Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής, όρος να μην έχει γίνει η εκτέλεση, τοκαριθμικό επιτόκιο.

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/ κης 1872/ 2005, Αρμεν 2005.399.

Δικαστής: Αναστασία Ιωσηφίδου.

Περίληψη. Διαταγή πληρωμής. Ανακοπή. Η άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την εκτελεστότητά της. Αναστολή μπορεί να χορηγηθεί με αίτηση, εφόσον ασκήθηκε εμπρόθεσμα ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής. Η αίτηση αναστολής μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο, επομένως καταρχήν και στην κατ` έφεση δίκη μετά την απόρριψη της ανακοπής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον δεν έγινε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής και ο καθού η διαταγή παρέλειψε να ζητήσει ως τότε αναστολή.
Κατά το άρθρο 938 παρ. 1 ΚΠολΔ, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αρμόδιος να διατάξει την παραπάνω αναστολή είναι ο δικαστής του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή και αν πρόκειται για Πολυμελές Πρωτοδικείο ο Πρόεδρος τούτου. Η σχετική αίτηση κατά την επόμενη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ασκείται και δικάζεται κατά το άρθρο 686 επ. ΚΠολΔ και όταν με αυτή ζητείται η αναστολή του πλειστηριασμού πρέπει να κατατεθεί πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα πλειστηριασμού. Τέλος, κατά την τελευταία παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, η παραπάνω αναστολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για την ανακοπή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 933 και 936 ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι βασική προϋπόθεση της αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η προηγούμενη νομότυπη άσκηση της ανακοπής είτε με βάση το άρθρο 933 είτε με βάση το άρθρο 936 ΚΠολΔ. Τούτο προκύπτει ευθέως από τη διατύπωση της παραγράφου 1 με αίτηση του ανακόπτοντος. Η προϋπόθεση αυτή αποτελεί λογική συνέπεια του δικαιολογητικού λόγου του θεσμού της αναστολής, δηλαδή του κινδύνου της μετέπειτα ανατροπής του εκτελεστού τίτλου και γενικότερα της νομιμότητας της εκτελεστικής διαδικασίας και κατά συνέπεια του ενδεχομένου να υποστεί ο καθού μια αδικαιολόγητη εκτέλεση. Ως άσκηση ανακοπής νοείται η κατάθεσή της και η επίδοσή της στον αντίδικο, με την οποία και ολοκληρώνεται. Το ένδικο βοήθημα πρέπει να έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, η δε άσκηση της ανακοπής αποδεικνύεται με την προσαγωγή αντιγράφου της και έκθεσης επίδοσης αυτής στον καθού η ανακοπή. Αν δεν υφίστανται οι παραπάνω προϋποθέσεις, η αίτηση αναστολής απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, άρθρο 938, αριθμ. 42 και 71). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, η άσκηση της ανακοπής, κατά μείζονα δε λόγο η προθεσμία της, δεν έχει αποτέλεσμα ανασταλτικό της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής. Τέτοια αναστολή μπορεί να χορηγηθεί δικαστικώς με εγγύηση ή χωρίς εγγύηση μετά από αίτηση του ανακόπτοντος από το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή, η οποία αίτηση δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η παραδοχή της αιτήσεως αναστολής προϋποθέτει καταρχήν εμπρόθεσμη άσκηση της κατ` άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπής.

 Από την παραπάνω διάταξη (632 παρ. 2 ΚΠολΔ) συνάγεται ότι η αίτηση για αναστολή εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής μπορεί να ασκηθεί και μετά την απόρριψη της ανακοπής και την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την ανακοπή μέχρι να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν έγινε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής και ότι ο καθού η διαταγή πληρωμής παρέλειψε αρχικά να ζητήσει αναστολή (βλ. ΕφΘεσ 64/1991, Δνη 1993.1362-1363, ΜονΠρΑθ 656/88 Δνη 1989.199, ΜονΠρΘηβ 110/2001 Δ 32.431, ΜονΠρΘηβ 4/ 90 Δ. 21.2865, ΜονΠρΚορ 700/91 ΝοΒ 30.293). Και στην περίπτωση αυτή θα πιθανολογηθεί η βασιμότητα ή μη της ανακοπής και όχι η βασιμότητα της έφεσης (βλ. Σ. Πανταζόπουλου, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, έκδ. 2001, σελ. 194).

 Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, οι αιτούντες εκθέτουν ότι κατά της 6824/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της καθής και με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην τελευταία το ποσό των 12.960,00 ευρώ, πλέον τόκων, άσκησαν στο δικαστήριο αυτό την με αριθμό κατάθεσης 12344/ 2004 ανακοπή τους, η οποία και απορρίφθηκε με την με αριθμό 13.698/2004 απόφαση. Οτι η καθής, με εκτελεστό τίτλο την παραπάνω διαταγή πληρωμής, επισπεύδει εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας τους με την με αριθμό 2507/2004 επαναληπτική δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Β.Σ. και ορίσθηκε πλειστηριασμός για την 26.1.2005. Οτι κατά της παραπάνω απόφασης, που απέρριψε την ανακοπή τους, έχουν ασκήσει νομότυπα και εμπρόθεσμα έφεση, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουν στην αίτησή τους, με την οποία (έφεση) ζητούν την εξαφάνιση της απόφασης αυτής. Επικαλούμενοι δε ότι η παραπάνω έφεσή τους θα ευδοκιμήσει, ότι θα γίνει δεκτή η ανακοπή τους και θα ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και επιπρόσθετα ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη από τη συνέχιση της εκτέλεσης, ζητούν να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται με βάση την παραπάνω διαταγή πληρωμής και συγκεκριμένα ο πλειστηριασμός που έχει ορισθεί με την προαναφερθείσα περίληψη, μέχρι την έκδοση οριστικής και τελεσίδικης απόφασης από το Εφετείο Θεσσαλονίκης επί της εφέσεως που κατά τα προαναφερθέντα έχουν ασκήσει.
 Από τα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αίτηση, η οποία παραδεκτά φέρεται για συζήτηση στο δικαστήριο αυτό κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), με σαφήνεια προκύπτει ότι οι αιτούντες δεν έχουν ασκήσει ανακοπή κατά της εκτέλεσης, κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, βασική προϋπόθεση, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, για την κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ αναστολή και συνεπώς η αίτησή τους, εκτιμώμενη ως αίτηση αναστολής του άρθρου 938 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Εξάλλου και αν ακόμα εκτιμηθεί ότι με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναστολή, σύμφωνα με το άρθρο 632 ΚΠολΔ, της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής για το λόγο ότι εκκρεμεί η έφεση κατά της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης και πάλι η ενλόγω αίτηση είναι απορριπτέα (ανεξάρτητα της αοριστίας της, καθόσον δεν εκτίθεται ότι οι αιτούντες παρέλειψαν να ζητήσουν αρχικά αναστολή), αφού από τα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι, με την με αριθμό κατάθεσης 15356/ 2004 αίτησή τους, ζήτησαν την αναστολή της εκτέλεσης διαταγής πληρωμής κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ και η αίτησή τους απορρίφθηκε με την 12206/2004 απόφαση του δικαστηρίου αυτού. Συνεπώς και η εκ του άρθρου 632 Κ ΠολΔ αίτηση αναστολής της διαταγής πληρωμής είναι, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται σχετικά στη νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η καθής η αίτηση. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθούν οι αιτούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθής, κατά το άρθρο 178 παρ. 3 του Κώδικα περί δικηγόρων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
--------

Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου 20/ 2010.

(Ομοίως και  ΕιρΡόδου 100/ 2014, ΜονΠρωτΡόδου 442/ 2010,  ΕιρΛαμίας 482/ 2017).

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Παπανικόλα Πρόεδρο Πρωτοδικών.

Περίληψη. Διαταγή πληρωμής. Αίτηση αναστολής. Η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής μπορεί να ασκηθεί και μετά την απόρριψη της ανακοπής και την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την ανακοπή μέχρι να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν έγινε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής και ο καθού η διαταγή πληρωμής παρέλειψε αρχικά να ζητήσει αναστολή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, η άσκηση της ανακοπής, κατά μείζονα δε λόγο η προθεσμία της, δεν έχει αποτέλεσμα ανασταλτικό της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής. Τέτοια αναστολή μπορεί να χορηγηθεί δικαστικώς με εγγύηση ή χωρίς εγγύηση μετά από αίτηση του αναπόπτοντος από το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή, η οποία αίτηση δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η παραδοχή της αιτήσεως αναστολής προϋποθέτει καταρχήν εμπρόθεσμη άσκηση της κατ` αρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπής. Από την παραπάνω διάταξη (632 παρ. 2 ΚΠολΔ) συνάγεται ότι η αίτηση για αναστολή εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής μπορεί να ασκηθεί και μετά την απόρριψη της ανακοπής και την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την ανακοπή μέχρι να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν έγινε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής και ότι ο καθού η διαταγή πληρωμής παρέλειψε αρχικά να ζητήσει αναστολή (βλ. ΕφΘεσ 64/1991, Δνη 1993.1362-1363, ΜονΠρΑθ 656/88 Δνη 1989.199, ΜονΠρΘηβ 110/2001 Δ 32.431, ΜονΠρΘηβ 4/90 Δ. 21.2865, ΜονΠρΚορ 700/91 ΝοΒ 30.293 ΜονΠρΘεσ 1872/2005 Αρμ. 2005/399, Ματθία, Δ 10, 272). Και στην περίπτωση αυτή θα πιθανολογηθεί η βασιμότητα ή μη της ανακοπής και όχι η βασιμότητα της έφεσης (βλ. Σ. Πανταζόπουλου, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, έκδ. 2001, σελ. 194).

 Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα, ιστορεί στην κρινόμενη αίτησή της ότι με βάση την 1734/2005 αναγνωριστική χρηματικών απαιτήσεων απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την οποία επικύρωσε το Εφετείο Πειραιά, με την 1059/2007 απόφαση του εκδόθηκε σε βάρος της αιτούσας η υπ` αριθ. 580/2008 διαταγή πληρωμης του δικαστή αυτού του δικαστηρίου. Οτι στις 14-11-2008 η καθής επέδωσε σ` αυτήν την από 6-11-2008 επιταγή για πληρωμή, κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής και ακολούθως στις 3-12-2008 επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της προσθέτως παρεμβαίνουσας, ως τρίτης, απαιτήσεων από τίμημα πωλήσεως ακινήτων της καθής κατ` αυτής [παρεμβαίνουσας], ότι κατά της διαταγής αυτής πληρωμής η αιτούσα άσκησε την από 11-11-2008 ανακοπή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ότι ζητησε την αναστολή της εκτέλεσης διαταγής πληρωμής κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ και η αίτηση της απορρίφθηκε με την 508/2009 απόφαση του δικαστηρίου αυτού. Οτι ακολούθως, μετά από άσκηση σχετικής αναιρέσεως, ο Αρειος Πάγος με την 1857/2009 απόφαση του αναίρεσε την πιο πάνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιά. Για το λόγο αυτό ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της παραπάνω υπ` αριθ. 580/2008 διαταγής πληρωμής του δικαστή αυτού του δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της παραπάνω ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής που η αιτούσα, σύμφωνα με το άρθρο 632 ΠολΔ, έχει ασκήσει νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της διαταγής αυτής.  Παράλληλα ασκήθηκε στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Α. Α.Ε» με διακριτικό τίτλο «A. H. Α.Ε» υπέρ της αιτούσας, η οποία ζητησε την αποδοχή της αίτησης.

Από τα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αίτηση, η οποία παραδεκτά φέρεται για συζήτηση στο δικαστήριο αυτό κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), με σαφήνεια προκύπτει ότι η αιτούσα ζητεί την αναστολή, σύμφωνα με το αρθρο 632 ΚΠολΔ, της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής για το λόγο ότι αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση στην οποία στηρίζεται η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και η ενλόγω αίτηση είναι απορριπτέα, αφού όπως εκτίθεται στην αίτηση και από τα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι, με την με αριθμό κατάθεσης 3584/2008 αίτησή της, ζήτησε την αναστολή της εκτέλεσης διαταγής πληρωμής κατά το αρθρο 632 ΚΠολΔ και η αίτηση της απορρίφθηκε με την 508/2009 απόφαση του δικαστηρίου αυτού. Πρέπει, δε επιπροσθέτως να αναφερθεί ότι στις 14-11-2008 η καθής επέδωσε σ` αυτήν την από 6-11-2008 επιταγή για πληρωμή, κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής και ακολούθως στις 3-12-2008 επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της προσθέτως παρεμβαίνουσας, ως τρίτης, απαιτήσεων από τίμημα πωλήσεως ακίνητων της καθής κατ` αυτής [παρεμβαίνουσας] και η αιτούσα έχει ασκήσει την από 19-12-2008 [αριθ. εκθ. καταθ. 562/2008] ανακοπή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου [τακτική διαδικασία] και επομένως δεν δικαιολογείται η αναστολή της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, την οποία ζητεί η αιτούσα με την κρινόμενη αίτηση, αφού για την χορήγηση της προϋπόθεση είναι να μην έχει εκτελεσθεί η διαταγή πληρωμής. Συνεπώς και η εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ αίτηση αναστολής της διαταγής πληρωμής είναι, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται σχετικά στη νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η καθης η αίτηση. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και η υπέρ της αιτούσας παρέμβαση και να καταδικασθούν η αιτούσα και η προσθέτως παρεμβαίνουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθής κατά το αρθρο 178 παρ. 3 του Κώδικα περί δικηγόρων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.


                     ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την αίτηση και την πρόσθετη παρέμβαση.

 Απορρίπτει την αίτηση και την πρόσθετη παρέμβαση.

 Επιβάλλει σε βάρος της αιτούσας και προσθέτως παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα της καθ` ης τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα [350] ευρώ.
-------

 Ειρηνοδικείο Ρόδου 150/ 2015.

 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δόκιμη Ειρηνοδίκη Μαρία Ανδρέου.

Περίληψη. Αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής. Προϋποθέσεις παραδοχής της αίτησης. Αντίθετες απόψεις. Αναστολή χορηγείται αν πιθανολογηθεί η ευδοκίμηση λόγου ανακοπής χωρίς να εξετάζεται η ανεπανόρθωτη βλάβη. Καταχρηστική άσκηση. Εφόσον γνωστοποιήθηκε σε πιστωτικό ίδρυμα βάσιμη αίτηση του αιτούντος υπαγωγής του στο ν. 3869/2010, στη συνέχεια η εκ μέρους του ιδρύματος επίδοση διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση είναι καταχρηστική, διότι υποδηλώνει πρόθεση εκτέλεσης.

 Κατά τη διάταξη του άρθρου 632 παράγραφος 2 ΚΠολΔ, η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, επιτρέπεται όμως, το δικαστήριο που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, να χορηγήσει τέτοια αναστολή κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση. Οπως γίνεται γενικά δεκτό, η παραδοχή της αιτήσεως αναστολής προϋποθέτει κατ’ αρχήν την νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπής (Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα Ερμ.ΚΠολΔ, έκδοση 2000, τόμος ΙΙ, σχόλια υπ` αρθ. 632 αρ. 31 και ΜΠρΘεσ 1872/2005 Αρμ 2005/399, ΜΠρΘεσ 32922/2003 Αρμ2004/1142, ΜΠρΞαν 347/2003 Αρμ 2003.1306). Από τμήμα της Νομολογίας και θεωρίας, υποστηρίζεται ότι περαιτέρω προϋπόθεση για την χορήγηση της προκείμενης αναστολής, είναι το εάν η αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής πληρωμής θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα, ενώ η βασιμότητα της ασκηθείσης ανακοπής δεν ερευνάται, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει - κατά την άποψη αυτή-ότι δικαιολογείται η χορήγηση της αναστολής επί προφανώς αβασίμου ή απαραδέκτου ανακοπής (βλ. Μπέη, Οι διαδικασίες ενώπιον του Μονομελούς, σελ. 374 - Κοκκαλάκη, ΜονΠρΠειρ 1794/1989 ΑρχΝ 1990.36, ΜονΠρΘεσ/νίκης 656/1988 ΕλλΔνη 1989.199, ΜονΠρΙωαν. 237/1985 ΝοΒ 33.1444, ΜονΠρΑθ. 3164/1983 ΕΕμπ.Δ. ΛΔ`, 447, ΕιρΡοδ 31/2006 αδημ., Σινανιώτη, Ειδικές Διαδικασίες, Β` έκδ. 1984, σελ. 202, Bαθρακοκοίλη ΕρμΚπολΔ σχόλια υπ’ αρθ. 632 αρ. 37). Ομως με την αποδοχή της θέσεως αυτής, υπάρχει περίπτωση να μη χορηγηθεί η αναστολή, επί ανακοπής η οποία πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει, εξαιτίας της ελλείψεως κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης, ενώ αυτό αντιτίθεται τόσο στην αρχή της οικονομίας της δίκης, με την πρόκληση νέων δικών π.χ. για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, όσο και στον σκοπό του δικονομικού δικαίου, ήτοι της ορθής απονομής του δικαίου. Αλλο τμήμα της Νομολογίας, εξετάζει πρωτίστως την ευδοκίμηση ενός λόγου της ανακοπής και δευτερευόντως - σε περίπτωση ευδοκιμήσεως - εάν η αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής πληρωμής θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (ΜονΠρΘεσ 32922/2003 Αρμ 2004.1142, ΜονΠρΑθ 33310/1996 ΑρχΝ 1997.394), ενώ έχει διατυπωθεί και η θέση ότι δεν αναστέλλεται η εκτέλεση διαταγής πληρωμής, όταν δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής και επιπλέον είναι ευχερής η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, σε περίπτωση που η ανακοπή θα ευδοκιμήσει (βλ. ΕιρΑθ 1397/1997 ΑρχΝ/1998.820, 2492/1995 ΑρχΝ1997.548, 1303/1996 ΑρχΝ 2000.836, ΕιρΚερκ 257/84, Δ. 16.46). Τέλος, από άλλο τμήμα της Νομολογίας εξετάζεται μόνον εάν πρόκειται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος της ανακοπής (MΠρΖακ 310/2011 ΤΝΠ NOMOS, ΜΠρΡοδ 1696/2004 ΝοΒ 2005.119, ΜονΠρΣερ 842/2003 αδημοσ., ΜΠρΤρικ 590/2003 Αρχ Νομ 2003/701, ΠολΠρΒολ 1530/2002 ΑρχΝ 2004.88, ΜΠρΒολ 862/2002 ΑρχΝ 2002.361, ΕιρΑθ 2751/1993 ΑρχΝ 1994.285, 1291/1994 ΔΙΚΗ 1995.150, ΕιρΚαβ 290/2009), θέση την οποία αποδέχεται και το παρόν Δικαστήριο. Το ότι δεν απαιτείται να ερευνάται η συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης του αιτούντος κατά την εκδίκαση της αναστολής του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει από την γραμματική ερμηνεία της διατάξεως, από την οποία σαφώς συνάγεται ότι δεν απαιτείται να συντρέχει ουδεμιάς διαβαθμίσεως βλάβη, προκειμένου να γίνει δεκτή η σχετική αίτηση. Εάν ο νομοθέτης θα ήθελε στην περίπτωση αυτή, συνδρομή βλάβης, θα το όριζε ρητά, όπως έπραξε τούτο στην περίπτωση της αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 938 παρ.1 ΚΠολΔ. Η διαταγή πληρωμής είναι εκτελεστός τίτλος και όχι δικαστική απόφαση, ο οποίος εκδίδεται όχι από δικαστήριο, αλλά ατομικώς από το δικαστή ως δικαστικό λειτουργό (άρθρα 625, 627-630, 904 παρ. 2 εδ. ε ΚΠολΔ και ΕφΘρακ 105/2005 Αρμ 2005.1757) και στηρίζεται στην έγγραφη απόδειξη των αξιώσεων με βάση την αίτηση του δανειστή και χωρίς προηγούμενη ακρόαση του οφειλέτη (άρθρα 624 και 627 ΚΠολΔ) και επομένως στο ιδιαίτερο αυτό πλαίσιο, ο μη ακουσθείς, αιτών την αναστολή, οφειλέτης, είναι ορθό, να μην περιορίζεται περαιτέρω, από ειδικότερες προϋποθέσεις για την χορήγηση της αναστολής εκτελέσεως, πλην της ευδοκιμήσεως ενός τουλάχιστον λόγου της ανακοπής. Επίσης δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται ούτε η ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης ή ανάγκη αποτροπής επικειμένου κινδύνου, αφού στην περίπτωση της αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 632 ΚΠολΔ, δεν πρόκειται περί γνησίου ασφαλιστικού μέτρου, ώστε να απαιτείται απαραιτήτως η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 682 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από την αντιδιαστολή δε, των προαναφερθεισών διατάξεων, συνάγεται ότι η κατά την άνω διάταξη αναστολή εκτέλεσης συνιστά προληπτικό καταστάσεως μέτρο, που αφορά στην αναστολή της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, το οποίο εξομοιώνεται με τα ασφαλιστικά μέτρα (ΟλΑΠ 754/1986 ΕλλΔνη 27.1124), αλλά δεν ταυτίζεται με αυτά. Ετσι η παραπομπή του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ στη διαδικασία των άρθρ. 686 επoμ. νοείται τόσο στις διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όσο και σε εκείνες που προσανατολίζονται στη φύση και το σκοπό του άνω προληπτικού ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου της αναστολής της εκτελεστότητας εκτελεστού τίτλου ή εξυπηρετούν το σκοπό αυτόν, όπως είναι οι της απαγόρευσης άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης που διατάζει το μέτρο αυτό και της ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης αυτής κατά τους ορισμούς των αρθρ. 696 έως 698 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 754/86,όπ. παραπάνω, ΕφΘρ 129/2002 Αρμ 2002/1212, ΕφΘεσ 64/1991 ΕλλΔνη 34.1362, Μπρίνια, Αναγκ. εκτέλ., έκδ. Β`, αρθρ. 937, παρ. 186 α`, υπό 111, σελ.521 και αρθρ. 948 παρ. 190, υπό 1, σελ. 540, Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης, Δ 10.56 επόμ., Μπέης, Δ 13.357). Επομένως στο πλαίσιο αυτό, οι θέσεις που απαιτούν τη συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης, είτε ως αποκλειστική προϋπόθεση της χορηγήσεως αναστολής, είτε ως κύρια, είτε ως δευτερεύουσα, ελέγχονται ως μη ορθές.

 Με την υπό κρίση αίτηση, οι αιτούντες ζητούν να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ` αριθ. 126/2015 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Ρόδου, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 24-04-2015 σχετικής ανακοπής τους, που άσκησαν κατ` άρθρο 632 ΚΠολΔ, καθότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της ανακοπής και υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης τους από την εκτέλεση της προσβαλλομένης διαταγής. Επίσης, ζητούν να καταδικασθεί η καθ’ ης στα δικαστικά τους έξοδα. Η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ ΚΠολΔ), είναι δε νόμιμη (άρθρο 632 παρ. 3 ΚΠολΔ), πλην του αιτήματος να καταδικασθεί η καθ’ ης στη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, αφού σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954), επί των αιτήσεων χορηγήσεως αναστολής εκτελέσεως, επιδικάζονται πάντοτε στον αιτούντα τα έξοδα και η αμοιβή του δικηγόρου του καθ` ου η αίτηση (ΜΠρΗρακλ 3878/ 2005 Αρμ 2006/443, ΜΠρΚατερ 158/2004 Αρμ 2004.921, ΜονΠρΠειρ 1794/1989 ΑρχΝ 1990.36). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

 Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα που επικαλούνται οι διάδικοι, κι από όλη τη διαδικασία εν γένει, πιθανολογούνται τα ακόλουθα: Την 1η Απριλίου 2015 επιδόθηκε στους αιτούντες αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. 126/2015 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Δικαστηρίου τούτου, με την παρά πόδας αυτού, από 24-03-2015, επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επιτάσσονται οι αιτούντες να καταβάλουν στην καθ’ ης το ποσό των 18.292,84 ευρώ, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2230419420/28-07-2004 σύμβασης στεγαστικού δανείου και του από ίδιας ημερομηνίας Α` Προσαρτήματος αυτής. Οι αιτούντες άσκησαν κατά της καθ’ ης νομότυπα κι εμπρόθεσμα ανακοπή (βλ. σχετ.1 - τις από 01-04-2015, με αριθμούς 10386 ΣΤ και 10387 ΣΤ επιδόσεις στους αιτούντες, από τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου … επί της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής και την υπ` αριθ. έκθεση επιδόσεως της με αρ. καταθέσεως 200/24-04-2015 ανακοπής, στην καθ` ης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου …) και εν συνεχεία αιτήθηκαν την αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω διαταγής πληρωμής. Εν προκειμένω, πιθανολογείται η τυπική και ουσιαστική βασιμότητα τουλάχιστον δύο λόγων της ανακοπής. Ειδικότερα, ο 7ος λόγος ότι η καθ’ ης προέβη σε παράνομους εκτοκισμούς με το τοκοτέχνασμα της χρήσης χρονικής βάσης ημερολογιακού έτους 360 ημερών είναι ορισμένος και πιθανολογείται ως βάσιμος, μιας και έχει κριθεί με πληθώρα δικαστικών αποφάσεων ως καταχρηστικός και παράνομος όρος (βλ. ΑΠ 430/2005, ΜΠρΑθ 562/2008, ΕιρΑθ 3308/2005) και απαγορεύεται σε ΓΟΣ στις συμβάσεις στεγαστικών δανείων (βλ. απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης Ζ1-798/25-06-2008, ΦΕΚ Β` Φύλλο 1353/11-07-2008). Επιπροσθέτως, πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει και ο 8ος λόγος της ανακοπής ως προς την δεύτερη των αιτούντων, καθόσον έχει ήδη υποβάλλει αίτηση προς ένταξή της στο νόμο 3869/2010, η οποία πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτή (βλ. σχετικό 8), και η οποία επιδόθηκε στην καθ’ ης προ της επίδοσης εκ μέρους της της κρινόμενης διαταγής πληρωμής και παρ’ όλα αυτά η καθ’ ης προέβη στην καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ συμπεριφορά, ήτοι ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, επέδωσε διαταγή πληρωμής και επιταγή προς πληρωμή στους αιτούντες, υποδηλώνοντας πρόθεση εκτέλεσης. Επομένως, εφόσον πιθανολογείται η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, συνεπεία της παραδοχής της ανακοπής, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να διαταχθούν τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Ως προς την συνδρομή βλάβης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, κατά την γνώμη του Δικαστηρίου, δεν απαιτείται εν προκειμένω να εξετάζεται. Τέλος οι αιτούντες θα πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρο 178 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων).


                                              ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
 ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
 ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της υπ` αριθ. 126/2015 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του παρόντος Δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 24-04-2015 ανακοπής των αιτούντων με αριθμό κατάθεσης 200/24-04-2015.
 ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αιτούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εκατόν πενήντα ευρώ (150,00 €).
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...