρύθμισης, συνεπώς, ήταν εύλογη κατ’ αρχάς η επί­κληση της διάταξης του άρθρου 113 του ίδιου νόμου, η οποία, ωστόσο, ήταν γενική και όριζε ότι: «Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από την 2α Απριλίου 2012, εκτός των διατάξεων του άρθρου 110, στις οποίες ορίζεται δια­φορετικός χρόνος έναρξης ισχύος». Για τον λόγο αυτό, θα μπορούσε πράγματι να υποστηριχθεί ότι ως προς το ειδι­κότερο ζήτημα της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, τα ζητήματα αρμοδιότητας, όπως και τα ζητήματα εν γένει παραδεκτού της ασκήσεως τέτοιας ανακοπής, δεν ήταν δυνατό να ρυθμισθούν επαρκώς από τη γενική διάταξη του άρθρου 113 του ν. 4055/2012, υφισταμένου για τον λόγο αυτό κενού, η πλήρωση του οποίου θα έπρεπε να λάβει χώρα δυνάμει της διάταξης του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ ως προς τα ζητήματα διαχρονικού δικαίου, εφόσον ήθελε υιοθετηθεί η άποψη ότι η εν λόγω διάταξη αφορούσε όχι μόνο στα ένδικα μέσα, αλλά και στο ένδικο βοήθημα της ανακοπής, όπερ αμφίβολο κατά τα προεκτεθέντα. Με επίκληση, βέβαια, των διατάξεων του άρθρου 72 § 13 του ν. 3994/2011 και 9 του ΕισΝΚΠολΔ, εξίσου υποστηρίξιμη ήταν και η αντίθετη θέση (πρβλ. και ΜΠρΧαν 41/2013 ΕΠολΔ 2013. 400 σύμφωνα με την οποία στον ν. 4055/2012 δεν ρυθμίζονται ζητήματα δια­χρονικού δικαίου και ανακύπτει για τον λόγο αυτό ζήτημα εφαρμογής του νόμου αυτού και στις ανακοπές κατά δια­ταγών πληρωμής, που έχουν ασκηθεί πριν από τη θέσπισή του και έχουν εισαχθεί με τη διαδικασία διάγνω­σης της διαφοράς από την απαίτηση, που ελλείψει μετα­βατικής διάταξης και βάσει του σκοπού του νόμου πρέπει να επιλυθούν με υιοθέτηση της άποψης ότι οι ρυθμίσεις του ν. 4055/2012 καταλαμβάνουν και τις υποθέσεις που εκκρεμούν. Στην ίδια κατεύθυνση και Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ - Οι τροποποιήσεις του ν. 4055/2012, υπό το άρθρο 643, στον αριθ. 2, σ. 96). Σε κάθε περίπτωση, στην περίπτωση του ν. 4335/2015, η κατάσταση διαμορφώνεται διαφορετικά, αφού με τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 2 διελήφθη ειδικότερη ρύθμιση, ορίζουσα ότι οι σχετικές με τα ένδικα μέσα διατάξεις, αλλά και τις ειδι­κές διαδικασίες των άρθρων 591-645 διατάξεις εφαρμό­ζονται στα κατατιθέμενα μετά την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές (βλ. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Η έφεση μετά τον ν. 4335/2015, Εισήγηση στο Σεμινάριο επιμόρφωσης δικαστικών λειτουργών της 23ης-24ης Ιουνίου 2016 ως προς την ειδικότητα της ανωτέρω διάταξης σε σχέση με αυτήν του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ). Για την ασκού­μενη, δηλαδή, όπως η αγωγή, ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η εκδίκασή της κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών επιτάσσει την εφαρμογή της ειδικής διαχρονικού δικαίου ρύθμισης του άρθρου 1 άρθρου ένατου § 2 του ν. 4335/2015, σύμφωνα με την οποία οι κατατιθέμενες μετά την 1.1,2016 αγωγές (και συνεπώς και ανακοπές κατά διαταγών πληρωμής, που εκδικάζονται με την προμνησθείσα ειδική διαδικασία), διέπονται από τις νέες διατάξεις, που θεσπίστηκαν με τον ν. 4335/2015, χωρίς να υιοθετείται ως σωρευτική προϋ­πόθεση η έκδοση και της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής υπό την ισχύ των νέων διατάξεων. Συνεπώς, η προσφυγή στη γενική διαχρονικού δικαίου ρύθμιση του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ για το ζήτημα της αρμοδιότη­τας δεν κρίνεται ορθή, ενόψει του ότι η ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα και όχι ένδικο μέσο, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη, αλλά και σε κάθε περίπτωση (ήτοι και υπό την υιοθέτηση της κατ` αρχήν εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ και στις ανακοπές) ενόψει της ειδικότερης κατά τα ως άνω διάταξης μεταβατικού δικαίου του ν. 4335/ 2015. Ακόμα, άλλωστε, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η περί ειδι­κών διαδικασιών ρύθμιση του άρθρου 1 άρθρου ένατου του ν. 4335/2015 δεν αφορά σε ανακοπές, αλλά μόνο σε αγωγές και εντεύθεν καταλείπεται κενό, άποψη που πάντως δεν υιοθετείται από το παρόν Δικαστήριο, το κενό αυτό, ακόμα και με την υιοθέτηση της άποψης ότι καλούνται σε εφαρμογή οι μεταβατικές περί ενδίκων μέσων διατάξεις, θα έδει και πάλι να καλυφθεί κατά την ειδικότερη περί ενδίκων μέσων διάταξη του ν. 4335/2015, που περιέχεται στο ίδιο κατά τα ως άνω άρθρο 1 άρθρο ένατο § 2 του ν. 4335/2015 και όχι με τη γενική διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ. Με τη διάταξη αυτή, όμως, εγκαταλείπεται η γενική διαχρονική αρχή του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ στην περίπτωση των ενδίκων μέσων και υιοθετείται κατ’ ουσίαν η ρύθμιση του άρθρου 9 του ΕισΝΚΠολΔ και του άρθρου 72 § 13 του ν. 3994/2011 ως προς το ζήτημα της αρμοδιότητας και της διαδικασίας, ρητώς οριζομένου ότι οι νέες διατάξεις διέπουν άπαντα τα κατατιθέμενα μετά την 1.1.2016 ένδικα μέσα, ανεξαρτή­τως χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφα­σης (ή ευ προκειμένω διαταγής). Σε διαφορετική περί­πτωση, άλλωστε, οι ήδη καταργηθείσες με του ν. 4335/2015 διατάξεις του ΚΠολΔ, θα επιβίωναν για πολλά ακόμα έτη, μέχρις εξαντλήσεως των πολυάριθμων ανακο­πών, που έχουν κατατεθεί μεν μετά την 1.1.2016, αφο­ρούν, ωστόσο, διαταγές πληρωμής προηγουμένων ετών, εκδοθείσες μέχρι τις 31.12.2015. Τούτο, ωστόσο, αντίκειται στη σαφή νομοθετική βούληση για την κατά το δυνατό άμεση εφαρμογή των νέων διατάξεων προς επιτάχυνση των οικείων δικών, εξαιρουμένων των ήδη εκκρεμών υπο­θέσεων, όπου και, άλλωστε, ισχύει ο κανόνας του αμετά­βλητου της αρμοδιότητας. Επιπλέον, η υιοθέτηση της αντίθετης άποψης, θα καθιστούσε εσφαλμένη την ήδη αποτελούσα πρακτική των δικαστηρίων να προσδιορί­ζουν τις κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 ανακοπές συλ­λήβδην στο πινάκιο των περιουσιακών διαφορών. Υπό την αντίθετη, δηλαδή, εκδοχή, για τις έως τις 31.12.2015 εκδοθείσες διαταγές πληρωμής, θα έπρεπε και οι κατατι­θέμενες μετά την 1.1.2016 ανακοπές να δικάζονται με την παλαιά διαδικασία και να προσδιορίζονται στα παλαιά πινάκια των ανακοπών εκάστου Πρωτοδικείου, με σημα­ντική καθυστέρηση ως προς τον προσδιοριζόμενο χρόνο συζητήσεώς τους στην περίπτωση αυτή, γεγονός που αντίκειται στη σαφή και πολλαπλώς πλέον εκπεφρα­σμένη νομοθετική βούληση για επιτάχυνση. Η από την αντίθετη άποψη επίκληση ως επιχειρήματος της περί­πτωσης του άρθρου 630Α ΚΠολΔ και των όσων τελικώς εγένοντο δεκτά μετά την υιοθέτησή της, ήτοι ότι εφαρμό­ζεται μόνο στις εκδοθείσες μετά τη θέσπιση της εν λόγω διάταξης διαταγές πληρωμής, δεν εμφανίζει επαρκείς ομοιότητες με την εν προκειμένω εξεταζόμενη. Κατ` αρχάς δεν αφορά σε ζήτημα παραδεκτού του ενδίκου βοηθήμα­τος της ανακοπής ή σε ζήτημα αρμοδιότητας προς κρίση της εν λόγω ανακοπής, αλλά σε ζήτημα κύρους της ίδιας της διαταγής, κρινόμενο από το αρμόδιο δικαστήριο με επίκληση σχετικού λόγου ανακοπής (βλ. Στ. Πανταζόπουλο, ό.π., σ. 110 επ.). Περαιτέρω, ακόμα και για την επίλυση των ζητημάτων διαχρονικού δικαίου, που αυέκυψαν με τη θέσπιση του άρθρου 630Α του ΚΠολΔ με τον ν. 2819/2000, κατέστη αναγκαία όχι τόσο η επίκληση της διάταξης του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, αλλά του λογικού επιχειρήματος ότι διαφορετική προσέγγιση θα έθετε σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση τους δικαιούχους, υπέρ των οποίων θα είχε εκδοθεί η διαταγή πληρωμής (και σε βάρος των οποίων θα είχε ήδη εξαντληθεί η προθεσμία επίδοσης ή θα απέμενε ελάχιστος χρόνος προς επί­δοση), του γραμματικού ερμηνευτικού επιχειρήματος ότι ο νόμος ομιλούσε για χρόνο (δύο μηνών) προς επίδοση της διαταγής πληρωμής «από την έκδοσή της», υπονοώ­ντας σαφώς ότι και η έκδοση της διαταγής πληρωμής θα έπρεπε να είχε λάβει χώρα υπό το καθεστώς της νέας διά­ταξης του άρθρου 630Α ΚΠολΔ, καθώς και του επιχειρή­ματος εκ του άρθρου 22 § 1 εδ. β` του ν. 2915/2001, με τον οποίο η τότε θεσπισθείσα υποχρέωση επίδοσης της αγωγής εντός τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, κατά το τότε άρθρο 229 § 1 ΚΠολΔ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 6 του ν. 2915/2001, άρχιζε ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (και όχι από την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής - βλ. αναλυτικά για όλα τα ανωτέρω Στ. Πανταζόπουλο, ό.π., σ. 110, ΜΠρΠειρ 782/2002 ΑρχΝ 2002. 201, πρβλ., ωστόσο, και ΜΠρΘεσ 18750/2000 Αρμ 2003. 247). Συνεπώς, η περί­πτωση του άρθρου 630Α του ΚΠολΔ, αφορώσα ένα διά­φορο και ανόμοιο ζήτημα και δη μη αναγόμενο στο παρα­δεκτό του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής και στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου προς εκδίκασή του, ακόμα και αν διαπιστωνόταν σχετικό κενό στη ρύθ­μιση των ζητημάτων διαχρονικού δικαίου της ανακοπής, που σημειωτέου εν προκειμένω δεν καταφάσκεται ως προς το ειδικότερο ζήτημα της αρμοδιότητας από το παρόν Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να στηρίζει τη βάση μίας αναλογίας. Τέλος, ούτε το επιχείρημα, που αφορά στα ζητήματα των κατ’ ιδίαν λόγων της ανακοπής, μπορεί να αποτελέσει επαρκές επιχείρημα για την υιοθέτηση της αντίθετης άποψης. Ως ήδη ανωτέρω εξετέθη, κατά την αντίθετη σχετικώς άποψη, η υιοθετούμενη από το παρόν Δικαστήριο άποψη οδηγεί σε άτοπα, όπως καταδεικνύε­ται από το γεγονός ότι με διαφορετική θεώρηση θα αξιώ­νεται πχ η αναγραφή του ΑΦΜ του ανακόπτουτος στο δικόγραφο της ανακοπής σύμφωνα με τα νέα άρθρα 591 και 118 ΚΠολΔ, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο στοιχείο (ΑΦΜ) δεν ήταν αναγκαίο βάσει του πρόίσχύσαντος (προ του ν. 4335/2015) δικαίου για την ίδια τη δια­ταγή πληρωμής και απαιτείται πλέον για την έκδοση της ίδιας της διαταγής πληρωμής. Ωστόσο, όπως ήδη ανω­τέρω καταδείχθηκε στην περίπτωση του άρθρου 630Α του ΚΠολΔ, αποτελεί διαφορετικό ζήτημα η καθ’ ύλην αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής ή και αυτό το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου (πχ η προθεσμία, η τηρητέα διαδικασία κ.ο.κ.) και διαφορετικό ζήτημα ο ασκούμενος μέσω της ανακοπής έλεγχος της ορθότητας της έκδοσης της προ­σβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Το τελευταίο αυτό ζήτημα, δηλαδή, ανάγεται στον έλεγχο της ορθότητας της έκδοσης της ίδιας της διαταγής πληρωμής και δεν είναι δυνατό παρά να λαμβάνει χώρα με τα κριτήρια, που ίσχυαυ, καθ’ ου χρόνο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, στο μέτρο, μάλιστα, που στις νεότερες διατάξεις δεν προσδίδεται ρητή αναδρομική ισχύς. Σε διαφορετική περίπτωση, άλλωστε, δεν θα μπορούσε να γίνει καν λόγος για έλεγχο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Σύμφωνα με την κρατούσα σχετικώς άποψη, άλλωστε, το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής, για τον λόγο δε αυτό μπορούν να προταθούν μόνον ισχυρισμοί, που θα μπορούσαν να προταθούυ από τον ανακόπτοντα, αν αυτός λάμβανε μέρος στη δια­δικασία έκδοσης της διαταγής πληρωμής και αφορούν στη συνδρομή των ουσιαστικών και δικονομικών προϋ­ποθέσεων για την έκδοσή της (βλ. Στ. Πανταζόπουλο, ό.π., σ. 26-27, Μ. Μαργαρίτη, ό.π., υπό το άρθρο 632, στους αρ. παρ. 15 επ.), όπως αυτές προδήλως τύγχαναν διαμορφωμένες κατά τον χρόνο έκδοσής της (βλ. ΑΠ 1366/2008, ΑΠ 667/2007 ΕλλΔνη 2007.789, ΑΠ 901/2006 ΕλλΔνη 2009. 124, πρβλ., ωστόσο, και εν μέρει αμφισβήτηση της άποψης αυτής σε Στ. Πανταζό­πουλο, ό.π., σ. 28 επ.). Η ανακοπή κατά διαταγής πληρω­μής, τέλος, ασφαλώς και δεν αποτελεί ένδικο μέσο (ΑΠ 269/2000 ΕλλΔνη 2000. 989, ΕφΑΘ 2346/2001 ΔΕΕ 2001. 732). Τηρουμένων των αναλογιών, ωστόσο, κατά τον ίδιο τρόπο, που και κατά την εκδίκαση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, η ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στο στάδιο πριν την τυχόν εξαφάνιση της τελευταίας, κρίνεται βάσει του νόμου, που ίσχυε στον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι κατά του χρόνο δημοσίευσης της απόφασης επί του ενδίκου μέσου (βλ. άρθρο 533 § 2 ΚΠολΔ), κατά τον ίδιο τρόπο και ο έλεγχος της ορθότητας της έκδοσης της δια­ταγής πληρωμής, ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης, δεν μπορεί παρά να λάβει χώρα βάσει του ισχύουτος νομοθε­τικού καθεστώτος στον χρόνο έκδοσης αυτής. Τούτο εν τέλει αποτελεί την πεμπτουσία του ασκούμενου δια της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής ελέγχου, που είναι ο έλεγχος της κατά του χρόνο έκδοσης της διαταγής πλη­ρωμής συνδρομής ή μη των νομίμων προϋποθέσεων έκδοσής της βάσει της σχετικής αίτησης. Συνεπώς, ο έλεγχος αυτός δεν μπορεί να λάβει χώρα με την κατά τρόπο πρωθύστερο αναγωγή σε επακολουθήσασα νομο­θετική μεταβολή (πχ αυτή βάσει της οποίας ζητείται η αναγραφή ΑΦΜ), αφού αυτό θα ισοδυναμούσε με επι­βολή της υποχρέωσης τήρησης των προϋποθέσεων μιας μελλοντικής και άδηλης ως προς το περιεχόμενό της διά­ταξης, ήτοι με μία επιβολή υποχρέωσης στα αδύνατα. Εν τέλει, ο έλεγχος του κύρους της εκδοθείσας πριν την 1.1.2016 διαταγής πληρωμής θα λάβει χώρα υπό το πρί­σμα του νομοθετικού καθεστώτος, που ίσχυε στον χρόνο έκδοσής της, οι μετά την 1.1.2016 κατατιθέμενες αιτήσεις για έκδοση διαταγής πληρωμής θα κρίνονται βάσει των ισχυόντων μετά τον ν. 4335/2015, ενώ η αρμοδιότητα θα κριθεί αποκλειστικά βάσει του χρόνου κατάθεσης της ανακοπής. Το γεγονός, εξάλλου, ότι κατά τον χρόνο έκδο­σης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής δεν απαιτείτο η αναγραφή ΑΦΜ του καθού η έκδοση αυτής και εν συνεχεία ανακόπτοντος, ενώ εν προκειμένω απαιτείται για την άσκηση της οικείας ανακοπής και το στοιχείο αυτό, δεν αποτελεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου άτοπο, αλλά αποτέλεσμα απλώς της εφαρμογής των νεό­τερων διατάξεων, που τέθηκαν σε ισχύ στον ενδιάμεσο χρόνο. Το κύρος της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής χωρίς την αναγραφή του εν λόγω στοιχείου δεν θίγεται σε κάθε περίπτωση, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, η σχετική υποχρέωση δεν υπήρχε κατά τον χρόνο έκδοσης της διαταγής, βάσει του οποίου και μόνο κρίνεται η ορθότητα της έκδοσής της. Το γεγονός ότι ο ανακόπτων βαρύνεται με την αναγραφή των εν λόγω στοιχείων στην ανακοπή του αποτελεί αποτέλεσμα εφαρμογής της νεότερης διάταξης και ο ανακόπτων δεν αντιμε­τωπίζει περισσότερα προβλήματα από αυτά, που αντιμε­τωπίζει κάθε ενάγων (ή έστω κάθε δικονομικώς αμυνόμε­νος), ο οποίος πιθανώς αγνοεί το σχετικό στοιχείο κατά τη σύνταξη της αγωγής του και ο οποίος, άλλωστε, παραλείποντας την αναφορά του, δύναται να κληθεί να το συμπληρώσει, χωρίς να δημιουργείται απαράδεκτο από την παράλειψή του.
Με την υπό κρίση, από 22.1.2016 και με αρ. εκθ. καταθ. 735/29.1.2016 ανακοπή της, η ανακόπτουσα ζητεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει σε αυτήν, να ακυρω­θεί η υπ’ αριθμ. 17.364/2015 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε ως εγγυήτρια για τις απορρέουσες από την αναφερόμενη σε αυτήν σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, να καταβάλει στην καθής η ανακοπή και δη εις ολόκληρου με την πρωτοφειλέτρια και τους λοιπούς εγγυητές το ποσό των τριακοσίων εξήντα εννέα χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι τριών λεπτών του ευρώ (369.544,23 ευρώ), πλέον τόκων υπερημερίας και τόκων εξ ανατοκισμού από 11.3.2013, καθώς και εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, ωστόσο, η υπό κρίση ανακοπή αναρμοδίως εισάγεται προς εκδίκαση στο παρόν δικαστήριο. Ειδικό­τερα, η υπό κρίση ανακοπή έχει κατατεθεί στη Γραμμα­τεία του παρόντος Δικαστηρίου μετά την 1.1.2016, ήτοι στις 29.1.2016, η δε απαίτηση για την οποία έχει εκδοθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ανέρχεται στο ποσό των 369.544,23 ευρώ, ήτοι σε ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 250.000 ευρώ (βλ. άρθρο 14 § 2 ΚΠολΔ), μέχρι του οποίου υφίσταται αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου για την ένδικη απαίτηση. Δυνάμει της διάτα­ξης του άρθρου 632 § 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, ωστόσο, κριτήριο για την περί της αρμοδιό­τητας ρύθμιση στην περίπτωση της ανακοπής κατά δια­ταγής πληρωμής δεν αποτελεί πλέον το εκδόν την προ­σβαλλόμενη διαταγή πληρωμής δικαστήριο (Ειρηνοδι­κείο ή Μονομελές Πρωτοδικείο), αλλά το ύψος της απαί­τησης, για την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα η καθ’ ύλην αρμοδιότητα να κατανέμεται μεταξύ Ειρηνοδικείου, Μονομελούς Πρωτο­δικείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Στην προκειμένη περίπτωση, συνεπώς, όπου καθ’ ύλην αρμόδιο για την απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη δια­ταγή πληρωμής, τυγχάνει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το ίδιο δικαστήριο τυγχάνει αρμόδιο και για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της οικείας διαταγής πληρωμής. Η ένδικη περίπτωση, εξάλλου, υπόκειται στο ratione temporis πεδίο εφαρμογής του ν. 4335/2015 και δη παρά το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί πριν την 1.1.2016, ήτοι εντός του 2015. Κατά την άποψη, δηλαδή, που προκρίνει ως ορθότερη το παρόν Δικαστήριο, και η οποία αναλυτικά εκτίθεται στην προπαρατιθέμενη μείζονα πρόταση, προϋπόθεση εφαρμογής των νέων διατάξεων αναφορικά με την αρμοδιότητα και τη διαδικασία εκδίκα­σης της ανακοπής δεν αποτελεί και η έκδοση της διαταγής πληρωμής υπό την ισχύ των διατάξεων του ν. 4335/2015.
Εν προκειμένω, δευ υφίσταται νομοθετικό κενό, ούτε καταλείπεται πεδίο εφαρμογής στη διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, αναφορικά με τα ειδικότερα ως άνω ζητή­ματα, λόγω της φύσης της ανακοπής ως ενδίκου βοηθή­ματος και όχι ενδίκου μέσου και σε κάθε περίπτωση λόγω των ειδικότερων μεταβατικού δικαίου ρυθμίσεων της διά­ταξης του άρθρου 1 άρθρου ένατου § 2 του υ. 4335/2015. Τούτο, άλλωστε, εμμέσως προκύπτει και από την εισα­γωγή της υπόθεσης προς εκδίκαση κατά τη νεότευκτη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ενώ συνεπής εφαρμογή της αντίθετης άποψης, περί τη μη εφαρμογή των διατάξεων του υ. 4335/2015 ενόψει του χρόνου έκδο­σης της διαταγής, θα προϋπέθετε τη μη εφαρμογή της εν λόγω διαδικασίας και την εισαγωγή της υπόθεσης προς εκδίκαση με την πάλαι ποτέ διαδικασία των ανακοπών ή την τακτική διαδικασία, εφαρμοζομένων και των αποκλί­σεων των άρθρων 643 και 591 § 1 περ. α` του ΚΠολΔ, ως ίσχυαν πριν τον ν. 4335/2015, γεγονός που σημειωτέον θα κατέληγε σε προσδιορισμό πολύ πιο μακρινής δικασίμου και εντεύθεν σε καθυστέρηση της διαδικασίας, παρά τη σαφή περί του αντιθέτου, σχετική νομοθετική βούληση. Κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας της συνδρομής της διαδικαστικής προϋποθέσεως της καθ’ ύλην αρμοδιό­τητας, συνεπώς, πρέπει το Δικαστήριο να κηρύξει εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο και να παραπέμψει την υπό κρίση υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτο­δικείο Θεσσαλονίκης (άρθρο 46 ΚΠολΔ). Ευόψει, τέλος, του οριστικού χαρακτήρα της σχετικής παραπεμπτικής απόφασης (ΑΠ 510/1982 ΝοΒ 31. 352, ΕφΚρ 502/1991 Αρμ 1992. 744, ΕφΑΘ 2132/1989 Αρμ 1990. 255, ΕφΑΘ 2339/1982 ΕλλΔνη 1992. 397, ΠΠρΡοδ 107/2003 ΤΝΠ- Νόμος), αλλά και της ιδιαιτέρως δυσχερούς ερμηνείας των εφαρμοσθέυτωυ κατά τα ως άνω κανόνων δικαίου τα δικα­στικά έξοδα των διαδίκωυ για την παρούσα δίκη απαιτεί­ται να συμψηφισθούν στο σύνολό τους (άρθρα 179 και 191 § 2 σε συυδ. με άρθρο 591 § 1 ΚΠολΔ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis