Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Ολοκλήρωση εκτέλεσης με καταβολή πλειστηριάσματος, αναπλειστηριασμός.

Εφετείο Αθηνών, 408/ 1986, ΝοΒ 1986.869.
Πρόεδρος, Μ. ΜΕΝΕΓΑΚΗΣ, Εισηγητής Π. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, εφέτης.
Περίληψη. Πολιτική Δικονομία. Αναγκαστική εκτέλεση. Ολοκλήρωση αυτής με καταβολή πλειστηριάσματος από υπερθεματιστή. Εκδοση περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως. Υποχρέωση υπερθεματιστή για καταβολή πλειστηριάσματος, τόκων και αναλογία φόρου μεταβιβάσεως. Αναπλειστηριασμός. Μη χορήγηση αναστολής μετά την περάτωση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Δικαίωμα τρίτων που διεκδικούν το εκπλειστηριασθέν ακίνητο για άσκηση ανακοπής. Χρόνος που μπορεί να ασκηθεί το δικαίωμα, είναι αυτός της εγκατάστασης του υπερθεματιστή στο ακίνητο. Εάν η εγκατάσταση έχει ήδη πραγματοποιηθεί, οι τρίτοι μπορούν να εγείρουν διεκδικητική αγωγή, εντός πενταετίας από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής εκθέσεως.

Επειδή, όπως προκύπτει από πολλές διατάξεις του ΚΠολΔ, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως είναι μία από τις μορφές της έννομης προστασίας που η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να παρέχει με τα αρμόδια για τούτο όργανα της. Ας σημειωθεί ότι, όπως παρατηρείται υπό των συγγραφέων, χωρίς την έννομη αυτή προστασία της Πολιτείας, θα ήταν ατελής ή άλλη παρεχόμενη έννομη προστασία, δηλ. εκείνη της εκδόσεως αποφάσεως από τα αρμόδια προς τούτο όργανα ή διαφορετικά, οι δικαιούχοι των απαιτήσεων θα κατέφευγαν στην αυτοδικία. Στην υποχρέωση λοιπόν αυτή της Πολιτείας αντιστοιχεί δικαίωμα του πολίτη να αξιώσει, με βάση τον εκτελεστό τίτλο που διαθέτει και τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να έχει και που πρέπει να συντρέχουν, την παροχή της έννομης προστασίας υπό τη μορφή της αναγκαστικής εκτελέσεως, δηλ. να ζητήσει την πραγμάτωση της απαιτήσεως του που προκύπτει απ` τον τίτλο που διαθέτει. Στον αξιούντα δε την πραγμάτωση της απαιτήσεως του και σε συνάρτηση, βέβαια, προς τη φύση αυτής απόκειται εξ άλλου, να καθορίσει, κατά τη διάταξη του άρθρου 989 ΚΠολΔ, κατόπιν εντολής που θα δώσει σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή, τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η αναγκαστική εκτέλεση για να πραγματωθεί η απαίτηση του. Ετσι, αν πρόκειται να γίνει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως, ο δικαιούχος αυτής οφείλει να ορίσει έναν από τους προβλεπόμενους από το νόμο τρόπους, είτε δηλ. με κατάσχεση της περιουσίας του οφειλέτη, κατά του οποίου στρέφεται η αναγκαστική εκτέλεση, είτε με αναγκαστική διαχείριση αυτής (ακινήτου ή επιχειρήσεως), είτε με προσωπική κράτηση του οφειλέτη, εφ` όσον όμως συντρέχουν οι από το νόμο τασσόμενες προϋποθέσεις. Οσον αφορά την κατάσχεση, με αυτή επιτυγχάνεται η δέσμευση του αναγκαίου περιουσιακού αντικειμένου και η αφαίρεση του απ` την εξουσία του καθ` ού η εκτέλεση προς διάθεση του, σκοπείται δε η εκποίηση του με πλειστηριασμό σε τρόπον ώστε να ρευστοποιηθεί και λάβει έτσι ο επισπεύδων την αναγκαστική εκτέλεση το οφειλόμενο ποσό, δηλ. να πραγματωθεί η απαίτηση του. Εις το σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι η δια του πλειστηριασμού συντελούμενη αναγκαστική εκποίηση του κατασχεθέντος περιουσιακού αντικειμένου ολοκληρώνεται με την καταβολή του πλειστηριάσματος, απ` τον υπερθεματιστή και επομένως δεν αρκεί μόνο η κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος στον υπερθεματιστή. Και είναι αλήθεια ότι από τα αρθρ. 1002 ΚΠολΔ" και 199 ΑΚ προκύπτει ότι ο πλειστηριασμός "τελειούται δια της κατακυρώσεως και ο υπερθεματιστής δεσμεύεται μέχρι κρείσσονος προσφοράς ή μέχρι ματαιώσεως της κατακυρώσεως", όμως με τη διάταξη του άρθρου 1005 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως εκδίδεται μόνο μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και με τη διάταξη του αρθρ. 965 § 5 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν δεν καταβληθεί το πλειστηριασμό γίνεται αναπλειστηριασμός σε βάρος του υπερθεματιστή. Επομένως αν δεν καταβληθεί το πλειστηρίασμα δεν συντελείται η αναγκαστική εκποίηση του κατασχεθέντος πράγματος από μόνη την κατακύρωση του στον υπερθεματιστή και έτσι δεν τελειώνει η αναγκαστική εκτέλεση με μόνη την κατακύρωση (ΑΠ 587/ 1975 ΝοΒ 24.31). Με την καταβολή λοιπόν του πλειστηριάσματος τελειώνει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, αφού δια της ρευστοποιήσεως του κατασχεθέντος περιουσιακού αντικειμένου επιτυγχάνεται η πραγμάτωση της απαιτήσεως του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστού και έτσι εξαντλείται η παροχή έννομης προστασίας από την Πολιτεία. Με την άποψη αυτή συμπορεύεται και η διάταξη του άρθρου 934 § 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία προκειμένης εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως πρώτη πράξη εκτελέσεως, μετά την επιταγή, είναι η σύνταξη εκθέσεως κατασχέσεως και τελευταία πράξη εκτελέσεως είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, της καταβολής του πλειοτηριάσματος, γιατί διαφορετικά ενδέχεται να επακολουθήσουν οι προβλεπόμενες συνέπειες σε βάρος του υπερθεματιστή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο αναπλειστηριασμός. Στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά τη ρευστοποίηση του κατασχεθέντος περιουσιακού αντικειμένου, που επιτεύχθηκε με τον πλειστηριασμό, η τυχόν αναγγελία και άλλων δανειστών του καθ` ού η επισπευθείσα αναγκαστική εκτέλεση οφειλέτη δημιουργεί την ανάγκη δικαστικής διανομής του πλειστηριάσματος, αλλ` αυτό αποτελεί μία συνέπεια αναγκαστικής εκτελέσεως και όχι ένα στάδιο αυτής που αναγκαστικά πρέπει να συμβεί, όπως συνέπεια της αναγκαστικής εκτελέσεως αποτελεί και η μετάσταση της κυριότητος του πλειστηριασθέντος περιουσιακού αντικειμένου στον υπερθεματιστή, τυχόν δε διεκδίκηση του πλειστηριασθέντος πράγματος από τρίτον προφανώς δεν αποτελεί στάδιο της αναγκαστικής εκτελέσεως. Στη συνέχεια κατά τη διάταξη του αρθρ. 1005 ΚΠολΔ ο υπερθεματιστής για να πάρει από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού την περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, προκειμένου να προβεί στη μεταγραφή της, θα πρέπει να καταβάλει το πλειστηριασμό. Επομένως μοναδική προϋπόθεση που θέτει ο νόμος για τη χορήγηση της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως στον υπερθεματιστή από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού είναι η καταβολή του πλειστηριάσματος. Ορθότερο στην προκείμενη περίπτωση είναι να δεχθούμε ότι ο υπερθεματιστής οφείλει να καταβάλει μαζί με το πλειστηριασμό τους τυχόν οφειλόμενους απ` αυτόν τόκους και την τυχόν οφειλομένη απ` αυτόν αναλογίαν του φόρου μεταβιβάσεως (Ι. Μ π ρ ί ν ι α, Αναγκ. Εκτελ. Εκδ.Β` υπ` αρθρ. 1005 § 580 II). 
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 938 § 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "τη αιτήσει του ανακόπτοντος δύναται να διαταχθή η αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως επί εγγυήσει ή άνευ εγγυήσεως, εφ` όσον κατά την κρίσιν του δικάζοντος η ενέργεια της αναγκαστικής εκτελέσεως ήθελε επιφέρει ανεπανόρθωτον βλάβην εις τον αιτούντα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αυτονόητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της αιτουμένης αναστολής είναι να βρίσκεται σε εξέλιξη η αναγκαστική εκτέλεση και να μην έχει περατωθεί, γιατί στην τελευταία περίπτωση η αίτηση αναστολής είναι πλέον άνευ αντικειμένου και σαν τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Σε περίπτωση, παρά τα ανωτέρω, που έχει χορηγηθεί αναστολή εκτελέσεως, αν και έχει περατωθεί η αναγκαστική εκτέλεση, δηλ. μετά τη σύνταξη της εκθέσεως του πλειστηριασμού και της κατακυρώσεως και μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν δικαιούται να αρνηθεί τη χορήγηση περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως στον υπερθεματιστή, αφού, κατά τα αναφερόμενα, το μόνο που δικαιούται να ερευνήσει αυτός είναι το γεγονός της καταβολής του πλείστη ρ ιάσματος. Θα πρέπει τελικά να σημειωθεί, ότι οι τυχόν διεκδικούντες το πλειστηριασθέν πράγμα δεν βλάπτονται μή έχοντας το δικαίωμα να ζητήσουν την αναστολή εκτελέσεως, γιατί και μετά τη λήψη της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, αν βρίσκονται στη νομή του ακινήτου πράγματος, ο υπερθεματιστής θα πρέπει να επιδιώξει την εγκατάσταση του με βάση το αρθρ. 943 ΚΠολΔ, οπότε και θα μπορεί να αποκρουσθεί με ανακοπή και έτσι θα έχει αρχίσει μία νέα διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως. Αν πάλι ο υπερθεματιστής εγκατασταθεί στο πλειστηριασθέν ακινητον, οι διεκδικούντες αυτό θα μπορούν να εγείρουν διεκδικητική αγωγή και μάλιστα για μία πενταετία από της μεταγραφής της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, όπως ορίζει το αρθρ. 1020 ΚΠολΔ, και σε περίπτωση που αναγνωρισθούν σαν κύριοι θα δύνανται να επιχειρήσουν την εγκατάσταση τους και έτσι να αρχίσει και πάλι μία νέα αναγκαστική εκτέλεση.

Επειδή κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, όπως αναφέρθηκε, στην αίτηση του ο εκκαλών ιστορούσε, ότι με την υπ` αριθμ. 6449/25.7.1971 έκθεση δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως ακινήτου του τέως Συμβολαιογράφου Αθηνών "Η.Κ."*, εκπλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε στον εκκαλούντα σαν υπερθεματιστή το περιγραφόμενο σ` αυτή λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια ακίνητο, επί πλέον δε αυτός κατέβαλε το πλειστηριασμό εκ δραχμών 515.000, ότι με την υπ` αριθμ. 11.782/1976 οριστική απόφαση του ΜΠρΑΘ, που έκρινε την από 1.10.1971 ανακοπή της "Α.Ι.Κ."*, αναγνωρίσθηκε αυτή κυρία τμήματος του πλειστηριασθέντος ακινήτου, ότι με την υπ` αριθμ. 14.174/1980 οριστική απόφαση του ΜΠρΑΘ, που έκρινε την από 1.10.1971 ανακοπή των Φ.Χ.Ν., Μ.Γ.Γ. και Ν.Ν., αναγνωρίσθηκαν αυτοί κύριοι τμήματος του πλειστηριασθέντος ακινήτου, ότι με τις υπ` αριθμ. 9012 και 9013/1971 προδικαστικές αποφάσεις του ΜΠρΑΘ, που έκριναν τις από 30.9.1971 δύο ανακοπές (διεκδικητικές) των Μ.Σ.Γ., Γ.Γ. και Ε.Α.Σ., και των ιδίων και επί πλέον των Ε.P., K.P., Α.Ρ., Ε.Λ., Α.Σ., και Γ.Κ. διατάχθηκαν σχετικές αποδείξεις και συγχρόνως διατάχθηκε η αναστολή της εκτελέσεως, μετά από σχετικό αίτημα των ανακοπτόντων και ότι μετά απ` αυτά η Συμβολαιογράφος Αθηνών Π. - Κ.Α., που τηρεί πλέον το αρχείο του αποχωρήσαντος ανωτέρω συναδέλφου της, αρνείται να του χορηγήσει περίληψη της ανωτέρω εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Βάσει του ιστορικού αυτού ο εκκαλών ζητούσε να διαταχθεί η ανωτέρω Συμβολαιογράφος να χορηγήσει σ` αυτόν την αιτουμένη περίληψη. Η αίτηση αυτή του εκκαλούντος, με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα, έπρεπε να γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που την έκρινε, ακόμα δε και για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από τις δύο αναφερόμενες προδικαστικές αποφάσεις, που είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, η αναστολή εκτελέσεως που χορηγήθηκε αφορούσε μόνο τον πλειστηριασμό, που είχε αποπερατωθεί όμως προ έξ περίπου μηνών. Κατόπιν τούτου η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε και θα πρέπει να γίνει δεκτό σαν βάσιμο το σχετικό παράπονο του εκκαλούντος, ότι δηλ. μετά από εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου απορρίφθηκε η αίτηση του.

Επειδή μετά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, όσον αφορά τη νομιμότητα της κρινόμενης από το Δικαστήριο τούτο πλέον αιτήσεως του εκκαλούντος, αυτή θα πρέπει να γίνει δεκτή σαν νόμιμη και σαν κατ` ουσίαν βάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 22.2.1982 έγγραφο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π.Κ. Α. προς τον αιτούντα, σε απάντηση προς την από 7.12.1981 αίτηση του για τη χορήγηση της ανωτέρω περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, ο αιτών κατέβαλε το πλειστηριασμό από 515.000 δραχμές εμπροθέσμως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και εκδόθηκε για την αιτία αυτή το υπ` αριθμ. 257314/29.7.1971 Γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, που παραδόθηκε στον ανωτέρω υπάλληλο του πλειστηριασμού και βρίσκεται πλέον στα χέρια της ανωτέρω Συμβολαιογράφου. Αντιθέτως θα πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση, με την οποία οι παρεμβαίνοντες ζητούν την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως, επικαλούμενοι, αβασίμως, ότι εκκρεμούν διεκδικητικοί ανακοπαί, που εμποδίζουν την δυνατότητα του αιτούντος να αξιώσει από τον υπάλληλο του ανωτέρω πλειστηριασμού να του χορηγήσει περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως.
----

Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων 694/ 2002, ΑρχΝομ 2002.800.

Δικαστής: Γεώργιος Αποστολάκης, Πρόεδρος.

Περίληψη. Αναγκαστική εκτέλεση. Αίτηση αναστολής. Προϋπόθεση για τη χορήγηση αναστολής είναι η έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας και η εξέλιξη αυτής κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης αναστολής. Δηλαδή πρέπει να έχει επιδοθεί η επιταγή, που αποτελεί την πρώτη πράξη της εκτέλεσης, και να μην έχει εκτελεστεί ο εκτελεστός τίτλος, γιατί τότε η αίτηση αναστολής θα είναι
χωρίς αντικείμενο
. Με σημείωση Χρήστου Νικολαϊδη στο ΑρχΝ.

1. Ο αιτών ζητεί να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδεται σε βάρος του, δυνάμει της υπ` αριθ. 78/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής, την οποία άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της εκτελέσεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 938 ΚΠολΔ. Η αίτηση είναι νόμιμη (933, 938 ΚΠολΔ) και εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ). Πρέπει λοιπόν να ακολουθήσει η ουσιαστική της έρευνα.

 2. Οπως προκύπτει από το άρθρο 938 ΚΠολΔ, αυτονόητη προϋπόθεση για τη χορήγηση αναστολής της εκτελέσεως είναι η έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας και η εξέλιξη αυτής κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης αναστολής. Επομένως η αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να έχει αρχίσει με την επίδοση της επιταγής, η οποία αποτελεί την πρώτη πράξη της εκτέλεσης, και να μη έχει συντελεσθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναστολής γιατί τότε θα είναι πλέον χωρίς αντικείμενο και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί (ΕφΑθ 915/1993 ΕλλΔνη 37 (1996) σελ. 1421, ΕφΑθ 408/1986 ΝοΒ 34 σελ. 869, Φραγκίστα/Γέσιου - Φαλτσή, Αναγκ. Εκτ., 2η έκδοση, σελ. 228). 
Εν προκειμένω, από την υπ` αριθ. 879/30.5.2002 έκθεση αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων Θ.Τ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι καθών η αίτηση, προκύπτει ότι η υπ` αριθ. 78/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, της οποίας ζητείται η αναστολή εκτελέσεως, έχει ήδη εκτελεσθεί. Στο ακίνητο, η απόδοση της νομής του οποίου διατάχθηκε με την ανωτέρω απόφαση, ήδη εγκαταστάθηκαν οι καθών η αίτηση. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, η ένδικη αίτηση αναστολής είναι πλέον χωρίς αντικείμενο και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί.
3. Επομένως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, τα δε δικαστικά έξοδα να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος επειδή ηπάται (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
----

 Εφετείο Αθηνών, 915/ 1993  Δνη 37 (1996).1421.
Εισηγητής: Δημήτριος Δαλιάνης.

Περίληψη. Μίσθωση ακινήτου. Ανακοπή κατά της επιταγής για εκτέλεση απόφασης για απόδοση της χρήσης μισθίου ακινήτου που ολοκληρώθηκε με τη σύνταξη έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης. Αίτηση αναστολής της εκτέλεσης μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής. Μη νόμιμη η αίτηση, επιδιώκουσα την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν γίνει η εκτέλεση, δηλαδή την επανεγκατάσταση της αιτούσας στο μίσθιο. Η σχετική αίτηση δεν μπορεί να στηριχθεί στη διάταξη του άρθρου 660 του ΚΠολΔ. Απαράδεκτη η αίτηση με την εκδοχή ότι επιδιώκει την αναστολή της εκτέλεσης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής, αφού η ολοκλήρωση της εκτέλεσης καθιστά χωρίς αντικείμενο την  αίτηση αναστολής.

Πρόκειται για αίτηση με την οποία η αιτούσα (μισθώτρια) ιστορώντας ότι η επισπευδόμενη εναντί της από τους καθών (συνεκμισθωτές) αναγκαστική εκτέλεση, που άρχισε με την από 11.3.1992 -κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της 5069/1989 αμετάκλητης εξωστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών -επιταγή για απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, ολοκληρώθηκε με τη σύνταξη από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή Α.Δ. της 292130.7.1992 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης και ότι κατά της 4485/1992 απόφασης του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 15.4.1992 ανακοπή της κατά της προαναφερόμενης επιταγής, έχει ασκήσει την από 21.7.1992 έφεση (που δικάζεται ενώπιον του Εφετείου τούτου κατά την ίδια πιο πάνω δικάσιμο) ζητεί να διαταχθεί "δι` επαναφοράς των πραγμάτων εις την προτέραν αυτών κατάστασιν" η αναστολή της συντελεσθείσης αναγκαστικής εκτέλεσης ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή από το Εφετείο. Η αίτηση αυτή, επιδιώκουσα κατά εκτίμηση του περιεχομένου της, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν γίνει η εκτέλεση δηλαδή την επανεγκατάσταση της αιτούσας στο μίσθιο είναι μη νόμιμη γιατί, και με την εκδοχή ακόμη ότι στην περίπτωση της ΚΠολΔ 940 § 3 μπορεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (Ετσι, Π. Γέσιου -Φαλτσή, Αναγκαστική εκτέλεση, γενικό μέρος 1978/1986. § 44 IV σελ. 239. Μπρίνιας, Αναγκαστική εκτέλεσις, έκδ. β` 940 σελ. 564, Σταματόπουλος σε Δ 20. 282-283, Πρακτικά Αν. Επ. ΚΠολ σελ. 432, βλ. όμως ΕφΑθ 6458/1978 ΝοΒ 27. 586, ΕφΑθ 1872/1981 ΕλλΔνη 23. 476), δεν συντρέχει κατά την αίτηση η -αποτελούσα (στοιχείο του πραγματικού της εν λόγω διάταξης -αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Αντίθετα η αιτούσα δέχεται όχι μόνον ότι η σχετική ανακοπή της έχει απορριφθεί πρωτόδικα αλλά και ότι η αναγκαστική εκτέλεση έχει ολοκληρωθεί με την προαναφερόμενη έκθεση αποβολής και εγκατάστασης κατά της οποίας δεν έχει ασκήσει ανακοπή. Η ΚΠολΔ 660 δεν μπορεί να αποτελέσει στήριγμα της αίτησης, αφού λείπουν οι απαιτούμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις τόσο του παραδεκτού (αίτηση στο δικαστήριο που δικάζει ένδικο μέσο κατά της εξωστικής απόφασης ως το τέλος της συζήτησης ή αγωγή στο Ειρηνοδικείο) όσο και της νομικής βασιμότητάς της (εξαφάνιση της εξωστικής απόφασης). Εξάλλου με την εκδοχή ότι επιδιώκει την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης για την ανακοπή, η αίτηση είναι απαράδεκτη. Και τούτο γιατί ανεξάρτητα από το εάν το Εφετείο δικάζοντας την έφεση κατά απόφασης απορριπτικής της ανακοπής μπορεί να χορηγήσει αναστολή της εκτέλεσης όπως υποστηρίζει μια γνώμη (Εφ Θεσ 2333/1989 ΕλλΔνη 32. 127.1, ΕφΚρ 731/1978 ΑρχΝ 29. 505. βλ. και την ΕφΑθ 1264/1992αδημ. που προσκομίζεται σε φωτοτυπικό αντίγραφο από το σχέδιο), ή δεν μπορεί σύμφωνα με άλλη γνώμη (ΕφΑθ 2473 και 2475/1990 ΕλλΔνη 33.612 και 613 αντίστοιχα), την οποία και το παρόν Δικαστήριο συμμερίζεται πάντως στην προκειμένη περίπτωση η ολοκλήρωση της εκτέλεσης με τη σύνταξη της έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης (ΚΠολΔ) καθιστά πλέον χωρίς αντικείμενο την κρινόμενη αίτηση αναστολής (σχετ. ΕφΑθ 408/1986 ΝοΒ 34. 869. Μπρίνια, ο.π. 938 σελ. 541 σημ. 34).
---

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 5578/2005  

Περίληψη. Τράπεζες. Πανωτόκια. Υπαγωγή των ληξιπροθέσμων οφειλών στη ρύθμιση του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004. Ακυρότητα του πλειστηριασμού που διενεργήθηκε, κατά παράβαση του Ν. 3259/2004 περί αναστολής των πλειστηριασμών, πριν την εκπνοή της ορισθείσας προθεσμίας (31-12-2004).

 Ο αιτών ζητεί να ανασταλεί οποιαδήποτε πράξη εκτέλεσης, πηγάζουσα από την υπ` αριθ. 42.956/10-11-2004 Εκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβ/φου Αθηνών Bασιλικής Ζόγκαρη Νούση, μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού του περιγραφομένου ακινήτου του, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής που άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρει σ` αυτήν.

 Η αίτηση είναι νόμιμη (άρθρα 933, 938 ΚΠολΔ), δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσίας της, ερήμην του δευτέρου των καθών, ο οποίος κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί στην προκειμένη δίκη (βλ. την υπ` αριθ. 7002/23-11-2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δημητρίου Α. Λαμπράκη που προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών).

 Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ... που εξετάστηκε από την πλευρά του αιτούντος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου καθώς και από τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 10-11-2004 διενεργήθηκε πλειστηριασμός του ανήκοντος στον αιτούντα ποσοστού συγκυριότητας % εξ αδιαιρέτου μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας, που βρίσκεται στον τέταρτο πάνω από το ισόγειο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού .... Ο πλειστηριασμός αυτός διενεργήθηκε με επίσπευση της πρώτης των καθών, μετά την έκδοση της 1355/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου σε βάρος του αιτούντος, με βάση την υπ` αριθ. 507/2004 Περίληψη (Α` επαναληπτική) της 1549/2000 κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Aθηνών Γεωργίας Ελένης Βλάχου. Το ως άνω ακίνητο κατακυρώθηκε στον δεύτερο των καθών στην τιμή της καλύτερης προσφοράς των 40.550 ευρώ, συντάχθηκε δε η υπ` αριθ. 42956/10-11-2004 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού από τη συμβ/φο Αθηνών Βασιλική Ζόγκαρη-Νούση. Aπό την εν λόγω έκθεση προκύπτει ότι το πλειστηρίασμα δεν καταβλήθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία από τον υπερθεματιστή αλλά κατατέθηκε μόνο το ποσό των 8.500 ευρώ ως εγγυοδοσία. Επίσης, δεν πιθανολογήθηκε η καταβολή του πλειστηριάσματος μέχρι τη συζήτηση της προκειμένης αιτήσεως, οπότε δεν έχει περατωθεί η αναγκαστική εκτέλεση (βλ. άρθρα 1003 παρ.1 και 4, 1004, 1005 σε συνδ. με 956 παρ.4 και 5 ΚΠολΔ), γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής του άρθρου 938 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. ΕφΑθ 408/1986 ΝοΒ 34, 869). Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε, κατά παράβαση του νόμου περί αναστολής των πλειστηριασμών (άρθρο 39 παρ. 2 του Ν. 3259/2004), πριν από την εκπνοή της ορισθείσας προθεσμίας (31- 12-2004), αν και η απαίτηση της πρώτης των καθών κατά του αιτούντος προερχόμενη από σύμβαση ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, υπάγεται στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου. Συνεπώς, πιθανολογείται η βασιμότητα του πρώτου λόγου της ανακοπής περί ακυρότητας του πλειστηριασμού. Επίσης, πιθανολογείται ότι ο αιτών θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, αν συνεχιστεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της και τα δικαστικά έξοδα της πρώτης των καθών πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος (αρ. 178 παρ. 3 Κώδ. Δικηγ.)

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δικάζει ερήμην του δευτέρου των καθών και αντιμωλία των λοιπών.
 Δέχεται την αίτηση.
 Αναστέλλει κάθε πράξη εκτελέσεως μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού και τη σύνταξη της υπ` αριθ. 42.956/10-11-2004 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της Συμβ/φου Αθηνών Βασιλική Ζόγκαρη-Νούση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 17-11-2004 ανακοπής και με τον όρο ότι αυτή θα συζητηθεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 25-1-2005.
 Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα της πρώτης των καθών, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...