Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Εισφορά ν. 128/ 1975, στοιχεία αίτησης διαταγής πληρωμής, μηχανογραφικά αποσπάσματα τραπεζών.

Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών 141/ 2018.
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Τσιάνου, Πρωτοδίκη.
Περίληψη. Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής και επιταγής προς εκτέλεση. Απορριπτέος ο λόγος της ανακοπής περί έλλειψης της έγγραφης απόδειξης ως διαδικαστικής προϋπόθεσης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Έγκυρη η συμφωνία, μεταξύ της τράπεζας και του δανειολήπτη, κατά την οποία το απόσπασμα του μηχανογραφικώς τηρούμενου λογαριασμού του δανείου αποτελεί πλήρη απόδειξη της οφειλής του. Η αυτεπάγγελτη έρευνα της καταχρηστικότητας των γενικών όρων των συναλλαγών δεν συνιστά προϋπόθεση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ούτε αναιρεί το εκκαθαρισμένο και βέβαιο της απαίτησης, αλλά δύναται να αποτελέσει αυτοτελή λόγο ανακοπής.
Δεν απαιτείται να αναφέρεται στην διαταγή πληρωμής το επιτόκιο που εφαρμόσθηκε από την τράπεζα για τον υπολογισμό των τόκων καθόσον είναι εκτελεστός τίτλος και όχι δικαστική απόφαση. Οι προσαυξήσεις κεφαλαίου με τους κεφαλαιοποιημένους τόκους εμφαίνονται στο απόσπασμα των βιβλίων της δανείστριας τράπεζας. Επιτρεπτή η συμβατική μετακύλιση εισφοράς, βάσει της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας, στους δανειολήπτες. Μη απαγόρευση σε κανόνα δικαίου. Νόμιμα ανατοκίζεται και κεφαλοποιείται εφόσον ο συνυπολογισμός της στο επιτόκιο δεν συνεπάγεται υπέρβαση του ανώτατου θεμιτού ορίου. Απορρίπτονται οι σωρευόμενες ανακοπές.

  Με την υπό κρίση ανακοπή του και για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει, ο ανακόπτων ζητεί να ακυρωθεί α) η υπ’ αριθμ. ../2017 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών με την οποία διατάσσεται να καταβάλει στην καθ` ης ως κεφάλαιο το ποσό των 20.255,42 ευρώ για χρεωστικό κατάλοιπο από τοκοχρεωλυτικό δάνειο, με το συμβατικό τόκο υπερημερίας από 24-1-2017, με εξάμηνο ανατοκισμό, μέχρι ολοσχερή εξόφληση και το ποσό των 650 ευρώ ως δικαστικά έξοδα έκδοσης αυτής, και β) η από 10-10-2017 επιταγή προς εκτέλεση, που έχει συνταχθεί παρά πόδας αντιγράφoυ του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία (επιταγή) επιτάσσεται να καταβάλει στην καθ` ης τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, καθώς και το ποσό των 250 ευρώ ως έξοδα σύνταξης ης ως άνω επιταγής προς εκτέλεση και το ποσό των 150 ευρώ ως έξοδα κοινοποίησης αυτής της επιταγής, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης ης επιταγής έως την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί η καθ` ης στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και τα αίτηματα, παραδεκτά σωρεύονται στο υπό κρίση δικόγραφο (άρθρα 218, 632 παρ. 6 ΚΠολΔ) αφενός ανακοπή του άρθρου 632§1 ΚΠολΔ και αφετέρου ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, οι ένδικες ανακοπές παραδεκτά εισάγονται να συζητηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το οποίο είναι αρμόδιο καθ` ύλην και κατά τόπο (άρθρο 632 § 1 εδ.α ΚΠολΔ και άρθρο 933 παρ.1 εδ.α, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με τον ν. 4335/2015, δοθέντος ότι το δικόγραφο των σωρευόμενων ανακοπών κατατέθηκε στις 7-11-2017 ενώ η εκτελεστική διαδικασία άρχισε την 27-10-2017 με την επίδοση της ανακοπτόμενης επιταγής προς πληρωμή) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 επ. ΚΠολΔ (632 παρ. 2 εδ. β, 937 παρ.3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω η εξεταζόμενη ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της 15ήμερης προθεσμίας του άρθρου 632 § 1 του ΚΠολΔ, καθόσον η πρασβαλλομένη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα στις 27-10-2017 (όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. .../27-10-2017 εκθέση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θηβών, ...), ενώ το δικόγραφο της υπό κρίση ανακοπής όπως αναφέρεται και ανωτέρω κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 7-11-2017 (βλ. έκθεση καταθέσεως δικογράφου ανακοπής) και επιδόθηκε στην καθ’ ης την σπς 15-11-2017 (όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. ... ../15-11-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ....). Η δε σωρευόμενη ανακοπή κατά της εκτελέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα άρθρα 933, 934§1 εδ.α ΚΠολΔ), καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει η διενέργεια άλλης πράξης εκτέλεσης. Επομένως, πρέπει ο ένδικες ανακοπές να γίνουν τυπικά δεκτές και ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο των λόγων τους.
 I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ίδιου Κώδικα μπορεί να ζητηθεί η έκδοση καταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεωγράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσά αποδεικνύονται από διμόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Από το περιεχόμενο της ως άνω διάταξης προκύπτει ότι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και για το λόγο αυτό πρέπει στη σχετική αίτηση να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση, το ακριβές οφειλόμενο ποσό καθώς και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του υπόχρεου (βλ. ΑΠ 737/2006 Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 736/2006, ΑΠ 665/2006 ΕλλΔνη 2006.1380, ΑΠ 299/2003 Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 376/2002 ΕΕΝ 2003.345, ΑΠ 782/1994 ΕλλΔνη 1995.838, ΕφΔωδ 122/2006 Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 7393/200 Κεραμέας - Κονδύλης - Νίκας, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 623 αριθ.7). Εξάλλου, είναι έγκυρη η μεταξύ της παράσχουσας τοκοχρεολυτικό δάνειο τράπεζας και του δανειολήπτη συμφωνία κατά την οποία το απόσπασμα του μηχανογραφικώς τηρούμενου λογαριασμού του δανείου, το οποίο δεν συνιστά έγγραφο από τα μνημονευομένα στα άρθρα 444 παρ. 1 ΚΠολΔ, θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της οφειλής του τελευταίου από τη χορήγηση του. Στην περίπτωση αυτή το εν λόγω απόσπασμα, αναγορευόμενο συμβατικώς σε έγγραφο με πλήρη απόδειξη, πληροί την απαίτηση της προπαρατεθείσας διάταξης και συνεπώς δύναται να στηρίξει κατά νόμο την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του οφειλέτη του δανείου (σχετ. ΑΠ 925/2002 ΕλλΔνη 2003.1298, ΑΠ 1116/1996 ΕλλΔνη 1997.1142, ΑΠ 1468/1995 ΕλλΔνη 1997.1580, Εφλαρ 596/2002 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2002.480, ΕφΛαρ 449/2000 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2000.250). Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνειται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρο 449 § 1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ. 3026/1954, 14 ν.1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας. Στην περίπτωση, όμως, των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που εχει εις χείρας της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου, αλλά πρωτοτύπου (ΑΠ 902/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 317/2009 ΔΕΕ 2009, 819, ΕφΑθ 1876/2008 ΔΕΕ 2009, 80).
Εν προκειμένω, ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε χωρίς τη τήρηση της διαδικαστικής προϋπόθεσης της έγγραφης απόδειξης της χρηματικής απαίτησης, στην οποία αφορά αυτή, καθώς α) τα προσκομισθέντα από την καθ` ης έγγραφα δεν αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα κατά την έννοια του νόμου, αντιθέτως χαρακτηρίστηκαν ως τέτοια δυνάμει συμβατικού όρου και β) τα έγγραφα που προσκόμισε η καθ’ης για την απόδειξη του ύφους της απαίτησης, ήταν έγγραφα που εξέδωσε η ίδια μονομερώς, κατά παράβαση του άρθρου 447 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της ανακοπής ωστόσο τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος καθώς ναι μεν το απόσπασμα των τηρουμένων λογιστικών βιβλίων της πιστώτριας τράπεζας που περιέχουν τις εγγραφές, τις σχετικές με την κίνηση των δοσοληψιών μεταξύ αυτής και του πιστούχου, δεν συνιστά έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 444 παρ. 1 και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποδεικτικό της απαιτήσεως κατά του πιστούχου, επί οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού, με χρεωστικό ως προς αυτόν υπόλοιπο, ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι έγκυρη η μεταξύ της παράσχουσας τοκοχρεολυτικό δάνειο τράπεζας και του δανειολήπτη συμφωνία κατά την οποία το απόσπασμα του μηχανογραφικώς τηρούμενου λογαριασμού του δανείου θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της οφειλής του τελευταίου από τη χορήγηση αποτέλεσμα το απόσπασμα αυτό να δύναται να στηρίξει κατά νόμο την διαταγής πληρωμής κατά του οφειλέτη του δανείου.

 ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να συντρέχουν ορισμένες θετικές και αρνητικές προϋποθέσεις. Ως προς τις θετικές, αυτές είναι: α) η διαφορά να αφορά χρηματική απαίτηση ή απαίτηση παροχής χρεογράφων, β) το οφειλόμενο ποσό να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη (άρθρο 623 ΚΠολΔ) και γ) το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφωv που οφείλονται να είναι ορισμένα (άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ). Οι θετικές προϋποθέσεις πάντως, ανάγονται κατ’ αρχήν στη φύση των απαιτήσεων, για τις οποίες επιτρέπεται η έκδοση διαταγής πληρωμής, αλλά και στον τρόπο απόδειξης τους, ενώ θεμελιώδες προαπαιτούμενο είναι απόδειξη της απαίτησης με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ακριβώς επειδή το έγγραφο δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αμφιβολιών για την ύπαρξη της απαίτησης, διασφαλίζει ότι ο οφειλέτης δεν θα το αμφισβητήσει, ενώ περιορίζεται και ο κίνδυνος κατάχρησης του θεσμού από τους δανειστές. Τα έγγραφα παρέχουν αυξημένες εγγυήσεις που δικαιολογούν τον κατ` εξαίρεσιν εξοπλισμό του δανειστή με άμεσα εκτελεστό τίτλο. Οι αρνητικές προϋποθέσεις έκδοσης προβλέπονται από το άρθρο 624 ΚΠολΔ και είναι α) το να μην εξαρτάται η απαίτηση από αίρεση, όρο, προθεσμία ή αντιπαροχή (άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής να μην κατοικεί ή διαμένει στο εξωτερικό και να μην είναι αγνώστου διαμονής (624 παρ. 2 ΚΠολΔ).
 Εν προκειμένω, ο ανακόπτων με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του όπως εκτιμάται, ισχυρίζεται ότι η Δικαστής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής δεν προέβη σε αυτεπάγγελτη έρευνα της καταχρηστικότητας των ΓΟΣ που περιλαμβάνονται στην επίδικη δανειακή σύμβαση, η οποία αποτελεί σύμβαση προσχώρησης. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος καθόσον η έρευνα αυτεπαγγέλτως περί ύπαρξης καταχρηστικών όρων στην σύμβαση, από την οποία απορρέει η επιδικαοθείσα απαίτηση, δεν συνιστά θετική ή αρνητική προϋπόθεση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, την οποία οφείλει να ελέγξει ο εκδώσας την διαταγή πληρωμή δικαστής. Ειδικότερα, η ύπαρξη καταχρηστικών όρων στη σύμβαση, από την οποία απορρέει η επιδικασθείσα απαίτηση, δεν αναιρεί το εκκαθαρισμένο και βέβαιο της απαίτησης και τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αλλά η ύπαρξη τέτοιων καταχρηστικών ΓΟΣ, εφόσον αυτοί ενεργοποιήθηκαν και επηρέασαν την εξέλιξη της σύμβασης δύναται να θεμελιώσει σχετικό αυτοτελή λόγο ανακοπής, με τον οπoίo πλήττεται η διαταγή πληρωμής.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και όχι δικαστική απόφαση και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη, αρκεί να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α, β, ε και στ του άρθρου 630 ΚΠολΔ (ονοματεπώνυμο του δικαστή που την εκδίδει, ονοματεπώνυμο εκείνου που ζητεί την έκδόση της και του καθ` ου η αίτηση, διευθύνσεις κατοικίας των τελευταίων κ.λπ.), το ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί, καθώς και την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται το είδος της δικαιοπραξίας από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενο της ως προς την αιτία της πληρωμής και δεν είναι απαραίτητο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (βλ. ΑΠ 1094/2006 αδημ., ΑΠ 54/1990 ΕλλΔνη 1991.62, ΕφΘεσ 110/2008 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2008.740, ΕΑ 4784/2007 ΔΕΕ 2008.206, ΕΑ 5065/2007 ΕΦΑΔ 2008.972, ΕφΛαρ 361/2007 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2007.330, ΕφΛαρ 114/2007 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2007.241). Επομένως, επί διαταγής πληρωμής με την οποία ειδικότερα διατάσσεται ο οφειλέτης να πληρώσει, ορισμένο χρηματικό ποσό, το οποίο αποτελεί χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού που τηρήθηκε, στα πλαίσια σύμβασης χορήγησης τοκοχρεωλυτικού δανείου αρκεί για την πληρότητα της, να αναφέρεται σ` αυτήν, η κατάρτιση της σύμβασης, το κλείσιμο του λογαριασμού, ότι το ποσό που διατάσσειαι ο καθ` ου να πληρώσει αποτελεί το εις βάρος του οφειλέτη υπόλοιπο καθώς και να καθόριζονται τα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύονται τα ανωτέρω (σχετ. ΑΠ 405/2001 ΧρΙΔ 1,537, ΑΠ 1432/1998 ΕλλΔνη 40.92, ΑΠ 1215/1995 ΕλλΔνη 38.1793, ΑΠ 1106/1994 ΕλλΔνη 38.1075, ΕΑ 4784/2007 ΔΕΕ 2008.206, ΕΑ 5065/2007 ΕΦΑΔ 2008.972). Δεν απαιτείται να αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής το επιτόκιο που εφαρμόσθηκε κατά καιρούς από την Τράπεζα για τον υπολογισμό των τόκων (ΕφΑθ 5900/2006 ΔΕΕ 2007.327,.Εφ.Ααρίσης 452/2014).
 Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου του, ο ανακόπτων εκθέτει ότι τυγχάνει ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής και η επιταγή προς εκτέλεση, καθώς δεν αναφέρεται σε αυτές το ποσό των κεφαλαιοποιημένων τόκων, με τις οποίες προσαυξάνεται το κεφάλαιο. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα καθόσον δεν γίνεται σε αυτή μνεία στο επιτόκιο με το οποίο υπολογίστηκαν οι τόκοι τόκων. Οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής, είναι, όμως, μη νόμιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, αφού τα στοιχεία που επικαλείται ο ανακόπτων, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελούν απαραίτητα κατά το νόμο στοιχεία της διαταγής πληρωμής. Τούτο δε διότι, για το ορισμένο της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, δεν είναι αναγκαία η αναφορά των κατ` ιδίαν κονδυλίων του τηρηθέντος μεταξύ των διαδίκων ανοικτού λογαριασμού κίνησης αυτού μέχρι το κλείσιμό του, στην περίπτωση που στα πλαίσια συνομολογημένου μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών όρου της σύμβασης, επισυνάπτεται το απόσπασμα του λογαριασμού ή επικυρωμένο αντίγραφο αυτού, που υποδεικνύει την απαίτηση της καθ` ης, όπως εν προκειμένω. Συνεπώς δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην εκδοθείσα διαταγή πληρωμής οι τυχόν προσαυξήσεις του κεφαλαίου με κεφαλαιοποιημένους τόκους, τα οποία εμφαίνονιαι στο προσκομισθέν απόσπασμα των βιβλίων της δανείστριας τράπεζας, όπως προεκτέθηκε, αλλά μόνο το οφειλόμενο κατάλοιπο του τηρηθέντος ανοικτού λογαριασμού. Εξάλλου εφόσον στο απόσπασμα αυτό παρατίθεται αναλυτικά, μεταξύ άλλων, έκαστο κονδύλιο τόκων (συμβατικοί, υπερημερίας, κλπ), το ύφος του ανά πάσα στιγμή επιτοκίου προκύπτει καθόσον τα λοιπά σταθερά αναφερόμενα στο λογαριασμό στοιχεία (κεφάλαιο - κράνος) επιτρέπουν τον υπολογισμό του εκάσιοτε επιτοκίου βάσει απλών αριθμητικών πράξεων (ΕφΑθ 227/2012 ΤΝΠ Νόμος).

 IV. Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 Ν. 128/1975 «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανόμενης και της .. υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχόμενη εις ποσοστό ένα (1) επι τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγούμενων υπ’ αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πιστώσεων προς Τράπεζας ως ως και προς το Δημόσιον, πλην των εντόκων γραμματίων. Η εισφορά αυτή οφείλεται πέραν των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθείσων εισφορών». Από τη διάταξη αυτή ούτε προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή, αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς, που θεσπίζεται με τον νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου,στα πλαίσιο της έννομης σχέσης, που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη, και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι την (οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θεοπίσεως ανώτατου ορίου επιτοκίου, το οποίο θο υπερέβαινε η εισφορά αυτή, και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επόμενως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειοδοτούμενο, είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 Ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, ούτε σε άλλο απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων. Αλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στον δανειολήπτη αποτέλεσε, από την ισχύ του Ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών, στην παγίωση της οποίας συνετέλεσαν: α) το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια - πιστώσεις). Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 Ν. 2515/1997 καθορίστηκε ρητά ότι για τα δάνεια από πιστωτικά χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα, που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικά, β) το ότι το ύψος του συντελεστή καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο, που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 Ν. 2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δίκαιου, που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3.100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ. 4β Ν. 3152/2003, κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς τις I. Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Ευξείνου Πόντου και από την Τράπεζα Αναπτύξεως του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η εν λόγο εισφορά βάθυνε τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν θα θεσπίζονταν τέτοιες εξαιρέσεις, και γ) η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 128/1975, ουδέποτε θεώρησε ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα, που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων - χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993. Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η .. επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1993 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο Β2 επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την τράπεζα και στην επιβολή ``ειδικών εισφορών`` και η εισφορά του Ν. 128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στον δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 430/2005, ΕφΘεσ 1034/2013 Αρμ 2014.623). Επιπλέον, καθ` ο μέρος η εισφορά αυτή αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, νομίμως ανατοκίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω βλ. και ΟλΑΠ 35/1997 Δ/νη 1997.1530, ΕφΑθ 4424/2009 Δ/νη 2011.875).
Εν προκειμένω, ο ανακόπτων με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα λόγω της παράνομης μετακύλισης της εισφοράς του Ν. 128/1975, η οποία θα έπρεπε κατά τον ισχυρισμό του να βαρύνει αποκλειστικά την καθ`ης, αλλά και λόγω του ότι η καθ` ης κεφαλαιοποιούσε και ανατόκιζε την εν λόγω εισφορά του Ν. 128/75 παρ’ ότι δικαιούται να κεφαλαιοποιεί και να ανατοκίζει μόνο καθυστερούμενους τόκους και ως εκ τούτου μη νόμιμα τα ποσά που αντιστοιχούν στην εισφορά αυτή έχουν ενσωματωθεί στην επιδικασθείσα με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής απαίτηση, το ύψος των οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί, με συνεπεία να καθίσταται η απαίτηση ανεκκαθάριστη και να μην υφίσταται έγγραφη απόδειξη. Ο λόγος αυτός της άνακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι κατά τα αναφερθέντα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι επιτρεπτή η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειολήπτη, και εν προκειμένω είχε συμφωνηθεί η χρέωση του ανακόπτοντος με την εισφορά  του Ν 128/1975. Αναφορικά δε με την παράνομη κεφαλαιοποίηση και ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/75 σημειώνεται ότι αφού η μετακύλιση της ως άνω εισφοράς στο δανειολήπτη είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 293 § 1 εδ. α’ ΑΚ ως τόκος και άρα νομίμως ανατοκίζεται και κεφολαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, εφόσον ο συνυπολογισμός της στο επιτόκιο δεν συνεπάγεται την υπέρβαση του ανώτατου θεμιτού ορίου, την οποία εξάλλου δεν επικαλείται ο ανακόπττων.

 Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, οι σωρευόμενες ανακοπές πρέπει να απορριφθούν και να επικυρωθεί η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Τέλος, ο ανακόπτων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η ανακοπή κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής (άρθρα 176, 191 § 2 ΚΠολΔ, 63 § 1, 65 και 68 § 1 του ν. 4194/ 2013).

                                                              ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
 ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις σωρευόμενες ανακοπές.
 ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την με αριθμό ../2017 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών.
 ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ανακόπτοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ` ης η ανακοπή, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600€).
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...