Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

ΓΟΣ, κατάχρηση, τοπική αρμοδιότητα.

Ειρηνοδικείο Αθηνών 1035/ 2017, Επιθεώρηση Εμπορικού Δικαίου 2018.149 (με δημοσιευόμενες παρακάτω παρατηρήσεις Χρήστου Χασάπη).

Δικαστής, Ν. Τσαγκαράκης.
Περίληψη. Καταχρηστικός δικονομικός ΓΟΣ - Ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας σε τραπεζική σύμβαση - Ακυρότητα ακόμη και αν συνομολογείται συντρέχουσα αρμοδιότητα περισσοτέρων δικαστηρίων - Ακύρωση διαταγής πληρωμής -. Ρήτρα περιεχόμενη σε γενικούς όρους συναλλαγών τραπεζικής σύμβασης που απονέμει αρμοδιότητα για όλες τις διαφορές που θα προκύψουν από τη σύμβαση στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα της τράπεζας, επιβάλλει στον πελάτη της τράπεζας/καταναλωτή την υποχρέωση να υπαχθεί στην αρμοδιότητα δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να είναι απομακρυσμένο από τον τόπο της κατοικίας του.
Τούτο μπορεί να καταστήσει δυσχερή την παράστασή του ενώπιον του δικαστηρίου και, τελικώς, να τον αποθαρρύνει και να τον οδηγήσει σε παραίτηση από την υπεράσπισή του. Αντιθέτως τέτοια ρήτρα επιτρέπει στην τράπεζα να συγκεντρώνει κατά τρόπο λιγότερο δαπανηρό το σύνολο των διαφορών που αφορούν τη δραστηριότητά της στα δικαστήρια της έδρας της. Κατ’ αποτέλεσμα δημιουργείται σημαντική ανισορροπία σε βάρος του καταναλωτή, ακόμη και αν με τη ρήτρα συνομολογείται συντρέχουσα αρμοδιότητα περισσοτέρων δικαστηρίων.

Από το σύνολο των προσκομιζόμενών και επικαλούμενων εγγράφων, δημόσιων και ιδιωτικών, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη και άλλα για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (αρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν πλήρως τα κάτωθι: Η καθ’ ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία επέδωσε στους ανακόπτοντες αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αρ. .../2017 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία (διαταγή) τους επιτάσσει να της καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 11.687,50 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Η εν λόγω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την από 2.8.2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και τα από 10.12.2003 και 18.9.2008 πρόσθετα σύμφωνα. Λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών των ανακοπτόντων, η επίδικος σύμβαση καταγγέλθηκε με την από 8.3.2017 εξώδικη δήλωση - καταγγελία, που επιδόθηκε στους ανακόπτοντες στις 14.5.2017 και οι ανακόπτοντες κλήθηκαν να καταβάλουν το σύνολο της οφειλής, δηλαδή το ως την ημερομηνία εκείνη ληξιπρόθεσμο ποσό, πλέον τόκων και εξόδων. 
Περαιτέρω, ως προς την κατά τόπο αρμοδιότητα του Ειρηνοδίκη επί αιτήσεως εκδόσεως διαταγών πληρωμής εφαρμόζονται τα αρ. 22, 23, 25 παρ. 2 και 33 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ως προς την συντρέχουσα ειδική δωσιδικία της συμβάσεως (αρ. 33 ΚΠολΔ) σημειώνεται ότι οι διαφορές από τα δικαιώματα εκ δικαιοπραξίας μπορούν να εισαχθούν στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται ο τόπος καταρτίσεως της δικαιοπραξίας ή ο τόπος που πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρ. 43 ΚΠολΔ, η συμφωνία των διαδίκων, με την οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές, είναι έγκυρη μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, απ’ την οποία θα προέλθουν οι διαφορές. Πλην όμως, η ρήτρα περιεχόμενη σε ΓΟΣ τράπεζας, η οποία έχει ως αντικείμενο την απονομή αρμοδιότητας για όλες τις διαφορές, που θα προκύψουν από τη σύμβαση δανείου, που συνάπτει τράπεζα με τον πελάτη της, στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα της τράπεζας, επιβάλλει στον πελάτη - καταναλωτή την υποχρέωση να υπαχθεί στην αρμοδιότητα δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να είναι απομακρυσμένο από τον τόπο της κατοικίας του. Τούτο, μπορεί να καταστήσει δυσχερή την παράσταση του πελάτη ενώπιον του δικαστηρίου και, τελικώς, να τον αποθαρρύνουν και να τον οδηγήσουν σε παραίτηση από την υπεράσπιση του, ιδίως επί διαφορών που αφορούν περιορισμένα ποσά και πελάτες που κατοικούν σε απομακρυσμένη περιοχή σε σχέση με την έδρα της τράπεζας και τους οποίους (πελάτες) πρέπει, κυρίως, να έχει υπόψη του το δικαστήριο, αφού οι πελάτες της κατηγορίας αυτής είναι εκείνοι που επηρεάζονται δυσμενώς από μία τέτοια ρήτρα, δεδομένου ότι τα έξοδα που απαιτούνται μπορούν να τον οδηγήσουν στην ανωτέρω παραίτηση της υπεράσπισής του. Αντιθέτως, τέτοια ρήτρα επιτρέπει στον χρήστη των ΓΟΣ (τράπεζα) να συγκεντρώνει κατά τρόπο λιγότερο δαπανηρό το σύνολο των διαφορών που αφορούν την δραστηριότητα του στα δικαστήρια, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκεται η έδρα του ή ακόμη του δίνει τη δυνατότητα να επιλέξει εντελώς αυθαίρετα το δικαστήριο, το οποίο προσιδιάζει στα συμφέροντα του, επειδή λόγου χάρη του δίνει πλεονέκτημα ως προς τον προσδιορισμό της δικασίμου, πλην όμως το δικαστήριο αυτό, δεν συνδέεται με κανέναν τρόπο με την υπό κρίση διαφορά. Μία τέτοια ρήτρα παρεκτάσεως της αρμοδιότητας, που περιλαμβάνεται σε σύμβαση τράπεζας και πελάτη της χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όπως απαιτείται κατά το αρ. 42 ΚΠολΔ και η οποία απονέμει αρμοδιότητα σε ορισμένα δικαστήρια, τα οποία εξυπηρετούν αποκλειστικά τα συμφέροντα της τράπεζας, θεωρείται καταχρηστική και συνεπώς άκυρη κατά το αρ. 2 παρ. 6 ν. 2251/1994, εφόσον, χωρίς να ανταποκρίνεται σε εύλογο συμφέρον του προμηθευτή, δημιουργεί, παρά τις αρχές της καλής πίστεως, σημαντική ανισορροπία σε βάρος του καταναλωτή μεταξύ των εκ της συμβάσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (ΑΠ 1219/2001, Νόμος, ΑΠ 1030/2001, ΕφΔ 109/2007, Νόμος, ΕφΠατ 501/2004, ΑχΝομ 2005, 397, ΕφΠειρ 931/1996, ΕΕμπΔ 1997, 51, ΕφΘ 1687/2011, ΕΕμπΔ 2011, 1104, ΕΕμπΔ 2012, 389, ΜΠρΘ 8007/2001, Αρμ 2002, 747 και ΕιρΠειρ 961/2013, Νόμος). Το παρόν Δικαστήριο, κρίνει ότι η παραπάνω ανισορροπία σε βάρος του καταναλωτή συντελείται και στην συνομολόγηση ρήτρας συντρέχουσας αρμοδιότητας περισσότερων του ενός δικαστηρίων, καθώς και πάλι η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά τυχόν άρνηση του καταναλωτή να τη συνομολογήσει, ματαιώνει τη σύναψη της σύμβασης. Εξάλλου και στην περίπτωση αυτή, διαταράσσεται κατά τον ίδιο τρόπο η ισορροπία των μερών, καθότι ο προμηθευτής (τράπεζα) επιλέγει, κατά τρόπο αυθαίρετο και στην ουσία καταστρατηγώντας τις διατάξεις για τον φυσικό δικαστή, το δικαστήριο, το οποίο αρμόζει στα συμφέροντα του και εξυπηρετεί απόλυτα τις ανάγκες του. 
Περαιτέρω, οι ανακόπτοντες με τον 1ο λόγο ανακοπής ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή εξεδόθη από τοπικά αναρμόδιο δικαστή (Ειρηνοδίκη Αθηνών), εφόσον η σχετική ρήτρα παρέκτασης της αρμοδιότητας είναι άκυρη με βάση την διάταξη του αρ. 2 παρ. 6 ν. 2251/1994, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στον λόγο αυτό. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, ερειδόμενος στην ανωτέρω διάταξη και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά την ουσιαστική του βασιμότητα. Από το σύνολο του ως άνω προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι δυνάμει του 26 ΓΟΣ της επιδίκου συμβάσεως κατέστη συναρμόδιο κατά τόπο και το παρόν Δικαστήριο για κάθε διαφορά που θα προκύψει από την σύμβαση αυτή. Πλην όμως, με τον όρο αυτό, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όπως απαιτείται κατά το αρ. 42 ΚΠολΔ, δημιουργείται σημαντική ανισορροπία σε βάρος των ανακοπτόντων μεταξύ των εκ της συμβάσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Και τούτο, διότι αφενός μεν οι ανακόπτοντες είναι μόνιμοι κάτοικοι Μολάων Λακωνίας, ήτοι σε εμφανώς απομακρυσμένη περιοχή σε σχέση με την έδρα του παρόντος Δικαστηρίου και, συνεπώς, η δυσχέρεια που αντιμετωπίζουν στο να παραστούν στο Δικαστήριο αυτό είναι αυτονόητη και δεδομένη, δυνάμενη να τους αποθαρρύνει και να τους οδηγήσει ακόμα και σε παραίτηση από την υπεράσπιση τους, σε συνδυασμό και με τα έξοδα μετακίνησης που απαιτούνται από τον ένα τόπο στον άλλο. Αφετέρου, η επιλογή της καθ’ ης τράπεζα να επιλέξει το Δικαστήριο των Αθηνών, ήτοι της έδρας της, και να αποκλείσει το Δικαστήριο της Επιδαύρου Λιμηράς (Μολάων), ήτοι το Δικαστήριο της κατοικίας των ανακοπτόντων, του τόπου κατάρτισης της σύμβασης και των πρόσθετων συμφώνων και του τόπου εκπλήρωσης της παροχής – ο οποίος, με βάση τις περιστάσεις και την φύση της ενοχικής σχέσης (ΑΚ 320), συνάγεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι είναι επίσης οι Μολάοι Λακωνίας, εφόσον οι κάτοχοι των πιστωτικών προϊόντων εκπληρώνουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις σε υποκαταστήματα της τράπεζας του τόπου κατοικίας τους και προφανώς δεν μεταβαίνουν στην έδρα του κεντρικού καταστήματος της πιστούχου τράπεζας – είναι επιλογή αυθαίρετη, εφόσον γίνεται χωρίς να υφίσταται κάποιο εύλογο προς τούτο συμφέρον της, δεδομένου ότι η οργάνωση της νομικής υποστήριξης της και στους Μολάους Λακωνίας ή έστω σε όμορη μεγαλύτερη πόλη δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί και στους Μολάους Λακωνίας ή έστω σε όμορη μεγαλύτερη πόλη δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί δυσχερής, λαμβανομένου υπόψη κυρίως του οικονομικού μεγέθους της καθ’ ης τράπεζας και την δυνατότητα της να έχει αξιόλογη νομική παράσταση σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας που διατηρεί υποκαταστήματα, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής. Συνεπώς, ο σχετικός όρος με βάση τον οποίο καθίσταται τοπικά αρμόδιος ο Δικαστής του παρόντος Δικαστηρίου για να εκδώσει την επίδικο διαταγή πληρωμής, και ο οποίος χωρίς τον σχετικό όρο δεν θα είχε τέτοια αρμοδιότητας, σύμφωνα με τα προειρημένα, δημιουργεί σημαντική ανισορροπία σε βάρος των ανακοπτόντων και αντίκειται στην παρ. 6 του αρ. 2 ν. 2251/1994. Συνεπώς, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω ο σχετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος και, επομένως, καθίσταται περιττή η εξέταση των λοιπών λόγων και η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή, απορριπτομένης ως μη νόμιμης και της ενστάσεως της καθ’ ης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος από τους ανακόπτοντες, εφόσον η άσκηση της κρινόμενης ανακοπής από τους τελευταίους, ακόμα και αν για πολλά χρόνια δεν είχαν προβάλλει αντιρρήσεις επί των όρων της σύμβασης, ουδόλως συνιστά υπέρβαση (πολλώ δε μάλλον προφανή) των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Παρατηρήσεις (σελίδες 152-162):

Η σχολιαζόμενη απόφαση υπ' αρ. 1035/2017 του Ειρηνοδικείου Αθηνών έθιξε το πρακτικά κρίσιμο ζήτημα του κύρους Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) με τον οποίο θεσπίσθηκε παρέκταση αρμοδιότητας και ο οποίος κρίθηκε ως άκυρος λόγω πρόσκρουσης στο αρ. 2 παρ. 6 ν. 2251/1994. Προστίθεται, λοιπόν, στον κατάλογο εκείνων των αποφάσεων που έκριναν αντίστοιχους όρους παρέκτασης ως καταχρηστικούς.
Κατά το αρ. 42 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ «πρωτοβάθμιο τακτικό δικαστήριο που δεν είναι κατά τόπον αρμόδιο μπορεί, με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων, να γίνει αρμόδιο, εκτός αν πρόκειται για διαφορές που δεν έχουν περιουσιακό αντικείμενο». Ο νομοθέτης, δηλαδή, αναγνωρίζει καταρχάς την ελευθερία των διαδίκων να συνάψουν σύμβαση και να ρυθμίσουν κατά βούληση το ζήτημα της τοπικής αρμοδιότητας (δωσιδικίας). Περιορισμό θέτει το αρ. 43 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι «η συμφωνία των διαδίκων με την οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές είναι έγκυρη μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές». Είναι σύνηθες, λοιπόν, στην πράξη των καταναλωτικών συμβάσεων ο προμηθευτής να εντάσσει σχετικό ΓΟΣ παρέκτασης στο κείμενο της σύμβασης αναφορικά με τις μελλοντικές διαφορές με τήρηση οπωσδήποτε του έγγραφου τύπου. Κρίνεται, δηλαδή, ότι η ρήτρα με την οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αποκλειστικώς αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές δεν αποτελεί μέρος του υποχρεωτικού περιεχομένου της σύμβασης, αλλά ειδικότερη δικονομική σύμβαση ενσωματωμένη στην κύρια σύμβαση και διέπεται από τις δικές της αρχές και διατάξεις (Βλ. σχετικά ΑΠ 329/1977, ΝοΒ 1977, 1340- ΕφΑΘ 1466/1983, ΝοΒ 1983, 84, καθώς και ΕφΘεσ 243/1999, ΔΕΕ 1999, 509) Έτσι, αν μεταξύ των συμβαλλομένων συνομολογήθηκε τέτοια ρήτρα, για το έγκυρο της οποίας απαιτείται υπογραφή των συμβαλλομένων μερών κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των αρ. 43 ΚΠολΔ, 159 και 160 ΑΚ, τα οποία αναλόγως εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή, αφού πρόκειται για δικονομική σύμβαση, η επίκληση και προσκομιδή του ανυπόγραφου εγγράφου της σύμβασης δεν αναπληρώνει την ελλείπουσα υπογραφή και δεν καθιστά έγκυρη την περί παρέκτασης αρμοδιότητας ρήτρα (Βλ. ΑΠ 1143/1974, ΝοΒ 1974, 642- ΕφΘεσ 1687/2011, ΕΕμπΔ 2012, 389· ΕφΑθ 5531/1984, ΝοΒ 1985, 816- ΕφΑΘ 4508/1981, ΕλλΔ 1981, 644- ΠΠρΡόδ 125/2013, Νόμος· ΠΠρΑΘ 1039/ 2012, Νόμος- ΜΠρΤρικ 127/2015, Νόμος. Βλ. όμως και ΜΠρΡόδ 212/2015, Νόμος, που δέχθηκε ότι η ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας αρκεί να υπάρχει στη φορτωτική την οποία εκδίδει η μεταφορική εταιρία, η οποία αναλαμβάνει να παραδώσει τελικά τα πράγματα, τα οποία της παρέδωσε προηγουμένως άλλη μεταφορική εταιρία. Για την ισχύ του όρου παρέκτασης αρμοδιότητας αρκεί και η εκ των υστέρων υπογραφή της φορτωτικής από το πρόσωπο που παραλαμβάνει τα καταστραφέντα και μη πράγματα, το οποίο θα μπορούσε ευχερώς εκείνη τη στιγμή να διαβάσει τον όρο παρέκτασης αρμοδιότητας. Βλ. σχετικά και Μεντή, Γενικοί όροι συναλλαγών σε καταναλωτικές και εμπορικές συμβάσεις. Ερμηνεία του αρ. 2 παρ. 1-10 ν. 2251/94, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2741/99 (2000), σ. 28).
Ενώ ο ίδιος ο νομοθέτης θέτει ορισμένες προϋποθέσεις προκειμένου ειδικά ο εναγόμενος διάδικος να στερηθεί την ευνοϊκή για αυτόν δωσιδικία της κατοικίας ή της έδρας του, οι απαιτήσεις αυτές αυξάνονται όταν η συμφωνία λαμβάνει τη μορφή προδιατυπωμένου ΓΟΣ. Στην περίπτωση αυτή διαπλέκονται οι αρχές της συμβατικής ελευθερίας, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου αφενός με την προστασία του καταναλωτή αφετέρου, με αποτέλεσμα οι ΓΟΣ να εμπίπτουν εντέλει σε αυστηρότερο έλεγχο από τις κατόπιν διαπραγμάτευσης τεθείσες ρήτρες παρέκτασης, καθώς οι πρώτοι πρέπει να είναι συμβατοί και με τον ν. 2251/1994.
Το Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας μεταξύ ημεδαπών, κατά την οποία προσνέμεται αρμοδιότητα στα δικαστήρια της έδρας του προμηθευτή, πρέπει να ελέγχεται με βάση τη γενική διάταξη του αρ. 2 παρ. 6 ν. 2251/1994 και όχι το εδ. λα' της παρ. 7 του ως άνω άρθρου, που προβλέπει ότι είναι καταχρηστικός ΓΟΣ που αποκλείει την υπαγωγή των διαφορών από σύμβαση στον φυσικό τους δικαστή με την πρόβλεψη αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή διαιτησίας (Βλ. σχετικά Μεντή (υποσημ. 2), σ. 159 επ. Βλ. επίσης Δέλλιο, Γενικοί όροι συναλλαγών. Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης (2η έκδ. 2013), αρ. 447).
Η σχετική αξία της σχολιαζόμενης απόφασης έγκειται καταρχάς στο ότι με την κριθείσα ρήτρα παρέκτασης συνομολογήθηκε συντρέχουσα και όχι αποκλειστική αρμοδιότητα, αλλά και πάλι το Δικαστήριο με ειδική σκέψη έκρινε ότι, εφόσον η ρήτρα δεν υπήρξε προϊόν διαπραγμάτευσης, παρότι καθιερώνει συντρέχουσα αρμοδιότητα, είναι άκυρη. Συγκεκριμένα, εξέτασε κατόπιν προβολής σχετικού λόγου ανακοπής από ανακόπτοντες δανειολήπτες (συγκεκριμένα καταναλωτικής πίστης ως κατόχους πιστωτικών καρτών) - αλλά τούτο θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να γίνει και αυτεπαγγέλτως - την τοπική αρμοδιότητα του επί της δίκης της ανακοπής, κήρυξε εαυτό αρμόδιο προς εκδίκαση της και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής λόγω τοπικής αναρμοδιότητας του δικαστή που την εξέδωσε.
Ο όρος της σύμβασης, ο οποίος κατά την καθ' ης η αίτηση τραπεζική εταιρίας θεμελίωνε τοπική αρμοδιότητα του δικαστή που εξέδωσε την προσβληθείσα με την ανακοπή διαταγή πληρωμής καθιστούσε αρμόδια κατά συντρέχουσα δικαιοδοσία τα δικαστήρια της Αθήνας. Βέβαια, και άνευ προβολής σχετικού λόγου ανακοπής, το Δικαστήριο όφειλε να εκτιμά και αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα ΓΟΣ σύμβασης, ο οποίος έχει υποβληθεί στην κρίση του, κατά τη διάρκεια της εξέτασης του παραδεκτού ενδίκου βοηθήματος που ασκήθηκε ενώπιον του. Τούτα έχει κρίνει επανειλημμένα το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) και πλέον Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔικΕΕ) σε σειρά αποφάσεων του (Σημειώνεται, βέβαια, ότι η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ δεν έχει απαγορεύσει τις ρήτρες παρέκτασης άνευ ετέρου).
Στην πρώτη εξ αυτών, την απόφαση Oceano (Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 2000, Oceano Grupo  Editorial  SA κατά Rocio Murciano Quintero (C-240/98) και Salvat Editores SA κατά Jose M. Sanchez Alcon Prades (C-241/ 98), Jose Luis Copano Badillo (C-241/98), Mohammed Berroane (C-243/98) και Emilio Ninas Feliu (C-244/98), συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-240/98 έως C-244/98, Συλλογή της Νομολογίας 2000 1-04941), τέθηκε στην κρίση του ΔΕΚ ρήτρα, η οποία είχε ως αντικείμενο την απονομή αρμοδιότητας για όλες τις διαφορές εκ της συμβάσεως, στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρισκόταν η έδρα του επαγγελματία. Κρίθηκε από το ΔΕΚ ότι μια τέτοια ρήτρα «επιβάλλει στον καταναλωτή την υποχρέωση να υπαχθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστηρίου το οποίο μπορεί να είναι απομακρυσμένο από τον τόπο της κατοικίας του, πράγμα το οποίο μπορεί να καταστήσει δυσχερή την παράσταση του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Στην περίπτωση διαφορών που αφορούν περιορισμένα ποσά, τα έξοδα που απαιτούνται για την παράσταση του καταναλωτή μπορεί να τον αποθαρρύνουν και να τον οδηγήσουν σε παραίτηση από την άσκηση ένδικης προσφυγής ή από την υπεράσπιση του. Ως εκ τούτου, μια τέτοια ρήτρα εμπίπτει στην κατηγορία των ρητρών που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τη ματαίωση ή την παρεμπόδιση της ασκήσεως ενδίκων προσφυγών από τον καταναλωτή, κατηγορία που προβλέπεται στο σημ. 1 στ. π' του Παραρτήματος της Οδηγίας (ενν. 93/13/ΕΟΚ). Αντιθέτως, η ρήτρα αυτή επιτρέπει στον επαγγελματία να συγκεντρώνει το σύνολο των διαφορών που αφορούν την επαγγελματική του δραστηριότητα στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η επαγγελματική έδρα του, πράγμα το οποίο διευκολύνει την παράσταση του ενώπιον του δικαστηρίου καθιστώντας τη συγχρόνως λιγότερο δαπανηρή. Συνεπώς, μια ρήτρα περί παρεκτάσεως της αρμοδιότητας, που περιλαμβάνεται σε σύμβαση συναπτόμενη μεταξύ ενός καταναλωτή και ενός επαγγελματία χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και η οποία απονέμει αποκλειστική αρμοδιότητα στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα του επαγγελματία πρέπει να θεωρείται καταχρηστική υπό την έννοια του αρ. 3 της Οδηγίας, στο μέτρο που δημιουργεί, παρά την απαίτηση καλής πίστεως, σημαντική ανισορροπία, εις βάρος του καταναλωτή, μεταξύ των εκ της συμβάσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων» (σκ. 22-24). Δέχθηκε, μάλιστα, ότι «η προστασία την οποία η Οδηγία εξασφαλίζει στους καταναλωτές συνεπάγεται τη δυνατότητα του εθνικού δικαστηρίου να εκτιμά αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας συμβάσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του, όταν εξετάζει το παραδεκτό αγωγής ασκηθείσας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων» (σκ. 29).
Οι κρίσεις αυτές επαναλήφθηκαν και επιβεβαιώθηκαν και με νεότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Με την απόφαση Pannon (Απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM Zrt. κατά Erzebet Sustikne Györfi, Υπόθεση C-243/08, Συλλογή της Νομολογίας 2009 1-04713) έγινε εκ νέου δεκτό ότι ο εθνικός δικαστής «οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία. Οσάκις κρίνει ότι παρόμοια ρήτρα είναι καταχρηστική, δεν την εφαρμόζει, εκτός και αν αντιτίθεται σε αυτό ο καταναλωτής. Η ανωτέρω υποχρέωση βαρύνει τον εθνικό δικαστή και κατά τον έλεγχο της κατά τόπον αρμοδιότητας του» (σκ. 35). Επίσης, το ΔΕΚ αποφάνθηκε ότι «εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να προσδιορίσει αν συμβατική ρήτρα, όπως η αποτελούσα αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια προκειμένου να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική κατά την έννοια του αρ. 3 παρ. 1 της Οδηγίας. Πράττοντας το, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι ρήτρα απαντώσα σε σύμβαση συναπτόμενη μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία, η οποία ενσωματώθηκε χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεϋσεως και η οποία παρέχει αποκλειστική αρμοδιότητα στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα του επαγγελματία, μπορεί να εκληφθεί ως καταχρηστική» (σκ. 44).
Ομοίως και στην απόφαση Lizing (Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Νοεμβρίου 2010, VB Penzügyi Lizing Zrt. κατά Ferenc Schneider, Υπόθεση C-137/08, Συλλογή της Νομολογίας 2010 1-10847) έγινε δεκτό ότι «ρήτρα περιλαμβανόμενη σε σύμβαση συναπτόμενη μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και η οποία απονέμει αποκλειστική αρμοδιότητα στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα του επαγγελματία ... πρέπει να θεωρείται καταχρηστική υπό την έννοια του αρ. 3 της Οδηγίας, στο μέτρο που δημιουργεί, παρά την απαίτηση καλής πίστεως, σημαντική ανισορροπία, εις βάρος του καταναλωτή, μεταξύ των εκ της συμβάσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων... Επομένως, ... ο εθνικός δικαστής οφείλει να διατάσσει αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να εξακριβώσει αν μια ρήτρα περί απονομής αποκλειστικής κατά τόπον αρμοδιότητας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση αποτελούσα αντικείμενο διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, και η οποία έχει συναφθεί μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εκτιμά αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας που αφορά την κατά τόπον αρμοδιότητα δικαστηρίου» (σκ. 53, 56).
Με τις ανωτέρω αποφάσεις καθίσταται σαφές ότι στο πλαίσιο της νομολογίας του ΔικΕΕ έχει ήδη διαμορφωθεί ένα corpus αποφάσεων που δέχονται την καταχρηστικότητα των ρητρών παρέκτασης που καθιερώνουν αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστηρίων ορισμένου τόπου και συγκεκριμένα της έδρας του επαγγελματία χρήστη των ΓΟΣ (Προσήκει δε στο σημείο τούτο να αναφερθεί ότι κατά την παρ. 38 γερμΚΠολΔ (ΖΡΟ) προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι ρήτρα παρέκτασης μπορεί να συνομολογηθεί μεταξύ εμπόρων (και όχι εμπόρου και καταναλωτή) και μόνο υπό αυστηρές και στενά ερμηνευόμενες περιστάσεις χωρούν εξαιρέσεις. Βλ. σχετικά το κλασικό έργο Mentis, Schranken prozessualer Klausen in Allgemeinen Geschäftsbendingungen (1994), σ. 101 επ). Προς τη νομολογία αυτή του ΔΕΚ/ΔικΕΕ έχει στοιχηθεί ήδη από το 2001 (μετά την απόφαση Oceano) ο Άρειος Πάγος με την ιστορική του απόφαση 1219/2001 (ΔΕΕ2001, 1128, 1136 = ΕΕμπΔ 2001, 529 = ΕπισκΕΔ 2001, 663- Μεντή (υποσημ. 2), σ. 162) επί συλλογικής αγωγής ένωσης καταναλωτών. Με αυτήν δέχθηκε ότι ρήτρα, που περιέχεται σε τραπεζικό ΓΟΣ και απονέμει αρμοδιότητα για όλες τις διαφορές, που θα προκύψουν από τη σύμβαση δανείου, την οποία συνάπτει τράπεζα με τον πελάτη της, στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα της τράπεζας, επιβάλλει στον πελάτη - καταναλωτή την υποχρέωση να υπαχθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να είναι απομακρυσμένο από τον τόπο της κατοικίας του. Τούτο καθιστά δυνητικά δυσχερή την παράσταση του πελάτη ενώπιον του δικαστηρίου και ιδίως επί διαφορών που αφορούν περιορισμένα ποσά και πελάτες που κατοικούν σε απομακρυσμένη περιοχή σε σχέση με την έδρα της τράπεζας και τους οποίους (πελάτες) πρέπει κυρίως να έχει υπόψη του το δικαστήριο, αφού οι πελάτες της κατηγορίας αυτής είναι εκείνοι που επηρεάζονται δυσμενώς από μια τέτοια ρήτρα, καθώς τα έξοδα που απαιτούνται μπορεί να αποθαρρύνουν τον πελάτη και να τον οδηγήσουν σε παραίτηση από την υπεράσπιση του.
Αντιθέτως, τέτοια ρήτρα επιτρέπει στον χρήστη των ΓΟΣ να συγκεντρώνει κατά τρόπο λιγότερο δαπανηρό το σύνολο των διαφορών που αφορούν τη δραστηριότητα του στα δικαστήρια, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκεται η έδρα του. Συνεπώς, η ρήτρα παρεκτάσεως της αρμοδιότητας, που περιλαμβάνεται σε σύμβαση τράπεζας και πελάτη της, χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όπως απαιτείται κατά το αρ. 42 ΚΠολΔ και η οποία απονέμει αποκλειστική αρμοδιότητα στα δικαστήρια, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκεται η έδρα της τράπεζας, κρίθηκε καταχρηστική και επομένως άκυρη κατά το αρ. 2 παρ. 6 ν. 2251/ 1994. Και τούτο, εφόσον χωρίς να ανταποκρίνεται σε εύλογο συμφέρον του προμηθευτή, όπως όταν είναι πραγματικά δυσχερής η οργάνωση νομικής υποστήριξης από αυτόν στον τόπο, τα δικαστήρια του οποίου είναι κατά τον ΚΠολΔ αρμόδια για την εκδίκαση της διαφοράς, δημιουργείται παρά τις αρχές της καλής πίστεως σημαντική ανισορροπία σε βάρος του καταναλωτή μεταξύ των εκ της συμβάσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων.
Ο Άρειος Πάγος προχωρώντας και σε μια περαιτέρω κρίση αναγνώρισε ότι ο ν. 2251/1994 σε αντίθεση με τον προγενέστερο ν. 1961/1991 δεν περιέλαβε μεν την περίπτωση παρέκτασης αρμοδιότητας στον ενδεικτικό κατάλογο των per se καταχρηστικών ρητρών και από τη μη αναφορά αυτή προκύπτει βούληση του νομοθέτη ότι δεν επιθυμεί στην περίπτωση αυτή απόλυτη και ipso jure καταχρηστικότητα του όρου (Βλ. σχετικά και Μεντή (υποσημ. 2), σ. 159). Ωστόσο, ενδέχεται ο σχετικός όρος να είναι καταχρηστικός με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του αρ. 2 ν. 2251/1994. Μάλιστα, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε ως προς το σημείο αυτό την αναιρεσιβληθείσα εφετειακή απόφαση, καθώς έκρινε ότι έναντι των αναγκών ορθολογικής οργάνωσης του συστήματος χορήγησης πιστωτικών καρτών, που δικαιολογούν τον καθορισμό των δικαστηρίων της έδρας της τράπεζας ως κατά τόπο αρμοδίων, υπερτερεί η απαίτηση για ευχερή άσκηση των δικαιωμάτων εκ μέρους του καταναλωτή. Η απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου έχει ακολουθηθεί από σωρεία αποφάσεων αναφορικά με ρήτρες καθίδρυσης αποκλειστικής τοπικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων της έδρας του προμηθευτή (Βλ. χαρακτηριστικά Εφθεσ 14/2015, ΕλλΔ 2016, 1399· ΕφΔωδ 154/2015· ΠΠρΠατρ 491/2016, ΕλλΔ 2017, 899 (αφορούσε ανακοπή κατά διαταγή πληρωμής)· ΜΠρΘεσ 354/ 2016, ΕλλΔ 2016, 877). Περαιτέρω δε κατέστη και θετικό δίκαιο, καθώς με το αρ. 2 στ. γ' της Υπουργικής Απόφασης Ζ1-798/2008 (ΦΕΚ Β' 1353/11.07.2008) με τίτλο «Απαγόρευση αναγραφής Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις» απαγορεύεται σε συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών, που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές, η αναγραφή του ΓΟΣ, που προβλέπει την αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστηρίων συγκεκριμένης πόλης για την επίλυση διαφορών που θα προκύπτουν από τη σύμβαση μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και του καταναλωτή.
Αντιθέτως, η εδώ σχολιαζόμενη απόφαση θέτει έναν καταρχάς διαφορετικό προβληματισμό (Βλ. σχετικά και Μεντή (υποσημ. 2), σ. 162, ο οποίος δέχεται επίσης ότι οι ρήτρες παρέκτασης αποκλειστικής αρμοδιότητας, που περιέχονται σε ΓΟΣ, δεν είναι άκυρες κατά το εδ. λα' της παρ. 7 του αρ. 2 ν. 2251/1994, αλλά μπορούν να ελεγχθούν και να κριθούν ως άκυρες κατά την παρ. 6, εφόσον επιβαρύνουν υπέρμετρα τον καταναλωτή ή δεν ανταποκρίνονται σε εύλογο συμφέρον του προμηθευτή. Βλ. όμως και ΜΠρΑθ 1208/1998, ΔΕΕ 1998, 1107, η οποία έκρινε εσφαλμένα ότι ως δυνητικά καταχρηστική μπορεί να κριθεί μόνο η ρήτρα υπαγωγής σε αλλοδαπά δικαστήρια κατ' αρ. 2 παρ. 7 εδ. λα'), καθώς με τη σχετική ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας καθιδρύθηκε όχι αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστηρίων συγκεκριμένου τόπου (και δη των Αθηνών ως έδρας του προμηθευτή [Μάλιστα, χρησιμοποιείται σε πλείστες ρήτρες παρέκτασης συντρέχουσας αρμοδιότητας η καθίδρυση αρμοδιότητας των δικαστηρίων των Αθηνών ή του Πειραιά]), αλλά συντρέχουσα της έδρας του προμηθευτή με την κατά τόπο αρμοδιότητα που θα ίσχυε με την εφαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ (π.χ. γενική δωσιδικία βάσει της κατοικίας/έδρας του εναγομένου ή ειδική δωσιδικία της δικαιοπραξίας) [Π.χ. στη διαφορά επί της οποίας έκρινε η απόφαση ΕιρΑΘ 4391/2014, η σχετική ρήτρα είχε ως εξής: «Κάθε αγωγή, αμφισβήτηση ή διαφορά σε σχέση με τη σύναψη, ερμηνεία ή εκπλήρωση της παρούσας σύμβασης και κάθε διαφορά περί την αναγκαστική εκτέλεση θα υπάγεται κατά πρώτο λόγο στη συντρέχουσα δωσιδικία των δικαστηρίων είτε της Αθήνας είτε τον Πειραιά, χωρίς όμως να αποκλείεται η υπαγωγή της διαφοράς σε άλλα κατά νόμο αρμόδια δικαστήρια»]. Συνακόλουθα χορηγείται δικαίωμα στον προμηθευτή να επιλέξει το forum μεταξύ των περισσοτέρων συντρεχουσών δωσιδικιών, αλλά ο τελευταίος άνευ ετέρου επιλέγει εκείνο της έδρας/κατοικίας του.
Με τη σχολιαζομενη απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι ο υπό εξέταση ΓΟΣ, με τον οποίο καθιερωνόταν παρέκταση αρμοδιότητας, δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων μερών, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις των αρ. 42 και 43 ΚΠολΔ, καθώς ο όρος αυτός ήταν προδιατυπωμένος και ο οφειλέτης δεν μπορούσε να ζητήσει την απάλειψη του. Έλειπε, κατά συνέπεια, η απαραίτητη προϋπόθεση του υποστατού μιας συμφωνίας παρέκτασης, η ουσιαστική, δηλαδή, συμφωνία των μερών ειδικά για την παρέκταση.
Τα ανωτέρω σημαίνουν ότι ο ΓΟΣ καθίδρυσης συντρέχουσας δωσιδικίας πάσχει από έλλειψη σύμπτωσης δηλώσεων βούλησης όταν αυτός στη γραπτή βεβαίωση της κατάρτισης της κύριας σύμβασης περιέχεται και δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όπως απαιτεί το αρ. 42 ΚΠολΔ, καθώς μάλιστα η μη αντίδραση του αποδέκτη του όρου δεν εξομοιώνεται με την εκ μέρους του αποδοχή του. Με τη συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας, ασχέτως του ρητού ή σιωπηρού χαρακτήρα της, απαιτείται να εκφράζεται σαφώς η πραγματική βούληση των μερών ως προς αυτήν. Τότε μόνο μπορεί η ρήτρα να θεωρηθεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και προϊόν πραγματικής σύμπτωσης βούλησης. Άρα, δεν είναι έγκυρη ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας που περιέχεται σε προδιατυπωμένους ΓΟΣ και δεν προκύπτει ότι αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας των μερών, επειδή λ.χ. βρίσκεται στα έντυπα του ενός μέρους (π.χ. τιμολόγια, δελτία αποστολής). Τότε η ρήτρα είναι άκυρη κατά τον ΚΠολΔ και δεν μπορεί να θεμελιώσει ούτε αποκλειστική ούτε συντρέχουσα αρμοδιότητα (ΑΠ 1219/2001, ΔΕΕ 2001, 1128· ΕφΑΘ 640/2002, ΔΕΕ 2003, 412· ΕιρΑΘ 2678/2013) και μάλιστα η συμφωνία με την οποία ο καθορισμός του αρμόδιου δικαστηρίου ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός μόνο συμβαλλομένου είναι άκυρη και κατά το αρ. 273 ΑΚ.
Πέραν τούτου, όμως, το Δικαστήριο έκρινε τη ρήτρα ως άκυρη λόγω καταχρηστικότητας κατά το αρ. 2 παρ. 6 ν. 2251/1994, διότι χωρίς να ανταποκρίνεται σε εύλογο συμφέρον του προμηθευτή δημιουργεί παρά τις αρχές της καλής πίστεως σημαντική ανισορροπία σε βάρος του καταναλωτή μεταξύ των εκ της συμβάσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (Ο Μεντής (υποσημ. 2), σ. 163 υποστηρίζει ότι οι ρήτρες παρέκτασης με τις οποίες παρέχεται το δικαίωμα στον προμηθευτή να επιλέξει μεταξύ περισσότερων αρμόδιων δικαστηρίων είναι καταρχάς έγκυρες σύμφωνα με το αρ. 2 παρ. 6 ν. 2251/1994, εφόσον προσδιορίζουν με σαφήνεια τα προς επιλογή δικαστήρια. Ωστόσο, η εδώ σχολιαζομενη απόφαση αυξάνει τις απαιτήσεις και δεν αρκείται μόνο στη σαφή διατύπωση, αλλά μεταφέρει τις σκέψεις της νομολογίας αναφορικά με τις ρήτρες αποκλειστικής αρμοδιότητας, που επιβαρύνουν υπέρμετρα τον καταναλωτή χωρίς να συντρέχει εύλογο συμφέρον του προμηθευτή, στις ρήτρες συντρέχουσας αρμοδιότητας. Ο Μεντής (υποσημ. 2), σ. 163 θεωρεί όμως, ότι και οι ρήτρες αυτές μπορεί τελικά να είναι άκυρες κατ' αρ. 2 παρ. 6 ν. 2251/1994 (ακόμη και όταν έχουν σαφή διατύπωση) όταν δεν προβλέπουν εύλογη χρονικά και πρακτικά διαδικασία επιλογής του αρμόδιου δικαστηρίου, αλλά δημιουργούν στον καταναλωτή μακρά και παρατεταμένη αβεβαιότητα για τον τόπο διεξαγωγής του δικαστικού αγώνα). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο προχώρησε σε μια υποδειγματική στάθμιση συμφερόντων των μερών. Αφενός, δέχθηκε ότι μια τέτοια ρήτρα (έστω και συντρέχουσας κατ' επιλογή του προμηθευτή δωσιδικίας) επιβάλλει στον πελάτη καταναλωτή την υποχρέωση να υπαχθεί στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να είναι απομακρυσμένο από τον τόπο της κατοικίας του. Η κατάσταση αυτή δυσχεραίνει την παράσταση του ενώπιον του δικαστηρίου και, αντί να ενθαρρύνει, αποτρέπει τη δικαστική ικανοποίηση δικαιωμάτων από καταναλωτικές συμβάσεις. Η αποθάρρυνση αυτή πρέπει να θεωρείται δεδομένη επί διαφορών που αφορούν περιορισμένα ποσά και αναφορικά με πελάτες που κατοικούν σε απομακρυσμένη περιοχή σε σχέση με την έδρα της τράπεζας, καθώς τα αυξημένα έξοδα μετάβασης, διαμονής και πρόσληψης δικηγόρου σε μακρινό τόπο οδηγούν με μεγάλη πιθανότητα σε παραίτηση από την υπεράσπιση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση εάν δεν υπήρχε η ως άνω ρήτρα παρέκτασης για τον προσδιορισμό της κατά τόπο αρμοδιότητας του Ειρηνοδίκη επί αιτήσεως εκδόσεως διαταγών πληρωμής εφαρμόζονται τα αρ. 22, 23, 25 παρ. 2 και 33 ΚΠολΔ. Ειδικά ως προς τη συντρέχουσα δωσιδικία της δικαιοπραξίας κρίσιμος είναι ο τόπος κατάρτισης της δικαιοπραξίας ή ο τόπος όπου πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή. Οι ανακόπτοντες ήταν μόνιμοι κάτοικοι Μολάων Λακωνίας, που πράγματι απέχουν ικανή απόσταση από την έδρα του Δικαστή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής (Αθήνα), στοιχείο που οπωσδήποτε συνηγορούσε και οδηγούσε σε αποθάρρυνση και παραίτηση από την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Η επιλογή των δικαστηρίων των Αθηνών ήταν ξένη προς τη σύμβαση, καθώς τόπος της κατοικίας των ανακοπτόντων, της κατάρτισης της σύμβασης και των πρόσθετων συμφώνων και του τόπου εκπλήρωσης της ήταν οι Μολάοι Λακωνίας, τόπος διαθέτων μάλιστα και δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Επιδαύρου Λιμηράς), αφού οι κάτοχοι των πιστωτικών καρτών εκεί είχαν την κατοικία τους, στο κατάστημα της πιστούχου τράπεζας του τόπου κατοικίας τους είχαν καταρτίσει τη σύμβαση και εκεί εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.
Από την άλλη πλευρά, όχι μόνο οι καταναλωτές πιστολήπτες περιήλθαν με τη ρήτρα σε δυσμενή δικονομική θέση, αλλά και η πιστούχος τράπεζα απέκτησε χωρίς εύλογη αιτία ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Μπορούσε, δηλαδή, να συγκεντρώνει κατά τρόπο λιγότερο δαπανηρό το σύνολο των διαφορών που αφορούν τη δραστηριότητα της στα δικαστήρια, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκεται η έδρα της ή ακόμη αποκτούσε τη δυνατότητα να επιλέξει εντελώς αυθαίρετα το δικαστήριο, το οποίο προσιδιάζει στα συμφέροντα της, επειδή λ.χ. είχε πλεονέκτημα ως προς τον προσδιορισμό της δικασίμου, αν και το δικαστήριο αυτό ουδεμία σύνδεση είχε με τη σύμβαση ή τη διαφορά. Επιπλέον, η αυθαιρεσία ενισχύεται από την ανυπαρξία ευλόγου συμφέροντος, καθώς η οργάνωση της νομικής της υποστήριξης στον τόπο κατοικίας των ανακοπτόντων ή έστω σε όμορη πόλη θα ήταν όλως ευχερής για αυτήν, διότι από τη στιγμή που αυτή διατηρεί ανθρώπινο δυναμικό και νομικούς παραστάτες που μπορούν ευχερώς να μεταβούν σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η εκδίκαση της αίτησης για έκδοση της διαταγής πληρωμής στον τόπο του φυσικού δικαστή ουδόλως θα περιόριζε τα δικαιώματα της τράπεζας, η οποία άλλωστε διαθέτει οργανωμένο νομικό τμήμα και δίκτυο συνεργατών σε όλη την Ελλάδα.
Βάσει, λοιπόν, της στάθμισης των ανωτέρω μεγεθών, ήτοι της επιβάρυνσης των πιστοληπτών αφενός και της αδικαιολόγητης διευκόλυνσης της τράπεζας αφετέρου, το Δικαστήριο έκρινε ότι θεμελιώθηκε ανισορροπία σε βάρος των καταναλωτών ακόμη και όταν η συνομολογηθείσα ρήτρα αφορούσε συντρέχουσα (και όχι αποκλειστική) αρμοδιότητα περισσότερων δικαστηρίων, καθώς οι μεν καταναλωτές δεν είχαν τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης (take it or leave it), η δε τράπεζα μπορούσε να επιλέγει κατά τρόπο αυθαίρετο το δικαστήριο το οποίο εξυπηρετούσε καλύτερα τις ανάγκες και τα συμφέροντα της. Η απόφαση με αυτό το σκεπτικό ακολουθεί τις ομολογουμένως όχι πολλές αποφάσεις που μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί αναφορικά με την καταχρηστικότητα ΓΟΣ παρέκτασης αρμοδιότητας με καθιέρωση συντρέχουσας δωσιδικίας περισσότερων δικαστηρίων (Βλ. ΕιρΑΘ 4391/ 2014 (αφορούσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων)· ΕιρΠειρ 680/ 2013, (αφορούσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων)· ΕιρΠειρ 961/ 2013, ΝοΒ 2013, 2691 (με σχόλιο Γιαννακόπουλου) (αφορούσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων)- ΕιρΠειρ 1248/ 2013, (αφορούσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων)· ΕιρΠειρ 1534/ 2013, ΝοΒ 2014, 322 (αφορούσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων). Και κατά τούτο είναι όλως αξιομνημόνευτη.
Η σημασία της, όμως, έγκειται στο ότι είναι από τις ελάχιστες που εκδόθηκαν επί διαφοράς που ήχθη ενώπιον δικαστηρίου όχι με αγωγή ή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (όταν και κατόπιν της αναγνώρισης της ακυρότητας του ΓΟΣ παρέκτασης το δικαστήριο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε το σχετικό ένδικο βοήθημα στο κατά τον ΚΠολΔ αρμόδιο δικαστήριο), αλλά με ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε από αναρμόδιο δικαστή. Η μεγάλη πρακτική διαφορά συνίσταται στο ότι δεν τίθεται καθόλου ζήτημα παραπομπής της διαφοράς στο τοπικά αρμόδιο δικαστήριο, αλλά ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής λόγω της έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστή που την εξέδωσε. Ατυχώς η απόφαση δεν έχει ειδική επί του θέματος σκέψη, αλλά τούτο προκύπτει ευθέως από το διατακτικό της.
Για την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά τόπο αρμόδιος είναι ο δικαστής του δικαστηρίου της γενικής δωσιδικίας του καθ' ου η αίτηση οφειλέτη ή άλλης ειδικής δωσιδικίας (π.χ. της δικαιοπραξίας ή του τόπου έκδοσης συναλλαγματικής ή γραμματίου σε διαταγή ή επιταγής, όπως και του τόπου πληρωμής ή της αποδοχής των δύο πρώτων τίτλων ή και του τόπου που δικαιούται να εισπράξει την απαίτηση ο δανειστής και αιτών την έκδοση της διαταγής πληρωμής). Συνεπώς, το αρμόδιο δικαστήριο προσδιορίζεται από τον αιτούντα δανειστή, ο οποίος μεταξύ των ενδεχομένως πολλών τοπικών αρμοδίως δικαστηρίων επιλέγει εκείνο από τον δικαστή του οποίου ζητεί την έκδοση διαταγής πληρωμής και το οποίο καθίσταται ως εκ τούτου κατά την κρατούσα γνώμη αποκλειστικά κατά τόπο αρμόδιο και για την εκδίκαση της κατ' αυτής ανακοπής των αρ. 632 ή 633 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι ο αιτών την έκδοση διαταγής πληρωμής με την υποβολή της αίτησης σε έναν από τους περισσότερους αρμόδιους κατά τόπο δικαστές ασκεί συγχρόνως και το δικαίωμα επιλογής, που έχει ως ενάγων δανειστής, για την τυχόν μετέπειτα διαδικασία επί της ανακοπής, κατά την οποία οι διάδικοι έχουν την ίδια δικονομική θέση, δηλαδή ο μεν καθ' ου η ανακοπή τη θέση του ενάγοντος, ο δε ανακόπτων τη θέση εναγομένου. Για τον λόγο αυτόν, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου, στο οποίο ανήκει ο δικαστής, που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, αλλά ο καθ' ου η διαταγή πληρωμής δεν εγκαταλείπεται στην αυθαίρετη και ανεξέλεγκτη επιθυμία του δανειστή, καθώς, αν ο δικαστής που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής ήταν αναρμόδιος κατά τόπο, δύναται για τον λόγο αυτό να ζητήσει με ανακοπή την ακύρωση της διαταγής πληρωμής  (ΕφΑΘ 4290/ 2002, ΔΕΕ 2004, 294).
Η διάταξη του αρ. 625 ΚΠολΔ, ενώ κατανέμει την προς έκδοση διαταγής πληρωμής καθ' ύλη αρμοδιότητα μεταξύ ειρηνοδίκη και δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου, δεν διαλαμβάνει περί της κατά τόπο αρμοδιότητας. Συνεπώς, η κατά τόπο αρμοδιότητα ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις, χωρεί δε και συμφωνία περί παρεκτάσεως αρμοδιότητας (Βλ. Ποδηματά, σε: Κεραμεύς/ Κονδύλης/ Νίκας (επιμ.), Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμ. II (2000), αρ. 625 αριθ. 2 επ), η δωσιδικία εκ της οποίας κατά τον κανόνα του αρ. 44 ΚΠολΔ είναι αποκλειστική. Η έλλειψη τοπικής αρμοδιότητας του δικαστή που εκδίδει τη διαταγή πληρωμής επιφέρει μετά από ανακοπή την ακύρωση της παρά τούτο εκδοθείσας διαταγής πληρωμής (ΑΠ 497/1993, ΕλλΔ 1994, 1290 = ΕΕΝ 1994, 330- ΠΠρΠατρ 491/2016, ΕλλΔ 2017, 899· ΜΠρΠειρ 3015/2011). Επιπλέον, γίνεται δεκτό και ότι από τις διατάξεις των αρ. 626 παρ. 3 και 630 ΚΠολΔ συνάγεται ότι μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχονται στη διαταγή πληρωμής δεν περιλαμβάνονται και τα στοιχεία, που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστή, ο οποίος την εξέδωσε, η συνδρομή των οποίων ερευνάται προ της εκδόσεως και η έλλειψη τους επιφέρει μετά την άσκηση ανακοπής την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ανεξαρτήτως του αν τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η αναρμοδιότητα είχαν τεθεί υπόψη του δικαστή, που εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, και τα παρείδε ή δεν του τέθηκαν πλην όμως στερούνταν τοπικής αρμοδιότητας να επιληφθεί (ΑΠ 497/1993, ΕλλΔ 1994, 1290).
Η σχολιαζόμενη απόφαση, παρόλο που δεν περιέχει σκέψεις για τις συνέπειες της έλλειψης της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστή που εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ορθώς κατ' αποτέλεσμα προέβη στην αποδοχή του σχετικού λόγου της ανακοπής και ακύρωσε τη διαταγή. Και από αυτό το αποτέλεσμα προβάλλει η συμβολή της απόφασης στην εμπέδωση ικανής καταναλωτικής προστασίας κατά τον έλεγχο των ΓΟΣ αναφορικά όχι μόνο με τις ουσιαστικού, αλλά και δικονομικού χαρακτήρα συνέπειες τους. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να μη παρατηρηθεί ότι εντέλει ο καταναλωτής, προκειμένου να αμφισβητήσει το κύρος της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, πρέπει να προσφύγει στα δικαστήρια του τόπου όπου αυτή εκδόθηκε και έτσι ως ένα βαθμό επωμίζεται τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα σε απομακρυσμένο για αυτόν forum.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis