Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Εγγύηση, ασφάλιση τράπεζας, καταδολίευση, μερική ακυρότητα.

Τριμελές Εφετείο Κρήτης 37/ 2017, ΧρΙΔ 2017.583.
  
 Πρόεδρος: Κ. Γιαννοπούλου, Πρόεδρος Εφετών, Εισηγητής: Απ. Φωτόπουλος, Εφέτης.

Περίληψη. Εγγύηση  και παραίτηση από τις ενστάσεις που απορρέουν  από τον παρεπόμενο  και τον επικουρικό χαρακτήρα  αυτής,  καθώς και από τη σύμβαση εγγύησης που συνδέει με την τράπεζα τον εγγυητή, ως αυτοφειλέτη.  Ασφάλιση  αξίωσης από τράπεζα με πρόσθετη ειδική συμφωνία που ενσωματώθηκε σε ιδιωτικό συμφωνητικό, αποτελεί πρόσθετη διασφάλιση της τράπεζας και υποχρεώνει τον εγγυητή  να μην μεταβιβάσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο χωρίς την συναίνεσή της και για όσο χρονικό διάστημα  διατηρεί χρηματικές αξιώσεις εναντίον αυτού και του πιστούχου.  Η πρόσθετη αυτή συμφωνία είναι ανεξάρτητη από την  σύμβαση εγγυήσεως  και αν δεν περιληφθεί  τον τύπο του  συμβολαιογραφικού εγγράφου πάσχει από ακυρότητα.
Ο οφειλέτης που διαθέτει δικαίωμά του κατά παράβαση του άρθρου 177 ΑΚ περιέρχεται  πάντοτε σε κατάσταση αφερεγγυότητας ακόμη κι αν  μετά τη διάθεση εξακολουθεί να έχει επαρκή και αξιόχρεη περιουσία. Αγωγή καταδολίευσης δανειστών. Άκυροι ΓΟΣ, οι οποίοι περιέχονται σε σύμβαση εγγύησης, επιφέρουν ακυρότητα  όλης της σύμβασης  μόνο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 181 ΑΚ. Μόνη η ιδιότητα του εγγυητή σε σύμβαση παροχής πίστωσης με  αλληλόχρεο λογαριασμό ως καταναλωτή, δεν τον απαλλάσσει  από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει από τη σύμβαση εγγύησης.

 4.β. Με το δεύτερο λόγο της έφεσης [...] οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη, μετά από εσφαλμένη εφαρ­μογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 στοιχείο α`, 2 παρ. 4 εδάφιο α`, 6 του ν. 2251/1994, 281 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό τους ότι η ενάγουσα δεν είχε έγκυρη αξίωση από τη σύμβασή της με τον πρώτο εναγόμενο, επειδή ο συγκεκριμένος αντισυμβαλλόμενός της συμβλήθηκε μαζί της ως καταναλωτής, με αποτέλεσμα η παραίτησή του από όλες τις προστατευτικές ενστάσεις που του παρείχαν οι διατάξεις των άρθρων 855, 853, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ να είναι άκυρη ως καταχρηστική και, συνεπώς, να πάσχει από ακυρότητα και να μην τον δεσμεύει και η πρόσθετη, προδιατυπωμένη στην έγγραφη σύμβασή του με την τράπεζα, συμφωνία, η οποία περιόριζε την εξουσία του να εκποιήσει σε τρίτο οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, ωσότου εκπληρώ­σει όλες του τις συμβατικές υποχρεώσεις έναντι της.
Από την υπ`αριθμό [...1/21.12.2004 σύμβαση παροχής πί­στωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία είχε συνάψει η πιστοδότρια τράπεζα με τον πιστούχο, ... κάτοικο Χανίων, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος ανέ­λαβε νομότυπα έναντι της πιστοδότριας την ευθύνη ότι ο πιστούχος θα καταβάλει σε αυτή την οφειλή του από την πιστω­τική σύμβαση που είχε καταρτίσει μαζί της (άρθρα 847 επ. ΑΚ). Ο πρώτος εναγόμενος, μάλιστα, εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης και παραιτήθηκε από τις ενστάσεις που απορρέουν τόσο από τον παρεπόμενο και τον επικουρικό χαρακτήρα της εγγύησης (άρθρα 855, 853, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ), όσο και από καθαυτήν τη σύμβαση εγγύησης που τον συνέδεε με την τράπεζα (ενστάσεις ακυρότητας και ακυρωσίας της σύμβασης, παραγραφής, συμψηφισμού ανταπαίτησής του κατά της δανείστριας, καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της κ.λπ.). Ο πρώτος, όμως, εναγόμενος ασφάλισε την αξίωση της τράπεζας εναντίον του και με πρόσθετη, ειδική, συμφωνία, η οποία είναι ενσωματωμένη στο ιδιωτικό έγγραφο που προαναφέρθηκε και φέρει τον αριθμό 13.δ. Ο πρώτος εναγόμενος, συγκεκριμένα, με τον όρο αυτό ανέλαβε έναντι της τράπεζας και την υποχρέωση να μη μεταβιβάσει σε τρίτο πρόσωπο οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο χωρίς τη συναίνεσή της για όσο χρονικό διάστημα η πιστοδότρια διατηρεί χρηματικές αξιώσεις τόσο εναντίον του όσο κατά του πιστούχου. Η πιστοδότρια, ε­πομένως, με την πρόσθετη αυτή συμφωνία επιχείρησε να δι­ασφαλίσει ότι, αν ο εγγυητής δεν της καταβάλει το χρέος του πιστούχου, θα μπορέσει -με την προϋπόθεση ότι θα ακολου­θήσει τη νόμιμη διαδικασία (άρθρα 731 επ. ΚΠολΔ σε συνδυ­ασμό με 175, 176 και 177 ΑΚ)- να κατάσχει περιουσιακά του στοιχεία, τα οποία θα καθίσταντο ακατάσχετα στην περίπτωση που ο πρώτος εναγόμενος τα μεταβίβαζε σε τρίτους. Η εξα­σφαλιστική αυτή συμφωνία είναι ανεξάρτητη από τη σύμβαση εγγύησης, επειδή έχει διαφορετική έννοια, λειτουργία και έννομες συνέπειες από αυτή (άρθρα 361 και 177 ΑΚ, (βλ. γενικά για την εξασφαλιστική αυτή σύμβαση Αρχανιωτάκη Γ., Σύγχρονοι τρόποι ενοχικής εξασφάλισης απαιτήσεων στο: Σύγχρονα ζη­τήματα ενοχικού δικαίου στην εθνική και την ευρωπαϊκή τους διάσταση, εκδ. Σάκκουλα Α.Ε., Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 69 επ., ιδίως σελ. 70, πρβλ. και τις ΑΠ 1736/2009, ΑΠ 494/2009 και ΑΠ 1261/2004 Νόμος). Η ενάγουσα-εκδοχέας, όμως, ανα­φέρει στην αγωγή της ότι ο εγγυητής επιχείρησε την επίδικη απαλλοτρίωση, μολονότι η υπόλοιπη περιουσία του δεν ήταν αρκετή για να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις της δανείστριας τρά­πεζας εναντίον του. Η ενάγουσα, όμως, δεν θα είχε λόγο να επικαλεσθεί και -σε περίπτωση αμφισβήτησης- να πρέπει να αποδείξει και το συγκεκριμένο γεγονός, αν επέλεγε να ασκήσει κατά του πρώτου εναγόμενου την πρωτογενή, μη χρηματική της αξίωση για διάρρηξη της διάθεσης που επιχειρήθηκε κα­τά παράβαση της συμφωνίας παράλειψής της (άρθρα 177 και 361 ΑΚ), επειδή κάθε οφειλέτης, ο οποίος διαθέτει δικαίωμά του κατά παράβαση του άρθρου 177 ΑΚ, περιέρχεται πάντοτε σε κατάσταση αφερεγγυότητας, ακόμη και αν μετά τη διάθεση εξακολουθεί να έχει επαρκή και αξιόχρεη περιουσία. Αυτό συμ­βαίνει για το λόγο ότι ο οφειλέτης είναι αδύνατο να αποδώσει στο δανειστή αυτούσιο το αντικείμενο του δικαιώματος που α­παλλοτρίωσε (ΟλΑΠ 19/ 2008, Γεωργιάδης Α., Ενοχικό Δί­καιο, Γενικό Μέρος, 2015, παρ. 67, αριθμοί 33-34, σελ. 777, βλ. γενικά για το ζήτημα Πούλου Ε, Δικαιοπρακτικές απαγορεύσεις διαθέσεως, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2009, παρ. 38, σελ. 307, Κιτσαράς Λ., Σκέψεις σχετικά με τη δυνατότητα «εμπραγμάτωσης» των μη χρηματικών απαιτήσεων μέσω του θεσμού της παυλιανής [αγωγής] ΧρΙΔ, 2002,654 επ.). Οι εναγόμενοι, μάλιστα, αντιλαμβάνονται τελικά με τον ί­διο τρόπο το περιεχόμενο της ένδικης αξίωσης εναντίον τους, επειδή επικαλούνται ότι ο πρώτος από αυτούς και μετά την απαλλοτρίωση διέθετε επαρκή περιουσία για να ικανοποιήσει την απαίτηση της ενάγουσας. Οι ίδιοι διάδικοι, εξάλλου, δεν θα είχαν έννομο συμφέρον να ομολογήσουν γεγονότα που θα δυσχέραιναν την άμυνά τους κατά της αγωγής, και συγκεκριμέ­να ότι ο πρώτος από αυτούς είχε καταστεί οπωσδήποτε αφε­ρέγγυος μετά την επίδικη μεταβίβαση, ακόμη και αν πράγματι διέθετε και άλλη περιουσία. Η πιστοδότρια, τέλος, και ο αντι­συμβαλλόμενός της - πρώτος εναγόμενος δεν τήρησαν για την ειδική αυτή εξασφαλιστική σύμβαση που κατάρτισαν τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, μολονότι ο οφειλέτης ανέ­λαβε υποχρέωση να μην μεταβιβάσει σε τρίτους όλα του τα πε­ριουσιακά στοιχεία, ακόμη και όσα θα αποκτούσε στο μέλλον, με αποτέλεσμα η δεύτερη αυτή εξασφαλιστική συμφωνία να πάσχει από ακυρότητα (άρθρα 177,158,159 παρ. 1 και 367 ΑΚ που εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 177 αναλογικά, βλ. Κιτσαρά, σε: Αστικός Κώδικας Γεωργιάδη / Σταθόπουλου, Γε­νικές Αρχές, Τόμος I β`, δεύτερη έκδοση, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2016, άρθρο 177, αριθμός 21, σελ. 551). Η ενάγουσα, επομένως, δικαιολογημένα δεν θα ασκούσε μη νόμιμη αγωγή κατά των εναγομένων. Για τους λόγους, συνεπώς, που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η ενάγουσα θεμελιώνει την ένδικη αξίωσή της κατά των εναγομένων μόνο στις διατάξεις των άρ­θρων 939, 942, 943, 481 επ., 847 επ. ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 47 παρ. 1 και 64 ν.δ. 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύ­μων εταιρειών» (βλ. και την ΑΠ 621/ 2016) και όχι στη μη χρηματική απαίτησή της από την πρόσθετη εξασφαλιστική συμφωνία της με τον πρώτο εναγόμενο. Οι εναγόμενοι, όμως, συγχέουν τη σύμβαση εγγύησης με την πρόσθετη εξασφαλι­στική συμφωνία που κατάρτισε η πιστοδότρια με τον εγγυητή και τις αξιώσεις που απορρέουν από αυτές. Για το λόγο αυτό, αλυσιτελώς επικαλούνται ότι η αξίωση που διατηρεί η ενάγουσα κατά του πρώτου εναγομένου από τα άρθρα 847 επ. ΑΚ είναι άκυρη, επειδή η μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας σε ακίνητο λόγω γονικής παροχής -την οποία επιχείρησε ο εγ­γυητής κατά παράβαση της πρόσθετης εξασφαλιστικής συμ­φωνίας που είχε καταρτίσει με την πιστοδότρια- είναι έγκυρη, επειδή ο πρώτος εναγόμενος συμβλήθηκε ως "καταναλωτής", κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 και 4 α` του ν. 2251 /1994, με την πιστοδότρια και άρα παραιτήθηκε ακύρως από την προ­στασία που παρέχουν σε αυτόν οι διατάξεις των άρθρων 855 και 862 έως 868 ΑΚ.
Αν θεωρηθεί, περαιτέρω, ότι ο πρώτος εναγόμενος με τον ίδιο ισχυρισμό επικαλείται ότι η σύμβαση εγγύησης που κατάρ­τισε με την πιστοδότρια δεν τον δεσμεύει, επειδή συμβλήθηκε μαζί της ως "καταναλωτής", κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 και 4 στοιχείο α` του ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3587/2007, πρέπει, επικουρικά, να σημειωθούν και τα ε­ξής: Ο ..... του ..., κάτοικος Χανίων, κατάρτισε με την πιστοδότρια, τράπεζα, την υπ`αριθμό [...]/21.12.2004 σύμβαση παρο­χής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, πράγματι ως τελικός αποδέκτης της πίστωσης. Ο πρώτος εναγόμενος, περαιτέρω, πράγματι ανέλαβε έναντι της πιστοδότριας την ευθύνη ότι ο πιστούχος θα καταβάλει σε αυτή το χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο ενδεχομένως θα προέκυπτε σε βάρος του πιστούχου, όταν η τράπεζα θα προέβαινε σε καταγγελία της πίστωσης και στο κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος την εξυπηρετούσε. Η πιστοδότρια ομολογεί ότι κατήγ­γειλε την πιστωτική σύμβαση και έκλεισε τον αλληλόχρεο λο­γαριασμό, ο οποίος την εξυπηρετούσε στις 27.9.2011, γεγονός που γνωστοποίησε τόσο στον πιστούχο όσο και στον πρώτο εναγόμενο - εγγυητή στις 20.10.2011 ([...]). Όταν, επομένως, η πιστοδότρια τράπεζα κατήγγειλε την πιστωτική σύμβαση και οι δύο αντισυμβαλλόμενοί της, πιστούχος και εγγυητής, μπο­ρούσαν γενικά να θεωρηθούν "καταναλωτές" σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 4 στοιχείο α` του ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3587/2007 και ίσχυε κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης (ΟλΑΠ 13/ 2015). Ο πρώτος εναγόμενος, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση δεν επικα­λείται ότι, όταν κατάρτισε στις 21.12.2004 την επίδικη σύμβαση με την ενάγουσα, δεν είχε λάβει γνώση ή δεν είχε κατανοήσει ότι παραιτείται από την προστασία που παρείχε σε αυτόν το δίκαιο της εγγύησης των άρθρων 847 επ. ΑΚ. Ακόμη όμως και αν συνέτρεχε η προϋπόθεση αυτή, ο ίδιος ισχυρισμός πάσχει πάλι από αοριστία, επειδή ο ίδιος διάδικος δεν επικαλείται κανένα γεγονός, το οποίο θα μπορούσε να τον απαλλάξει α­πό την εγγυητική του ευθύνη έναντι της τράπεζας (άρθρα 111 παρ. 2, 216 παρ. 1 α` ΚΠολΔ, 847 επ. και 939 ΑΚ, πρβλ. την ΑΠ 350/2016 Νόμος). Η ενάγουσα, μάλιστα, δεν ισχυρίζεται και δεν θεμελιώνει την αξίωσή της κατά του συγκεκριμένου εγγυητή στον άκυρο -ενδεχομένως- γενικό όρο που προαναφέρθηκε. Οι άκυροι Γ.Ο.Σ., περαιτέρω, οι οποίοι περιέχονται σε σύμβαση εγγύησης, επιφέρουν ακυρότητα όλης της σύμβασης, μόνον με τις προϋποθέσεις του άρθρου 181 ΑΚ, τις οποίες επίσης δεν επικαλείται ο πρώτος εναγόμενος (πρβλ. την ΑΠ 772/2014 και ΕφΘεσ 1034/2013, Γεωργιάδη Γ„ Η ευθύνη του εγγυητή και ο παρεπόμενος χαρακτήρας της, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλας, Α­θήνα, 2017, σελ. 332, παράγραφος 22, αριθμός 104, Σταθόπου­λου Μ., Καταχρηστικές ρήτρες στις καταναλωτικές συμβάσεις κ.λπ., ΧριΔ 2010, 497 επ., αριθμός 111.5, Δέλλιου Γ., στο: Δίκαιο Προστασίας του Καταναλωτή, Ελληνικό-Ενωσιακό (επιμέλεια Ε. Αλεξανδρίδου), δεύτερη έκδοση, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σελ. 167-168, αριθμός 102). Μόνη, τέλος, η ιδιότητα του εγγυητή σε σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλό­χρεο) λογαριασμό ως"καταναλωτή" κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 4 στοιχείο α` του ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, δεν είναι αρκετή για να απαλλαγεί από τις υποχρε­ώσεις, τις οποίες αναλαμβάνει από τη σύμβαση εγγύησης. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, της Κωνσταντίνας Γιαννοπούλου, Προέδρου Εφετών, έπρεπε να γί­νει δεκτή ως νόμιμη και ουσία βάσιμη η ένσταση των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων που πρόβαλαν ενώπιον του πρω­τοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρουν ενώπιον του Δευ­τεροβάθμιου αυτού Δικαστηρίου με το δεύτερο λόγο έφεσης τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατ` άρθρο 281 ΑΚ κατά την ειδικότερη έκφανση του άρθρου 2 § 6 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών», καθ`όσον η ενά­γουσα δεν έχει έγκυρη αξίωση από τη σύμβαση της εγγύησης με τον πρώτο εναγόμενο - εγγυητή, πατέρα, ο οποίος παρείχε για το δανειολήπτη υιό του εγγύηση υπέρ της πιστοδότριας τράπεζας, και έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή διότι: Κατά το άρθρο 1 § 4 εδ. α` του ν. 2251/1994 «προστασία καταναλωτών» όπως η παρ. 4 αντικ. με το άρθρο 1 παρ 5 του ν. 3587/2007, «4. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται: α) Καταναλωτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημι­στικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του». Επίσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 §§ 1,3,4, 6 και 10 του ν. 2251/1994 όπως οι παρ. 1, 3 και 4 αντικ. με το άρθρο 2 § 1 του ν. 3587/2007, το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 αντικ. αρχικά με το άρθρο 10 παρ. 24 εδ. β` του ν. 2741/1999 και στη συνέ­χεια αντικ. με το άρθρο 2 § 2 του ν. 3587/2007 και η παρ. 10 προστέθηκε με το αρθρ. 10 παρ. 24 εδ. ε` του ν. 2741/1999, «1. Όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασής τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους ... 3. Ό­ροι που συμφωνήθηκαν μετά από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών (ειδικοί όροι) υπερισχύ­ουν των αντιστοίχων γενικών όρων. 4. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτον για λογαριασμό του, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύεται υπέρ του καταναλωτή. 6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βά­ρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο κα­ταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοι­πες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. ... 10. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ε­φαρμόζονται και για κάθε όρο σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Θεωρείται ότι ο όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν ο καταναλωτής δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό του. Το γεγονός ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιου όρου ή για έναν μεμονωμένο όρο υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, δεν απο­κλείει την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στο υπόλοιπο της σύμβασης, εάν από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι πρόκειται για σύμβαση προσχώρησης. Το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση φέρει ο προμηθευτής».
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προ­κύπτει ότι οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορρο­πίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων εις βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης τράπεζας, στον οποίο αυτή χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά, ή στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρα­κτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρε­σιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδη­γίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζε­ται ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατο­μικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση» Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθε­ρία (βλ. ΟλΑΠ 15/2007 Νόμος). Ενόψει των προεκτιθεμένων, οι άνω διατάξεις ενσωματώνουν κατ` ανάγκη και το πνεύμα του άρθρου 19 ΕισΝΑΚ, που ορίζει ότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ εφαρμόζεται και σε γεγονότα και σχέσεις προγενέστερες από την εισαγωγή του ΑΚ. Με βάση την συναγόμενη από τη διάταξη αυτή γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, προκύπτει ότι η καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) επί ατομικών διαφορών κρίνεται σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, όχι κατά το χρόνο της αρχικής διατύπωσής του ή της κατάρτισης της συγκεκριμένης σύμβασης, αλλά κατά το χρόνο που, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, ανακύπτει το πρόβλημα, το οποίο οδηγεί στη χρήση (επίκληση) αυτού από τον προμηθευτή. Κα­τά λογική αναγκαιότητα και προς το σκοπό ομοιόμορφης νομι­κής μεταχείρισης όμοιων πραγμάτων, η ιδιότητα του κατανα­λωτή πρέπει να κριθεί σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση (επίκληση) του καταχρηστικού ΓΟΣ από τον προμηθευτή. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελλη­νικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης, όμως, της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο, διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρε­σίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώ­σεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποι­ούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελμα­τικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμ­
φωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 § 4 του ν. 2251/1994, όπως η παρ. 4 αντικ. με το άρθρο 1 και 5 του ν. 3587/2007, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπη­ρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνο του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (βλ. ΟλΑΠ 13/2015 ΧρΙΔ 2015,675).

Στην προκειμένη υπόθεση, αφού δυνάμει της υπ` αριθ. [...1/21.12.2004 σύμβασης πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της πιστοδότριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία [...] και το δι­ακριτικό τίτλο [...] που εδρεύει στην Αθήνα, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε δυνάμει σύμβασης εκχώρησης ως ειδική διάδοχος η ενάγουσα, και του πιστούχου ...... του .... (υιού του πρώτου και αδελφού του δεύτερου των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων), χορηγήθηκε στο δα­νειολήπτη πίστωση μέχρι του ποσού των 40.000 ευρώ. Την πίστωση αυτή έλαβε ο εν λόγω δανειολήπτης στα πλαίσια ε­παγγελματικών αναγκών του για την ατομική επιχείρηση του εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών που διατηρούσε στα Χανιά Κρήτης. Ο πρώτος εναγόμενος πατέρας του, συνταξιούχος, γεννηθείς το 1935, συμβλήθηκε εγγράφως στην προμνημονευόμενη σύμβαση πίστωσης ανοικτού (αλλη­λόχρεου) λογαριασμού ως δικός του εγγυητής στην κύρια σύμ­βαση, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με τον πιστούχο υιό του, ως αυτοφειλέτης για την ολοκληρωτική (κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και τα λοιπά έξοδα) εξόφληση κάθε χρεωστικού υ­πολοίπου που θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο του τηρούμενου προς εξυπηρέτηση της ως άνω πίστωσης αλληλόχρεου λογα­ριασμού, αναλαμβάνοντας έτσι την ευθύνη έναντι της πιστοδότριας τράπεζας ότι θα καταβληθεί το χρέος του πρωτοφειλέτη δανειολήπτη υιού του σε όποια έκταση αυτό βρίσκεται κάθε φορά. Η πιστοδότρια ομολογεί ότι κατήγγειλε την πιστωτική σύμβαση και έκλεισε οριστικά στις 27.9.2011 τον υπ` αριθμό [...] αλληλόχρεο λογαριασμό, εμφανίζοντας συνολικό χρεω­στικό κατάλοιπο 43.417,82 ευρώ, γεγονός που γνωστοποίησε τόσο στον πιστούχο όσο και στον εγγυητή - πρώτο εναγόμενο στις 20.10.2011. Όμως, η πιστοδότρια τράπεζα, ενόψει του ότι την προαναφερθείσα πίστωση την χορήγησε στον πιστούχο ......, υιό του πρώτου εναγόμενου, με σκοπό την εξυπηρέτηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο οποίος, κατά τα εκτεθέντα, ως τελικός αποδέκτης της άνω τραπεζικής υπηρε­σίας της παροχής πίστωσης έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, υπαγόμενος στην προστατευτική λειτουργία του άρθρου 1 § 4 εδ. α` του ν. 2251/1994, όπως η παρ. 4 αντικ. με το αρθρ. 1 § 5 του ν. 3587/2007, και συνακόλουθα επειδή και ο πατέρας του, ο οποίος συμβλήθηκε ως εγγυητής υπέρ του δανειολήπτη υιού του, όχι στα πλαίσια άσκησης κάποιας εμπορικής δραστη- ριότητάς του, αλλά υπό την ατομική ιδιότητά του ως συνταξι­ούχος, γεννηθείς το 1935, χωρίς να εξυπηρετεί καθ` οποιονδήποτε τρόπο δικά του οικονομικά συμφέροντα, στην προστασία του πιστούχου υπάγεται και ο πρώτος εναγόμενος - εγγυητής, ως εκ του συναγόμενου σαφώς παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας δανειακής σύμβασης του πρωτοφειλέτη, υπαγόμενος και αυτός στην προστατευτική λειτουργία που επιτελεί για τους καταναλωτές, το άρθρο 1 §§ 1 και 4 του ν. 2251 /1994, όπως η παρ. 1 αντικ. με το άρθρο 1 § 1 και η παρ. 4 αντικ. με το άρθρο 1 § 5 του ν. 3587/2007.
Ως εκ τούτου, γενομένης δεκτής ως ουσία βάσιμης της έν­στασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας κατά το άρθρο 281 ΑΚ κατά την έκφανση των άρθρων 1 § 4 εδ. α` και ββ` και 2 §§ 1,6 του ν. 2251/1994, όπως στο άρθρο 1 η παρ. 4 αντικ. με το άρθρο 1 § 5 του ν. 3587/2007, και στο άρθρο 2 η παρ. 1 αντικ. με το άρθρο 2 § 1 του ν. 2587/2007 και το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 αντικ. αρχικά με το άρθρο 10 § 24 εδ. β` του ν. 2741/1999 και στη συνέχεια αντικ. με το άρθρο 2 § 2 του ν. 3587/2007, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η κρινόμενη αγωγή καταδολίευσης δανειστών κατ` άρθρο 939 επ. ΑΚ της ενάγουσας, η οποία δεν έχει έγκυρη αξίωση από τη σύμβαση εγγύησης που η πιστοδότρια τράπεζα συμβλήθηκε εγγράφως με τον εγγυητή πρώτο εναγόμενο...
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...