Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Συντηρητική κατάσχεση στα χέρια τρίτου, ανακοπή, διαφορές συντηρητικής και αναγκαστικής κατάσχεσης, μεταβατικό δίκαιο, η νέα τακτική διαδικασία.

Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσ/ κης 12935/2017.
 
 Αποτελούμενο από τους Δικαστές Μαρία Χατζηανδρέα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Γεώργιο Λαζαρίδη, Πρωτοδίκη - Εισηγητή, Βασίλειο Καραναστάση, Πρωτοδίκη.

Όταν ο δικαστής είναι καταρτισμένος και διαθέτει και φιλότιμο, τότε εκδίδει αποφάσεις με τέτοιο περιεχόμενο σε πολύ δύσκολα νομικά ζητήματα όπως αυτά που αντιμετώπισε η αναρτώμενη απόφαση. Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται η απέραντη γοητεία της Νομικής Επιστήμης την οποία ελάχιστοι μπορεί να αισθανθούν. Στην οποία Επιστήμη πρωτεύοντα-αν όχι αποκλειστικό-ρόλο διαδραματίζει η καρδιά της, που δεν είναι άλλη από το Αστικό Δίκαιο και την Πολιτική Δικονομία
Τον Πρωτοδίκη κ. Γ. Λαζαρίδη είχα και άλλοτε την ευκαιρία να τον συγχαρώ για την εκπληκτική νομική παιδεία του (θυμηθείτε εδώ). Θα τολμήσω να πω-χωρίς δόση υπερβολής-ότι ο διάδοχος του αείμνηστου Προέδρου του Αρείου Πάγου Στέφανου Ματθία μάλλον βρέθηκε! (Γ.Φ).

Περίληψη. Συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Ανακοπή κατά της αρνητικής δήλωσης τρίτου. Προθεσμία άσκησης της ανακοπής εντός τριάντα ημερών από τη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ. Δεν ανοίγει δίκη περί την εκτέλεση. Η εφαρμοστέα διαδικασία για την εκδίκαση της υπόθεσης καθορίζεται από τη φύση της απαίτησης του καθού η κατάσχεση οφειλέτη σε βάρος του τρίτου. Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα καθορίζεται από την αξία και το είδος της κατασχεθείσας απαίτησης και όχι με βάση το συνολικά φερόμενο ως οφειλόμενο από τον τρίτο ποσό.
Διαφορές συντηρητικής και αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Στη συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτου δεν υφίσταται εκτελεστός τίτλος του δανειστή σε βάρος του καθού η κατάσχεση και για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται επίδοση επιταγής προς εκτέλεση προς αυτόν, όπως επί αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτου. Μεταβατικό δίκαιο 4335/2015. Οι μεταβατικές διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης δεν εφαρμόζονται επί συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, αφού δεν ανοίγεται δίκη περί την εκτέλεση και δεν υφίσταται επιταγή προς εκτέλεση σε βάρος του καθού η κατάσχεση. Εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση η νέα τακτική διαδικασία, όπως αναμορφώθηκε με το ν.4335/2015, λόγω άσκησης της ανακοπής μετά την 01-01-2016. Εσφαλμένη εισαγωγή της υπόθεσης προς εκδίκαση κατά την προ του ν. 4335/2015 τακτική διαδικασία. Φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά της νέας τακτικής διαδικασίας και διαφορές με την παλαιά τακτική διαδικασία. Η αναμορφωμένη τακτική διαδικασία αποτελεί είδος διαφορετικής διαδικασίας και επί εσφαλμένης εισαγωγής της υπόθεσης με την παλαιά τακτική διαδικασία πρέπει να εφαρμοστεί ο τι και επί εισαγωγής της υπόθεσης προς εκδίκαση με ειδική διαδικασία, αντί της εφαρμοστέας νέας τακτικής διαδικασίας. Αδυναμία άμεσης εφαρμογής της νέας τακτικής διαδικασίας. Μη υιοθέτηση της άποψης περί απόρριψης της ανακοπής ως απαράδεκτης. Επιχειρήματα. Η διαδικασία εκδίκασης μίας υπόθεσης δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης. Παραπομπή της υπόθεσης προς εκδίκαση σε άλλη συνεδρίαση με τη νέα τακτική διαδικασία, όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015, προκειμένου να τηρηθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αυτό προδικασία. Επαναφορά της υπόθεσης προς συζήτηση με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων χωρίς τήρηση προθεσμίας ως προς τον χρόνο κατάθεσης της κλήσης. Δεν απαιτείται η εκ νέου επίδοση της ανακοπής τουλάχιστον επί υποστατής και έγκυρης αρχικής επίδοσης. Υποχρέωση επίδοσης της κλήσης εντός προθεσμίας 30 ημερών κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ. Υπολογισμός προθεσμιών 237 ΚΠολΔ από την κατάθεση της κλήσης.

 Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 982 παρ. 1 περ. α΄ του ΚΠολΔ «1. Μπορούν να κατασχεθούν α) χρηματικές απαιτήσεις εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή ή απαιτήσεις του κατά τρίτων για μεταβίβαση της κυριότητας κινητών μη εξαρτώμενη από αντιπαροχή…», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 983 ΚΠολΔ «1. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου που πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118, και α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου. 2. Το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη». Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 «Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες, αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό….», κατά δε την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου «Η δήλωση της παρ.1 γίνεται προφορικά στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας εκείνου που δηλώνει και συντάσσεται σχετική έκθεση». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 986 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι «Μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δήλωση του άρθρου 985 όποιος επέβαλε την κατάσχεση έχει δικαίωμα να την ανακόψει ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ. και 23 επ. δικαστηρίου. Με την ανακοπή μπορεί να ζητηθεί και αποζημίωση κατά το άρθρο 985 παρ. 3». Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εξάλλου, «Αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής, για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ ημέρες αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθένα από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. και η προθεσμία του άρθρου 974 παρ. 1 αρχίζει, αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του ειρηνοδίκη που τον διορίζει», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 990 ΚΠολΔ «Αν η ανακοπή του άρθρου 986 γίνει δεκτή, το δικαστήριο με την απόφασή του υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, τηρούνται όμως οι διατάξεις του άρθρου 988». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 712 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι «1. Η συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο αντιγράφου της απόφασης που τη διατάζει με επιταγή να μην εξοφλήσει την απαίτηση ή να μην παραδώσει τα κινητά, καθώς και με επίδοση μέσα σε οκτώ ημέρες σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η κατάσχεση εγγράφου στο οποίο αναφέρεται η κατάσχεση που έχει επιβληθεί στα χέρια του τρίτου. Αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη. Στην κατάσχεση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών σε χέρια τρίτου. 2. Ο τρίτος, εκείνος που επέβαλε την κατάσχεση και ο οφειλέτης έχουν όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπουν οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου, και εφαρμόζεται η διαδικασία για την άσκηση ή τη διαφύλαξή τους που ορίζεται στις διατάξεις αυτές». Κατά τη διάταξη του άρθρου 722 παρ. 2 ΚΠολΔ, άλλωστε, «Όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς απαίτηση στα χέρια τρίτου γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης». 
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και εν γένει από τις διατάξεις των άρθρων 712 επ., 924 και 982 επ. ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Η (αναγκαστική) κατάσχεση εις χείρας τρίτου αποτελεί ιδιαίτερο μέσο αναγκαστικής κατάσχεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, στο πλαίσιο δε αυτής, ο δανειστής στρέφεται κατά ενός τρίτου προσώπου, έναντι του οποίου ο καθού η κατάσχεση - οφειλέτης του διατηρεί χρηματική απαίτηση, ή ο οποίος (τρίτος) κατέχει κινητά πράγματα, που ανήκουν στον καθού η κατάσχεση - οφειλέτη ή υποχρεούται να τα μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον ως άνω οφειλέτη του κατασχόντος (βλ. Γεωργιάδου σε Αναγκαστική Εκτέλεση μετά το Ν. 4335/2015 και τους Ν. 4472 και 4475/2017 για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, επιμ. Τέντε, 2017, σελ. 355 επ., Νίκα, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, 2012, Τ. ΙΙ, σελ. 607 επ., Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Τ. ΙΙ, σελ. 659 επ., Μιχαηλίδη σε Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, επιμ. Απαλαγάκη, Τ. ΙΙ, 4η έκδ., 2016, υπό το άρθρο 982, σελ. 2643 επ., Νικολόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Τ. ΙΙ, υπό το άρθρο 982, στους αρ. 1 επ., σελ. 1911 επ., Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, Τ. ΙΙ, υπό το άρθρο 982, στους αρ. 1 επ., σελ. 760 επ.). Για την αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου απαιτήσεων, προϋποτίθεται ότι ο δανειστής, που προβαίνει στην οικεία κατάσχεση, διατηρεί εκτελεστό τίτλο σε βάρος του δικού του οφειλέτη - καθού η κατάσχεση, καθώς και ότι έχει λάβει χώρα η περιαφή του εκτελεστήριου τύπου και η έκδοση απογράφου (βλ. Νίκα, ο.π., στον αρ. περ. 3, σελ. 612, Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 359, στον αρ. περ. 9, Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., στους αρ. περ. 30 επ.). Όπως και σε κάθε άλλη εκτελεστική διαδικασία, άλλωστε, προϋποτίθεται για την εγκυρότητά της, κατά την ορθότερη σχετικώς άποψη, ότι ο δανειστής έχει επιδώσει σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αντίγραφο απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση κατά το άρθρο 924 ΚΠολΔ και έχει αναμείνει, κατά το άρθρο 926 ΚΠολΔ, τρεις εργάσιμες ημέρες μετά την επίδοση της ως άνω επιταγής, για το ενδεχόμενο εκούσιας συμμόρφωσης του καθού η εκτέλεση (ΜΠρΛαρ 535/2014 ΕΠολΔ 2014. 773, ΜΠρΑθ 957/1979 ΝοΒ 1980. 556, ΜΠρΑθ 8491/1976 ΝοΒ 1976. 1119, Νίκας, ο.π., στον αρ. περ. 3, σελ. 612, Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 359, στον αρ. περ. 9, Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., στους αρ. περ. 30 επ., πρβλ., ωστόσο και ΕφΑθ 557/1970 Αρμ. 1970. 717 επ., ΜΠρΘεσ 3812/1987 Αρμ. 1988. 114 με ενημερ. σημ. Αρβανιτάκη). Κατά τα λοιπά, στην αναγκαστική κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων εις χείρας τρίτου μετέχουν τρία πρόσωπα, ήτοι ο δανειστής, που είναι κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος μίας χρηματικής απαίτησης και διαθέτει εκτελεστό τίτλο, ο οφειλέτης, ο οποίος λαμβάνει τη θέση του καθού η εκτέλεση και είναι το μεν οφειλέτης της απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή, το δε δανειστής - δικαιούχος της κατασχετέας απαίτησης και ο τρίτος, ο οποίος είναι οφειλέτης της κατασχετέας απαίτησης, δανειστής της οποίας είναι κατά τα προεκτεθέντα ο καθού η κατάσχεση - οφειλέτης του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστή (βλ. Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 356). Υπό την έννοια αυτή η αναγκαστική κατάσχεση απαιτήσεων εις χείρας τρίτου μεταφέρει στην εκτελεστική διαδικασία το πρότυπο της πλαγιαστικής αγωγής, τηρουμένων των αναλογιών (βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 681-682, στους αρ. περ. 36-37). Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου, εξάλλου, γίνεται με επίδοση προς τον τρίτο και προς τον καθού η εκτέλεση εγγράφου (- δικογράφου), το οποίο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία των άρθρων 118 και 983 παρ. 1 ΚΠολΔ. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνεται και η επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση (Γέσιου-Φαλτσή, ο.π. σελ. 761, στον αρ. περ. 152, Γεωργιάδου, ο.π, σελ. 372). Προδήλως, η εν λόγω επιταγή είναι διάφορη της επιδιδόμενης στον καθού η εκτέλεση «επιταγής» κατά το άρθρο 924 ΚΠολΔ, για την οποία εγένετο λόγος ανωτέρω και η οποία αποτελεί προϋπόθεση κάθε αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. Γέσιου- Φαλτσή, ο.π., σελ. 761, στον αρ. περ. 152). Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο αποτελεί στοιχείο του υποστατού της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, η δε επίδοση του ίδιου εγγράφου στον καθού η εκτέλεση, που πρέπει να λάβει χώρα εντός οκταημέρου από την επίδοσή του στον τρίτο (εκτός και αν η επίδοση προς αυτόν προηγηθεί της επίδοσης στον τρίτο), κατά μία μεν άποψη αποτελεί και αυτή στοιχείο του υποστατού της ως άνω κατάσχεσης (ΕφΠειρ 869/2006 ΔΕΕ 2007. 328, Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 753-755. Μιχαηλίδης, ο.π., υπό το άρθρο 983, στους αρ. περ. 6 επ., του ιδίου, Παρατηρήσεις υπό την ΜΕφΑθ 1536/2013 ΕφΑΔ 2013. 912, Νίκας, ο.π., σελ. 648, στον αρ. περ. 70, Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 373), κατ’ άλλη δε άποψη, αποτελεί στοιχείο του κύρους απλώς της κατάσχεσης, η οποία κατά τα λοιπά συντελείται με μόνη την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο (ΑΠ 197/2005, ΜΕφΘεσ 1189/2014 ΕλλΔνη 2014. 1453, ΕφΑθ 5494/2008 ΕΠολΔ 2010. 538, ΕφΑθ 937/2004 ΝοΒ 2004. 1411, ΠΠρΑθ 3661/2011 ΕφΑΔ 2013. 265). Από την ανωτέρω επίδοση του οικείου εγγράφου στον καθού η εκτέλεση, άλλωστε, άρχονται τα κατ’ άρθρο 984 παρ. 1 αποτελέσματα της κατάσχεσης της απαίτησης ως προς αυτόν (νομική δέσμευση κατασχεθέντος και αποστέρηση του δικαιούχου από την εξουσία ελεύθερης διάθεσής του έναντι του επισπεύδοντος δανειστή), ενώ από την επίδοσή του στον τρίτο εξαρτώνται τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελέσματα. Στο άρθρο 985 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εξάλλου, προβλέπεται η υποχρέωση του τρίτου, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, να προβεί εντός οκτώ ημερών από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου εγγράφου σε δήλωση με το περιεχόμενο που προβλέπεται στη διάταξη αυτή. Ειδικότερα, ο τρίτος οφείλει εντός οκτώ ημερών, αφότου του επιδόθηκε το κατασχετήριο έγγραφο, να δηλώσει με σαφήνεια ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του (ή της έδρας του επί νομικού προσώπου), αν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση, όπως και αν επιβλήθηκε εις χείρας του και άλλη (συντηρητική ή αναγκαστική) κατάσχεση, οπότε και γίνεται μνεία του κατασχόντα και του ποσού της κατάσχεσης (ΑΠ 1297/2011 ΕφΑΔ 2012. 173, ΑΠ 1540/2000 ΕλλΔνη 2001. 1298, ΕφΑθ 5494/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 794 επ., Μ. Μαργαρίτης, ο.π., υπό το άρθρο 985, στους αρ. 3 και 4). Αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται περί ακατάσχετης απαίτησης, ο τρίτος πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται η παράλειψη δήλωσης (ΑΠ 1065/2009 ΕφΑΔ 2010. 108, ΠΠρΠειρ 3563/2014). Επί αρνητικής δήλωσης, ο τρίτος οφείλει με σαφήνεια και ειλικρίνεια να αναφέρει αν πχ υπήρξε μεν οφειλέτης, αλλά η οφειλή έχει αποσβεσθεί (πχ λόγω εξόφλησης) ή έπαυσε να υπάρχει (πχ λόγω εκχώρησης), υποχρεούται δε να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που υποβοηθούν ή προσανατολίζουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση της απαίτησής του (βλ. πάντως Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 391 ως προς το ότι επί κατάσχεσης μέλλουσας ή υπό αίρεση απαίτησης η δήλωση δύναται να είναι αρνητική για την ενεστώσα οφειλή και θετική για την τυχόν μελλοντική, καθώς και ως προς το ότι επί πολυπλοκότητας των σχέσεων και αδυναμίας του τρίτου να εξαγάγει συμπεράσματα ότι ο τρίτος οφείλει να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αδυναμία του - βλ. εξάλλου στην ίδια κατεύθυνση και ΕφΑθ 5740/2011 ΔΕΕ 2012. 131, ΠΠρΠειρ 2447/2014, Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, Τ. ΣΤ, σελ. 93-94). Επί παράλειψης ή ανακρίβειας της δήλωσης προβλέπεται κατ’ αρχάς υποχρέωση αποζημίωσης του τρίτου, υπό τις ειδικότερα προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 985 παρ. 3 ΚΠολΔ προϋποθέσεις. Κατά τα λοιπά, στη διάταξη του άρθρου 986 ΚΠολΔ, θεμελιώνεται δικαίωμα του κατασχόντος δανειστή να ασκήσει ανακοπή κατά της (ρητής ή σιωπηρής) αρνητικής δήλωσης του τρίτου, με την οποία επιδιώκεται η καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού στον κατασχόντα. Ο καθού η κατάσχεση ή άλλος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον αντιθέτως, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ανωτέρω ανακοπής, και δύναται να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ (βλ. αντί άλλων Μ. Μαργαρίτη, ο.π., υπό το άρθρο 986, στον αρ. παρ. 3). Η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ αποτελεί μορφή ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 1065/2009 ΕΠολΔ 2010. 60, ΕφΑθ 1022/2008 ΕφΑΔ 2009. 228 με παρατ. Ποταμίτη), σε αυτή δε, δύναται να σωρευθεί και αίτημα αποζημίωσης κατά το άρθρο 985 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 1837/2007 ΝοΒ 2007. 1143 με παρατ. Κωνσταντόπουλου). Αντικείμενο της ανακοπής και της σχετικής δίκης μεταξύ κατασχόντος και τρίτου αποτελεί η αλήθεια ή μη του περιεχομένου της δήλωσης του τρίτου, ήτοι το αν ο τελευταίος είναι ή όχι οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος δανειστή και σε καταφατική περίπτωση υπό ποιους όρους και σε ποια έκταση, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη συγγένεια του θεσμού με την πλαγιαστική αγωγή. Εισάγεται, συνεπώς, προς εκδίκαση η έναντι του τρίτου απαίτηση του καθού η κατάσχεση, η οποία αποτελεί το κύριο αντικείμενο της οικείας δίκης, περιορισμένης ως εκ του κατασχετηρίου εγγράφου και της δήλωσης του τρίτου, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό με την ανακοπή να επεκταθεί η κατάσχεση επί απαίτησης ή έννομης σχέσης, που δεν περιλαμβάνεται στο κατασχετήριο (ΑΠ 150/1997 ΕλλΔνη 1997. 1625, ΠΠρΑθ 6111/2006 ΝοΒ 2007. 115, Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 396, Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 816 επ., Νίκας, ο.π., σελ. 692-693). Στο δικόγραφο της ανακοπής πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου λόγω αοριστίας, να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση του καθού η κατάσχεση, εκτός αν ο τρίτος δεν αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης με τη δήλωσή του, αλλά προβάλλει λόγους - ενστάσεις κατά της απαίτησης αυτής, οπότε και η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των λόγων αυτών, την ύπαρξη των οποίων κατά τα λοιπά αποδεικνύει ο τρίτος, που τους προβάλλει (ΑΠ 480/2012 ΕλλΔνη 2012. 993, ΑΠ 1065/2009 ΕφΑΔ 2010. 108 με παρατ. Ρεντούλη, ΕφΑθ 1022/2008 ΕφΑΔ 2009. 228 με παρατ. Ποταμίτη, Νίκας, ο.π., σελ. 694, στους αρ. περ. 5-7, Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 837 επ., στους αρ. περ. 263 επ.). Ο τρίτος, πάντως, δεν δικαιούται αμυνόμενος να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης για ουσιαστικούς λόγους, όπως για ελαττώματα της απαίτησης του κατασχόντος ή του εκτελεστού του τίτλου (βλ. Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 398, στους αρ. περ. 108-109). Δύναται, ωστόσο, να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης, αν το κατασχετήριο είναι άκυρο, επειδή δεν περιλαμβάνει τα στοιχεία της διάταξης του άρθρου 983 παρ. 1 ΚΠολΔ ή επειδή το κατασχετήριο δεν κοινοποιήθηκε στον καθού η εκτέλεση (βλ. Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 398, στον αρ. περ. 109). Η ανακοπή στρέφεται κατά του τρίτου και όχι κατά του οφειλέτη, ο οποίος μπορεί απλώς να ασκήσει στη δίκη πρόσθετη παρέμβαση (βλ. Νικολόπουλο, ο.π., υπό το άρθρο 986, σελ. 1921). Το αίτημα της ανακοπής μπορεί να είναι όχι μόνο η αναγνώριση της ύπαρξης της κατασχεθείσας απαίτησης, αλλά και η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή του ποσού στον κατασχόντα, αν δεν έχει επιβληθεί και άλλη, εις χείρας του, κατάσχεση του κατασχεθέντος ποσού (βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 822 επ., στους αρ. περ. 240 επ., Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 398-399). Η ως άνω ανακοπή πρέπει να ασκηθεί εντός τριάντα ημερών από τη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ. Εντός, συνεπώς, της ως άνω προθεσμίας πρέπει να λάβει χώρα τόσο η κατάθεση, όσο και η επίδοση της ανακοπής στον τρίτο, χωρίς να υπολογίζεται το διάστημα από την 1η ως την 31η Αυγούστου, κατ’ άρθρο 147 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 835 επ., στους αρ. περ. 259 επ., Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 400, στους αρ. περ. 114-115). Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα για άσκηση της ανακοπής και αμφισβήτηση της ειλικρίνειας της δήλωσης του τρίτου (βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 836, στον αρ. περ. 261, Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 400, στον αρ. περ. 115). Η δικαιοδοσία καθορίζεται από τη φύση της κατασχεθείσας απαίτησης. Αν η τελευταία πρόκειται για απαίτηση ιδιωτικού δικαίου, τότε και η ανακοπή υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ αν η απαίτηση πηγάζει από σχέση δημοσίου δικαίου, τότε δικαιοδοσία έχουν τα διοικητικά δικαστήρια (ΑΠ 1182/2009 ΕφΑΔ 2009. 1243, ΑΠ 10/1995 ΝοΒ 1996. 614, ΕφΛαρ 387/2014 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2016. 256, ΠΠρΘεσ 20701/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Νίκας, ο.π., σελ. 695-696, στον αρ. περ. 10). Η καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα καθορίζεται βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 12 επ. και 22 επ. ΚΠολΔ. Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα, συνεπώς, καθορίζεται από την αξία και το είδος της κατασχεθείσας απαίτησης και όχι με βάση το συνολικά φερόμενο ως οφειλόμενο από τον τρίτο ποσό, ενώ κατά τόπο αρμόδιο είναι το δικαστήριο της νόμιμης γενικής δωσιδικίας του τρίτου. Αν, βέβαια, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα επιλογής δικαστηρίου προς άσκηση της κατά του τρίτου αγωγής του, το ίδιο δικαίωμα έχει και ο ανακόπτων - κατασχών (ΠΠρΠειρ 3563/2014, Νίκας, ο.π., σελ. 696, στους αρ. περ. 11-12, Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 829 επ., στους αρ. περ. 251 επ., Γεωργιάδου, ο.π., σελ. 400, στον αρ. περ. 17). Όπως καθίσταται σαφές εκ των προαναφερθέντων, με την εκ του άρθρου 986 ΚΠολΔ ανακοπή δεν ανοίγει δίκη περί την εκτέλεση (σε αντίθεση με την ανακοπή του καθού η κατάσχεση κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται και οι προβλέψεις του άρθρου 937 ΚΠολΔ (ΑΠ 448/2016, ΕφΑθ 4929/1995 Δ. 1998. 73, Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 846 επ. με περαιτέρω παραπομπές και στην αντίθετη θέση, Νίκας, ο.π., σελ. 699-700, στον αρ. περ. 19, Νικολόπουλος, ο.π., υπό το άρθρο 986, στον αρ. 17, σελ. 1922, Μ. Μαργαρίτης, ο.π., υπό το άρθρο 986, στον αρ. παρ. 10, σελ. 777, Μιχαηλίδης σε Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, επιμ. Απαλαγάκη, Τ. ΙΙ, 4η έκδ., 2016, υπό το άρθρο 986, στον αρ. παρ. 8, σελ. 2686). Αν, εξάλλου, η κατασχεθείσα απαίτηση υπάγεται στην τακτική διαδικασία, με την ίδια διαδικασία δικάζεται και η ανακοπή, ενώ στην περίπτωση που η κατασχεθείσα απαίτηση υπάγεται σε ειδική διαδικασία (πχ ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών επί εργατικής απαίτησης), κατά την ίδια διαδικασία εκδικάζεται και η εκ του άρθρου 986 ανακοπή (βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ο.π., σελ. 846-848, Νίκα, ο.π., σελ. 698-700, στον αρ. περ. 19, Νικολόπουλο, ο.π., υπό το άρθρο 986, στους αρ. 15 επ., σελ. 1922, Μ. Μαργαρίτη, ο.π., υπό το άρθρο 986, στον αρ. παρ. 10, σελ. 777, Μιχαηλίδη σε Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, επιμ. Απαλαγάκη, Τ. ΙΙ, 4η έκδ., 2016, υπό το άρθρο 986, στον αρ. παρ. 8, σελ. 2686). 

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 712 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εν είδει ασφαλιστικού μέτρου, ο φερόμενος ως δανειστής μίας χρηματικής απαίτησης, προς εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησής του, δύναται και προ της απόκτησης από μέρους του εκτελεστού τίτλου, να κατάσχει συντηρητικά εις χείρας τρίτου, μεταξύ άλλων, χρηματική απαίτηση του οφειλέτη του σε βάρος του τρίτου αυτού προσώπου. Στη συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων εις χείρας τρίτου, κατά ρητή νομοθετική παραπομπή από τη διάταξη του άρθρου 712 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, στο μέτρο που με τις διατάξεις των άρθρων 712 επ. ΚΠολΔ δεν εισάγεται ειδικότερη ρύθμιση. Μεταξύ των διατάξεων, που εφαρμόζονται, συμπεριλαμβάνονται και οι σχετικές με την ανακοπή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου διατάξεις, με αποτέλεσμα επί ασκήσεως σχετικής ανακοπής κατά τα άρθρα 712 παρ. 1 και 986 ΚΠολΔ, η δικαιοδοσία, η καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα, αλλά και η διαδικασία εκδίκασης της ανακοπής να καθορίζονται με τα ίδια ακριβώς κριτήρια, για τα οποία εγένετο λόγος ανωτέρω (ΑΠ 1914/ 2011, ΑΠ 505/ 2003). Τούτο είναι συνεπές με το γεγονός ότι και στη συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων εις χείρας τρίτου, με την οικεία ανακοπή κρίνεται κατά τρόπο απαράλλακτο, όπως και στην ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ επί αναγκαστικής κατάσχεσης, το ζήτημα της απαίτησης του καθού η κατάσχεση σε βάρος του τρίτου. Στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης απλώς, η όλη διαδικασία κατατείνει στη δέσμευση της απαίτησης του καθού η κατάσχεση σε βάρος του τρίτου (βλ. και άρθρο 723 ΚΠολΔ για το ενδεχόμενο επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης επί συντηρητικώς κατασχεθείσας απαίτησης, οπότε και με την προϋπόθεση της αναγγελίας της απαίτησης του συντηρητικώς κατασχόντος δανειστή στην έτερη εκτελεστική διαδικασία, ο τελευταίος κατατάσσεται τυχαίως μέχρι την απόκτηση πχ εκτελεστού τίτλου, μετά την απόκτηση του οποίου συντελείται η προς αυτόν αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης κατά τα άρθρα 722 παρ. 2 και 988 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκειμένου να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση του δανειστή, όταν αυτός θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο σε βάρος του δικού του οφειλέτη, ενώ στην αναγκαστική κατάσχεση ο εκτελεστός αυτός τίτλος ήδη υφίσταται. Ειδοποιό, δηλαδή, διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων διατάξεων συνιστά το γεγονός ότι στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης δεν υφίσταται εκτελεστός τίτλος στο πρόσωπο του δανειστή, που προβαίνει στη (συντηρητική) κατάσχεση, σε βάρος του καθού η κατάσχεση. Πέραν, συνεπώς, της ίδιας της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων ως εκτελεστού τίτλου σε βάρος του τρίτου, ο δανειστής δεν έχει εισέτι αποκτήσει εκτελεστό τίτλο σε βάρος του οφειλέτη του, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα προέβαινε σε συντηρητική, αλλά σε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, προς ικανοποίηση της αξίωσής του εκ του εκτελεστού του τίτλου σε βάρος του δικού του οφειλέτη. Για τον ίδιο λόγο, λαμβανομένων υπόψη και των οριζομένων στη διάταξη του άρθρου 700 ΚΠολΔ, επί συντηρητικής κατάσχεσης δεν απαιτείται να έχει προηγηθεί και η προδικασία των άρθρων 924 και 926 ΚΠολΔ, με την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, καθώς τέτοια επίδοση επιταγής δεν είναι νοητή, όταν ελλείπει ο εκτελεστός τίτλος σε βάρος του καθού η κατάσχεση - οφειλέτη, ως εν προκειμένω. Ως εκ τούτου, η συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων εις χείρας τρίτου συντελείται με την επίδοση στον τρίτο αντιγράφου της απόφασης που τη διατάσσει (ή ανάλογα της διαταγής πληρωμής κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ), με επιταγή προς αυτόν να μην εξοφλήσει την απαίτηση, ενώ απαιτείται και σε αυτήν την περίπτωση επίδοση στον οφειλέτη σχετικού εγγράφου, που να τον πληροφορεί για την κατάσχεση, εντός οκτώ ημερών, εκτός και αν η επίδοση αυτή προηγηθεί. Ο τρίτος υποχρεούται να προβεί στη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ και αν μεν η δήλωσή του είναι αρνητική, ο δανειστής διατηρεί δικαίωμα ανακοπής κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που η μη άσκηση ή η τελεσίδικη απόρριψή της επιφέρουν την αυτοδίκαιη άρση της συντηρητικής κατάσχεσης, σε περίπτωση δε, που η δήλωση είναι θετική, όπως και σε περίπτωση που η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ γίνει τελεσίδικα δεκτή, η συντηρητική κατάσχεση τρέπεται σε αναγκαστική με την τελεσιδικία της απόφασης, που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, κατ’ άρθρο 722 παρ. 2 ΚΠολΔ, με περαιτέρω συνέπεια και την αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης τότε στον δανειστή (βλ. για όλα τα ανωτέρω αντί άλλων Κράνη σε Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, Τ. ΙΙ, υπό τα άρθρα 712 επ., σελ. 1396 επ.). Καθίσταται εκ των ως άνω σαφές, συνεπώς, ότι επί συντηρητικής κατάσχεσης απαίτησης εις χείρας τρίτου για την εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης του κατασχόντος σε βάρος οφειλέτη του, η ανακοπή του κατασχόντος, κατά της αρνητικής (ή εξομοιούμενης με αρνητική) δήλωσης, στην οποία προβαίνει ο τρίτος, υπάγεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, κατά την τακτική διαδικασία, όταν η φύση της απαίτησης του καθού η κατάσχεση είναι ιδιωτικού δικαίου και η εκδίκασή της υπάγεται στην τακτική και όχι σε ειδική διαδικασία.

Η τακτική διαδικασία, εξάλλου, αναμορφώθηκε πλήρως μετά τη θέσπιση του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23-07- 2015). Η νέα τακτική διαδικασία, η οποία είναι ενιαία και όμοια σε όλα τα πρωτοβάθμια δικαστήρια χαρακτηρίζεται από την έγκαιρη συγκέντρωση όλου του έγγραφου υλικού (διαδικαστικών και αποδεικτικών εγγράφων) στο στάδιο της προδικασίας, ενώ προκρίνεται η έγγραφη διεξαγωγή της δίκης, επιτρεπομένης μόνο εξαιρετικά της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο. Στις βασικές ρυθμίσεις της νέας τακτικής διαδικασίας εντάσσεται η υποχρεωτική επίδοση της αγωγής εντός των οριζομένων στο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμιών (30 ή 60 ημέρες), χωρίς ταυτόχρονη επίδοση κλήσης, όπως υπό την προϊσχύσασα τακτική διαδικασία, και τις ήδη αναμορφωμένες με το ν. 4335/2015 ειδικές διαδικασίες. Η μη επίδοση της αγωγής εντός της ανωτέρω προθεσμίας οδηγεί στο να θεωρείται η αγωγή μη ασκηθείσα κατ’ άρθρο 215 παρ. 2 τελ. εδ. ΚΠολΔ. Στη νέα τακτική διαδικασία, εξάλλου, ο ορισμός δικασίμου και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο γίνονται αργότερα και δη εντός 15 ημερών από το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας, με ορισμό δικασίμου σε προθεσμία εντός τριάντα ημερών ή εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 4 ΚΠολΔ. Στα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ περιλαμβάνονται οι σημαντικότερες από τις νέες ρυθμίσεις, που διαπνέουν τη νέα τακτική διαδικασία. Το στάδιο της προδικασίας αναδεικνύεται σε εξόχως σημαντικό στάδιο, αφού σε αυτό συγκεντρώνεται όλο το έγγραφο υλικό και ασκούνται όλες οι διαδικαστικές πράξεις μέσα σε αυστηρές προθεσμίες (βλ. ιδία τις ρυθμίσεις για την άσκηση των παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων, ανταγωγών). Οι προτάσεις κατατίθενται εντός προθεσμίας 100 ημερών (ή 130 ημερών επί διαμονής στο εξωτερικό του εναγομένου ή επί εναγομένου αγνώστου διαμονής) από την κατάθεση της αγωγής (ή του εξομοιούμενου με αυτήν ενδίκου βοηθήματος πχ ανακοπής), ενώ καθιερώνεται και εξαιρετικά αυστηρό σύστημα συγκέντρωσης, αφού το άρθρο 269 ΚΠολΔ καταργήθηκε και άπαντες οι ισχυρισμοί προτείνονται με τις προτάσεις, εξαιρουμένων μόνο των ισχυρισμών, που κατατείνουν σε αντίκρουση των περιεχομένων στις προτάσεις ισχυρισμών, που προτείνονται με την προσθήκη στις προτάσεις. Κατά τα λοιπά, μετά την πάροδο της προθεσμίας των 100 (ή 130) ημερών από την κατάθεση της αγωγής (ή του τυχόν έτερου εισαγωγικού της δίκης και εξομοιουμένου με αγωγή ενδίκου βοηθήματος), που προβλέπεται για την υποβολή των προτάσεων, νέοι ισχυρισμοί δεν είναι δυνατό να προταθούν, ακόμα και αν είναι οψιγενείς ή διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι τέτοιοι ισχυρισμοί παραδεκτώς πλέον προτείνονται μόνο σε δεύτερο βαθμό, με τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Η πληρεξουσιότητα, άλλωστε, όπως και το αποδεικτικό επίδοσης της αγωγής προσκομίζονται κατ’ αρχάς εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας των 100 ημερών, χωρίς πάντως να θεσπίζεται κάποιο απαράδεκτο ως κύρωση για την περίπτωση μη εμπρόθεσμης προσκόμισης. Στην περίπτωση, πάντως, που αμφισβητηθεί η ύπαρξη πληρεξουσιότητας, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, πρέπει να εκδοθεί απόφαση για την προσκόμιση του πληρεξουσίου εγγράφου κατ’ άρθρο 105 ΚΠολΔ (ΕφΠειρ 636/2015, ΕφΠειρ 371/2014, ΠΠρΧαν 26/2013, Νίκας σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Τ. I, υπό το άρθρο 105, στον αρ. παρ. 4, σελ. 226), με δυνατότητα πάντως να αποφευχθεί η καθυστέρηση της διαδικασίας, στην περίπτωση, που ο διάδικος παραστεί μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τη συζήτηση και παράσχει πληρεξουσιότητα, ιδία αν είναι παρών και ο αντίδικός του. Το δικαστικό ένσημο, εξάλλου, πρέπει να προσκομίζεται μέχρι τη συζήτηση, χωρίς και πάλι, ωστόσο, να θεσπίζεται οιαδήποτε κύρωση για τη μεταγενέστερη προσκόμισή του, προς συμπλήρωση της εν λόγω τυπικής έλλειψης (βλ. άρθρο 227 ΚΠολΔ), η φύση της οποίας παραμένει η αυτή τόσο υπό το προϊσχύσαν, όσο και υπό το νυν ισχύον δίκαιο. Οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται εντός προθεσμίας 15 ημερών, μετά το πέρας των 100 (ή 130) ημερών για την κατάθεση των προτάσεων, οπότε και κλείνει ο φάκελος της δικογραφίας. Εντός προθεσμίας 15 ημερών, αφότου κλείσει ο φάκελος της δικογραφίας ορίζεται ο δικαστής ή η σύνθεση του πολυμελούς πρωτοδικείου και ο εισηγητής της υπόθεσης, αλλά και η ημερομηνία της δικασίμου. Η συζήτηση στο ακροατήριο δεν έχει στοιχεία προφορικότητας, σε αυτήν δε οι διάδικοι δεν υποχρεούνται να παρίστανται για τη συζήτηση της υπόθεσης, μάρτυρες δεν εξετάζονται και αναβολή της συζήτησης δεν χωρεί. Στο ακροατήριο κατά την ημέρα της συζήτησης, ωστόσο, είναι δυνατό να λάβουν χώρα ορισμένες δηλώσεις, όπως η παραίτηση από το δικαίωμα (άρθρο 296 ΚΠολΔ) ή από το δικόγραφο (άρθρο 294 ΚΠολΔ), εφόσον παρίσταται ο αντίδικος και δεν φέρει αντιρρήσεις στην τελευταία περίπτωση, η δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης (άρθρο 287 ΚΠολΔ), κ.α.. Προκρίνεται, συνεπώς, η γραπτή διεξαγωγή της δίκης, με το προβάδισμα να δίδεται πλέον στις ένορκες βεβαιώσεις, εκτός και αν κριθεί αναγκαία η εξέταση μάρτυρα, οπότε και με Πράξη ή με απόφαση που διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 6 και 254 του ΚΠολΔ, τέτοια εξέταση μαρτύρων καθίσταται δυνατή. Στην περίπτωση που ουδείς εκ των αντιδίκων καταθέσει προτάσεις, εξάλλου, η συζήτηση ματαιώνεται και αν παρέλθουν 60 ημέρες, χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης με κλήση, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο και η αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα (άρθρο 260 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η κλήση μετά από ματαίωση επιδίδεται στον καλούμενο υποχρεωτικά εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, οι προτάσεις κατατίθενται σε 100 (ή 130) ημέρες από την κατάθεσή της και οι αμοιβαίες αντικρούσεις κατατίθενται με προσθήκη στις προτάσεις εντός 15 ημερών από την παρέλευση της προηγούμενης προθεσμίας, οπότε και κλείνει ο φάκελος (βλ. για όλα τα ανωτέρω Μακρίδου/Απαλαγάκη/Διαμαντόπουλο, Πολιτική Δικονομία, 2016, σελ. 1-10). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1, άρθρου ένατου παρ. 1 του 4335/2015 οι διατάξεις των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 01-01-2016 αγωγές. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άνω άρθρου, βέβαια, οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 01-01-2016. Με την αγωγή, άλλωστε, εξομοιώνεται ασφαλώς και η ανακοπή ως εισαγωγικό της δίκης ένδικο βοήθημα, που ασκείται όπως και η αγωγή. Στην περίπτωση, συνεπώς, κατατιθέμενης μετά την 01-01-2016 ανακοπής δανειστή κατά αρνητικής δήλωσης τρίτου, που υποβάλλεται στο πλαίσιο αναγκαστικής ή συντηρητικής κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτου, για την εκδίκαση της οποίας εφαρμοστέα τυχαίνει η τακτική διαδικασία λόγω της φύσης της απαίτησης του καθού η κατάσχεση σε βάρος του τρίτου κατά τα προεκτεθέντα, η εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου λαμβάνει χώρα υπό τις νέες ρυθμίσεις για την τακτική διαδικασία, όπως αυτές αναμορφώθηκαν με το ν. 4335/2015 (βλ. έτσι και ΜΠρΘεσ 5146/2017 αδημ.). Ο χρόνος που έχει επιδοθεί η επιταγή προς εκτέλεση είναι κατ’ αρχάς αδιάφορος ενόψει του γεγονότος ότι η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, ως ήδη εκτενώς ανωτέρω αναλύθηκε, δεν αποτελεί δίκη περί την εκτέλεση, αλλά αποτελεί λειτουργικό υποκατάστατο της πλαγιαστικής αγωγής στο στάδιο της εκτέλεσης, μέσω του οποίου εισάγεται προς κρίση η απαίτηση του καθού η κατάσχεση σε βάρος του τρίτου προσώπου. Συνεπώς, δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1, άρθρου ένατου παρ. 3 του ν. 4335/2015. Οι διατάξεις, που προβλέπουν την ανακοπή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, άλλωστε, παραμένουν ίδιες, όπως και υπό το προ του ν. 4335/2015 καθεστώς, αντιθέτως δε, εκείνο που μεταβάλλεται είναι μόνο η φυσιογνωμία της τακτικής διαδικασίας, όταν αυτή τυγχάνει εφαρμοστέα για την αξιολόγηση της οικείας ανακοπής. Τα ανωτέρω δεν μεταβάλλονται σε περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτου, αφού οι διατάξεις περί αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτου, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, εφαρμόζονται κατά ρητή νομοθετική παραπομπή και στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης, εφόσον δεν υφίστανται ειδικότερες διατάξεις. Στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτου, μάλιστα, δεν υφίσταται καν επιταγή προς εκτέλεση, η οποία να επιδίδεται στον καθού η εκτέλεση, και να οριοθετεί αυτή την εφαρμογή ή μη των διατάξεων του ν. 4335/2015, ακόμα και αν ήθελε υιοθετηθεί η αντίθετη της προεκτεθείσας άποψης θέση περί τη ρύθμιση του οικείου ζητήματος βάσει της διάταξης του άρθρου 1, άρθρου ένατου, παρ. 3 του ν. 4335/2015 και όχι βάσει της διάταξης του άρθρου 1, άρθρου ένατου, παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως προκρίνεται ως ορθότερο από το Δικαστήριο. Η μοναδική, δηλαδή, «επιταγή» είναι εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το άρθρο 712 παρ. 1 ΚΠολΔ επιταγή προς τον τρίτο να μην εξοφλήσει την απαίτηση προς τον καθού η κατάσχεση, κατά την επίδοση αντιγράφου της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων ως εκτελεστού τίτλου σε βάρος του. Σε κάθε περίπτωση, η άποψη περί την εφαρμογή των προ του ν. 4335/2015 διατάξεων βάσει του προ της 01-01-2016 χρόνου έκδοσης απλώς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, που διατάσσουν τη συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, είναι παντελώς ανεπέρειστη νομικά. Η εισαγωγή προς εκδίκαση ανακοπής κατά αρνητικής δήλωσης τρίτου, εκδικαζόμενης κατά την τακτική διαδικασία, με την προ του ν. 4335/2015 τακτική διαδικασία, ενώ εφαρμοστέα τυγχάνει η νέα, αναμορφωμένη τακτική διαδικασία, όπως αυτή περιγράφηκε σε αδρές γραμμές ανωτέρω, θέτει το ζήτημα της προσήκουσας δικονομικής μεταχείρισης της εν λόγω ανακοπής, μετά τη διαπιστούμενη εσφαλμένη εισαγωγή της προς εκδίκαση κατά την προ του ν. 4335/2015 τακτική διαδικασία. Είναι, βέβαια, αληθές ότι τέτοιες περιπτώσεις θα απαντώνται σπανίως επί αγωγών, δεδομένου ότι το κριτήριο που θέτει η διάταξη του άρθρου 1, άρθρου ένατου, παρ. 1 είναι απλό και εύληπτο (εφαρμογή των νέων διατάξεων της τακτικής διαδικασίας επί αγωγών που κατατίθενται μετά την 01-01-2016). Αντιθέτως, στην περίπτωση ανακοπών κατά δήλωσης τρίτου, στο πλαίσιο αναγκαστικής ή συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, τόσο ο ενδεχόμενος δισταγμός ως προς τη φύση της δίκης ως διαδικασίας, που διέπεται από τις διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης εν γένει, όσο και η ίδια η ρύθμιση, που επιτάσσει με έμμεσο μόνο τρόπο την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την τακτική διαδικασία, αναλόγως της φύσης της απαίτησης του καθού η κατάσχεση, είναι περισσότερο πιθανό να δημιουργηθούν σχετικά ζητήματα κατά την εισαγωγή της υπόθεσης προς εκδίκαση με την παλαιά τακτική διαδικασία, αντί της νέας. Το ζήτημα δεν διαφέρει από την περίπτωση εσφαλμένης εισαγωγής μίας υπόθεσης της τακτικής διαδικασίας προς εκδίκαση κατά τις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών μετά το ν. 4335/2015, αφού σε αμφότερες τις περιπτώσεις, εκείνο που προβληματίζει είναι η παράκαμψη της αυστηρής προδικασίας, που προβλέπεται στο πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας. Δεν αποτελεί, δηλαδή, ουσιώδη διαφορά το αν η υπόθεση εισήχθη να εκδικασθεί με μία ειδική διαδικασία ή με την προ του ν. 4335/2015 τακτική διαδικασία, που αποτελεί και αυτή εν τέλει μία παντελώς διάφορη διαδικασία έναντι της νέας τακτικής, αλλά το αν παρακάμφθηκε ή όχι η τηρητέα προδικασία και το αν καλείται σε εφαρμογή μία διαδικασία, που διαφέρει ουσιωδώς ως προς την εν γένει φιλοσοφία της (πχ ως προς το θέμα της εξέτασης μαρτύρων ή το συγκεντρωτικό σύστημα κλπ). Πρέπει, συνεπώς, να αξιοποιηθούν οι σχετικές αναλύσεις ως προς το πλέον γνωστό ζήτημα της προσήκουσας μεταχείρισης της αγωγής εκείνης, που εισάγεται να εκδικασθεί με μία ειδική διαδικασία, αντί της νέας τακτικής διαδικασίας (βλ. ως προς τούτο ήδη Μακρίδου, Ειδικές διαδικασίες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μετά το Ν. 4335/2015, σελ. 11-16, Γιαννόπουλο, Οι ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ μετά το ν. 4335/2015 ΕΠολΔ 2015. 453 επ., Δ. Μπαμπινιώτη, Η ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ΕΠολΔ 2014. 222 επ., Κυρ. Οικονόμου, Οι ειδικές διαδικασίες κατά τον ΚΠολΔ, ΕλλΔνη 2016. 34 επ.). Οι διαφαινόμενες πιθανές λύσεις είναι τρεις, ήτοι α) η απόρριψη της αγωγής (ή ανακοπής) ως απαράδεκτης (βλ. έτσι σε Μακρίδου/Απαλαγάκη/Διαμαντόπουλο, Πολιτική Δικονομία, 2016, σελ. 12), β) η διακράτηση της υπόθεσης προς εκδίκαση κατά την προσήκουσα, νέα τακτική διαδικασία, με άμεση εφαρμογή της από το δικαστήριο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, ή γ) η παραπομπή της εισαχθείσας κατά την παλαιά τακτική διαδικασία υπόθεσης προς εκδίκαση με τη νέα τακτική διαδικασία, με μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου (βλ. έτσι Μακρίδου, Ειδικές διαδικασίες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μετά το Ν. 4335/2015, σελ. 11- 16, Γιαννόπουλο, Οι ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ μετά το ν. 4335/2015 ΕΠολΔ 2015. 453 επ., Δ. Μπαμπινιώτη, Η ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ΕΠολΔ 2014. 222 επ., πρβλ. Κυρ. Οικονόμου, Οι ειδικές διαδικασίες κατά τον ΚΠολΔ, ΕλλΔνη 2016. 34 επ. με επιμέρους διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο υλοποίησης της εν λόγω λύσης και ιδίως τον τρόπο περαιτέρω προώθησης της οικείας διαδικασίας). Παρά τις σχετικές αρχικές αμφιταλαντεύσεις, κρατεί πλέον στις δημοσιευθείσες επί του θέματος μελέτες (βλ. ανωτέρω) η άποψη ότι ως ορθότερη θα πρέπει να προκριθεί η τρίτη εκ των ως άνω λύσεων, ως λύση μη χείρων και κατά τούτο μόνο βέλτιστη. Ειδικότερα, η υπό στ. β΄ λύση είναι προδήλως αδύνατο να εφαρμοσθεί. Οι διαφορετικοί κανόνες που διέπουν μετά το ν. 4335/2015 την προπαρασκευή της συζήτησης δημιουργούν αδιέξοδα και δεν καταλείπουν περιθώρια στο δικαστήριο να κρατήσει και να δικάσει τη διαφορά με την κατάλληλη διαδικασία (βλ. Μακρίδου, Ειδικές διαδικασίες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μετά το Ν. 4335/2015, σελ. 13). Και η υπό στ. α΄ λύση, όμως, δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή, επειδή η απόρριψη της αγωγής (ή ανακοπής) ως απαράδεκτης προσκρούει ως θέση στο ανυπέρβλητο εμπόδιο ότι μεταχειρίζεται εν τέλει τη διαδικασία εκδίκασης μίας υπόθεσης ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, θέση η οποία έχει αποδοκιμαστεί από ετών στη νομολογία (βλ. και ΑΠ 1227/1983 ΕλλΔνη 1984. 352 ως προς το ότι η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω εισαγωγής της με εσφαλμένη διαδικασία ελέγχεται αναιρετικά κατ’ άρθρο 559 αρ. 14, καθώς και εν γένει ΕφΛαρ 352/2004 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2005. 73, ΕφΑθ 131/2008 ΕλλΔνη 2009. 853, ΕφΑθ 426/2002 ΑρχΝ 2003. 716, ΕφΛαρ 158/2001, ΕφΘεσ 2492/2001, Αρμ. 2002. 67, ΕφΘεσ 2295/1996 Αρμ. 1996. 1095, ΜΠρΘεσ 15438/2015 ΕΠολΔ 2016. 300, ΜΠρΑθ 7025/2015, ΜΠρΑρτ 31/1994 Αρμ. 1995. 63 ως προς το ότι κατά το παλαιό άρθρο 591 παρ. 2 ΚΠολΔ, που σημειωτέον είχε όμοιο περιεχόμενο με το νέο άρθρο 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, αν η υπόθεση δεν υπαγόταν στη διαδικασία, κατά την οποία είχε εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαινόταν γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διέταζε την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την προσήκουσα διαδικασία και αν μεν, πέραν της ακαταλληλότητας της διαδικασίας, το δικαστήριο ήταν και καθ’ ύλην αναρμόδιο, παρέπεμπε υποχρεωτικά την υπόθεση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, το οποίο και εφάρμοζε την προσήκουσα διαδικασία, αν δε, δεν ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο, είχε τη διακριτική ευχέρεια, διατάζοντας την εκδίκαση της διαφοράς κατά την αρμόζουσα διαδικασία, είτε να εφαρμόσει αμέσως τις διατάξεις της διαδικασίας αυτής και να εκδώσει, χάριν οικονομίας της δίκης, μία ενιαία απόφαση που περιλάμβανε τόσο την ως άνω διάταξη, όσο και την επί της ουσίας κρίση, είτε να παραπέμψει την υπόθεση σε άλλη συνεδρίασή του, προκειμένου να εφαρμοσθεί η προσήκουσα διαδικασία, ως ιδία θα συνέβαινε, στην περίπτωση που, ενόψει των διαφορετικών ρυθμίσεων της εφαρμοστέας διαδικασίας, καθίστατο ανεπιεικής για τους διαδίκους η άμεση εφαρμογή της, λόγω έλλειψης κατάλληλης προπαρασκευής) και τη θεωρία (βλ. Πλεύρη σε Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, επιμ. Απαλαγάκη, Τ. ΙΙ, 4η έκδ., σελ. 1582, Ποδηματά σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, Τ. ΙΙ, υπό το άρθρο 591, στον αρ. παρ. 11, Σινανιώτη, Ειδικές διαδικασίες κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, γ΄ έκδ., 2008, σελ. 7-8). Η θέση αυτή θα κατέλειπε εκτεθειμένες τις εκδιδόμενες αποφάσεις σε αναίρεσή τους και εν τέλει θα προκαλούσε σημαντική καθυστέρηση εκ της αναγκαιότητας επανάσκησης του απορριφθέντος ως απαραδέκτου ενδίκου βοηθήματος. Στην περίπτωση, μάλιστα, όχι αγωγής, αλλά εκδικαζόμενης κατά την τακτική διαδικασία ανακοπής κατά αρνητικής δήλωσης τρίτου στο πλαίσιο συντηρητικής ή αναγκαστικής κατάσχεσης απαίτησης εις χείρας τρίτου, η αξίωση για άσκηση της ανακοπής εντός τριάντα ημερών από την πραγματοποίηση της δήλωσης, θα ήταν δυνατό να οδηγήσει κατά τρόπο ανεπιεική σε αδυναμία άσκησης πλέον της ανακοπής και εν τέλει σε στέρηση του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Επιπλέον, η εν λόγω άποψη καταλήγει να επιφυλάσσει διαφορετική νομική αντιμετώπιση για δύο όμοια δικονομικά φαινόμενα, αφού στη μεν περίπτωση που η υπόθεση εσφαλμένα εισάγεται στην τακτική, αντί ειδικής, ως κύρωση δεν προκρίνεται το απαράδεκτο της άσκησης του οικείου ενδίκου βοηθήματος (αλλά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 591 παρ. 6 ΚΠολΔ), ενώ η αντίθεση λύση προκρίνεται στην περίπτωση που η υπόθεση εσφαλμένα εισάγεται με την ειδική, αντί της τακτικής (βλ. Μακρίδου, ο.π., σελ. 14 ως προς την ανωτέρω επισήμανση). Ζήτημα απαραδέκτου λόγω μη τήρησης της αρχής της προδικασίας δεν υφίσταται, διότι ακριβέστερα εν προκειμένω το ζήτημα δεν είναι η εισαγωγή της υπόθεσης με την προσήκουσα, νέα, τακτική διαδικασία και η μολαταύτα μη τήρηση της προβλεπόμενης σε αυτήν προδικασίας, αλλά η κατ’ εσφαλμένο τρόπο εισαγωγή της υπόθεσης προς εκδίκαση με μία ειδική διαδικασία (ή την παλαιά τακτική διαδικασία), στο πλαίσιο της οποίας τηρήθηκε η προβλεπόμενη από αυτήν προδικασία, και ακολούθως η δέουσα δικονομική μεταχείριση του ως άνω ανώμαλου δικονομικού φαινομένου. Εξάλλου, και η υπό στ. γ΄ λύση της παραπομπής της υπόθεσης σε άλλη συνεδρίαση, ώστε να εφαρμοσθεί η ορθή διαδικασία με την έκδοση μη οριστικής απόφασης, δεν είναι ανέφελη. Η συγκεκριμένη λύση προκρίνεται ασφαλώς ως καταλληλότερη στην περίπτωση που μία υπόθεση εσφαλμένα εισάγεται να εκδικαστεί με την τακτική διαδικασία, ενώ εφαρμοστέα τυγχάνει μία ειδική διαδικασία (βλ. σχετικώς ΜΠρΛαμ 113/2016). Στην αντίστροφη περίπτωση, μια τέτοια παραπομπή φαίνεται κατ’ αρχάς χωρίς νόημα, στο μέτρο που με την παραπομπή της υπόθεσης προς εκδίκαση κατά τη νέα τακτική διαδικασία, η προθεσμία επίδοσης της αγωγής εντός τριάντα ημερών από την κατάθεσή της θα έχει συνήθως προ πολλού παρέλθει, οπότε και η αγωγή θα θεωρείται μη ασκηθείσα. Όπως, μάλιστα, παρατηρείται σχετικώς, επί παραπομπής της υπόθεσης προς εκδίκαση κατά την προσήκουσα διαδικασία, η ανελαστική αξίωση για αυστηρή τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας, θα ανάγκαζε εν τέλει τον ενάγοντα να προβεί σε παραίτηση από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής και σε κατάθεση νέας αγωγής κατά τη νέα τακτική διαδικασία, γεγονός που θα επιβάρυνε σημαντικά και κατά τρόπο ανεπιθύμητο τόσο τους διαδίκους, όσο και τα δικαστήρια (βλ. Μακρίδου, ο.π., σελ. 13). Στην περίπτωση, μάλιστα, όχι αγωγής, αλλά εκδικαζόμενης κατά την τακτική διαδικασία ανακοπής κατά αρνητικής δήλωσης τρίτου στο πλαίσιο συντηρητικής ή αναγκαστικής κατάσχεσης απαίτησης εις χείρας τρίτου, θα εμφανίζονταν και τα ήδη ως άνω επισημανθέντα προβλήματα ως προς τη δυνατότητα επανάσκησης της ανακοπής μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Λύσεις, άλλωστε, όπως ο υπολογισμός της προθεσμίας του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ από την έκδοση της απόφασης περί παραπομπής της υπόθεσης προς εκδίκαση κατά τη νέα τακτική διαδικασία ή από την κατάθεση της κλήσης, μετά την έκδοση της ίδιας ως άνω απόφασης περί παραπομπής, δεν φαίνεται να έχουν έρεισμα στο νόμο (βλ. Γιαννόπουλο, Οι ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ μετά το ν. 4335/2015 ΕΠολΔ 2015. 453 επ. και ιδίως στις σελ. 475-476, Δ. Μπαμπινιώτη, Η ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ΕΠολΔ 2014. 222 επ. και ιδίως στη σελ. 224). Μη εναπομένουσας, συνεπώς, έτερης δυνατής ερμηνευτικής προσέγγισης, η οποία να διασώζει τον επιδιωκόμενο νομοθετικό στόχο, με βάση τις ισχύουσες ρυθμίσεις, αναγκαία καθίσταται μία contra legem ερμηνεία του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. έτσι Μακρίδου, ο.π., σελ. 14-15). Μόνο κατά τον τρόπο αυτό, άλλωστε, διασώζεται και η πρόβλεψη του άρθρου 591 παρ. 6 του ΚΠολΔ για την αντιφατικώς κατά τα λοιπά θεσπισθείσα πρόβλεψη περί την εκδίκαση μίας εισαχθείσας με εσφαλμένη (είτε τακτική, είτε ειδική) διαδικασία υπόθεσης κατά την προσήκουσα διαδικασία, που άλλως θα καθίστατο πρόβλεψη κενή περιεχομένου στις ανωτέρω περιπτώσεις.  Συνεπώς, στην περίπτωση που μία υπόθεση εσφαλμένα εισάγεται με ειδική διαδικασία, αντί της νέας τακτικής, η υπόθεση πρέπει να παραπέμπεται με μη οριστική απόφαση, για να εκδικαστεί κατά την προσήκουσα νέα, τακτική διαδικασία. Η υπόθεση θα πρέπει να επαναφερθεί προς συζήτηση με κλήση. Η αξίωση για επίδοση της αγωγής εντός τριάντα ημερών από την κατάθεσή της δεν είναι δυνατό στην περίπτωση αυτή να εφαρμοσθεί. Στην περίπτωση, άλλωστε, της ανακοπής κατά αρνητικής δήλωσης εις χείρας τρίτου, μία τέτοια λύση θα περιέπλεκε ακόμα περισσότερο τα πράγματα, αφού η μεν διαπίστωση της εμπρόθεσμης άσκησης (εντός τριάντα ημερών από τη δήλωση ή την πάροδο του οκταημέρου προς δήλωση) θα έπρεπε να ανατρέξει στην αρχική επίδοση της ανακοπής (αφού σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν πάντοτε εκπρόθεσμη), ακολούθως, όμως, θα έπρεπε να επακολουθήσει νέα επίδοση, χωρίς ουσιαστικές έννομες συνέπειες, μόνο για την τήρηση του γράμματος του νόμου σε μία περίπτωση εντελώς διαφορετική. Η επίδοση της αγωγής εντός τριάντα ημερών από την κατάθεση, εξάλλου, εντάσσεται εν τέλει σε ένα σύστημα αυστηρής προδικασίας, με σκοπό την ταχεία προπαρασκευή της συζήτησης σε ένα σαφώς προδιαγεγραμμένο πλαίσιο. Η επίδοση εντός τριάντα ημερών αποσκοπεί στο πλαίσιο αυτό στην έγκαιρη ενημέρωση του αντιδίκου, λαμβανομένου υπόψη ότι οι 100 (ή 130) ημέρες προς κατάθεση των προτάσεων αφετηριάζονται στον χρόνο κατάθεσης της αγωγής, ανεξαρτήτως του χρόνου επίδοσης. Τούτη η στόχευση εκ των πραγμάτων τίθεται εκποδών στην περίπτωση της έκδοσης παραπεμπτικής απόφασης για εκδίκαση κατά την προσήκουσα διαδικασία. Ο αντίδικος, επί υποστατής και έγκυρης τουλάχιστον επίδοσης, θα έχει ήδη ενημερωθεί για την ύπαρξη σε βάρος του σχετικής αγωγής (ή ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ). Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι η εκ νέου ενημέρωσή του, αλλά ο προσδιορισμός ενός σαφούς αφετήριου γεγονότος για τη δυνατότητα τήρησης των προθεσμιών του άρθρου 237 ΚΠολΔ. Εν προκειμένω, άλλωστε, η διαδικασία που ήρξατο με την αρχική άσκηση της αγωγής εξακολουθεί να υφίσταται και δεν οικοδομείται μία εκ θεμελίων νέα διαδικασία επί τη βάσει μίας νέας αγωγής. Ως λύση που προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια και προβλεψιμότητα αναφορικά με τον υπολογισμό των οικείων προθεσμιών, πρέπει να προκριθεί αυτή του υπολογισμού τους (των 100 ή 130 ημερών για την κατάθεση προτάσεων κοκ) από την κατάθεση της κλήσης. Τα ζητήματα, που τίθενται, είναι εκ πρώτης άποψης τα ακόλουθα: α) Αν η κλήση θα πρέπει να κατατεθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την έκδοση της παραπεμπτικής απόφασης, β) αν η κλήση θα πρέπει να επιδοθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την κατάθεσή της και γ) το χρονικό σημείο, από το οποίο θα πρέπει να εκκινήσουν οι σχετικές προθεσμίες του άρθρου 237 ΚΠολΔ. Στη νέα τακτική διαδικασία, σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται η υποβολή κλήσης προς συζήτηση, προβλέπεται και σχετική προθεσμία (βλ. πχ άρθρο 260 παρ. 2 ΚΠολΔ ως προς την υποχρέωση κλήσης του αντιδίκου εντός τριάντα ημερών από τη ματαίωση της συζήτησης ή την πρόβλεψη του άρθρου 254 παρ. 2 ΚΠολΔ ως προς την πρόβλεψη επίδοσης τριάντα ημέρες πριν από την επαναλαμβανόμενη συζήτηση). Πρόβλεψη για τον χρόνο επίδοσης της κλήσης μετά από παραπεμπτική απόφαση δεν υφίσταται (βλ. σχετικώς Μακρίδου, ο.π., σελ. 15-16), συμπεριλαμβανομένης και της περίπτωσης κατάθεσης κλήσης μετά από έκδοση οριστικής, παραπεμπτικής απόφασης λόγω αναρμοδιότητας, δεδομένου ότι κατά τα λοιπά η διάταξη του άρθρου 228 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στη νέα τακτική διαδικασία (βλ. ως προς τούτο αντί άλλων Μπαλογιάννη/Ρεντούλη, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, επιμ. Απαλαγάκη, 4η έκδ., 2016, Τ. Ι, υπό το άρθρο 228, στον αρ. περ. 1, σελ. 700). Όπως και στην τελευταία αυτή περίπτωση της έκδοσης παραπεμπτικής απόφασης λόγω αναρμοδιότητας, σημαντικός και ανυπέρβλητα αναγκαίος λόγος για την υποχρέωση κατάθεσης της κλήσης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την έκδοση της παραπεμπτικής απόφασης δεν υφίσταται (πρβλ., ωστόσο, και Μακρίδου, ο.π., σελ. 15). Η ανωμαλία από την έκδοση της παραπεμπτικής απόφασης είναι, άλλωστε, δεδομένη, παρότι το δικονομικό φαινόμενο δεν θα είναι ασύνηθες, οι δε σχετικές προβλέψεις του νόμου είναι κατά τα λοιπά προσανατολισμένες μόνο στην περίπτωση, που η διαδικασία εξελίσσεται απολύτως ομαλά. Ελλείψει, συνεπώς, σχετικής ρύθμισης, το ζήτημα θα πρέπει να αφεθεί στη γενικότερη αρχή της προώθησης της δίκης με πρωτοβουλία των διαδίκων, με κατάθεση της κλήσης από τον επιμελέστερο των διαδίκων σε όχι αυστηρό χρονικό πλαίσιο, πολλώ δε μάλλον που τέτοιο δεν προβλέπεται εν γένει επί παραπεμπτικών αποφάσεων (βλ. αντί άλλων Νίκα, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, β΄ έκδ., 2016, σελ. 262-264 ως προς τις εκφάνσεις της εν λόγω αρχής και τις ρωγμές που υπέστη με την υιοθέτηση του ν. 4335/ 2015). Μετά την κατάθεση της κλήσης, ωστόσο, η διαδικασία τροχιοδρομείται και πάλι στην κανονικότητα της νέας τακτικής διαδικασίας, που απαιτεί την αυστηρή τήρηση προθεσμιών για την περαιτέρω προώθησή της. Για τους ίδιους λόγους, που απαιτείται κατά το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ η επίδοση της αγωγής εντός τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, ήτοι για την ενημέρωση του αντιδίκου και την παροχή του αναγκαίου χρόνου προς προπαρασκευή της άμυνάς του, για τους ίδιους λόγους και η επίδοση της κλήσης θα πρέπει να λάβει χώρα εντός τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. και Μακρίδου, ο.π., σελ. 16), ανεξάρτητα από το αν καλών είναι ο ενάγων/ανακόπτων ή ο εναγόμενος/καθού η ανακοπή. Για τους ίδιους λόγους, μάλιστα, η εκκίνηση των προθεσμιών του άρθρου 237 ΚΠολΔ, θα πρέπει να έχει ως αφετήριο σημείο, το χρονικό σημείο της κατάθεσης της κλήσης. Συνεπώς, οι προτάσεις θα πρέπει να κατατεθούν εντός προθεσμίας 100 (ή 130) ημερών από την κατάθεση της κλήσης, αν δε η κλήση επιδοθεί κατά την τριακοστή ημέρα από την κατάθεσή της, ο αντίδικος του καλούντος θα διαθέτει μικρότερη προθεσμία για την προετοιμασία του.

 Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση ανακοπή της η ανακόπτουσα εκθέτει ότι διατηρεί την εκτιθέμενη στην ανακοπή χρηματική απαίτηση σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία «...» ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικής οφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία «...» λόγω διασυνοριακής συγχώνευσης δι’ απορρόφησης της δεύτερης από την πρώτη, ότι για την εν λόγω απαίτησή της δεν διαθέτει εκτελεστό τίτλο, έχει, ωστόσο, εκδοθεί σε πρώτο βαθμό η υπ’ αριθμ. 5250/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εγένετο δεκτή η ασκηθείσα σχετικώς αγωγή της και με την οποία η οφειλέτριά της υποχρεώθηκε να της καταβάλει (με μη κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή απόφαση) το ποσό των 22.790.929,90 ευρώ, χωρίς να έχει εκδοθεί εισέτι απόφαση επί της ασκηθείσας έφεσης, ότι η αρχική οφειλέτριά της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «...», στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει ως οιονεί καθολική διάδοχος η εταιρία με την επωνυμία «...», διατηρεί χρηματικές απαιτήσεις σε βάρος της πρώτης, δεύτερου και τρίτου των καθών η ανακοπή, ότι ειδικότερα οι απαιτήσεις της καθής η κατάσχεση - οφειλέτριας της ανακόπτουσας ανέρχονται στο ποσό των 57.717,51 ευρώ, 1.668.857,97 ευρώ και 902.171,65 ευρώ σε βάρος της πρώτης, δεύτερου και τρίτου των καθών η ανακοπή αντιστοίχως, ότι συγκεκριμένα η απαίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...» σε βάρος της πρώτης των καθών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «..)», η οποία κατά τον επίμαχο χρόνο (2011) τύγχανε μέτοχος της οφειλέτριάς της σε ποσοστό 70 % και από το έτος 1994 ως το 2009 τύγχανε και μέτοχος της ανακόπτουσας, προέρχεται από εκταμιεύσεις χρηματικών ποσών, που χορηγήθηκαν ως δάνεια μέχρι το 2011 από το ταμείο της οφειλέτριάς της προς την συνδεδεμένη με αυτήν επιχείρηση και κυρίαρχη μέτοχό της - πρώτη των καθών, ότι ο δεύτερος και τρίτος διετέλεσαν μέλη του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμοι εκπρόσωποι της οφειλέτριάς της, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...», τύγχαναν δε προσθέτως και ιδρυτικά μέλη και άλλοτε μέτοχοι (ως το 2007) της νυν ανακόπτουσας, ότι η τελευταία αυτή εταιρία διατηρεί τις ειδικότερα αναφερόμενες στην ανακοπή χρηματικές απαιτήσεις σε βάρος τους, που προέρχονται από «αναλήψεις επιστρεπτέων ποσών χωρίς εμπορική συναλλαγή», από αποδοτέες χρηματικές διευκολύνσεις και από μη οφειλόμενες αμοιβές μελών διοικητικού συμβουλίου, οι οποίες επιχειρήθηκε να παρουσιασθούν ως εξοφληθείσες μέσω εικονικών και μη ανταποκρινόμενων στην πραγματικότητα λογιστικών εγγραφών στα εμπορικά βιβλία της οφειλέτριας, ως ιδία μέσω της κατάρτισης εικονικού προσυμφώνου πώλησης ακινήτων με εκ προσυμφώνου αγοράστρια την οφειλέτρια της ανακόπτουσας και πωλήτρια την πρώτη των καθών, μέτοχοι της οποίας ήταν οι δεύτερος και τρίτος των καθών, και ακολούθως δια φαινόμενης (προ)εξόφλησης του εκ προσυμφώνου τιμήματος από την οφειλέτρια μέσω συμψηφισμού της σε βάρος της απαίτησης της πρώτης των καθών, με τις ανταπαιτήσεις της ιδίας (της οφειλέτριας) σε βάρος του δεύτερου και τρίτου των καθών, τα χρέη των οποίων με κοινή συναίνεση εμφανίσθηκε ότι αναδέχθηκε η πρώτη των καθών, ότι άπαντα τα ανωτέρω κατέστησαν σαφή μετά τη διενέργεια σχετικού φορολογικού ελέγχου στην πρώτη των καθών, ότι η ανακόπτουσα αιτήθηκε και πέτυχε το έτος 2013 την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1442/06-02-2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία διετάχθη, μεταξύ άλλων, η συντηρητική κατάσχεση κάθε χρηματικής απαίτησης της οφειλέτριας της νυν ανακόπτουσας, ήτοι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...» κατά τρίτων οφειλετών της, προκειμένου να εξασφαλισθεί η προαναφερθείσα απαίτηση της ανακόπτουσας σε βάρος της ως άνω εταιρίας, μέχρι του ποσού των 25.000.00,00 ευρώ, ότι δυνάμει της ανωτέρω απόφασης περί συντηρητικής κατάσχεσης η ανακόπτουσα επέβαλε συντηρητική κατάσχεση επί των προαναφερθεισών απαιτήσεων της οφειλέτριάς της σε βάρος των νυν καθών η ανακοπή ως τρίτων στις 05-07-2016, ότι στις 13-07-2016 οι καθών υπέβαλαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης τις υπ’ αριθμ. ... και ... αρνητικές τους δηλώσεις, το περιεχόμενο των οποίων ενσωματώνεται στην ανακοπή, καθώς και ότι οι ως άνω αρνητικές δηλώσεις τυγχάνουν αναληθείς και εν γένει πλημμελείς για τους εκτιθέμενους στην ανακοπή ειδικότερους λόγους. Ζητεί δε βάσει των ως άνω, κατ’ εκτίμηση, κατόπιν ακύρωσης των ως άνω δηλώσεων, να αναγνωριστεί ότι η πρώτη, δεύτερος και τρίτος των καθών οφείλουν προς την οφειλέτριά τους ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «...» το ποσό των 57.717,51 ευρώ, 1.668.857,97 ευρώ και 902.171,65 ευρώ αντιστοίχως, να υποχρεωθούν οι καθών η ανακοπή να προβούν σε δημόσια κατάθεση ο πρώτος του ποσού των 57.717,51 ευρώ, ο δεύτερος του ποσού του 1.668.857,97 ευρώ και ο τρίτος του ποσού των 902.171,65 ευρώ, «κατ’ άρθρο 716 ΚΠολΔ», καθώς και να καταδικαστούν οι καθών η ανακοπή στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο, ωστόσο, η υπό κρίση ανακοπή, ανεξαρτήτως της νομιμότητας των αιτημάτων της, εσφαλμένα εισάγεται να συζητηθεί κατά την προϊσχύσασα της θέσπισης του ν. 4335/2015 τακτική διαδικασία ενώπιον του κατά τα λοιπά αρμοδίου παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 986 παρ. 1, 712 παρ. 1, 14 παρ. 2, 18, 31 παρ. 3, 22 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, εν προκειμένω ασκείται ανακοπή κατά αρνητικής δήλωσης τρίτου (-τρίτων) στο πλαίσιο συντηρητικής κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτου. Η εν λόγω ανακοπή διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 986 και 712 παρ. 1 ΚΠολΔ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Η εν λόγω δίκη μεταφέρει στο πλαίσιο της εκτελεστικής διαδικασίας το μοντέλο της πλαγιαστικής αγωγής (βλ. άρθρο 72 ΚΠολΔ), στην προκείμενη δε περίπτωση ζητείται προεχόντως η αναγνώριση της απαίτησης της καθής η κατάσχεση - οφειλέτριας της ανακόπτουσας - δανείστριας σε βάρος των δικών της οφειλετών. Με την εν λόγω ανακοπή δεν ανοίγεται δίκη περί την εκτέλεση, αντικείμενο δε της σχετικής δίκης μεταξύ της κατασχούσας και των τρίτων αποτελεί η αλήθεια ή μη του περιεχομένου των δηλώσεων των τρίτων, ήτοι το αν οι τελευταίοι είναι ή όχι οφειλέτες της οφειλέτριας της κατασχούσας δανείστριας και σε καταφατική περίπτωση υπό ποιους όρους και σε ποια έκταση, εισαγομένων εντεύθεν προς εκδίκαση των έναντι των τρίτων απαιτήσεων της καθής η κατάσχεση, οι οποίες (απαιτήσεις) αποτελούν το κύριο αντικείμενο της οικείας δίκης, περιορισμένης κατά τα λοιπά ως προς το αντικείμενό της ως εκ των κατασχετηρίων εγγράφων και των δηλώσεων των τρίτων. Η καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα καθορίζεται βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 12 επ. και 22 επ. ΚΠολΔ σύμφωνα με τα ειδικότερα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, ενώ η διαδικασία εκδίκασης της ανακοπής εξαρτάται από τη διαδικασία εκδίκασης των κατασχεθεισών απαιτήσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, οι φερόμενες ως υπαρκτές απαιτήσεις της καθής η κατάσχεση - οφειλέτριας της ανακόπτουσας προέρχονται κατά τα εκτιθέμενα από δανειακές συμβάσεις, από ταμειακές διευκολύνσεις, από μη οφειλόμενες και εντεύθεν αδικαιολογήτως καταβληθείσες αμοιβές διοικητικού συμβουλίου και εν γένει από απαιτήσεις, η εκδίκαση των οποίων υπάγεται στην τακτική διαδικασία και όχι σε κάποια ειδικότερη ειδική διαδικασία. Το γεγονός, άλλωστε, ότι η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ έχει ασκηθεί στο πλαίσιο συντηρητικής και όχι αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτου δεν μεταβάλλει την περί των ανωτέρω θεώρηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Δεδομένου, εξάλλου, ότι η υπό κρίση ανακοπή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 12-09-2016, ήτοι μετά την 01-01-2016, εγείρεται το ζήτημα του είδους της εφαρμοστέας εν προκειμένω τακτικής διαδικασίας, δεδομένου ότι η προ του ν. 4335/2015 τακτική διαδικασία, οι προβλέψεις της οποίας εν προκειμένω είναι και οι μόνες τηρηθείσες, διαφέρει ουσιωδώς της νέας, μετά το ν. 4335/2015, τακτικής διαδικασίας, τα κύρια στοιχεία της οποίας εντοπίζονται στην κατ’ αρχήν έγγραφη διεξαγωγή της διαδικασίας, στην τήρηση αυστηρού συστήματος συγκέντρωσης και στην αυστηρή και πλήρως αναμορφωμένη προδικασία, στο πλαίσιο της οποίας το εισαγωγικό της δίκης ένδικο βοήθημα ασκείται μεν με κατάθεση και επίδοση, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα, χωρίς, όμως, κατά τα λοιπά να επιδίδεται εν συνεχεία κλήση, δεδομένου ότι η εισαγωγή της υπόθεσης προς εκδίκαση και η εγγραφή της στο πινάκιο λαμβάνει χώρα μετά το κλείσιμο του φακέλου σε μεταγενέστερο διαδικαστικό στάδιο. Εν προκειμένω, τηρητέα τυγχάνει αναμφίβολα η νέα τακτική διαδικασία, όπως αυτή αναμορφώθηκε με το ν. 4335/2015. Τούτο οφείλεται κατ’ αρχάς στην πρόβλεψη του άρθρου 1, άρθρου ένατου παρ. 1 του ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο οι κατατιθέμενες μετά την 01-01-2016 αγωγές και εντεύθεν και οι ασκούμενες, όπως οι αγωγές, ανακοπές, ως η ένδικη ανακοπή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του αρμοδίου Δικαστηρίου στις 12-09-2016, διέπονται από το νέο δίκαιο. Εγείρεται, βέβαια, το ζήτημα, μήπως επιτάσσει διαφορετική λύση ο τυχόν προγενέστερος της 01-01-2016 χρόνος επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1, άρθρο ένατο, παρ. 3 του ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο οι (νέες) διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης εφαρμόζονται, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση λαμβάνει χώρα μετά την 01-01-2016. Η λύση αυτή δεν είναι κατ’ αρχάς δυνατό να προκριθεί, διότι η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, η σχετική με την οποία διάταξη δεν μεταβλήθηκε με το ν. 4335/2015, δεν ανοίγει δίκη περί την εκτέλεση. Ανεξαρτήτως αυτού, στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται περί ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ, ασκηθείσας στο πλαίσιο συντηρητικής κατάσχεσης. Όπως, όμως, ήδη επισημάνθηκε στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση, η ειδοποιός διαφορά μεταξύ συντηρητικής κατάσχεσης απαιτήσεως εις χείρας τρίτου και αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεως εις χείρας τρίτου συνίσταται στο γεγονός ότι στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης δεν υφίσταται εκτελεστός τίτλος στο πρόσωπο του κατασχόντος δανειστή σε βάρος του καθού η κατάσχεση, πέραν δε της ίδιας της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων ως εκτελεστού τίτλου σε βάρος του τρίτου, ο δανειστής δεν έχει εισέτι αποκτήσει εκτελεστό τίτλο σε βάρος του οφειλέτη του, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα προέβαινε σε συντηρητική, αλλά σε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, προς ικανοποίηση της αξίωσής του εκ του εκτελεστού του τίτλου σε βάρος του δικού του οφειλέτη. Για λόγο αυτό συνεπώς, ούτε απαιτείται ούτε είναι δυνατό να έχει προηγηθεί η προδικασία των άρθρων 924 και 926 ΚΠολΔ, με την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, καθώς τέτοια επίδοση επιταγής δεν είναι νοητή, όταν ελλείπει ο εκτελεστός τίτλος σε βάρος του καθού η κατάσχεση - οφειλέτη, ως εν προκειμένω.

 Στην προκείμενη περίπτωση η μοναδική επιταγή είναι αυτή προς τους τρίτους να μην εξοφλήσουν τις ένδικες απαιτήσεις, ενώ απαιτείται και σε αυτήν την περίπτωση επίδοση στην οφειλέτρια σχετικού εγγράφου, που να την πληροφορεί για την κατάσχεση, εντός οκτώ ημερών, εκτός και αν η επίδοση αυτή προηγηθεί. Η επίδοση της εν λόγω επιταγής, μαζί με αντίγραφο της απόφασης που διατάσσει τη συντηρητική κατάσχεση, επί των οποίων και μόνο οικοδομείται η επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, στο πλαίσιο της οποίας έλαβαν χώρα οι προσβαλλόμενες αρνητικές δηλώσεις των τρίτων - καθών η ανακοπή, έλαβε εν προκειμένω χώρα και αυτή μετά την 01-01-2016 και δη στις 05-07-2016. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση η νέα τακτική διαδικασία είναι η μόνη εφαρμοστέα. Η ανακόπτουσα ισχυρίζεται, βέβαια, ότι ο «εκτελεστός τίτλος», ήτοι η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, ανάγεται στο έτος 2013 και για τον λόγο αυτό δικαιολογείται η τήρηση των προβλέψεων της παλαιάς τακτικής διαδικασίας. Τούτο, όμως, είναι αδιάφορο ως προς την επιλογή της τηρητέας διαδικασίας, αφού πουθενά στο νόμο ο χρόνος αυτός δεν ανάγεται σε κρίσιμο κριτήριο για την επιλογή της τηρητέας διαδικασίας. Το αν, άλλωστε, είχε επιβληθεί και στο παρελθόν συντηρητική κατάσχεση για τις αυτές απαιτήσεις της οφειλέτριας της ανακόπτουσας σε βάρος των αυτών τρίτων - νυν καθών η ανακοπή, ως διατείνονται οι τελευταίοι, και ιδία το αν έλαβαν χώρα και τότε αρνητικές δηλώσεις των καθών η ανακοπή, χωρίς ακολούθως να προσβληθούν από την ανακόπτουσα, δεν είναι ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο, αφού η εξέτασή του προϋποθέτει εισαγωγή της υπόθεσης προς εκδίκαση κατά την προσήκουσα διαδικασία. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η ένδικη υπόθεση εσφαλμένα εισήχθη προς εκδίκαση κατά την προ του ν. 4335/2015 τακτική διαδικασία, αντί της τήρησης της προβλεπόμενης από τον τελευταίο αυτό νόμο νέας τακτικής διαδικασίας. Εγείρεται για τον λόγο αυτό το ζήτημα του τρόπου αντιμετώπισης του ως άνω δικονομικού φαινομένου και ιδία α) το αν η υπό κρίση ανακοπή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για τον λόγο αυτό, β) αν η υπόθεση θα πρέπει να διακρατηθεί προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο με άμεση εφαρμογή της προσήκουσας, νέας τακτικής διαδικασίας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, ή γ) αν η εισαχθείσα κατά την παλαιά τακτική διαδικασία υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση με τη νέα τακτική διαδικασία, με μη οριστική, παραπεμπτική απόφαση του δικαστηρίου. Κατά την άποψη που προκρίνει ως ορθότερη το Δικαστήριο, για όσους λόγους αναλυτικά προεξετέθησαν στην προπαρατεθείσα μείζονα πρόταση, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί σε νέα συνεδρίαση του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου, προκειμένου η υπόθεση να εκδικασθεί κατά τη νέα τακτική διαδικασία. Η υπό στ. β΄ λύση είναι προδήλως αδύνατο να εφαρμοσθεί λόγω των διαφορετικών κανόνων που διέπουν, μετά το ν. 4335/2015, την προπαρασκευή της συζήτησης, ενώ η υπό στ. α΄ λύση δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή, παρά τα σχετικώς υποστηριζόμενα από τους καθών η ανακοπή, επειδή η απόρριψη της ανακοπής ως απαράδεκτης θα κατέληγε στη μεταχείριση της διαδικασίας εκδίκασης μίας υπόθεσης ως διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης, κατά τρόπο νομικά αδόκιμο, που θα εξέθετε την απόφαση στον κίνδυνο εξαφάνισής της ή, σε επόμενο στάδιο αναίρεσής της, για τον λόγο αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, μάλιστα, μετά την τυχόν απόρριψη της υπό κρίση ανακοπής ως απαράδεκτης, η αξίωση για άσκηση της ανακοπής εντός τριάντα ημερών από την πραγματοποίηση της δήλωσης (βλ. άρθρο 986 ΚΠολΔ), θα ήταν δυνατό να οδηγήσει κατά τρόπο ανεπιεική σε αδυναμία επανάσκησής της, στερουμένης εντεύθεν και της ανακόπτουσας του δικαιώματός της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Ζήτημα απαραδέκτου λόγω μη τήρησης της αρχής της προδικασίας, εξάλλου, δεν υφίσταται, διότι ακριβέστερα εν προκειμένω το ζήτημα δεν είναι η εισαγωγή της υπό κρίση υπόθεσης με την προσήκουσα, νέα, τακτική διαδικασία και η μολαταύτα μη τήρηση της προβλεπόμενης σε αυτήν προδικασίας, αλλά η κατ’ εσφαλμένο τρόπο εισαγωγή της ένδικης υπόθεσης προς εκδίκαση με την παλαιά τακτική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας τηρήθηκε η προβλεπόμενη από αυτήν προδικασία, και ακολούθως η δέουσα δικονομική μεταχείριση του ως άνω ανώμαλου δικονομικού φαινομένου. Η προκρινόμενη λύση της παραπομπής της υπόθεσης σε άλλη συνεδρίαση, ώστε να εφαρμοσθεί η ορθή διαδικασία με την έκδοση μη οριστικής απόφασης, δεν είναι ανέφελη, ως προεξετέθη στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Για όσους λόγους προεξετέθησαν αναλυτικά ανωτέρω, η ως άνω μη χείρων και κατά τούτο βέλτιστη λύση επιτάσσει κατ’ αρχάς μία contra legem ερμηνεία του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκειμένου να μην απαιτηθεί, κατά τρόπο περιττό, η εκ νέου επίδοση της ήδη (εγκύρως) επιδοθείσας ανακοπής, μετά την έκδοση της παραπεμπτικής απόφασης και της κατάθεσης κλήσης για την επαναφορά της προς συζήτηση κατά την προσήκουσα νέα τακτική διαδικασία. Στην περίπτωση, άλλωστε, της ανακοπής κατά αρνητικής δήλωσης εις χείρας τρίτου, μία τέτοια λύση θα περιέπλεκε ακόμα περισσότερο τα πράγματα, αφού η μεν διαπίστωση της εμπρόθεσμης άσκησης (εντός τριάντα ημερών από τη δήλωση ή την πάροδο του οκταημέρου προς δήλωση) θα έπρεπε να ανατρέξει στην αρχική επίδοση της ανακοπής (αφού σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν πάντοτε εκπρόθεσμη), ακολούθως, όμως, θα έπρεπε να επακολουθήσει νέα επίδοση, χωρίς ουσιαστικές έννομες συνέπειες, με άδηλο το αφετήριο χρονικό σημείο για την πραγματοποίηση της επίδοσης αυτής. Η επίδοση, άλλωστε, της ανακοπής (όπως και της αγωγής) εντός τριάντα ημερών από την κατάθεση, στο πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας, εντάσσεται σε ένα σύστημα αυστηρής προδικασίας, με σκοπό την ταχεία προπαρασκευή της συζήτησης σε ένα σαφώς προδιαγεγραμμένο πλαίσιο, η δε επίδοση εντός τριάντα ημερών αποσκοπεί στο πλαίσιο αυτό στην έγκαιρη ενημέρωση του αντιδίκου, λαμβανομένου υπόψη ότι οι 100 (ή 130) ημέρες προς κατάθεση των προτάσεων αφετηριάζονται στον χρόνο κατάθεσης του εισαγωγικού της δίκης ενδίκου βοηθήματος, ανεξαρτήτως του χρόνου επίδοσης. Τούτη η στόχευση, όμως, τίθεται εκ των πραγμάτων εκποδών στην περίπτωση της έκδοσης παραπεμπτικής απόφασης για εκδίκαση κατά την προσήκουσα διαδικασία, πολλώ δε μάλλον που ο αντίδικος, επί υποστατής και έγκυρης τουλάχιστον επίδοσης, θα έχει ήδη ενημερωθεί για την ύπαρξη σε βάρος του σχετικής αγωγής (ή ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ). Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι η εκ νέου ενημέρωσή του, αλλά ο προσδιορισμός ενός σαφούς αφετήριου γεγονότος για τη δυνατότητα τήρησης των προθεσμιών του άρθρου 237 ΚΠολΔ. Ως λύση που προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια και προβλεψιμότητα αναφορικά με τον υπολογισμό των οικείων προθεσμιών, πρέπει να προκριθεί αυτή του υπολογισμού τους (ήτοι των 100 ή 130 ημερών για την κατάθεση προτάσεων κοκ) από την κατάθεση της κλήσης. Προθεσμία για την κατάθεση της κλήσης, μετά την έκδοση της παραπεμπτικής απόφασης δεν υφίσταται και το ζήτημα θα πρέπει να αφεθεί στη γενικότερη αρχή της προώθησης της δίκης με πρωτοβουλία των διαδίκων, με κατάθεση της κλήσης από τον επιμελέστερο των διαδίκων σε όχι αυστηρό χρονικό πλαίσιο. Μετά, όμως, από την κατάθεση της κλήσης και την τροχιοδρόμηση της διαδικασίας στην κανονικότητα της νέας τακτικής διαδικασίας απαιτείται η αυστηρή τήρηση των προβλεπομένων προθεσμιών για την περαιτέρω προώθηση της διαδικασίας. Για τους λόγους αυτούς απαιτείται, η επίδοση της κλήσης εντός τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, και η εκκίνηση των προθεσμιών του άρθρου 237 ΚΠολΔ με αφετήριο σημείο το χρονικό σημείο της κατάθεσης της κλήσης. Ενόψει των ανωτέρω, συνεπώς, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση σε νέα συνεδρίαση του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προσήκουσα νέα τακτική διαδικασία, όπως αυτή διαμορφώνεται με το ν. 4335/2015, η δικάσιμος της οποίας θα προσδιορισθεί με την κατάθεση κλήσης από μέρους του επιμελέστερου των διαδίκων, από την κατάθεση της οποίας και μετά θα εκκινήσει η τριακονθήμερη προθεσμία για την επίδοσή της στον αντίδικο (κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ) και η σχετική προθεσμία των 100 (ή 130) ημερών, κατ’ άρθρο 237 ΚΠολΔ, για την κατάθεση των προτάσεων. Διάταξη περί εξόδων, εξάλλου, δεν διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρούσας, δεδομένου ότι η απόφαση, με την οποία παραπέμπεται η υπόθεση να δικαστεί κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία, είναι μη οριστική (αντίθετα από την περίπτωση του άρθρου 46 ΚΠολΔ), αφού εν τέλει το Δικαστήριο συνεχίζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την προσήκουσα απλώς διαδικασία (βλ. Μακρίδου, Ειδικές διαδικασίες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μετά το Ν. 4335/2015, 2017, σελ. 11-12, Σινανιώτη, Ειδικές διαδικασίες κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, γ΄ έκδ., 2008, σελ. 7-8, Ποδηματά σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, Τ. ΙΙ, υπό το άρθρο 591, στον αρ. 11).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς εκδίκαση σε έτερη συνεδρίαση του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου, που θα προσδιορισθεί με την κατάθεση κλήσης από τον επιμελέστερο των διαδίκων, κατά τη νέα τακτική διαδικασία, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το ν. 4335/ 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...