Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Συμψηφισμός στο δικαστήριο.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 132/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου- εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Συμψηφισμός. Βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων, ώστε αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός να μην επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ένστασης, με την οποία και μόνο ενεργεί. Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση «εξόφλησης» διά του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο. 

 Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 και 442 ΑΚ προκύπτει ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος επιφέρει την, δια συνυπολογισμού, απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ’ αντικείμενο, και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων, συντελείται με δήλωση μονομερή απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατό να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Κατά το χρόνο επικλήσεως του συμψηφισμού πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 633/2015, 1617/2009). Βασικό δηλαδή στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαιτήσεως. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ενστάσεως, με την οποία και μόνο ενεργεί (άρθρο 442 ΑΚ). Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση "εξοφλήσεως" διά του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 450/2013). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 869/2011).

 Εν προκειμένω το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε -εκτός των άλλων- τα εξής, εν σχέσει με την υποβληθείσα από τον εναγόμενο- εφεσίβλητο ένσταση συμψηφισμού: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, δικηγόρος Αθηνών, συνδεόταν από ετών με πολύ στενή φιλική σχέση με τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, επίσης δικηγόρο Αθηνών, του οποίου το δικηγορικό γραφείο στεγάζεται στο ευρισκόμενο επί της οδού ..., διαμέρισμα, της συγκυριότητας του ίδιου και της συζύγου του (...). Κατά το έτος 1991, εξαιτίας συμπλοκών που εκδηλώθηκαν στην Αθήνα, εκδηλώθηκε πυρκαγιά από εμπρησμό στο ευρισκόμενο, επίσης στην Αθήνα και επί της οδού ..., κτίριο γραφείων όπου ευρίσκετο και το δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος, το οποίο εξ αυτού του λόγου, υπέστη σημαντικές φθορές που κατέστησαν ανέφικτη τη χρήση του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να ζητήσει από τον εναγόμενο, και ο εν λόγω διάδικος να αποδεχθεί, να φιλοξενήσει τον ενάγοντα στο δικό του γραφείο, ώσπου να μπορέσει να επανέλθει στο ως άνω δικηγορικό του γραφείο. Πράγματι, έκτοτε, ο ενάγων εγκαταστάθηκε στο χώρο υποδοχής του δικηγορικού γραφείου του εναγομένου, ο οποίος, λόγω της άρτιας νομικής κατάρτισης του ενάγοντος, άρχισε να χρησιμοποιεί τις γνώσεις του στο χειρισμό των υποθέσεων που του ανέθεταν οι πελάτες του, ενώ παράλληλα, ανέθετε και στον ίδιο τον ενάγοντα, έναντι αμοιβής αυτού, τον χειρισμό υποθέσεων, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τον εν λόγω διάδικο (...). Περαιτέρω, από τις 20-9-2000 και μέχρι τις 10-4-2009, ο ενάγων, έχων ηθική υποχρέωση έναντι του εναγομένου λόγω της παρασχεθείσας φιλοξενίας στο δικηγορικό του γραφείο και της στενής φιλικής τους σχέσεως, κατέβαλε σε αυτόν τμηματικά, δυνάμει των μεταξύ τους καταρτισθεισών προφορικά συμβάσεων άτοκου δανείου, διάφορα χρηματικά ποσά, συμποσούμενα σε 11.490,90 ευρώ για την αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών του εναγομένου, ο δε τελευταίος απέδωσε στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 1.465 ευρώ και εξακολουθεί να του οφείλει το υπόλοιπο, ύψους 10.025,90 ευρώ. Επισημαίνεται ότι το αμέσως αναφερθέν ύψος της οφειλής του εναγομένου έναντι του ενάγοντος, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από τον τελευταίο, αλλά αντιθέτως συνομολογήθηκε, όπως προκύπτει από την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανώμοτη εξέταση του εν λόγω διαδίκου. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι, από τον Απρίλιο του έτους 2009, οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις άρχισαν να διαταράσσονται λόγω της αρνήσεως του εναγομένου να αποδώσει στον ενάγοντα έστω και τμήμα του οφειλόμενου από εκείνον ως άνω ποσού, παροξύνθηκαν δε στις 19-9-2009, οπότε και, κατόπιν της αρνήσεως του ενάγοντος να χορηγήσει στον εναγόμενο νέο δάνειο ποσού 200 ευρώ, ο τελευταίος του ζήτησε να αποχωρήσει από το γραφείο του, όπως και πράγματι συνέβη στις 21-9-2009, ο δε ενάγων παρέδωσε στον αντίδικό του τα κλειδιά του γραφείου του. Εν συνεχεία, ο ενάγων επέδωσε στον εναγόμενο, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../28-9-2009 εκθέσεως επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ., την από 24-9-2009 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωση, με την οποία του ζητούσε να του καταβάλει, εντός 30 ημερών από την επίδοση αυτής, το συνολικό ποσό των 9.772 ευρώ που του οφείλει από τις άτυπες χρηματικές διευκολύνσεις που ο εναγόμενος τον ανάγκασε να του καταβάλει, ενώ με την από 25-10-2009 εξώδικη συμπληρωματική-διορθωτική δήλωση του ενάγοντος, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../10-11-2009 εκθέσεως επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, ο ενάγων προέβη σε διόρθωση του συνολικά οφειλόμενου σε εκείνον ποσού από 9.772 ευρώ σε 10.025,90 ευρώ, την επιδίκαση του οποίου αιτείται και με την ένδικη αγωγή. Σε απάντηση των ανωτέρω εξώδικων δηλώσεων του ενάγοντος, ο εναγόμενος απέστειλε προς αυτόν, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../16-11-2009 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Α., την από 11-11-2009 εξώδικη απάντηση-δήλωση-διαμαρτυρία, στην οποία, αφού ιστορούσε ότι ο ενάγων παρέμεινε στο δικηγορικό του γραφείο από το Φεβρουάριο του έτους 1991 έως και Μάρτιο του έτους 2003 χωρίς να πληρώνει απολύτως τίποτε για ενοίκιο, κοινόχρηστα, ΔΕΗ, γραφική ύλη, έπιπλα, ενώ δεν είχε καν δική του τηλεφωνική γραμμή και χρησιμοποιούσε εκείνη του εναγομένου, ότι παρέμεινε στο γραφείο του αντί για δύο ή τρεις μήνες, όπως είχε υποσχεθεί αρχικά, επί 12 έτη χωρίς να καταβάλει το παραμικρό ποσό, ότι ο ίδιος ο εναγόμενος του ανέθετε ελέγχους τίτλων αλλά και άλλες υποθέσεις, για τις οποίες έλαβε αμοιβή, ότι από την εξοικονόμηση των δαπανών συντηρήσεως γραφείου και τις επ’ αμοιβή υποθέσεις που χειρίστηκε προέβη κρυφίως σε αγορά διαμερίσματος, ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2001, οπότε και αυξήθηκαν οι οικογενειακές δαπάνες του εναγομένου λόγω των σπουδών της μεγαλύτερης θυγατέρας του, ζήτησε από τον ενάγοντα να του καταβάλει τα μισά έξοδα του γραφείου και ποσό ως μίσθωμα και ότι κατόπιν του ίδιου αιτήματος του εναγομένου περί τα τέλη Μαρτίου του έτους 2003, ο ενάγων αποδέχθηκε να καταβάλει μηνιαίως στον ενάγοντα το ποσό των 150 ευρώ για έξοδα γραφείου και μίσθωμα αυτού, ενώ ταυτόχρονα συνομολογούσε ότι πράγματι έλαβε από τον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό δανείου, προέβαλε προς συμψηφισμό τη δική του ανταπαίτηση ποσού 13.165 ευρώ, που αφορούσε, όπως διετείνετο, στα οφειλόμενα, εκ μέρους του ενάγοντος, μισθώματα κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 και μέχρι 21-9-2009, ύψους 150 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 11.700 ευρώ, στο οποίο πρόσθεσε και το τμηματικά, εκ μέρους του, καταβληθέν ποσό των 1.465 ευρώ, προς τούτο δε ζήτησε να του καταβάλει ο ενάγων το ποσό των 1.174,10 ευρώ εντός δέκα ημερών από την επίδοση του εξωδίκου του. Την ανωτέρω εξώδικη δήλωση συμψηφισμού προς τον ενάγοντα, ο εναγόμενος επικαλέστηκε και πρωτοδίκως, αλλά και επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, προς απόκρουση της ένδικης εφέσεως. Σύμφωνα, όμως, με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η εν λόγω δήλωση εξωδίκου συμψηφισμού δεν αποτελεί ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση εξοφλήσεως (άρθρα 440, 441, 416 ΑΚ), η οποία αντιμετωπίζεται όπως οι κοινές ενστάσεις του δικονομικού δικαίου και δεν απολαμβάνει της ιδιαίτερης δικονομικής μεταχειρίσεως της ενστάσεως συμψηφισμού (άρθρο 442 ΑΚ), ούτε επιφέρει τα άλλα αποτελέσματα (άρθρο 221 παρ. 2 ΚΠολΔ), που ο νόμος αναγνωρίζει στην τελευταία, συνίσταται δε στο ότι έχει εξοφληθεί η επίδικη, ήδη ληξιπρόθεσμη απαίτηση του ενάγοντος για καταβολή του ποσού των 10.025,90 ευρώ από άτοκο δάνειο, ως αποσβεσθείσα στο σύνολο της, αφού καλύπτεται από την ανταπαίτηση του εναγομένου για οφειλόμενα μισθώματα κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 και μέχρι 21-9- 2009, ύψους 150 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 11.700 ευρώ, καθώς και από την εκ μέρους του καταβολή στο ενάγοντα τμηματικά του ποσού των 1.465 ευρώ. Πλην, όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του εναγομένου και δη ότι περί τα τέλη του μηνός Μαρτίου του έτους 2003 ο εναγόμενος πρότεινε και ο ενάγων αποδέχθηκε την εκ μέρους του καταβολή του ποσού των 150 ευρώ μηνιαίως, για συμμετοχή του στις δαπάνες του δικηγορικού γραφείου του εναγομένου και ως μίσθωμα, δεδομένης της στεγάσεως του ενάγοντος σε αυτό, καταρτισθείσας, ωσαύτως, όπως ο εναγόμενος επικαλείται, συμβάσεως μισθώσεως. Και τούτο, διότι από τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα έντυπα Ε3 των ετών 2005, 2006 και 2007, τα οποία υπέβαλε ο ενάγων προς τη ... και αφορούν, αντιστοίχως, στα χρονικά διαστήματα από 1-1-2004 έως και 31-12-2004, από 1-1-2006 έως και 31-12-2006 και από 1-1-2007 έως και 31-12-2007, προκύπτει ότι ο ενάγων στη θέση "διεύθυνση εγκατάστασης" δήλωσε "φιλοξενούμενος" και στη θέση "σημειώσεις φορολογούμενου", επισημείωσε ότι "φιλοξενούμαι στο ιδιόκτητο γραφείο του συναδέλφου μου Η. Γ. που βρίσκεται στην ..., χωρίς να υποβάλλομαι εις ουδεμίαν δαπάνην ενοικίου, τηλεφώνου και λοιπών εξόδων γραφείου", ενώ στην περίπτωση που, πράγματι, είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση μισθώσεως, ο ενάγων θα δήλωνε αυτή στην εφορία προκειμένου, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, να απολαύσει της οικείας εκπτώσεως από τη φορολογία εισοδήματός του, λόγω των εκ μέρους του γενομένων δαπανών. Επιπροσθέτως, αντίκειται στη λογική ο ενάγων να καταβάλει μίσθωμα για το γραφείο του εναγομένου και, όπως πλήρως αποδείχθηκε, να μην έχει αναρτήσει ούτε πινακίδα με τα στοιχεία αυτού ως δικηγόρου, είτε εκτός του δικηγορικού γραφείου του εναγομένου, είτε, έστω, στην είσοδο του κτιρίου που κείται το γραφείο αυτού. Εξάλλου, παρίσταται εξόχως αντιφατικό και παράλογο, όπως βάσιμα επικαλείται και ο ενάγων, να συμφωνηθεί η καταβολή, από τον ίδιο, του ποσού των 150 ευρώ μηνιαίως ως μίσθωμα και συμμετοχή στις δαπάνες του δικηγορικού γραφείου του εναγομένου, κατά την 1-4-2003, οπότε και η οφειλή του εναγομένου έναντι του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 5.000 ευρώ, το ύψος της οποίας δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο και ο ίδιος ο ενάγων να δεχθεί την εκ μέρους του καταβολή μηνιαίως του ανωτέρω ποσού από τον ως άνω χρόνο, κατά τον οποίο είχε ήδη ουσιαστικά προκαταβάλει στον εναγόμενο μισθώματα 33 μηνών. Περαιτέρω, ο εναγόμενος, κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανώμοτη εξέτασή του, ουδεμία πειστική εξήγηση παρέσχε για το λόγο, για τον οποίο, το μεν δεν επιμελήθηκε από τον Απρίλιο του έτους 2003 και μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2009, για τη σύνταξη εγγράφου υπογεγραμμένου από τον ενάγοντα, στο οποίο να διαλαμβάνεται η μεταξύ τους συμφωνία περί μισθώσεως και συμμετοχής στις δαπάνες του δικηγορικού του γραφείου, το δε δεν απαίτησε, παράλληλα, εφόσον γνώριζε, όπως συνομολογείται από τον ίδιο, ότι ο ενάγων τηρούσε χειρόγραφη κατάσταση των καταβληθέντων στον εναγόμενο ποσών και των ημεροχρονολογιών που πραγματοποιήθηκαν οι καταβολές, την καταχώριση, στην κατάσταση αυτή, των οφειλομένων, κατά τους ισχυρισμούς του, ποσών από τον ενάγοντα. Σε αντίθετη κρίση δε δύναται το παρόν Δικαστήριο να αχθεί από την περιεχόμενη στην προαναφερθείσα, υπ’ αριθμ. ...2010 ένορκη βεβαίωση, κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου Ε. Χ., η οποία συνεργάστηκε ως δικηγόρος στο γραφείο του εναγομένου κατά τα έτη 1997 έως και 2000, η οποία ελέγχεται για την αξιοπιστία της ως αντιφατική, καθόσον, διαλαμβάνονται σε αυτήν, το μεν ότι ο ενάγων είχε αναφέρει στη μάρτυρα το αίτημα του εναγομένου περί συμμετοχής του στα έξοδα του γραφείου, ότι τόσο ο εναγόμενος όσο και η σύζυγός του ανέφεραν στη μάρτυρα ότι ο ενάγων απέφευγε να δώσει απάντηση, ότι και ο ίδιος ο ενάγων είχε διαμαρτυρηθεί στη μάρτυρα ότι ο εναγόμενος επέμενε για το ενοίκιο, ότι περίπου στις αρχές του έτους 2003 οι διάδικοι συμφώνησαν άτυπα να συμμετέχει ο ενάγων στα έξοδα του γραφείου με το ποσό των 150 ευρώ και δη για τις λειτουργικές δαπάνες και συμβολικό ενοίκιο μαζί και ότι αυτό επιβεβαίωσαν στη μάρτυρα και οι δύο διάδικοι σε επίσκεψή της στο γραφείο του εναγομένου, αλλά και ο καθένας τους χωριστά, το δε ότι μεταξύ των διαδίκων επιτεύχθηκε τελικώς μία άτυπης μορφής μίσθωση, υπό την έννοια της αποδοχής εκ μέρους του ενάγοντος καταβολής του ποσού των 150 ευρώ, από το έτος 2003 και εφεξής, ως συμμετοχή του στα έξοδα του γραφείου του εναγομένου, με αποτέλεσμα να μη δύναται να συναχθεί εξ αυτής (καταθέσεως), εάν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η επικαλούμενη από τον εναγόμενο σύμβαση μισθώσεως ή άλλου είδους συμφωνία περί συμμετοχής του ενάγοντος στις δαπάνες του δικηγορικού γραφείου του εναγομένου. Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση εξοφλήσεως της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν". Με τα ανωτέρω το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεχθέν ότι ο προβληθείς από τον ήδη αναιρεσείοντα ισχυρισμός δεν αποτελεί ένσταση συμψηφισμού αλλά επίκληση προηγηθέντος εξώδικου συμψηφισμού και άρα ένσταση εξοφλήσεως και ακολούθως απορρίψαν αυτήν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, αφού θεώρησε ότι δεν υπήρχε έγκυρη ανταπαίτηση από πλευράς του εναγομένου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ με το να μην εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 440-442 ΑΚ, αλλ’ αντίθετα ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς ο ερευνώμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

 Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας τη νομίμως υποβληθείσα ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος με το να δεχθεί τα εξής: "Απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος είναι και ο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρισμός του εναγομένου, κατά την προσήκουσα εκτίμηση αυτού, περί καταχρηστικής ασκήσεως, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, εκ μέρους του ενάγοντος, της ένδικης αγωγικής του αξιώσεως, για το λόγο ότι ο τελευταίος παρέμεινε όλα αυτά τα χρόνια στο γραφείο του εναγομένου χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, ότι δεν είχε καν δική του τηλεφωνική γραμμή και εξυπηρετείτο από τα τηλέφωνα του εναγομένου, ότι ο τελευταίος για να συνδράμει στο βιοπορισμό του ενάγοντος ανέθεσε σε εκείνον σωρεία υποθέσεων, για τις οποίες αυτός αμείφθηκε και απέκτησε αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο, καθώς και ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχε διαμαρτυρηθεί για τη μη απόδοση των τμηματικώς παραδοθέντων στον εναγόμενο χρηματικών ποσών, με συνέπεια να δημιουργήσει εύλογα την πεποίθηση σε αυτόν ότι δε θα ασκούσε το αγωγικό του δικαίωμα, η τυχόν ευδοκίμηση του οποίου θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις και υπέρμετρη επιβάρυνση της οικονομικής του κατάστασης, καθόσον τα ανωτέρω περιστατικά που ο εναγόμενος επικαλείται και αληθή υποτιθέμενα, δεν επαρκούν από μόνα τους για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης, δεδομένου ότι μόνον η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν εξαρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, αλλά απαιτείται να συντρέχουν πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρόν, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2002, ΝοΒ 2003, 648, ΟλΑΠ 8/2001, ΕλλΔικ 2001, 381), περιστατικά των οποίων ουδόλως έγινε ειδική επίκληση, ενώ οι επικαλούμενες δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις σε βάρος του εναγομένου από την άσκηση της ένδικης αξιώσεως, δε συνιστούν από μόνες τους τις προαναφερόμενες απαιτούμενες ειδικές περιστάσεις (ΑΠ 1026/2006, NOMOS). Σε κάθε περίπτωση δε η εν λόγω ένσταση τυγχάνει απορριπτέα και ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε τέτοια συμπεριφορά του ενάγοντος-δικαιούχου, που να καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματός του για διεκδίκηση της επίδικης αξιώσεως, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί βασίμως ότι η άσκηση αυτή αποβαίνει καταχρηστική, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκδήλωσε την πρόθεση του να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση των οφειλομένων αξιώσεων του, ούτε και προσκομίστηκε οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να προκύπτει ότι σε περίπτωση αποδοχής της ένδικης αγωγής, θα επέλθουν δυσβάστακτες για τον εναγόμενο συνέπειες, ώστε να επιβάλλεται η θυσία του δικαιώματος του ενάγοντος". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το ως εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ με το να μην εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αλλ’ ορθώς δέχθηκε ότι δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, αφού πέραν της αδράνειας του δικαιούχου του αγωγικού δικαιώματος δεν έγινε επίκληση των ειδικών περιστάσεων που έπρεπε να συντρέχουν ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει καταχρηστική.

 Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. β’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά απόφασης του ειρηνοδικείου ή απόφασης του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, ενώ δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος αν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε τέτοιο δίδαγμα προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 8, 10, 11/2005, ΑΠ 115/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1 εδ. β’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτιμώντας τα κοινώς γνωστά σχετικά με την κατάρτιση συμβάσεως μισθώσεως μεταξύ των διαδίκων και παραβλέποντας τη λογική, όσον αφορά την υποχρέωση του ενάγοντος να καταβάλει μίσθωμα εφόσον δεν είχε αναρτήσει στο κτίριο πινακίδες με το όνομά του ως δικηγόρου, ενώ αυτός δήθεν ήθελε να αποφύγει οτιδήποτε θα καθιστούσε γνωστή την παρουσία του. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως αιτιώμενος την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη χρησιμοποίηση διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών. Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι τα χαρακτηριζόμενα στο λόγο αυτό ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων.

 Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η από 30-1-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4829/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 30-01-2015 αίτηση του Η. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4829/2014 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
 Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
 Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

3 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων 22/ 2017.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ένστασης, με την οποία και μόνο ενεργεί (άρθρο 442 ΑΚ). Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση "εξόφλησης" της επίδικης απαίτησης δια του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 486/2016, ΑΠ 450/2013 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός ότι επήλθε ήδη το αποσβεστικό αποτέλεσμα, δια συμψηφισμού που προηγήθηκε της δίκης αποτελεί καταχρηστική
ένσταση (Μπαλής, Ενοχικόν Δίκαιον (1969), σ. 449). Επομένως, ο συμψηφισμός δεν επέρχεται αυτομάτως και ipso iure με τη συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, αλλά παράγεται διαπλαστικό δικαίωμα υπέρ εκάστου των μερών να δηλώσουν το συμψηφισμό. Για τον εξώδικο συμψηφισμό, απαιτείται περί συμψηφισμού δήλωση, η οποία είναι δικαιοπραξία μονομερής και ανακοινωτέα προς τον έτερο και περιέχει εκποίηση. Ενόσω δεν γίνεται η δήλωση αυτή, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση και δεν επέρχονται τα αποτελέσματα του συμψηφισμού. Όταν αυτή γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβέννυνται, αναδρομικά, αφ` ης στιγμής συνυπήρξαν (ΑΠ 435/2015 ΝΟΜΟΣ, Μπαλής, όπ. ανωτ., σ. 445 - 446, 449 - 450). Περαιτέρω, από το γεγονός ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δήλωσης του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό που συνάπτεται με βάση την αρχή ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη εφ` όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα, να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση μόλις γεννηθούν και συνυπάρχουν
αντιμέτωπες απαιτήσεις μεταξύ των μερών (ΑΠ 782/2014, 411/2014 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή η επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση εξόφλησης (ΑΠ 411/2014 ΝΟΜΟΣ). Η εν λόγω σύμβαση φέρει χαρακτήρα αμφοτεροβαρούς σύμβασης περί αμοιβαίας άφεσης χρέους (Μπαλής, όπ. ανωτ., σ. 457)
.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Άρειος Πάγος 486/ 2016. Δεδικασμένο και συμψηφισμός.

Σκέψη II. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ. η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης (είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα) το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη απόφαση, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση και ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες. Μεταξύ των ενστάσεων οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο μολονότι δεν προτάθηκαν αν και μπορούσαν να προταθούν, περιλαμβάνεται και η στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ. ένσταση εξόφλησης. Εξάλλου συμψηφισμός είναι η απόσβεση αμοιβαίων απαιτήσεων δύo προσώπων που επέρχεται με το συνυπολογισμό τους. Τα άρθρα 440 και 441 Α.Κ. που ρυθμίζουν το συμψηφισμό... Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.). Πρόταση συμψηφισμού που γίνεται πριν από τη δίκη ή κατά τη διάρκειά της με εξώδικη δήλωση προς τον αντίδικο του συμψηφίζοντος επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Mεταγενέστερη σε δίκη επίκληση του εξώδικου συμψηφισμού δεν αποτελεί προβολή της ομώνυμης ενστάσεως αλλά διαδικαστική πράξη, με την οποία ανακοινώνεται στο δικαστήριο ότι η επίδικη απαίτηση έχει αποσβεσθεί. Ουσιαστικώς πρόκειται περί ενστάσεως εξοφλήσεως της επίδικης απαιτήσεως που επήλθε με το συμψηφισμό. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 522, 321 και 322 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην περίπτωση που η ένσταση συμψηφισμού απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη και γίνει δεκτή η αγωγή, στη συνέχεια δε ο εναγόμενος ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και μόνο κατά της διάταξής της που δέχθηκε την αγωγή, η μη εκκληθείσα διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης ως προς την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού καθίσταται τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο, μη δυνάμενο να αμφισβητηθεί σε νέα δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων και για την ίδια έννομη σχέση (Α.Π. 1460/2012).

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Άρειος Πάγος 636/ 2015. Ορισμένο ένστασης συμψηφισμού.

Από τις διατάξεις των άρθρων 269, 527 αριθ. 3 και 529 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση του συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται άμεσα.(ΑΠ 1281/2014). Η προβολή της ένστασης αυτής μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης (ΑΠ 1765/2002). Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, ομοειδείς κατ’ αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης από το χρονικό αυτό σημείο έχει δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτησή του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Με την πρόταση αυτή, οποτεδήποτε γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, αποσβένυνται αναδρομικά, δηλαδή από το χρόνο που συνυπήρξαν. (ΑΠ 1219/1997) Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 παρ.1 και 222 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να εκτίθενται σαφή περιστατικά παραγωγικά της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης και ειδικότερα επί ανταπαίτησης αφορώσας τίμημα από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης πρέπει να αναφέρονται ο χρόνος κατάρτισης της καθεμιάς, οι πωληθείσες και παραδοθείσες ποσότητες, το είδος αυτών και, στην περίπτωση που πρόκειται περί πώλησης διαφορετικών ειδών, η τιμή μονάδας πώλησης καθενός, διαφορετικά αρκεί η αναφορά του συνολικού τιμήματος αυτών, καθώς και ο συμφωνημένος χρόνος καταβολής του επιμέρους ή συνολικού τιμήματος, για να κριθεί το ληξιπρόθεσμο αυτού.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...