Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Προσωρινό δεδικασμένο, χρονική ισχύς του, κατάσχεση στα χέρια τρίτου, φορτωτική, αξιόγραφα.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 1077/2008, ΝοΒ 2008.2679.
 
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Γιαννούλη -εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Δικονομία πολιτική. Φύση δεδικασμένου αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων. Αυτό ισχύει και στις αποφάσεις επί αντιρρήσεων κατά της εκτέλεσης, που επισπεύδεται δυνάμει απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Κατάσχεση στα χέρια τρίτου. Προϋποθέσεις έγκυρης κατάσχεσης αξιογράφου εις διαταγήν (θαλάσσιας φορτωτικής). Αν λείπει κάποια εξ αυτών, τότε η κατάσχεση θεωρείται ανυπόστατη. Πράξεις που συνιστούν έγκυρη κατάσχεση. (Επικυρώνει την 70/2006 ΕφΠειρ). (Ομοια η 1078/2008 ΑΠ).

  1. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 695 με εκείνες των άρθρων 332, 693, 696 και 698 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδόμενη απόφαση παράγει προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο και προβάλλεται προς απόκρουση νέας αιτήσεως μεταξύ των ιδίων διαδίκων για την ίδια διαφορά με βάση τον αυτό πραγματικό και νομικό λόγο, αλλά το προσωρινό αυτό δεδικασμένο δεν δεσμεύει την κύρια μεταξύ των διαδίκων δίκη και παύει να ισχύει από την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της κύριας δίκης. Τα ανωτέρω ισχύουν αναλόγως και επί αποφάσεων, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 702 του ΚΠολΔ, εκδίδονται επί διαφορών που αφορούν αντιρρήσεις περί την εκτέλεση αποφάσεως, που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα ή ανακαλεί ενόλω ή εν μέρει αυτά. Τούτο δε, διότι οι αντιρρήσεις αυτές δεν δημιουργούν διαγνωστική δίκη, εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), ενώ συμπληρωματικώς και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 933 επ. του ΚΠολΔ, και η επί των αντιρρήσεων αυτών εκδιδόμενη απόφαση ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, η δε υφιστάμενη περί την αναγκαστική εκτέλεση διαφορά επιλύεται οριστικά με την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας δίκης, που ανοίγεται με την προς αυτό από το άρθρο 933 του ΚΠολΔ ανακοπή (αντιρρήσεις) κατά της εκτελέσεως του καθού η εκτέλεση οφειλέτη.
 Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα πρώτη εναγόμενη εταιρία με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο από την υπ` αριθ. 2.018/2002 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας,η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί της από 15.1.2002 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης ενάγουσας εταιρίας να ανακληθεί η υπ` αριθ. 7.040/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την τελευταία δε απόφαση είχε ήδη απορριφθεί η από 6.8.2001 ανακοπή (αντιρρήσεις) της κατά της εκτελέσεως, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της υπ` αριθ. 488/2001 εκθέσεως συντηρητικής κατασχέσεως κινητών (καυσίμων) στα χέρια της ως τρίτης. Η συντηρητική κατάσχεση είχε επιβληθεί, μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, σε εκτέλεση της υπ` αριθ. 4.206/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε διαταχθεί αυτή, ως ασφαλιστικό μέτρο, επί κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της οφειλέτιδας εταιρίας με την επωνυμία "...". Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα ειπώθηκαν στην αρχή της παρούσας, η υπ` αριθ. 2.018/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έχοντας εκδοθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί διαφοράς περί την εκτέλεση αποφάσεως, που διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της οφειλέτιδας εταιρίας ως ασφαλιστικό μέτρο, είχε προσωρινή ισχύ και δεν επηρέαζε την κύρια υπόθεση, μη παράγοντας επ` αυτής ουσιαστικό δεδικασμένο. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την απόφαση αυτή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, γι` αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

 2. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε δικονομική ακυρότητα, έκπτωση και απαράδεκτο, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως, όχι δε και διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, γι` αυτό και η παραβίαση τέτοιας διατάξεως δεν ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΟλΑΠ 1/1999). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 983 § 3 του ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 712 § 1 εδαφ. β του ΚΠολΔ, είναι εφαρμοστέα και στην παρούσα περίπτωση, όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο εις διαταγήν, η κατάσχεση της § 1 του ίδιου άρθρου μπορεί να γίνει μόνο, αφού αφαιρεθεί ο τίτλος, κατά το άρθρο 954 § 1 του ίδιου Κώδικα, από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου αυτή γίνεται. Ο σκοπός του επιτρεπτού της κατασχέσεως των απαιτήσεων από τίτλους εις διαταγήν είναι να τεθούν στη διάθεση των δανειστών και τα περιουσιακά εκείνα στοιχεία του οφειλέτη (χρήματα, κινητά κλπ.), τα οποία ενσωματώνονται στους ανωτέρω τίτλους. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται στα υπό στενή έννοια αξιόγραφα και προϋποθέτει τίτλους, οι οποίοι ενσωματώνουν απαιτήσεις από εκείνες που ανήκουν στο περιεχόμενο του άρθρου 982 § 1 του ΚΠολΔ, επί πλέον δε πρέπει να πρόκειται περί αξιογράφων εις διαταγήν. Τέτοιο τίτλο αποτελεί, εκτός άλλων, σύμφωνα με τα άρθρα 76 επ. του ν.δ. 17.7/13.8.1923, και η (θαλάσσια) φορτωτική εις διαταγήν, λόγω δε αυτού είναι δυνατή και η κατάσχεση απαιτήσεων προερχόμενων από φορτωτική εις διαταγήν. Η ενσωματούμενη σε αυτή απαίτηση συνίσταται στην απαίτηση, την οποία έχει ο νόμιμος κομιστής του τίτλου τούτου έναντι του πλοιάρχου για παράδοση των φορτωθέντων εμπορευμάτων, γι` αυτό και η κατάσχεση της φορτωτικής εις διαταγήν δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο η κατάσχεση της ενσωματωμένης σε αυτή απαιτήσεως. Η μετά την έκδοση της φορτωτικής επιβαλλομένη κατάσχεση επί των πραγμάτων είναι χωρίς νομικό αποτέλεσμα, αφού η αξίωση περί παραδόσεως ενσωματώνεται στον τίτλο και κυκλοφορεί μαζί με αυτόν. Αντιθέτως, δεν επιτρέπεται η κατάσχεση εμπορευμάτων, για τα οποία έχει εκδοθεί φορτωτική εις διαταγήν, ενώ η τυχόν επιβληθείσα κατάσχεση είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ανυπόστατη, άρθρο 180 του ΑΚ). Συνεπώς, η απαίτηση από φορτωτική εις διαταγήν, αν δεν εξαρτάται εξ αντιπαροχής, κατάσχεται κατά την διαδικασία των άρθρων 982 επ. του ΚΠολΔ περί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου. Βάσει των διατάξεων αυτών, η κατάσχεση της παραπάνω απαιτήσεως γίνεται με αφαίρεση του τίτλου από τον καθού η εκτέλεση και παράδοσή του στον υπερού αύτη, ως και δια της επιδόσεως στη συνέχεια του κατασχετηρίου στον καθού η εκτέλεση και τον εκ του τίτλου υπόχρεο τρίτο. Αν ελλείπει οποιαδήποτε των ανωτέρω πράξεων, κατάσχεση της εν λόγω απαιτήσεως δεν υπάρχει, άλλως η κατάσχεση είναι ανυπόστατος, ο δε εκ του τίτλου υπόχρεος τρίτος δικαιούται να προτείνει το ανυπόστατο της τοιαύτης κατασχέσεως, μη δεσμευόμενος από το άρθρο 987 του ΚΠολΔ, γιατί ο κανόνας της δεύτερης περιόδου αυτού, που επιτρέπει στον τρίτο να προτείνει τις αναφερόμενες σε αυτόν περιπτώσεις του ανυπόστατου της κατασχέσεως, εφαρμόζεται, για την ταυτότητα του νομίμου λόγου, και στην όμοια περίπτωση του ανυπόστατου της κατασχέσεως λόγω της μη αφαιρέσεως του τίτλου. Ειδικότερα, ο τρίτος δικαιούται να προτείνει, είτε ότι δεν αφαιρέθηκε ο τίτλος, είτε ότι δεν κοινοποιήθηκε το κατασχετήριο στον καθού η εκτέλεση. Η αφαίρεση του τίτλου, όπως προκύπτει σαφώς εκ του άρθρου 983 § 3 ΚΠολΔ, πρέπει να προηγείται των επιδόσεων του κατασχετηρίου στον τρίτο και τον καθού η εκτέλεση. Η αφαίρεση αύτη συντελείται με δύο διακεκριμένες πράξεις, ήτοι με την από το δικαστικό επιμελητή αφαίρεση (αποχωρισμό) του σώματος του τίτλου εις διαταγήν από την κατοχή του καθού η εκτέλεση και με τη σύνταξη εκθέσεως περί τούτου με την παρουσία ενός ενηλίκου μάρτυρος. Ο αποχωρισμός του τίτλου από την κατοχή του καθού η εκτέλεση, ως και η σύνταξη της εκθέσεως, αποτελούν αμφότερα στοιχεία της κατά νόμο αφαιρέσεως του τίτλου.  Εάν ελλείπει οποιοδήποτε εκ των ανωτέρω στοιχείων, ιδίως δε αν δεν συνετάγη έκθεση, αφαίρεση του τίτλου δεν υπάρχει και άρα η επακολουθήσασα κατάσχεση της από τον τίτλο απαιτήσεως είναι ανυπόστατη.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο από 29.4.2002 δικόγραφο της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα εξέθεσε ότι δυνάμει εκθέσεως συντηρητικής κατασχέσεως κινητών (καυσίμων) στα χέρια τρίτου, που συνετάγη από αρμόδιο δικαστικό επιμελητή στις ...., κατασχέθηκαν συντηρητικά στα χέρια της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, πλοιοκτήτριας του υπό Ελληνική σημαία πλοίου με το όνομα ".....", οι επακριβώς προσδιοριζόμενες ποσότητες πετρελαίου, που είχαν φορτωθεί στις δεξαμενές του πλοίου αυτού, ότι ύστερα από διαπραγματεύσεις και προκειμένου να αποφευχθεί η εκ των πραγμάτων ακινητοποίηση του πλοίου, η αναιρεσείουσα πρώτη εναγόμενη δέχθηκε την αντικατάσταση του επιβληθέντος ασφαλιστικού μέτρου με εγγυητική επιστολή ποσού 158.135,48 ευρώ, εκδόσεως της μη μετέχουσας στην παρούσα δίκη δεύτερης εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία ".. ΤΡΑΠΕΖΑ ..", επιστολή η οποία τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της αναγνωρίσεως του ανυπόστατου ή της κηρύξεως της ακυρότητας της συντηρητικής κατασχέσεως, γιατί η επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση ήταν ανίσχυρος, αφού για τις κατασχεθείσες ποσότητες πετρελαίου είχαν εκδοθεί μεν (θαλάσσιες) φορτωτικές εις διαταγήν της φορτώτριας εταιρίας με την επωνυμία "...", οι οποίες και της παραδόθηκαν με την ολοκλήρωση της φορτώσεως, πλην όμως τα αξιόγραφα αυτά δεν κατασχέθηκαν, με αποτέλεσμα να είναι ανυπόστατες, τόσο η έκθεση κατασχέσεως, όσο και η συντηρητική κατάσχεση, κατά το αρθρ. 983 § 3 του ΚΠολΔ, το δε ανυπόστατο αυτό νομιμοποιούταν να προτείνει η ενάγουσα ως τρίτη σύμφωνα με το άρθρο 987 του ΚΠολΔ.
 Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ζήτησε, εκτός άλλων, να αναγνωρισθεί, ότι η επιβληθείσα από την αναιρεσείουσα πρώτη εναγόμενη στα χέρια της ως τρίτης συντηρητική κατάσχεση ήταν ανυπόστατη λόγω της μη αφαιρέσεως των φορτωτικών εις διαταγήν, που είχαν εκδοθεί για τις κατασχεθείσες ποσότητες πετρελαίου. Το Εφετείο που δίκασε έκρινε, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα νομιμοποιούταν να προβάλει το ανυπόστατο της γενόμενης συντηρητικής κατασχέσεως και ότι η αγωγή ήταν νόμιμη ως προς την αναιρεσείουσα πρώτη εναγομένη εταιρία κατά το πιο πάνω αίτημα, ως στηριζόμενη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, στις αναφερθείσες δικονομικές διατάξεις των άρθρων 712 § 1 εδαφ. β, 987, 983 § 3, 982, 954 § 1 ΚΠολΔ, που ρύθμιζαν τη διαδικασία της συντηρητικής κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, και στη συνέχεια, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, τη δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προβαλλόμενο με την αγωγή λόγο για αναγνώριση του ανυπόστατου της γενόμενης συντηρητικής κατασχέσεως στα χέρια τρίτου λόγω μη κατασχέσεως των (θαλάσσιων) φορτωτικών, που εκδόθηκαν και ενσωμάτωναν την απαίτηση επί των ποσοτήτων των καυσίμων, που κατασχέθηκαν, ως μη προβλεπόμενο στη ρυθμίζουσα τη διαδικασία της κατασχέσεως δικονομική διάταξη του άρθρου 987 του ΚΠολΔ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, όχι όμως σε συνδυασμό και με τη μη ιδρυόμενη επί παραβάσεως κανόνα δικονομικού δικαίου πλημμέλεια του αριθ. 1 του αυτού άρθρου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος.

 3. Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Έτσι, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και το υπαγωγικό σφάλμα, ενώ είναι αυτονόητο, ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 134/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα πρώτη εναγόμενη με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι με το να δεχθεί ότι η εμπορική λειτουργία των φορτωτικών σε διαταγήν, που εκδόθηκαν σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "..." και αφορούσαν τις φορτωθείσες στο πλοίο με το όνομα "...", πλοιοκτησίας της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, "δεν κωλυόταν εκ του γεγονότος, ότι δια την περαιτέρω διάθεση του φορτίου (πραγματοποίηση εφοδιασμών προς πλοία ή διακίνηση προς άλλη φορολογική αποθήκη) απαιτούνταν η ύπαρξη του από το ν. 2.127/1993 προβλεπόμενου Συνοδευτικού Διοικητικού Εγγράφου (ΣΔΕ), δηλονότι η λειτουργία των φορτωτικών έβαινε παραλλήλως προς την υπό του νόμου προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων του ν. 2.127/1993 και της Α.Υ.Ο.Τ. 1400/10/2.3.2000. Όμως, δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο αριθμητικώς οι συγκεκριμένες ουσιαστικές διατάξεις του ως άνω νόμου και της υπουργικής αποφάσεως που παραβιάστηκαν, ειδικώς δε για την τελευταία δεν αναφέρεται ούτε ότι αυτή εκδόθηκε δυνάμει ειδικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, ούτε περαιτέρω εξειδικεύονται οι παραδοχές και το υπαγωγικό σφάλμα χωριστά για καθένα από τους κανόνες αυτούς, που φέρεται πως παραβιάστηκαν. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος.

 4. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "...," περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 870/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
 Και
 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...