Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Διαταγή πληρωμής, αναστολή εκτέλεσης επί έμμεσης εκτέλεσης,

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 7766/ 2017 (ασφ. μέτρα).

 ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Καλαϊτζίδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών.

Περίληψη. Αίτηση αναστολής της επισπευδόμενης, δυνάμει διαταγής πληρωμής, αναγκαστικής εκτέλεσης, στο πλαίσιο της οποίας η καθ’ης η αίτηση προέβη στην αναγκαστική κατάσχεση των ακινήτων της αιτούσας, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας από την τελευταία ανακοπής, μετά την ισχύ των διατάξεων του ν. 4335/2015. Κρίση του δικαστηρίου ότι καθίσταται αναγκαία η τελολογική - συστηματική ερμηνεία της διάταξης του αρ. 937 παρ. 1 περ. γ’ ΚΠολΔ, ώστε να ισχύει σε κάθε περίπτωση κύριας εκτέλεσης, άμεσης και έμμεσης, υπό τον περιορισμό ότι επί επικείμενου πλειστηριασμού η αίτηση ασκείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής του αρ. 933 ΚΠολΔ. Προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής κατ’αρ. 937 παρ. 1 περ. γ’ ΚΠολΔ. Πιθανολόγηση από το δικαστήριο της ευδοκίμησης της ανακοπής. Θεμελίωση και του λόγου της πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης εις βάρος του αιτούντος από την επίσπευση της εις βάρος του εκτέλεσης.

 1. Με τις διατάξεις του Ν. 4335/2015 επήλθαν εκτεταμένες τροποποιήσεις σε αρκετά κεφάλαια του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και σε εκείνο της Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Οι νέες διατάξεις, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρ. 1 άρθρου ένατου § 3 του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις των αναγκαστικών εκτελέσεων επί των οποίων η σχετική επιταγή προς πληρωμή ή προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η-1-2016. Εάν αντιθέτως η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγινε πριν από τις 2-1-2016, η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από όλες οι διατάξεις του ΚΠολΔ που ίσχυαν έως την 1/1/2016, περιλαμβανομένου ασφαλώς και του άρθρου 938 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή, που καταργήθηκε με την § 1 του άρθρου όγδοου του άρθρ. 1 Ν 4335/2015, προέβλεπε ότι "με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής", αφορούσε δηλαδή κάθε είδος αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. ΜΠρΑμαλ 58/ 2017).

 2. Ο νομοθέτης προέβη στην κατάργηση έχοντας προφανώς υπόψιν ότι, για το βασικότερο μέσο εκτέλεσης, δηλαδή την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη με επακόλουθο πλειστηριασμό, δεν έχει πλέον έννοια η ύπαρξη αίτησης αναστολής, αφού κατ` άρθ. 933 συνδ. 954 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκαν με την §2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 Ν 4335/2015), η απόφαση επί της ανακοπής κατά της εκτέλεσης εκδίδεται πριν από τον πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργείται τον όγδοο μήνα από την κατάσχεση, χωρίς η άσκηση ενδίκου μέσου να αναστέλλει την εκτέλεση της (937§1 περ. β` εδ. γ` ΚΠολΔ, όπως η § 1 αντικαταστάθηκε με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθρο 1 Ν 4335/2015). Περαιτέρω στο άρθρο 937 § 1 ΚΠολΔ, όπως κατά τα άνω ισχύει, προβλέπεται ότι: α) σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης επί της ανακοπής, μπορεί το δικαστήριο που θα δικάσει το ένδικο μέσο, αν πιθανολογεί την ευδοκίμησή του, να διατάξει (με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (περ. β` εδ. γ`) και β) σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης (περ. γ`). Για τα λοιπά όμως μέσα έμμεσης εκτέλεσης δεν προβλέπεται αντίστοιχη καθυστέρηση, όπως επί πλειστηριασμού, και είναι δυνατό αυτά να επισπευσθούν εντός των χρονικών ορίων του άρθ. 926 ΚΠολΔ, δηλαδή από την πάροδο της τρίτης εργάσιμης ημέρας από την επίδοση της ετηταγής προς εκτέλεση και μέχρι την πάροδο έτους από αυτή, η δε ολοκλήρωση της εκτέλεσης να συντελεστεί εντός μικρού χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση π.χ. της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία σαφώς αποτελεί έμμεση εκτέλεση, εάν δεν υπάρξει δικονομική επιπλοκή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 985 επ. ΚΠολΔ, η διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί σε χρόνο μικρότερο του ενός μηνός. Εάν δε παράλληλα υπολογιστεί ο χρόνος κατά τον οποίο ενδεχομένως μπορεί να εκδοθει απόφαση επί της ανακοπής, αυτός πρακτικά (και ενόψει των προθεσμιών του άρθ. 933 ΚΠολΔ) θα είναι μεγαλύτερος των τριών μηνών - συνήθως μάλιστα θα είναι αρκετά μεγαλύτερος (βλ. ΜΠρΑμαλ 58/2017).

 3. Τίθεται, επομένως, το ερώτημα, εάν στις περιπτώσεις της έμμεσης εκτέλεσης (πλην εκείνης της επίσπευσης πλειστηριασμού) υπάρχει πράγματι απαγόρευση αναστολής της εκτέλεσης. Το ενδεχόμενο αυτό θα πρέπει να αποκλειστεί για τους εξής λόγους: Α) Η αναγκαστική εκτέλεση ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή ως δραστική παρέμβαση στην προσωπική ή περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και, για τον λόγο αυτόν, ο νομοθέτης του ΚΠολΔ παγίως θεωρούσε ότι δεν πρέπει να επιτρέπει την έναρξη ή τη συνέχισή της, όταν ο οφειλέτης προβάλλει λόγους, οι οποίοι, μετά τη διάγνωσή τους ως βάσιμων κατά την προσήκουσα διαδικασία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ακύρωση της εκτέλεσης (βλ.Γέσιου - Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως τ I. § 43 αρ. 1). Β) Όμως ο εξαναγκασμός του οφειλέτη να υποστεί εκτέλεση, χωρίς να μπορεί να αμυνθεί έγκαιρα, του στερεί το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που δικαιούται κατ` άρθρ. 20 Συντ. (έτσι, και όχι με προσφυγή στην αρχή της αναλογικότητας, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση υπό άρθρ. 938 αρ. 2). Στέρηση που ορισμένες φορές μπορεί να λάβει το χαρακτήρα έντονης αδικίας, αν π.χ. ο οφειλέτης επικαλείται εξόφληση ή την υπαγωγή του σε καθεστώς που ενέχει απαγόρευση λήψης διωκτικών μέτρων εναντίον του κλπ. (Η κατάργηση δε του άρθ. 938 ΚΠολΔ έχει χαρακτηριστεί αδικαιολόγητη - βλ. Μακρίδου - Απαλλαγάκη - Διαμαντόπουλου, Πολιτική Δικονομία - Θεωρία υπό το ν. 4335/2015, σ. 39). Γ) Υπό το πρίσμα αυτό, δύσκολα θα μπορούσε να ευσταθεί συνταγματικά η ανωτέρω εκδοχή, καθόσον επιπλέον, ως έχει η γραμματική διατύπωση του νόμου, η προσωρινή προστασία του οφειλέτη δεν εξαρτάται από το νομικό και ουσιαστικό βάρος των αντιρρήσεών του και την έκταση της βλάβης που θα υποστεί, αλλά από τυχαίο γεγονός: ποιο δηλαδή μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης επισπεύδει κάθε φορά ο δανειστής ως πιο πρόσφορο για την ικανοποίησή του. Δ) Την ανάγκη ύπαρξης σταδίου αναστολής εκτέλεσης, υπό τις ως άνω νέες διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση, έχει ήδη αναγνωρίσει και η αρεοπαγητική νομολογία. Συγκεκριμένα, με την υπ` αρ. Συμβ. ΑΠ 11/2017, που εκδόθηκε επί αιτήσεως αvαστoλής για εκτέλεση που ναι μεν αφορούσε πλειστηριασμό, αλλά η ανακοπή δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί πριν από αυτόν, δέχθηκε τα εξής: "Αν ωστόσο δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ` ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολογείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελεστού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου (άρθρα 982 επ. ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις" (βλ. Συμβ.ΑΠ 11/2017 και εκεί περαιτέρω παραπομπή σε Συμβ.ΑΠ 142/2016). Όμοια δε λύση προτείνεται και σε Μακρίδου - Απαλλαγάκη - Διαμαντόπουλου, ό.π., όπου και εξηγείται ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης έχει εκφραστεί εν προκειμένω εσφαλμένα.

 4. Το παρόν Δικαστήριο έχει όμως την άποψη ότι δεν χρειάζεται καν η προσφυγή στο θεσμό της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, διότι (πέραν των δογματικών προβλημάτων περί τον χαρακτηρισμό της αναστολής εκτέλεσης ως γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου και της δυνατότητας εφαρμογής του άρθ. 731 ΚΠολΔ - βλ. τη σχετική προβληματική σε Γέσιου - Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως τ I. §43 αρ. 12 - 15), ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, καθίσταται αναγκαία η συστηματική - τελολογική ερμηνεία του άρθ. 937 § 1 περ. γ` ΚΠολΔ, ώστε να ισχύει σε κάθε περίπτωση κύριας εκτέλεσης, δηλαδή τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση, υπό τον περιορισμό ότι, επί επικειμένου πλειστηριασμού, η αίτηση ασκείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής του άρθ. 933 ΚΠολΔ.

 5. Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί και το εξής: Ενώ το καταργηθέν άρθρ. 938 ΚΠολΔ όριζε ως προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσης ότι: α) η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής, ήδη το άρθ. 937 §1 ΚΠολΔ στη μεν περ. β`, όταν δηλαδή η αίτηση αναστολής κρίνεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, έχει  επαναλάβει τις ίδιες προϋποθέσεις, στη δε περ. γ`, δηλαδή τις αιτήσεις αναστολής που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, δεν γίνεται αναφορά προϋποθέσεων. Πρέπει όμως να γίνει δεκτό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ότι ισχύουν αμφότερες, καθόσον υπάρχει νοηματική συνέχεια μεταξύ των δύο διατάξεων. Εξάλλου η αναγκαιότητα των προϋποθέσεων αυτών έχει παγιωθεί νομολογιακά σε όλο το δίκαιο της αναστολής, είτε αφορά αναγκαστικη εκτέλεση είτε διαταγή πληρωμής, όπου και εκεί δεν υπάρχει ρητή διατύπωση (βλ. ad hoc ΜΠρΑμαλ 58/2017).

 6. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή του, ο αιτών, επικαλούμενος ανεπανόρθωτη βλάβη, ζητά να ανασταλεί η εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος του από την καθ` ης, δυνάμει της υπ` αριθ. ..../2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της από 8-1-2016 επιταγής προς πληρωμή παρά πόδας κεκυρωμένου αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής, βάσει της οποίας, εν συνεχεία, η καθ` ης, με κατασχετήριο από 13-1-2017, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση ακίνητης περιουσίας και επισπεύδει πλειστηριασμό στις 8-11-2017, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της συζητηθείσας στις 6-6-2017 χωρίς να έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση, (από 1-2-2016 και με αριθ.καταθ. ....2016) ανακοπής που έχει ασκήσει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.

 7. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση παραδεκτώς και αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπον εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ. ΚΠολΔ). Είναι δε και νόμιμη, καθόσον, ενόψει του χρόνου επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση μετά την 1η-1-2016, βάσει των διαλαμβανομένων στην οικεία μείζονα πρόταση (ανωτέρω υπ` αριθ. 1), η αρμοδιότητα και το νομικά βάσιμο της αίτησης στηρίζεται στο άρθ. 937 § 1 περ. γ` σε συνδ. με 933 § § 1, 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν, απορριπτομένου του ισχυρισμού της καθ` ης ότι δεν προβλέπεται εν προκειμένω αίτηση αναστολής εκτέλεσης, για τους λύγους που εκτέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω στις μείζονες σκέψεις υπ` αριθ. 2-4, πλην του αιτήματος της επιδίκασης δικαστικών εξόδων, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον, στις αποφάσεις που εκδίδονται για αιτήσεις χορήγησης αναστολής ή αναβολής εκτέλεσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, τα έξοδα και η αμοιβή του δικηγόρου του καθ’ ου η αίτηση επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος [άρθρ. 84 Ν. 4194/ 2013 (Κώδικας Δικηγόρων), όπως προστέθηκε με το άρθρο 14§3 του Ν. 4236/2014 (ΦΕΚ A 33/11-2-2014]. Πρέπει, επομένως, η αίτηση να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

 8. Από τις ένορκες καταθέσεις της μάρτυρος του αιτούντος, ..., και του μάρτυρα της καθ` ης, ..., στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, τους ισχυρισμούς που ανέπτυξαν προφορικά οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους διαδίκων, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, σε συνδυασμό και με όσα αυτοί εκθέτουν στα σημειώματά τους, καθώς και από όλη γενικά τη διαδικασία πιθανολογήθηκαν (άρθρ. 690§1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: 
Η καθ` ης η αίτηση, με την από 13-11-2015 αίτησή της, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση σε βάρος του αιτούντος της υπ` αρ. ..../2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κεκυρωμένο αντίγραφο της οποίας εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού, με την παρά πόδας αυτού από 8-1-2016 επιταγή προς πληρωμή, επιδόθηκε στον αιτούντα στις 11-1-2016, με την οποία ο τελευταίος υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 613.189,58 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και της από 8-1-2016 επιταγής προς πληρωμή, ο αιτών άσκησε την από 1-2-2016 (και με αριθ. καταθ. ..../2016) ανακοπή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αρχική δικάσιμος της οποίας είχε ορισθεί η 15η-3-2016, οπότε αναβλήθηκε, λόγω της αποχής των δικηγόρων, για τη δικάσιμο της 17ης-5-2016 και, κατόπιν νέων αναβολών, για τη δικάσιμο της 10ης-1-2017, οπότε και η συζήτησή της ματαιώθηκε λόγω χιονόπτωσης. Στη συνέχεια, ο αιτών κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 8-2-2017 (με αριθ. καταθ. ...2017) κλήση του, με την οποία επανέφερε την ως άνω ανακοπή προς συζήτηση στη δικάσιμο της 6ης-6-2017, οπότε και συζητήθηκε αυτή αντιμωλία των διαδίκων, αλλά δεν έχει ακόμη εκδοθεί απόφαση. Ακολούθως, πιθανολογήθηκε ότι η καθ` ης, με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής, προέβη σε κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του αιτούντος, δυνάμει της υπ` αριθ. .../13-1-2017 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, ... . Συγκεκριμένα, κατασχέθηκαν το υπό στοιχεία Γ-3 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, εμβαδού 92 τ.μ., και η υπό στοιχεία Ια-4 οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη του ισογείου, εμβαδού 3,33 τ.μ., αμφότερα ιδιοκτησίας του αιτούντος, που βρίσκονται σε οικοδομή κτισμένη επί οικοπέδου ευρισκόμενου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της .. Αττικής, επί της οδού ... ήδη ... αριθ. ... Ο αρχικά επισπευδόμένος πλειστηριασμός είχε ορισθεί για την 6η-9-2017. Στη συνέχεια, ο αιτών άσκησε ανακοπή του άρθρου 954 ΚΠολΔ, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθ. .../2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή του και διόρθωσε την ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ως προς την αξία των κατασχεθέντων ακινήτων, την οποία όρισε στο ποσό των 180.000 ευρώ, με τιμή πρώτης προσφοράς το ίδιο ποσό. Ακολούθως, ορίσθηκε νέος πλειστηριασμός για την 8η-11-2017. Με την ανακοπή του, ο αιτών ζητά να ακυρωθεί, άλλως να εξαφανισθεί ή μεταρρυθμιστεί η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. .../2015 διαταγή πληρωμής, καθώς και η από 8-1-2016 επιταγή προς πληρωμή. Πιθανολογήθηκε, επίσης, ότι στην ως άνω διαταγή πληρωμής ενσωματώθηκαν παράνομοι τόκοι και κονδύλια, συνολικού ποσού άνω των 33.000 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. .../5-1-2017 έκθεση τεχνικού συμβούλου του αιτούντος. Ακόμη ότι, με βάση την ίδια ως άνω διαταγή πληρωμής, η καθ` ης επέσπευσε και δύο ακόμη πλειστηριασμούς άλλων ακινήτων του αιτούντος, οι οποίοι έλαβαν χώρα στις 13-9-2017 και στις 20-9-2017, ως προς δε τον πρώτο πλειστηριασμό το ακίνητο κατακυρώθηκε στην καθ` ης αντί εκπλειστηριάσματος 60.000 ευρώ, ως προς δε τον δεύτερο κατακυρώθηκε σε τρίτο πρόσωπο αντί εκπλειστηριάσματος 51.000 ευρώ. Τέλος, πιθανολογήθηκε ότι η καθ` ης προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της από την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής ενέγραψε ήδη στις 28-12-2015 προσημείωση υποθήκης στα εκπλειστηριαζόμενα στην ένδικη υπόθεση ακίνητα, ποσού 300.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Πιθανολογείται δε η μερική έστω ευδοκίμηση της ανακοπής του νυν αιτούντος κατά της διαταγής πληρωμής και της εκτέλεσης. Στα ανωτέρω πρέπει να ληφθεί υπόψιν και το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η βλάβη του αιτούντος είναι αυταποδείκτως ανεπανόρθωτη, τόσο λόγω του μεγάλου ύψους του ποσού, όσο και λόγω του ότι, εάν η εκτέλεση προχωρήσει, θα απολεσει την ως άνω κατοικία του, ενώ αντιστρόφως η καθ` ης ουδεμία βλάβη θα υποστεί, λαμβανόμενου υπόψιν ότι αυτή ούτως ή άλλως ανέμενε από τον Ιανουάριο του 2016 που επέδωσε την προαναφερθείσα επιταγή προς πληρωμή μέχρι τον Ιανουάριο του 2017, που προέβη σε κατάσχεση της ακίνητης τιεριουσίας του αιτούντος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση να γίνει δεκτή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση ετή της ασκηθείσας ανακοπής. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα της καθ` ης, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος που προβλήθηκε από αυτήν (άρθρα 178§3 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 180, 191 §2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

                                                              ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
 ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
 ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της υπ’ αριθ. .../2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας κατ` αυτής και κατά της καθ` ης από 1-2-2016 (με αριθ. καταθ. .../2016) ανακοπής του νυν αιτούντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
 ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα της καθ` ης, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250€) ευρώ.

------
Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας 58/ 2017 (ασφ. μέτρα).

Συγκροτήθηκε από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Αμαλιάδας Δημήτριο Νέγκα.

Περίληψη. Αίτηση αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης από τον καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής του αρ. 933 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κρίση του δικαστηρίου ότι η υπό κρίση αίτηση ήταν νόμιμη, διότι καθίσταται αναγκαία η συστηματική - τελολογική ερμηνεία του αρ. 937 παρ. 1γ’ ΚΠολΔ, ώστε να ισχύει σε κάθε περίπτωση κύριας εκτέλεσης, άμεσης και έμμεσης, υπό τον περιορισμό ότι επί επίκειμενου πλειστηριασμού η αίτηση ασκείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής του αρ. 933 ΚΠολΔ. Απαραίτητη η συνδρομή αμφότερων των προϋποθέσεων του καταργηθέντος αρ. 938 ΚΠολΔ και στην αίτηση αναστολής του αρ. 937 παρ. 1γ’ ΚΠολΔ, έστω και αν δε γίνεται σχετική αναφορά στην τελευταία διάταξη. Προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσης από τον καθ’ου με τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης

1. Με τις διατάξεις του Ν. 4335/2015 επήλθαν εκτεταμένες τροπο­ποιήσεις σε αρκετά κεφάλαια του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με­ταξύ των οποίων και σε εκείνο της Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Οι νέες διατάξεις, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθ. 1 άρθρου ένατου §3 του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις των ανα­γκαστικών εκτελέσεων επί των οποίων η σχετική επιταγή προς πλη­ρωμή ή προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1/1/2016. Εάν αντιθέτως η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγινε πριν από τις 2/1/2016, η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από όλες οι διατάξεις του ΚΠολΔ που ίσχυαν έως την 1/1/2016, περιλαμβανομένου α­σφαλώς και του άρθ. 938 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή, που καταργήθηκε με την § 1 του άρθρου όγδοου του άρθ. 1 Ν 4335/2015, προέβλεπε ότι "με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η ανα­στολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύη­ση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής", αφορούσε δηλαδή κάθε είδος ανα­γκαστικής εκτέλεσης.

 2. Ο νομοθέτης προέβη στην κατάργηση έχοντας προφανώς υπόψιν ό­τι, για το βασικότερο μέσο εκτέλεσης, δηλ. την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη με επακόλουθο πλειστηριασμό, δεν έχει πλέον έννοια η ύπαρξη αίτησης αναστολής, αφού κατ` άρθ. 933 συνδ. 954 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκαν με την §2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 Ν 4335/2015), η απόφαση επί της ανακοπής κατά της εκτέλεσης εκδίδεται πριν από τον πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργείται τον όγδοο μήνα από την κατάσχεση, χωρίς η άσκηση ενδίκου μέσου να ανα­στέλλει την εκτέλεσή της (ΚΠολΔ 937 § 1 περ.β εδ.γ, όπως η § 1 αντικαταστάθηκε με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 Ν 4335/2015). Περαιτέρω στο άρθρο 937 § 1 ΚΠολΔ, όπως κατά τα άνω ισχύει, προβλέπεται ότι: α) σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέ­σου κατά της απόφασης επί της ανακοπής, μπορεί το δικαστήριο που θα δικάσει το ένδικο μέσο, αν πιθανολογεί την ευδοκίμησή του, να διατάξει (με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) την αναστο­λή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθω­τη βλάβη στον αιτούντα (περ.β εδ.γ) και β) σε περίπτωση άμεσης ε­κτέλεσης, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης (περ.γ). Για τα λοιπά όμως μέσα έμμεσης εκτέλεσης δεν προβλέπεται αντίστοιχη καθυστέρηση, όπως επί πλειστηριασμού, και είναι δυνατό αυτά να επισπευσθούν εντός των χρονικών ορίων του άρθ. 926 ΚΠολΔ, δηλ. από την πάρο­δο της τρίτης εργάσιμης ημέρας από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την πάροδο έτους από αυτή, η δε ολοκλήρωση της εκτέλεσης να συντελεστεί εντός μικρού χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση π.χ. της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία σα­φώς αποτελεί έμμεση εκτέλεση, εάν δεν υπάρξει δικονομική επι­πλοκή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 985 επ. ΚΠολΔ, ή διαδι­κασία μπορεί να ολοκληρωθεί σε χρόνο μικρότερο του ενός μηνός. Εάν δε παράλληλα υπολογιστεί ο χρόνος κατά τον οποίο ενδεχομέ­νως μπορεί να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής, αυτός πρακτικά (και ενόιμει των προθεσμιών του άρθ. 933 ΚΠολΔ) θα είναι μεγαλύ­τερος των τριών μηνών - συνήθως μάλιστα θα είναι αρκετά μεγαλύ­τερος.

 3. Τίθεται επομένως το ερώτημα εάν στις περιπτώσεις της έμμεσης ε­κτέλεσης (πλην εκείνης της επίσπευσης πλειστηριασμού) υπάρχει πράγματι απαγόρευση αναστολής της εκτέλεσης. Το ενδεχόμενο αυ­τό θα πρέπει να αποκλειστεί για τους εξής λόγους: Α) Η αναγκαστι­κή εκτέλεση ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή ως δραστική παρέμβαση στην προσωπική ή περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και, για το λόγο αυτό, ο νομοθέτης του ΚΠολΔ παγίως θεωρούσε ότι δεν πρέπει να επιτρέπει την έναρξη ή τη συνέχισή της, όταν ο οφειλέτης προ­βάλλει λόγους οι οποίοι, μετά τη διάγνωσή τους ως βάσιμων κατά την προσήκουσα διαδικασία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην α­κύρωση της εκτέλεσης (Γέσιου - Φαλτσή Δίκαιο, Αναγκαστικής Εκτελέσεως τ Ι. § 43 αρ.1). Β) Όμως ο εξαναγκασμός του οφειλέτη να υποστεί εκτέλεση χωρίς να μπορεί να αμυνθεί έγκαιρα, του στερεί το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που δικαι­ούται κατ` άρθ. 20 Συντ. (έτσι, και όχι με προσφυγή στην αρχή της αναλογικότητας, Βαθρακοκοίλης ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση άρθ. 938 αρ.2). Στέρηση που ορισμένες φορές μπορεί να λάβει το χαρακτήρα έντονης αδικίας, αν π.χ. ο οφειλέτης επικα­λείται εξόφληση ή την υπαγωγή του σε καθεστώς που ενέχει απαγό­ρευση λήψης διωκτικών μέτρων εναντίον του κλπ (μάλιστα η κατάρ­γηση του άρθ. 938 ΚΠολΔ έχει χαρακτηριστεί αδικαιολόγητη - βλ. Μακρίδου - Απαλλαγάκη - Διαμαντόπουλου Πολιτική Δικονομία - Θεωρία υπό το ν. 4335/2015 σ. 39). Γ) Υπό το πρίσμα αυτό, δύσκο­λα θα μπορούσε να ευσταθεί συνταγματικά η ανωτέρω εκδοχή, κα­θόσον επιπλέον, ως έχει η γραμματική διατύπωση του νόμου, η προσωρινή προστασία του οφειλέτη δεν εξαρτάται από το νομικό και ουσιαστικό βάρος των αντιρρήσεών του και την έκταση της βλάβης που θα υποστεί, αλλά από τυχαίο γεγονός: ποιο δηλαδή μέσο ανα­γκαστικής εκτέλεσης επισπεύδει κάθε φορά ο δανειστής ως πιο πρό­σφορο για την ικανοποίησή του. Δ) Την ανάγκη ύπαρξης σταδίου αναστολής εκτέλεσης, υπό τις ως άνω νέες διατάξεις για την αναγκα­στική εκτέλεση, έχει ήδη αναγνωρίσει και η αρεοπαγητική νομολο­γία: με την υπ` αρ. Συμβ.ΑΠ 11/2017, που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναστολής για ε­κτέλεση που ναι μεν αφορούσε πλειστηριασμό, αλλά η ανακοπή δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί πριν από αυτόν, δέχθηκε τα εξής: "Αν ωστόσο δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ` ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολο­γείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελε­στού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως χέρια τρίτου (άρ­θρα 982επ.ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από α­νακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις (Συμβ.ΑΠ 142/2016)". Όμοια λύση προτείνεται και σε Μακρίδου - Απαλλαγάκη - Διαμαντόπουλου ό.π. (όπου και εξηγείται ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης έχει εκφραστεί εν προκειμένω εσφαλμένα).

 4. Το παρόν Δικαστήριο έχει όμως την άποψη ότι δεν χρειάζεται καν η προσφυγή στο θεσμό της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, διότι (πέραν των δογματικών προβλημάτων περί τον χαρακτηρισμό της αναστολής εκτέλεσης ως γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου και της δυ­νατότητας εφαρμογής του άρθ. 731 ΚΠολΔ - βλ. τη σχετική προ­βληματική σε Γέσιου - Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως τ Ι. § 43 αρ. 12 - 15), ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, καθίσταται αναγκαία η συστηματική - τελολογική ερμηνεία του άρθ. 937 §1 περ.γ ΚΠολΔ, ώστε να ισχύει σε κάθε περίπτωση κύριας εκτέλεσης, δηλα­δή τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση, υπό τον περιορισμό ότι, επί επικειμένου πλειστηριασμού, η αίτηση ασκείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής του άρθ. 933 ΚΠολΔ.

 5. Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ το καταργηθέν άρθ. 938 ΚΠολΔ όριζε ως προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσης ότι α) η διε­νέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής, ήδη το άρθ. 937 §1 ΚΠολΔ στη μεν περ. β, όταν δηλαδή η αίτηση αναστολής κρίνεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, έχει επαναλάβει τις ίδιες προϋποθέσεις, στη δε περ.γ, δηλ. τις αιτή­σεις αναστολής που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, δεν γί­νεται αναφορά προϋποθέσεων. Πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι ισχύ­ουν αμφότερες για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθόσον υ­πάρχει νοηματική συνέχεια μεταξύ των δύο διατάξεων (εξάλλου η αναγκαιότητα των προϋποθέσεων αυτών έχει παγιωθεί νομολογιακά σε όλο το δίκαιο της αναστολής, είτε αφορά αναγκαστική εκτέλεση είτε διαταγή πληρωμής, όπου και εκεί δεν υπάρχει ρητή διατύπωση).

 6. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα, επικαλούμενη ανεπανόρθω­τη βλάβη, ζητά με τις υπό κρίση ταυτόσημου περιεχομένου αιτήσεις να ανασταλεί η εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος της από την καθής δυνάμει εκτελεστού απογράφου της υπ` αρ. 152/2013 (ειδι­κής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, επί του οποίου δόθηκαν δύο εντολές προς εκτέλεση, στις 5/2/2014 για πο­σό € 15.093,75 και στις 25/11/2016 για ποσό € 62.350,10, βάσει των οποίων εν συνεχεία η καθής, με δύο κατασχετήρια από 26/1/2017, προέβη σε δύο κατασχέσεις απα χέρια τρίτων, ήτοι στα χέρια του εδρεύοντος στην Αμαλιάδα (...) "Αγροτικού Συνεταιρισμού Εμπορίας Διακίνησης Αγροτικών Προϊόντων Δήμου ...." (την οποία αφορά η 1η αίτηση) και στα χέρια του εδρεύο­ντος στην Αμαλιάδα (..) "Αγροτικού Συνεταιρισμού Καλλιεργητών Δημητριακών Κηπευτικών Ζωοτροφών Αμαλιάδας - Περιχόρων «....»" (την οποία αφορά η 2η αίτηση), μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί των αντίστοιχων ανακοπών που έ­χει ασκήσει κατ` άρθ. 933 §1 ΚΠολΔ ενώπιον του παρόντος Δικα­στηρίου, για τους λόγους που αναφέρει σε αυτές.

 7. Με τέτοιο περιεχόμενο οι αιτήσεις παραδεκτός και αρμοδίως εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΚΠολΔ 686 επ.) και είναι νομικά βάσιμες. Ειδικότερα, ενόψει των χρόνων επίδοσης των εντολών προς εκτέλεση, στην πρώτη περίπτωση πριν και τη δεύ­τερη μετά την 1/1/2016, βάσει όσων αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη (ανωτέρω υπό 1), η αρμοδιότητα και το νομικά βάσιμο στηρί­
ζονται το μεν στο άρθ. 938 §1 συνδ. 933 §§1,2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργηση του άρθ. 938 και την αντικατάσταση του άρθ. 938 με το Ν 4335/2015, το δε στο άρθ. 937 §1 περ.γ συνδ. 933 §§1,3 ΚΠολΔ όπως ήδη ισχύουν, απορριπτομένου του ισχυρισμού της καθής ότι δεν προβλέπεται εν προκειμένω αίτηση αναστολής εκτέλεσης, για τους λόγους που αναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω (σκέψεις 2 - 4). Πρέπει επομένως οι αιτήσεις να εξεταστούν περαιτέρω στην ουσία τους, συνεκδικαζόμενες, κατ’ άρθ. 246 ΚΠολΔ, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχε­ται μείωση των εξόδων.

 8. Στο σημείο αυτό, ενόψει των ισχυρισμών των διαδίκων που θα εξε­ταστούν, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Έως το έτος 2011 ίσχυε ο νόμος 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις", ο ο­ποίος θεωρήθηκε μεν λειτουργικός, αλλά ο ιστορικός νομοθέτης (βλ. εισηγητική έκθεση του νόμου 4015/2011) διαπίστωσε για τους α­γροτικούς συνεταιρισμούς ότι "ο κρατικισμός, η πελατειακή λογική και ο κομματισμός τους κράτησε καθηλωμένους και ο τρόπος της διαχείρισης των πόρων, εθνικών και ευρωπαϊκών, ιδιαίτερα την τε­λευταία δεκαπενταετία δημιούργησαν αξεπέραστα προβλήματα". Η μεταρρύθμιση όμως της αγροτικής συνεταιριστικής δράσης, που επιχειρήθηκε με το Ν. 4015/2011, δεν κρίθηκε και πάλι ικανοποιη­τική από το νομοθέτη, που διαπίστωσε πλέον (βλ. εισηγητική έκθεση του νόμου 4384/2016) ότι "η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας κα­θιστά αναγκαία την επιχειρηματική αποτελεσματικότητα ως όπλο για την επιβίωση και την ανάπτυξη. Η συντήρηση, με επιδοτήσεις και προνόμια, μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί αναπτυξιακή στρατηγική". Κατόπιν τούτων ισχύει ήδη ο Ν 4384/2016 "Αγροτικοί Συνεταιρισμοί, μορφές συλλογικής οργάνω­σης του αγροτικού χώρου και άλλες διατάξεις". Εξ αυτών, κομβικό σημείο υπήρξε ο ενδιάμεσος νόμος 4015/2011, που προέβλεψε απλοποίηση των συνεταιριστικών οργανώσεων σε μία κατά βάση βαθμίδα και ευνόησε τη συγχώνευσή τους, ενώ παράλληλα πολλές από αυτές οδηγήθηκαν σε εκκαθάριση. Με το άρθ. 4 §5 Ν 4015/2011 ορίστηκε ότι η διαδικασία εκκαθάρισης θα διενεργείται σύμφωνα με το άρθ. 25 Ν 2810/2000 και πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) ετών. Είναι σαφές ότι η προθεσμία αυτή, ιδίως όσον αφορά τις Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΑΣ), ήταν ανεπαρκής λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών τους δοσο­ληψιών και των συναφών εκκρεμών δικών. Η εν λόγω παράγραφος καταργήθηκε με το άρθ. 34α Ν 4282/2014, πλην όμως με το άρθ. 27 §18 Ν 4384/2016 ορίζεται ότι "οι διατάξεις του παρόντος άρ­θρου εφαρμόζονται και για τις εκκαθαρίσεις των ΑΣ, ΕΑΣ, ΚΕΣΕ, ΚΑΣΟ και ΣΕ που βρίσκονται σε εκκαθάριση κατά την έναρξη ισχύ­ος του παρόντος νόμου".

 9. Κατ` αρχάς επομένως, ως προς την εκκαθάριση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ, ίσχυσαν οι εξής διατάξεις του άρθ. 25 Ν 2810/2000: (§1) "Οι εκκαθαριστές έχουν υποχρέωση, μόλις αναλά­βουν τα καθήκοντά τους, να κάνουν απογραφή της περιουσίας της εκκαθαριζόμενης οργάνωσης και να συντάξουν ισολογισμό, αντί­γραφο του οποίου, υποβάλλουν στην εποπτεύουσα αρχή ... Οι εκκαθαριστές γνωστοποιούν τη λύση της οργάνωσης με τη δημοσίευσή της σε μία ημερήσια εφημερίδα και αν δεν εκδίδεται τέτοια σε περι­οδική εφημερίδα, του νομού της έδρας της και καλούν τους πιστω­τές να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους". (§2) "Απαιτήσεις πιστωτών κατά της υπό εκκαθάριση οργάνωσης παραγράφονται μετά την πά­ροδο τριών (3) ετών από την ημερομηνία της δημοσίευσης της λύσεώς της". (§3) "Από το προϊόν της εκκαθάρισης εξοφλούνται τα λη­ξιπρόθεσμα χρέη της εκκαθαριζόμενης οργάνωσης ... Στη συνέχεια εξοφλούνται οι προαιρετικές μερίδες. Το υπόλοιπο του ενεργητικού που απομένει διατίθεται, με απόφαση της γενικής συνέλευσης, α­ποκλειστικά για σκοπούς συνεταιριστικούς ή κοινωνικούς. Ουδέπο­τε διανέμεται στα μέλη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικαστικής εκκαθάρισης κληρονομιάς". Οι συγκεκριμένες δια­τάξεις ταυτίζονται (με ελάχιστες λεκτικές διαφοροποιήσεις) με αντί­στοιχες του άρθ. 27 Ν 4384/2016 και συνεπώς η εκκαθάριση ομαλώς συνεχίζεται με βάση το άρθρο αυτό.

 10. Όμως το άρθ. 27 Ν 4384/2016, που όπως προαναφέρθηκε ρυθμί­ζει πλέον κατά τα λοιπά την εκκαθάριση, πέραν του ότι αναφέρεται σε περισσότερες λεπτομέρειες, εισάγει δύο σημαντικές διαφορο­ποιήσεις: Α) Με την §12 ορίζεται ότι τα ληξιπρόθεσμα χρέη εξο­φλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομί­ας, οι δε προαιρετικές μερίδες εξοφλούνται μετά την ικανοποίηση των Τραπεζικών Ιδρυμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, των Ασφαλι­στικών Ταμείων και των εργαζομένων, ενώ το άρθ. 25 §3 Ν 2810/2000 όριζε αυτοτελώς τη σειρά ως εξής: προηγείται η εξόφλη­ση των οφειλών προς τους εργαζόμενους και ακολουθεί η εξόφληση των λοιπών δανειστών - βέβαια και με τις δύο εκδοχές οι εργαζόμε­νοι έχουν προνόμιο. Β) Με την §13 καταργεί σιωπηρά την προθε­σμία προς ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και απλά υποχρεώνει τον εκκαθαριστή, σε περίπτωση που το στάδιο αυτό υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, να καταρτίσει σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκα­θάρισης και να ακολουθήσει τη διαδικασία που ορίζεται εκεί. Εν ολίγοις, οι διαδικασίες εκκαθάρισης, που δεν είχαν ολοκληρωθεί πριν την εισαγωγή του Ν 4384/2016, συνεχίζονται κανονικά μέχρι την πραγματική τους λήξη.

 11. Ειδικά όσον αφορά την ικανοποίηση των δανειστών, αμφότεροι οι νόμοι, με τις διατάξεις των άρθ. 25 §3 Ν 2810/2000 και 27 §12 Ν 4384/2016, ορίζουν ότι "από το προϊόν της εκκαθάρισης εξοφλού­νται τα ληξιπρόθεσμα χρέη". Συνεπώς οι δανειστές της συνεταιριστι­κής οργάνωσης χάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά τους μέτρα και οφείλουν να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης, από το προϊόν της οποίας και θα ικανοποιηθούν, είτε πλήρως είτε σε ποσοστό της αξίωσης, αναλόγως της φύσης της και του ενεργητικού που θα επιτευχθεί. Σημειωτέον ότι το ίδιο θα ίσχυε ακόμη και εάν δεν υπήρχε η ρητή διατύπωση των άνω νόμων, κα­θόσον αμφότεροι (με τα άρθ. 25 §3 και 27 §15 αντιστοίχως) παρα­πέμπουν, για τα θέματα που οι ίδιοι δεν ρυθμίζουν, στις διατάξεις για τη δικαστική εκκαθάριση της κληρονομιάς (ΑΚ 1913 - 1922), όπου και εκεί γίνεται παγίως δεκτό ότι, από τη δημοσίευση της α­πόφασης που διατάζει την εκκαθάριση, αναστέλλονται τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των δανειστών (με εξαίρεση τους ήδη ενυπόθη­κους ή ενεχυρούχους). Δηλαδή παύει κάθε μέτρο εκτέλεσης, κάθε ασφαλιστικό μέτρο και δεν μπορεί να αρχίσει αναγκαστική εκτέλε­ση, ενώ όποια είχε αρχίσει δεν μπορεί να συνεχιστεί, όσο διαρκεί η εκκαθάριση (Παπαντωνίου Κληρονομικό Δίκαιο Δ έκδ. § 134-IV, Γεωργιάδης Κληρονομικό Δίκαιο § 44 αρ. 52 επ., Φίλιος Κληρονομικό Δίκαιο τ.Ι. § 93-Α, Νικάς σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ άρθ. 1914 αρ. 25 επ.), πράγμα άλλωστε που ανταποκρίνεται και στην κοινή λογική, αφού, εάν επιτρέπονταν οι ατομικές διώξεις, η διαδικασία της εκκαθάρισης θα έχανε το σκοπό της για δίκαιη - σύμμετρη ικα­νοποίηση των δανειστών (Νικάς ό.π. αρ. 25) - δηλαδή θα λειτουρ­γούσε και πάλι η αρχή της πρόληψης, που είναι φύσει αντίθετη προς τη διαδικασία εκκαθάρισης.

 12. Από την ένορκη κατάθεση του προταθέντος από την καθής μάρτυρα... του ......, κατοίκου Αμαλιάδας, στο ακροα­τήριο ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και από τα έγγραφα και τα τεκμήρια που προσκομίζουν οι διάδικοι, πιθανολογούνται τα εξής: Η αιτούσα ΕΑΣ τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης δυνάμει της υπ` αρ. ..../16-4-2014 πράξης - απόφασης της Γενικής της Συνέλευ­σης, που λήφθηκε ομόφωνα. Η καθής που υπήρξε υπάλληλός της και είχε απολυθεί από το έτος 2012, πέτυχε την έκδοση της υπ` αρ. 152/2013 (ειδικής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμα- λιάδας, με την οποία η αιτούσα υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των € 43.977,82 ως οφειλόμενο υπόλοιπο της αποζημίωσης απόλυσης. Η καθής επέσπευσε σε βάρος της απούσας αναγκαστική εκτέλεση αρχικά δυνάμει της από 5/2/2014 εντολής προς εκτέλεση για ποσό κεφαλαίου € 15.000 πλέον εξόδων (συνολικά € 15.093,75), το οποίο ήταν το κηρυχθέν ως προσωρινά εκτελεστό κε­φάλαιο, μετά δε την τελεσιδικία, δυνάμει της από 25/11/2016 ε­ντολής προς εκτέλεση για όλο το ποσό κεφαλαίου € 43.977,82 πλέ­ον των τόκων για όλο το επιδικασθέν ποσό και εξόδων (συνολικά € 62.350,10). Κατόπιν, τον Ιανουάριο του 2017, με δύο κατασχετήρια από 18/1/2017, προέβη σε δύο κατασχέσεις στα χέρια τρίτων για ποσό € 62.350: α) στις 25/1/2017 στα χέρια του εδρεύοντος στην Αμαλιάδα (....) "Αγροτικού Συνεταιρισμού Εμπορίας Διακίνησης Αγροτικών Προϊόντων Δήμου....." και β) στις 26/1/2017 στα χέρια του εδρεύοντος στην Αμαλιάδα (....) "Αγροτικού Συνεταιρισμού Καλλιεργητών Δημητριακών Κη­πευτικών Ζωοτροφών Αμαλιάδας - Περιχόρων «...»", οι δε τρί­τοι υπέβαλαν θετική δήλωση για ποσό € 1.176,89 και € 750 αντιστοίχως και ομοίως συνετάγησαν οι υπ` αρ. 12/2-2-2017 και 16/3-2-2017 δηλώσεις τους ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αμαλιάδας. Πιθανο­λογείται δηλαδή (βάσει των υπαρχόντων εγγράφων, σε συνδυασμό με το ότι τα στοιχεία της διαδικασίας εκτέλεσης δεν αμφισβητούνται, διότι οι διάδικοι δεν θεώρησαν σκόπιμο να προσκομίσουν αντίγραφο του απογράφου της εκτελούμενης απόφασης, η οποία αναζητήθηκε αυτεπάγγελτα στο αρχείο του Δικαστηρίου) ότι τελικά, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, η καθής εγκατέλειψε την πρώτη διαδικασία εκτέλεσης που αφορούσε το προσωρινά εκτελεστό ποσό και συνέχισε τη δεύτε­ρη για το σύνολο που επιδικάστηκε με την άνω υπ` αρ. 152/2013 απόφαση.

 13. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, και ενόψει όσων αναφέρθηκαν στην 11η σκέψη, η διαδικασία αυτή εκτέλεσης, που άρχισε το έτος 2016, είναι άκυρη εξ αρχής, λόγω της αναστολής των ατομικών καταδιω­κτικών μέτρων των δανειστών της απούσας, της οποίας η εκκαθάρι­ση είχε αρχίσει από το έτος 2014, ακυρότητα που ισχύει ούτως ή άλλως και για κάθε μεταγενέστερη πράξη εκτέλεσης. Η καθής βέ­βαια επικαλείται ότι η εκκαθάριση θα πρέπει να θεωρηθεί πως έλη­ξε από τον Απρίλιο του έτους 2016, λόγω της παρόδου της διετίας που αναφέρει ο Ν 2810/2000. Πέραν όμως του ότι στο νόμο αυτό δεν προβλεπόταν αυτοδίκαιη παύση των εργασιών της εκκαθάρισης, αυτή έχει ήδη καταστεί ουσιαστικά απρόθεομη δυνάμει του άρθ. 27 Ν 4384/2016, όπως αναφέρθηκε στη 10η σκέψη. Υπενθυμίζεται πως ούτε η πρώτη διαδικασία εκτέλεσης (για το προσωρινώς επιδικασθέν ποσό) θα μπορούσε να συνεχιστεί για όσο διαρκεί η εκκα­θάριση. Οι λοιποί ισχυρισμοί της καθής, περί του τρόπου που διε­ξάγεται η εκκαθάριση, καθίστανται έτσι άνευ αντικειμένου και γενι­κά δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση (ενδεχομένως, υπό προϋπο­θέσεις, θα μπορούσαν να προβληθούν σε διαδικασία που θα αφο­ρούσε την εκκαθάριση καθεαυτή), παρότι βέβαια είναι δικαιολογη­μένοι, τόσο η καθής όσο και άλλοι δανειστές, να επιθυμούν την όσο το δυνατόν σύντομη ολοκλήρωση της εκκαθάρισης. Επομένως πιθα­νολογείται ότι θα γίνουν δεκτές οι από 1/2/1017 ανακοπές κατά της εκτέλεσης που έχει ασκήσει η αιτούσα (υπ` αρ. έκθ. κατ. ..../17 και ...17 αντιστοίχως με τη σειρά που αναφέρθηκαν οι ανωτέρω κατασχέσεις), μεταξύ των λόγων των οποίων περιλαμβάνει την αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων, και η εκτέλεση θα ακυρωθεί.

 14. Δεδομένου και του ότι εν προκειμένω η βλάβη της απούσας είναι αυταπόδεικτα ανεπανόρθωτη, όχι λόγω του ύψους του ποσού (που είναι μικρό), αλλά λόγου του ότι, εάν η εκτέλεση προχωρήσει, το ποσό αυτό δεν θα είναι δυνατό να εισαχθεί στο ενεργητικό της εκκα­
θάρισης, όπου ανήκει, πρέπει οι αιτήσεις να γίνουν δεκτές, ως βά­σιμες και στην ουσία τους, και να διαταχθεί η αναστολή της ανα­γκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την επιβολή δικαστικών εξόδων κατά της καθής (άρθ. 84 § 2 του Κώδικα Δικηγόρων), ελλείψει αιτήματος.

                                                             ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ` αντιμωλία.
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις αιτήσεις.
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτές.
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της υπ` αρ. 152/2013 (ειδικής) απόφα­σης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, μέχρι την έκδοση οριστικών αποφάσεων επί των από 1/2/1017 (υπ` αρ. έκθ. κατ. ....17 και .../17) ανακοπών που έχει ασκήσει η αιτούσα κατά της καθής ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...