Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

ακύρωση και αναστολή απόφασης σωματείο, νομιμοποίηση,

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 7474/ 2016, ΧρΙΔ 2017.256.

Πρόεδρος: Κ. Λυμπεροπούλου, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Περίληψη. Ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα. Έννοια ένωσης σωματείων. Περιοριστική η απαρίθμηση προσώπων που νομιμοποιούνται ενεργητικά  για την άσκηση αγωγής ακύρωσης αποφάσεων γενικής συνέλευσης σωματείου, καθώς και  αιτήσεως αναστολής. Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων.  Παθητική νομιμοποίηση  του σωματείου, του οποίου τη βούληση εκφράζει η προσβαλλόμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης. Αίτηση  μελών σωματείου υπαγόμενου στην ένωση σωματείων (καθ΄ ης η αίτηση)  περί ακυρώσεως  αποφάσεων ετήσιας γενικής συνέλευσης. Έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, καθώς την επίδικη αίτηση άσκησαν μέλη επιμέρους σωματείου της ένωσης. 

Με την διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ, η οποία εφαρ­μόζεται για την ταυτότητα του νομικού λόγου και σε ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, που προσιδιάζουν σε κοινά σωματεία (ΑΠ 1339/2014, ΑΠ 511/2008, ΕφΑΘ 5886/2013, ΕλλΔνη 2014, 1046), ορίζεται ότι απόφαση γενικής συνέλευσης σωματείου είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστή­ριο ύστερα από αγωγή μέλους, που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Περαιτέρω, κατά τη δι­άταξη του άρθρου 102 ΑΚ ο πρόεδρος πρωτοδικών μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση μιας άκυρης απόφασης της γενικής συνέλευσης, αν το ζητήσει η διοίκηση του σωματείου ή μέλος του ή ο εισαγγελέας. Η απαρίθμηση των προσώπων που νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής ακύρωσης του άρθρου 101 ΑΚ και της αίτησης αναστολής του άρθρου 102 ΑΚ είναι περιοριστική. Δηλαδή, στην άσκηση της αγωγής ακύρωσης νομιμοποιούνται ενεργητικά μόνον (α) κάθε μέλος του σωματείου, που δεν συναίνεσε και (β) οποιοσδήποτε άλλος έχει έννομο συμφέρον, ενώ στην άσκηση αίτησης αναστολής νομιμοποιούνται ενεργητικά μόνον (α) η διοίκηση του σωμα­τείου, (β) το μέλος του και (γ) ο εισαγγελέας. Η σχετική αίτη­ση δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παθητικά δε πάντοτε νομιμοποιείται το σωματείο, του οποίου τη βούληση εκφράζει η προσβαλλόμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης. Περαιτέρω, μέλη στα κατά το άρθρο 78 επ. ΑΚ σω­ματεία μπορούν να είναι τόσο φυσικά, όσο και νομικά πρόσωπα, δύο δε ή περισσότερα σωματεία δύνανται να ενώνονται σε σύνδεσμο ή ένωση για την επιδίωξη των κοινών τους σκοπών, διατηρούντα την οικονομική και διοικητική τους αυτονομία.Τα μέλη όμως των κατ` ιδίαν σωματείων που συνιστούν την ένωση δεν μπορούν να είναι μέλη και της ένωσης. Εξάλλου, κατά τη δι­άταξη του άρθρου 73 ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 62 έως 72 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η ενεργητική νομιμοποίηση του αιτούντος, η έλλειψη της οποίας έχει ως συνέπεια λόγω της ανυπαρξίας συνδέσμου μεταξύ του διαδίκου (αιτούντος) και της επικαλούμενης έννομης σχέσης, την απόρριψη της αγωγής ή της αίτησης ως απαράδεκτης (ΜΠρΑΘ 10761/2013, ΕιρΛαρ 143/1976, Αρμ. 1977.484).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούντες με την κρινόμενη αίτησή τους εκθέτουν ότι ενώπιον του Δικαστηρίου αυ­τού άσκησαν εμπρόθεσμα τη με γενικό αριθμό κατάθεσης [...1/30.6.2016 αγωγή τους για ακύρωση των αποφάσεων της από 23.1.2016 ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης της καθ` ης, για τους λόγους που λεπτομερώς αναφέρουν στην αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουν αυτολεξεί στην αίτη­ση. Επικαλούμενοι δε επείγουσα περίπτωση και επικείμενο κίνδυνο, καθώς και έννομο συμφέρον ως μέλη των [...] που συναπαρτίζουν την καθ` ης και αποτελούν τα μέλη της, όπως η αίτηση ως προς την άνω ιδιότητά τους παραδεκτά διορθώθη­κε με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που έλαβε χώρα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, η οποία, λόγω μη τήρησης πρακτικών, καταχωρήθηκε στην αίτη­ση (άρθρα 224 ΚΠολΔ), ζητούν την αναστολή των αποφάσεων της ως άνω από 23.1.2016 ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευ­σης της καθ` ης, μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής τους. Η αίτηση αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τυγχάνει απορριπτέα για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενης από το παρόν Δικαστήριο, και ειδικότερα για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης των αιτούντων. Και τούτο, διότι στην προκειμένη περίπτωση, όπου η καθ` ης «[...]» είναι, καθ` ομολογίαν των αιτούντων και κατά ρητή διάταξη των άρθρων 4 και 6 του Καταστατικού Χάρτη αυτής, ένωση προσώπων χω­ρίς νομική προσωπικότητα, την οποία απαρτίζουν οι υπό την αιγίδα αυτής κανονικώς λειτουργούσες [...] (που και αυτές α­ποτελούν ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα), ενεργητικά νομιμοποιούνται για την άσκηση της προκείμενης αίτησης αναστολής, κατά τα ρητώς καθοριζόμενα από τη δι­άταξη του άρθρου 102 ΑΚ και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, α) η διοίκηση του σωματείου, ήτοι η διοίκηση της καθ` ης, β) μέλος του σωματείου και εν προκειμένω έκαστη [...]- μέλος της καθ` ης και γ) ο εισαγγελέας της έδρας του σωματείου, και ουδόλως τα μέλη των κατ` ιδίαν ενώ­σεων προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα -, όπως εν προκειμένω είναι οι αιτούντες, οι οποίοι δεν είναι μέλη της ένω­σης της καθ` ης «...», αλλά μόνο μέλη [...] που συναποτελούν την καθ` ης. Απορριπτόμενης δε ως απαράδεκτης της αίτησης, κατά τα προαναφερθέντα, παρέλκει η έρευνα της άνω ασκηθείσας υπέρ των αιτούντων πρόσθετης παρέμβασης. Τέλος, οι αιτούντες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της καθ` ης η αίτηση κατά ουσιαστική παρα­δοχή σχετικού νομότυπου αιτήματος της (άρθρα 176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 84 παρ. 2 Ν. 4194/2013), με τη σημείωση ότι δεν θα περιληφθεί διάταξη περί εξόδων ως προς τους προσθέτως παρεμβαίνοντες, διότι δεν προκλήθηκαν εξ αυτών επιπλέον έξο­δα στην καθ` ης η αίτηση...]

3 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1751/ 2017 (Ηλ. Ξηροτύρης).

από τη διάταξη του άρθρου 102 AΚ με συνδ. με το άρθρο 3 Εισ.ν.Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, ύστερα από αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον είναι δυνατή, εφόσον δεν παρήλθε η κατ` άρθρο 101 AΚ προθεσμία, η αναστολή της ελαττωματικής απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (AΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, κάτω από το άρθρ. 102 σ. 164). Εξαίρεση από τις παραπάνω διατάξεις υφίσταται σε περίπτωση ανυπόστατης απόφασης της γενικής συνέλευσης. Περίπτωση ανυποστάτου αποφάσεως υφίσταται όταν π.χ. λαμβάνεται απόφαση επί θεμάτων για τα οποία δεν έχει αρμοδιότητα η γενική συνέλευση, ή όταν λήφθηκε χωρίς σύγκληση συνελεύσεως ή λαμβάνεται εκτός συνελεύσεως από ορισμένα μόνο μέλη (οι δύο τελευταίες περιπτώσεις συνιστούν τη λεγόμενη «αυτόκλητη σύγκληση της γ.σ.», δηλ. χωρίς να προηγηθεί πρόκληση από το αρμόδιο όργανο, η οποία δεν συνιστά στην κυριολεξία γενική συνέλευση, αλλ’ απλή συνάθροιση των μελών του σωματείου, των οποίων η τυχόν «απόφαση» δεν είναι απλώς ακυρώσιμη, κατά την 101 ΑΚ, αλλά ανυπόστατη, εφόσον δεν φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα της απόφασης γενικής συνέλευσης σωματείου). Στην περίπτωση ανυπόστατης αποφάσεως, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 101 AΚ (Ολ.Α.Π. 410/1963 ΝοΒ 11.946, A.Π. 569/1961 ΝοΒ 10.260). Υπάρχει δηλαδή απόλυτη ακυρότητα η οποία επέρχεται αυτοδικαίως (Μ.Π.Αθ. 4470/1979 ΝοΒ 28.1784) και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο εφόσον υποβληθούν σ` αυτό όλα τα πραγματικά περιστατικά. Με άλλα λόγια, καθένας που έχει έννομο συμφέρον μπορεί, χωρίς χρονικό περιορισμό, να επικαλεσθεί (με αναγνωριστική αγωγή, ή ακόμη και με ένσταση) την ανυπαρξία της αποφάσεως αυτής χωρίς να την έχει προσβάλει κατ` άρθρο 101 AΚ (ΑΠ 548/1977 ΑρχΝ 1977, 12, ΕφΛαρ 148/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΣερ 139/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Σ. Βλαστός, Αστικά σωματεία, συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις, συνεταιρισμοί, έκδ. 2002, παρ. 260, σελ. 270). Εξάλλου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 101 ΑΚ, γίνεται δεκτό ότι σε δικαστικό έλεγχο υπόκεινται και μπορούν, εάν βεβαίως συντρέχουν νόμιμοι λόγοι προς τούτο, να ακυρωθούν κατόπιν διαπλαστικής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και αποφάσεις των διοικητικών συμβουλίων σωματείων (ΕφΘεσ 1316/2011 Αρμ 2011.1796, ΕπισκΕμπΔ 2012.446, ΕφΑθ 1536/09 αδημ., ΜΠρΘεσ 124/97 Αρμ 51.1221, ΜΠρΤρ 496/00 ΝοΒ 49.78). Έτσι, αν η απόφαση προκήρυξης εκλογών από το Δ.Σ. είναι άκυρη, σ’ αυτή την περίπτωση μπορεί να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης αυτής από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 102 ΑΚ, 731, 732, 736 ΚΠολΔ). Τούτο ισοδυναμεί με αναβολή των εκλογών (Λ. Σεραφείμ, Συνδικαλιστικό και σωματειακό δίκαιο, έκδ. 2012, παρ. 136, σελ. 185).

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 10.761/ 2013.
(Ι) Με την διάταξη του άρθρου 101 Α.Κ. ορίζεται ότι απόφαση γενικής συνελεύσεως (Γ.Σ.) σωματείου είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους, που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 102 ΑΚ ο Πρόεδρος Πρωτοδικών μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση μιας άκυρης απόφασης της Γ.Σ, αν το ζητήσει η διοίκηση του σωματείου ή μέλος του ή ο εισαγγελέας. Η απαρίθμηση των προσώπων, που νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής ακύρωσης του άρθρου 101 ΑΚ και της αίτησης αναστολής του άρθρου 102 ΑΚ είναι περιοριστική. Δηλαδή, στην άσκηση της αγωγής ακύρωσης νομιμοποιούνται ενεργητικά μόνον (α) κάθε μέλος του σωματείου, που δεν συναίνεσε, και (β) οποιοσδήποτε άλλος έχει έννομο συμφέρον, ενώ στην άσκηση αίτησης ανσστολής νομιμοποιούνται ενεργητικά μόνον (α) η διοίκηση του σωματείου, (β) το μέλος του και (γ) ο εισαγγελέας. Η σχετική αίτηση δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παθητικά δε πάντοτε νομιμοποιείται το σωματείο, του οποίου την βούληση εκφράζει η προσβαλλόμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 73 Κ.Πολ.Δ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 62 έως 72 Κ.Πολ.Δ, μεταξύ των οποίων και η ενεργητική νομιμοποίηση του αιτούντος, η έλλειψη της οποίας έχει ως συνέπεια λόγω της ανυπαρξίας συνδέσμου μεταξύ του διαδίκου (αιτούντος) και της επικαλούμενης έννομης σχέσης, την απόρριψη της αγωγής ή της αίτησης ως απαράδεκτης. Αναφορικά με τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου γίνεται δεκτή η υπό όρους αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 101 του Αστικού Κώδικα, (Α.Π. 497/1994 E.E.N. 1995/354* Α.Π. 1208/1988 Ε.Ε.Δ. 48/1042* Εφ.Αθ. 1078/1990 αδημ. Εφ.Αθ. 1238/1982 Αρμ. 37/1119). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 70 Κ.Πολ.Δ. «Οποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή», Απαραίτητη και ειδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αγωγής ακύρωσης απόφασης γενικής συνέλευσης αποτελεί το έννομο συμφέρον, που πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο τον αιτούντος την έννομη προστασία με την άσκηση μίας τέτοιας αγωγής (Μητσόπουλος, ανωτ. αριθ. 1, σ. 105- 123). Συνεπώς, αναγκαία προϋπόθεση και όρος για το παραδεκτό άσκησης (οποιουδήποτε είδους, είτε αναγνωριστικής, είτε διαπλαστικής είτε καταψηφιστικής) αγωγής συνιστά το ότι η έννομη σχέση πρέπει να είναι κατ` αρχήν υπαρκτή και ενεστώσα (Μητσόπουλος, ανωτ. αριθ. 1, σελ. 134-136), με συνέπεια να μην μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτής μελλοντικές έννομες σχέσεις (Α.Π. 499/ 1986, Δ 1988. 259, παρατ. Βλαστού). Οι διάδικοι της αναγνωριστικής αγωγής δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν με τα υποκείμενα της αναγνωριστέας έννομης σχέσης (Α.Π. 475/1991, Ελλ.Δνη 1993. 564* Α.Π. 355/1998, ΝοΒ 1999. 956). Κριτήριο αποτελεί η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία (Α.Π. 413/1979, No. Β 1979.1449.1450* Α. Π. 355/1998* Εφ.Αθ. 8375/1990, Ελλ.Δνη 1992.846,847). Κατ` ακολουθία των παραπάνω, για το ορισμένο μίας τέτοιας αγωγής πρέπει να εκτίθεται αυτό στο δικόγραφο της αναγνωριστικής αγωγής (Α.Π. 324/1974, No.Β 1974.1293) με επίκληση των γεγονότων, που το εξειδικεύουν, ιδίως ότι η επίδικη έννομη σχέση αμφισβητείται (Εφ. Αθ. 1933/1992, Δ 1992.902) από την πλευρά του ενάγοντος/καθ` ου η αίτηση, ως αιτούντος έννομη προστασία (Α.Π. 170/1980 NoΒ 1980.1464, 1465-1005/1996), ο οποίος φέρει και το βάρος της απόδειξης (Εφ. Αθ. 12034/1990, Ελλ.Δνη 1993.1621). Στην αντίθετη περίπτωση, η αγωγή/αίτηση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, (ΕφΑθ. 12034/1990). Συνέχεια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Συνέχεια.
Υφιστάμενο θεωρείται το έννομο συμφέρον, όταν από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου (Εφ. Αθ 15088/1988, Αρχ. Ν 1991.508) δημιουργείται αντικειμενικά (Εφ.Θεσ 238/1954, Ε.Ε.Ν. 1954.828) αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης του ενάγοντος (Α.Π. 873/1991, E.Ε.Ν. 1992.512), η οποία δημιουργεί αμέσως ή εμμέσως κινδύνους για τα συμφέροντα του (Α.Π. 475/1991, Ελλ.Δνη 1993.564), που δεν μπορούν να αποτραπούν παρά μόνο μέσω της (αναγνωριστικής) αποφάσεως (Α.Π. 137/1974, Νο.Β 1974·926, Α.Π. 1458/1997, Εφ.Δωδ 85/1993, Αρμ 1994.258,259). Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (=ipso jure) (Εφ.Αθ. 449/1990, Ελλ.Δνη 1992/847), πρέπει δε να υφίσταται και κατά τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής/αίτησης.Η κρίση για τη συνδρομή του εννόμου συμφέροντος υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 355/1998). Γίνεται δεκτό ότι το ειδικό τούτο έννομο συμφέρον για άσκηση αναγνωριστικής αγωγής υπάρχει στην ανάγκη δημιουργίας δεσμευτικής βεβαιότητας, με το δεδικασμένο της μέλλουσας να εκδοθεί αναγνωριστικής απόφασης αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση (Μπέης: Πολ.Δ 70ΙΙΙ σελ. 387. Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης, ο.π. σελ. 105, Α.Π. 155/1972 Αρχ. Ν 23, 519).

Addthis