Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Επενδυτικές υπηρεσίες, ομόλογα, ενημέρωση πελατών, καταναλωτής, τράπεζα, κώδικας τραπεζικής δεοντολογίας, ΕΠΕΥ, μεταβιβαστικό αποτέλεσμα έφεσης.

Τριμελές Εφετείο Αθηνών, 662/ 2018.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Φίλιππο Μανώλαρο, Πρόεδρο Εφετών, Κωνσταντίνα Νάκου και Άννα Καλατζή - Εισηγήτρια, Εφέτες.

Περίληψη. Σύμβαση παροχής επενδυτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Αγορά ομολόγων. Τα εν λόγω ομόλογα ήταν νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος δευτερογενούς αγοράς μειωμένης εξασφαλίσεως, υψηλού κινδύνου. Παραπλανητική ενημέρωση των πελατών εκ μέρους των στελεχών των εναγομένων εταιριών κατά την αγορά των ομολόγων. Παράβαση των αρχών του Κώδικα Δεοντολογίας που αφορούν τις επενδυτικές υπηρεσίες. Ειδικότερη υποχρέωση της τράπεζας να μην επιδιώκει μονομερώς την πρόταξη των ατομικών της συμφερόντων.
Ο νόμος για την προστασία του καταναλωτή επιβάλλει στον «προμηθευτή» και στις τράπεζες να ενημερώνουν κατάλληλα τον καταναλωτή ιδιώτη επενδυτή. Γενικός ορισμός του καταναλωτή. Εννοιολογικός πυρήνας του καταναλωτή σύμφωνα με το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εις ολόκληρον ευθύνη των εναγομένων.  Δεκτή εν μέρει η αγωγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Έφεση εκ μέρους των εναγομένων για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Η ένσταση περί συμψηφισμού κέρδους και ζημίας δεν μεταβιβάσθηκε με ειδικό λόγο έφεσης καθόσον η απλή αναφορά του μόνο με τις προτάσεις δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο προς διερεύνηση. Γενικές και ειδικές υποχρεώσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών οι οποίες απορρέουν από τις τραπεζικές συναλλαγές. Η αδυναμία των εναγόντων επενδυτών να αντιληφθούν την ιδιότητα του ομολόγου και την βαθμίδα του επενδυτικού κινδύνου εκδηλώνεται από το επίπεδο της εκπαίδευσής τους και το περιεχόμενο των εμπειριών τους. Ενημερωτικό φυλλάδιο σε γλώσσα μη κατανοητή στους επενδυτές. Οι ενάγοντες-καταναλωτές δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή. Αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων. Αναγκαίο συνεχόμενο κεφάλαιο με την υπαιτιότητα μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο χωρίς ειδικό λόγο έφεσης. Δεκτή η έφεση τυπικά. Απορρίπτεται κατ’ουσίαν. 

 I. Η κρινόμενη από 21/6/2016 έφεση (αριθμ. καταθ. ../2016) κατά της με αριθμό 459/2016, οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 495 επ., 511, 513 § 1, 516 § 1, 517, 518 Κ.Πολ.Δ), αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, από, δε, τη δημοσίευση αυτής στη 17/2/2016 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 22/6/2016, δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον της διετίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2, αρμοδίως, δε, φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί το παράβολο κατ’ άρθρο 495 Κ.ΠολΔ, γι’ αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί, περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Κατά το μέρος, όμως, που η έφεση στρέφεται κατά του έκτου των εφεσιβλήτων, ο οποίος απεβίωσε στις 11/11/2013 (βλ.τη με αριθμό .... από 11/11/2013 Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Ληξιαρχείου Δημοτικής Ενότητας ....) , ήτοι μετά την άσκηση της αγωγής και πριν τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου κατόπιν σχετικής δηλώσεως, διεκόπη η δίκη και συνεχίστηκε στο πρόσωπο της όγδοης των εναγόντων και νυν, εφεσίβλητης, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του στην επίδικη έννομη σχέση (βλ. την από 15/10/2013 ιδιόγραφη διαθήκη και το υπ’ αριθμ. .../17-4- 2014 πρακτικό δημοσίευσης αυτής από το Ειρηνοδικείο Καρδίτσας και το με αρ. πρωτ. .... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου - Καρδίτσας περί μη δημοσίευσης έτερης διαθήκης πλην της ανωτέρω), είναι άκυρη (η έφεση) καθότι: Κατά το άρθρο 62 εδ. α` ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που, ως διαδικαστική προϋπόθεση, εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ` ΚΠολΔ, η απόφαση, που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει να ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την έφεση, ειδικότερα, ορίζει το άρθρο 516 ΚΠολΔ. Συνεπώς, η έφεση, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ήδη, αποβιώσαντος κατά την άσκησή της (κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 495 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος (ΑΠ 369/2013, ΑΠ 658/2012, ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 1641/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, οι οποίες, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την έφεση, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει, όμως, στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), αν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, τηρουμένων και των λοιπών διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες, μόνον, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι, όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ, δε, περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η έφεση, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 517 εδ. α ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα, δε, κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο εκκαλών είχε λάβει, με οποιονδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την έφεση. Η έφεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς ο εκκαλών να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του (αποβιώσαντος), οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του εφεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 826/2015, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 2211/2014, ΑΠ 2167/2014, ΑΠ 2125/2014, ΕφΠειρ 56/2016). Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, ως προαναφέρθηκε, ο θάνατος του έκτου ενάγοντος είχε δηλωθεί στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και έτσι είχε περιέλθει σε γνώση των εναγομένων και νυν, εκκαλούντων, τόσο το γεγονός αυτό όσο και η συνέχιση της δίκης στο πρόσωπο της κληρονόμου του, όγδοης των εναγόντων. Συνεπώς, ακύρως ασκήθηκε η υπό κρίση έφεση εναντίον του έκτου των εφεσιβλήτων και πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, ως προς αυτόν.

 II. Με την από 30/7/2012 (αριθμ.καταθ. ../4413/2012) αγωγή τους, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτή παραδεκτά περιορίστηκε δια των προτάσεων και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στο ακροατήριο, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι... εκθέτουν ότι οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι τους προκάλεσαν ζημία ως ακολούθως. Οτι συνεπεία αυθαίρετων και άνευ εντολής τους ενεργειών, αλλα και της δόλιας και σε κάθε περίπτωση αμελούς, μη ορθής, ελλιπούς, ανακριβούς και παραπλανητικής ενημέρωσης εκ μέρους των στελεχών, που οι εναγόμενες εταιρίες προέστησαν στην υπηρεσία τους, κατά την αγορά από τους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους ... ομολόγων εκδόσεως, της ... και δη, στα πλαίσια ισάριθμων συμβάσεων παροχής επενδυτικών συμβουλών και λήψης εκτέλεσης εντολών, χωρίς να τους παρασχεθούν στοιχειώδεις πληροφορίες, αναφορικά με τα χαρακτηριστικά αυτών, τις αληθείς ιδιότητές τους, την αξιοπιστία της εκδότριας του ομολογιακού δανείου και της εγγυήτριας αυτού και το ρόλο, που είχε διαδραματίσει η πρώτη των εναγομένων στην έκδοση του ομολογιακού δανείου, ούσα ανάδοχος, δηλαδή επ` αμοιβή διαμεσολαβητής για τη διάθεση των τίτλων, ώστε να γίνει αντιληπτό από τους ίδιους, ως καταναλωτές, το επίπεδο κινδύνου της συγκεκριμένης επένδυσης, που αντιλήφθηκαν περί το έτος 2012, όταν η εναγόμενη τράπεζα τους ενημέρωσε ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του εγγυητή του συγκεκριμένου ομολόγου (...) και τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση. Με τον τρόπο αυτό ζημιώθηκαν οι πρώτος και δεύτερη ενάγοντες κατά το ποσό των 194.266,50 ευρώ, οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτη ενάγοντες, κατά το ποσό των 28.112 ευρώ, οι έκτος, έβδομη και όγδοη, ενάγοντες, κατά το ποσό των 369.012,50 ευρώ, οι ένατος, δέκατη, ενδέκατος και δωδέκατη, ενάγοντες, κατά το ποσό των 199.167 ευρώ και οι δέκατος τρίτος και δέκατη τέταρτη, ενάγοντες, κατά το ποσό των 89.979 ευρώ, (ποσά) που αντιστοιχούν στη δαπάνη απόκτησης των κατεχομένων από τους ως άνω ενάγοντες ομολόγων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, δικαιούνται, δε, επιπρόσθετα και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 29.000 ευρώ για τον καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες, ποσού 2.667 ευρώ για τον καθένα από τους τρεις επόμενους ενάγοντες, ποσού 10.000 ευρώ για την κάθε μία από τις δύο επόμενες ενάγουσες, ποσού 3.000 ευρώ για τον καθένα από τους τέσσερεις επόμενους ενάγοντες και ποσού 15.000 ευρώ για τον καθένα από τους δύο τελευταίους ενάγοντες. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι την ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, καθότι ευθύνονται έναντι αυτών, διότι υπαίτια παραβίασαν δια των στελεχών τους τις υποχρεώσεις τους, που απέρρεαν από τις συμβάσεις, τις οποίες είχαν συνάψει μαζί τους και δη, της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την έννοια που προαναφέρθηκε, καθώς και τις αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, που τύγχαναν εφαρμοστέες, κατά το χρόνο συνομολόγησης των κρίσιμων συμβάσεων, όσο και τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή και τις αρχές, που θέτει το άρθρο 288 ΑΚ, ζητούσαν με την αγωγή τους αυτή, - να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες εταιρίες υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον στον κάθε έναν από τους ενάγοντες, τα -παραπάνω χρηματικά ποσά, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε .. εν μέρει .... την αγωγή και συμψήφισε τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη. Κατά της απόφασης αυτής, οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες, παραπονούνται, με την ένδικη έφεσή τους, για εφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της.

 III. Κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, την απόφαση, δε, αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιό της μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο, δηλαδή, ως προς την αγωγή όσον και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο ενάγων με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. Στην αντίστροφη περίπτωση, αν, δηλαδή, η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ’ αυτής, ο τελευταίος, με την άσκηση έφεσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή, μόνον, με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (ΑΠ 747/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή των εφεσίβλητων έγινε εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ απορρίφθηκε η ένσταση περί συμψηφισμού κέρδους και ζημίας, που προέβαλλαν οι εναγόμενες και ήδη, εκκαλούσες. Με την άσκηση της έφεσης, όμως και μέσα στα καθοριζόμενα από τους λόγους της όρια, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε, δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο, ως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο και η ένσταση αυτή, καθότι οι εκκαλούσες- εναγόμενες, δεν περιέχουν ειδικό λόγο έφεσης περί τούτου, αλλά το αναφέρουν, ως παράπονο στις προτάσεις, που κατέθεσαν επί της συζητήσεως της έφεσης, μη λαμβανομένου υπόψη από το Δικαστήριο τούτο προς διερεύνηση.

 IV. Με τον Κώδικα Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών του Ν. 2396/ 1996, που κυρώθηκε με την ΑΥΈθν. Οικ. .../Β500 από 11-4-1997, θεσπίστηκαν κανόνες, που διέπουν τις σχέσεις και τη συμπεριφορά των εταιρειών, που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα (ΕΠΕΥ) και των απασχολούμενων σε αυτές ή συνεργαζόμενων με αυτές προσώπων, τους οποίους υποχρεούνται να τηρούν οι εταιρίες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα, προκειμένου: α) να διαφυλάσσεται η εύρυθμη λειτουργία και να υποστηρίζεται η ανάπτυξη της Ελληνικής κεφαλαιαγοράς, β) να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού, γ) να διασφαλίζεται η ασφάλεια και διαφάνεια των συναλλαγών και δ) να διασφαλίζεται ο υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των εταιριών και η ορθή και πλήρης πληροφόρηση της αγοράς (κεφ. Α παρ. 1.1, 2.1 και 3.1 του Κώδικα). Με τον εν λόγω Κώδικα τέθηκαν, ως βασικές αρχές δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, μεταξύ άλλων, και οι εξής: α) Πρώτη Αρχή: οι εταιρίες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, β) Δεύτερη Αρχή: οι εταιρίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα χρησιμοποιούν αποτελεσματικά, τόσο τους πόρους, όσο και τις διαδικασίες και μεθόδους, που είναι απαραίτητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, γ) Τέταρτη Αρχή: οι εταιρίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς και δ) Έβδομη Αρχή: οι εταιρίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς (Κεφ. Α παρ. 3.2 του Κώδικα). Με το κεφάλαιο Β του ανωτέρω Κώδικα εξειδικεύονται οι κατά τα ανωτέρω υποχρεώσεις και ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι ΕΠΕΥ και κάθε καλυπτόμενο πρόσωπο οφείλουν: α) να εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, β) να αποφεύγουν κάθε πράξη και ενέργεια, η οποία, χωρίς να προσκρούει σε ρητή πρόβλεψη του νόμου, είναι, κατά τρόπο δήλο, αντίθετη προς το πνεύμα των σχετικών νόμων (παρ. 4.1), γ) να αναπτύσσουν συνεργασία, μόνο, με άλλα πρόσωπα, τα οποία πληρούν τις νόμιμες και ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής των υπηρεσιών, που απαιτούνται από την εταιρία, ενώ, για τη λήψη εντολών εκτέλεσης χρηματιστηριακών πράξεων, η εταιρία θα συνεργάζεται, μόνον, με άλλα πρόσωπα, τα οποία έχουν την απαιτούμενη άδεια ή πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις παροχής των υπηρεσιών αυτών (παρ. 4.2, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που απορρέουν από την πρώτη αρχή) και δ) να μην ενεργούν συναλλαγές, και άλλες πράξεις, οι οποίες γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν, ότι αποβλέπουν σε στρέβλωση της αγοράς κινητών αξιών, βασίζονται σε εσωτερική πληροφόρηση κατά παράβαση σχετικών διατάξεων ή, με άλλο τρόπο, στρέφονται κατά της αξιοπιστίας ή της εύρυθμης λειτουργίας αγοράς κινητών αξιών (παρ. 4.3). Ο εν λόγω Κώδικας Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ αποτελεί νόμο, κανονιστικό κείμενο, που κυρώθηκε, ως προαναφέρθηκε, με το άρθρο μόνο της υπ’ αριθμ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2396/1896 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1/11/2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007), ισχύει βάσει ρητής νομοθετικής εξουσιοδότησης και η αποδοχή του περιεχομένου του δεν εξαρτάται από τη συναίνεση των προσώπων, τα οποία αφορά (άρθρο 7 Ν. 2396/1996, με το οποίο παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας για την κύρωση του Κώδικα, που θα συνταχθεί από επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των αρμόδιων φορέων). Ο υποχρεωτικός χαρακτήρας των διατάξεών του προκύπτει και από την αρμοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που επιβάλλει κυρώσεις για τις σχετικές παραβάσεις (βλ. Στ. Ποταμίτη, Ο Κώδικας Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ: Μεταξύ Αυτορρύθμισης και Νομοθεσίας, σε πρακτικά 8ου Συνεδρίου Ελλήνων Εμπορικολόγων, Η διαφήμιση και οι Κώδικες Δεοντολογίας, εκδ. Σάκκουλα, 1999). Ο Κώδικας Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, θέτοντας ρητούς και εξειδικευμένους κανόνες συμπεριφοράς προς προστασία περιουσιακών αγαθών (επενδυτών κ,λ.π. εμπλεκόμενων προσώπων), μέσω της εύρυθμης λειτουργίας του Χρηματιστηρίου, το οποίο αποτελεί άξονα (συν)διαμόρφωσης της οικονομίας της Χώρας, θεσπίζει (ακόμα και αν δεν ρυθμίζονται ειδικώς συμβατικά από τα μέρη) συμβατικές υποχρεώσεις (άρα και συμβατικές ευθύνες), εξειδικεύοντας τα συναλλακτικά ήθη, τα οποία, ως προς τούτο συμπροσδιορίζει, δημιουργώντας παρεπόμενες υποχρεώσεις σύμβασης στο πλαίσιο του άρθρου 288 ΑΚ. Πλέον τούτων, η παράβαση των εν λόγω κανόνων δεοντολογίας, στοιχειοθετεί αδικοπρακτική ευθύνη (ανεξάρτητη ή συρρέουσα με τη σύμβαση), υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, καθόσον πρόκειται για παραβίαση ενός τιθέμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ταγμένου στην προστασία της περιουσίας τρίτων (βλ. παρέμβαση Θ. Λύτρα σε πρακτικά Συνεδρίου Εμπορικολόγων, ό.π., σελ. 336, 337) και εντασσόμενου σε πλέγμα νόμων, που αφορούν στην προστασία των συναλλαγών και της εύρυθμης λειτουργίας του Χρηματιστηρίου, που κινδυνεύουν άμεσα από επιχειρήσεις, οι οποίες, επί σκοπώ εξυπηρέτησης των συμφερόντων των μελών τους ("ομάδες συμφέροντος"), εκμεταλλεύονται τους μηχανισμούς του οικονομικού συστήματος, για να εισέλθουν στο χώρο του «οικονομικού εγκλήματος» (έννοια διαφοροποιούμενη του εγκλήματος με οικονομικό περιεχόμενο, στρεφόμενη και πλήττουσα το οικονομικό σύστημα, βλ. σχετ. Β. Ζησιάδη, Η οικονομική εγκληματικότητα, 2001, σελ. 36 επ., Ν. Κουράκη, Τα οικονομικά εγκλήματα I, 1998, σελ. 31 επ., 38 επ., I. Μανωλεδάκη, (Εφ. ΑΘ. 4348/2008).

 Περαιτέρω και ο Ν. 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον «προμηθευτή» - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου «καταναλωτή» - και του ιδιώτη επενδυτή- ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής. Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του «προμηθευτή» προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9 γ - 9 ε του νόμου, που αναφέρονται σε «απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών». Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται, μεν, ευθέως σε «εμπορία υπηρεσιών από απόσταση», αφορούν όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παραβάσεως της εν λόγω υποχρεώσεως εκ μέρους του «προμηθευτή» συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9 θ`του Ν 2251/1994). Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 8 § 1 του ίδιου νόμου «Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη, που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή» (βλ. Σ. Ψυχομάνη, Η διάθεση «...» από τις Ελληνικές τράπεζες, ΔΕΕ 2010, 863 επ.). Εξάλλου, σύμφωνα με το αρθρ. 1 § 4 στοιχ. Α" του ν. 2551/1994, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Ωστόσο, η παραπάνω υπερβολικά ευρεία απόδοση της έννοιας του καταναλωτή, οδήγησε στην ανάγκη ερμηνείας αυτής, τόσο από τη θεωρία όσο και από τη νομολογία του Δ.Ε.Κ. αλλά και των εθνικών δικαστηρίων, θεωρώντας ότι επικρατέστερος - γενικός- ορισμός- του - καταναλωτή,- του αντισυμβαλλομένου κάθε προμηθευτή, ανεξαρτήτως των παρεχομένων -- προϊόντων ή υπηρεσιών, είναι το πρόσωπο, που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς σκοπούς, διότι στα πλαίσια των συναλλαγών αυτών δεν έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την εμπειρία και εν γένει, την εξειδικευμένη στο αντικείμενο αυτό διαπραγματευτική ικανότητα, την οποία έχει ο προμηθευτής, γεγονός που δικαιολογεί την προστασία του από το νόμο. Έτσι, ουσιαστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό του συμβαλλόμενου, ως καταναλωτή, πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού, ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Επομένως, μόνον οι συμβάσεις, που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις, που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικά ασθενέστερο μέρος. Έτσι και στις αποφάσεις του ΔΕΚ, κοινό χαρακτηριστικό και εννοιολογικός πυρήνας του ορισμού του καταναλωτή, αποτελεί η μη ικανοποίηση επαγγελματικών αναγκών με τη σύναψη της σύμβασης και όχι η ιδιότητα του συμβαλλόμενου λήπτη των υπηρεσιών, ως εμπόρου ή ελεύθερου επαγγελματία και, συνεπώς, ο όρος καταναλωτής περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, εφόσον αυτοί συνάπτουν συμβάσεις για τις ιδιωτικές τους ανάγκες. Μόνον, όταν οι επιχειρούμενες, από τους τελευταίους συναλλαγές συναρτώνται λειτουργικά με την άσκηση του επαγγέλματος τους, δεν τίθεται θέμα προστασίας τους με τις προβλεπόμενες ρυθμίσεις (Εφ. Αθ. 3884/2006, Ελλ.Δνη 48/2007, 305). Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι δεν προστατεύεται κάθε ασθενέστερος συναλλασσόμενος αλλά, μόνον, εκείνος, που συνάπτει την επίμαχη σύμβαση εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών του σχέσεων. Για τη διαπίστωση της συνδρομής της ανωτέρω προϋπόθεσης, δεν έχει σημασία η υποκειμενική του κατάσταση (αν λ.χ. το επάγγελμα του είναι άσχετο ή σχετικό με τη συγκεκριμένη σύμβαση), αλλά, αν μπορεί να θεωρηθεί, κατ’ αντικειμενική κρίση, ως επαγγελματίας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής. Κατά συνέπεια, ο αγοραστής τραπεζικών προϊόντων ή ο αποδέκτης τραπεζικών υπηρεσιών δεν μπορεί να θεωρηθεί, εκ των προτέρων, καταναλωτής, αποκλειστικά, λόγω του γεγονότος, ότι είναι αντισυμβαλλόμενος Τράπεζας. Η επίκληση και υπαγωγή στο προνομιακό καθεστώς προστασίας των διατάξεων του καταναλωτικού δικαίου, ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι, με γνώση και εμπειρία της αγοράς και σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούνται συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, αποβαίνει καταχρηστική, καθώς οι ανωτέρω συναλλασσόμενοι υπερβαίνουν κατά πολύ το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή και δεν είναι απαραίτητα το αδύνατο μέρος της συγκεκριμένης συναλλαγής (βλ. Εφ.Λαρ. 806/2010, Επισκ, Εμπ.Δ. 2011,461, Εφ.Θεσ. 317/2009, Δ.Ε.Ε. 2009, 819). Τέλος, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι στις περιπτώσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους των τραπεζών μεταξύ της διαμεσολαβούσας τράπεζας και του πελάτη υπάρχει, οπωσδήποτε, σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία προϋποθέτει την υποχρέωση της τράπεζας να δίνει συμβουλές στους πελάτες της για χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Πρέπει, στις περιπτώσεις αυτές, να γίνεται δεκτό ότι έχει συναφθεί σιωπηρά μία τέτοια σύμβαση, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί κάποιος τύπος, πράγμα που είναι σύνηθες στην πράξη. Στοιχεία, που φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών σε τέτοιες περιπτώσεις είναι, πρώτον, ότι για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανές ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον δυνητικό επενδυτή, αφού θα αποτελέσει για αυτόν τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για - επένδυση των κεφαλαίων του. Δεύτερο στοιχείο, που μπορεί να αναφερθεί, είναι ότι, καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής αποφασίζει με βάση τις συμβουλές των εν λόγω επιχειρήσεων, τις εμπιστεύεται και περιμένει μία υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική ενασχόλησή τους. Οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν και ίδιο οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους, άμεσο ή τουλάχιστον έμμεσο (βλ. Π.Πρ.ΑΘ. 7169/2010, Π.Πρ.Θεσσαλ. 19932/2009, 4481/2009, Μ.Πρ.ΑΘ. 299/2012, βλ. Ε. Αλεξανδρίδου, «Τα επενδυτικά προϊόντα της ..... και η κάλυψη των ζημιών των επενδυτών», Δ.Ε.Ε. 2010,136). Από τη συναλλακτική σχέση που δημιουργείται μεταξύ τράπεζας και πελάτη προκύπτουν τόσο γενικής φύσης υποχρεώσεις, όσο και ειδικής, οι οποίες έχουν τη βάση τους σε συγκεκριμένη σχέση. Τούτο συμβαίνει, κυρίως, για τους εξής λόγους: α) η τράπεζα είναι επαγγελματίας και γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω, δε, της θέσης της αυτής, μπορεί να προκύψει υποχρέωσή της να καταστήσει τον πελάτη της κοινωνό ορισμένων πληροφοριών ή να του παράσχει συμβουλές, β) από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές, ακόμη και η οικονομική κατάσταση του πελάτη της, γ) οι σχέσεις τράπεζας και πελάτη έχουν εμπιστευτικό και άρα, ιδιαίτερα ευαίσθητο χαρακτήρα, δεδομένου ότι η τράπεζα γνωρίζει πολλά προσωπικά και ενδεχομένως απόρρητα στοιχεία του πελάτη της, δ) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας, διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία. Η θέση αυτή των τραπεζών τους επιβάλλει την υποχρέωση ομαλής και καλόπιστης συνεργασίας τους με τους πελάτες τους και ε) η τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τον πελάτη της. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η θέση της τράπεζας είναι κατά πολύ πλεονεκτικότερη από αυτή των πελατών της, πράγμα που δικαιολογεί τη δημιουργία αυξημένης υποχρέωσης προστασίας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση και τις ειδικές συνθήκες κάθε συγκεκριμένης πεpίπτωσης. Τούτο, δε, διότι, μεταξύ τράπεζας και πελάτη δημιουργείται μία εξειδικευμένη σχέση εμπιστοσύνης αλλά εν μέρει και εξάρτησης του πελάτη, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε η τράπεζα έχει ειδικές γνώσεις των συνθηκών της αγοράς, καθώς και ευρύτατο φάσμα πληροφοριών. Από τη γενική αυτή υποχρέωση απορρέει, αφενός, η ειδικότερη υποχρέωση της τράπεζας να μην επιδιώκει μονομερώς την πρόταξη των ατομικών της συμφερόντων, καθώς και ότι η υπό ευρεία έννοια παροχή της πρέπει να τελεί σε σχέση αναλογίας με την αιτούμενη από τον πελάτη της αντιπαροχή και, αφετέρου, η ειδικότερη υποχρέωση ενημέρωσης και παροχής συμβουλών, ανάλογα και με τις συγκεκριμένες συνθήκες και το επίπεδο γνώσεων του πελάτη της. Έτσι, η τράπεζα έχει τέτοιου είδους υποχρέωση, όταν είναι πρόδηλο ότι ο συγκεκριμένος πελάτης δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους από τη σκοπούμενη συναλλαγή ή όταν η τράπεζα γνωρίζει ορισμένα γεγονότα, πού αν γνώριζε ο πελάτης της, πιθανότατα δεν θα προέβαινε στη σύναψή της. Αντίστοιχα, ισχύουν σχετικά με την υποχρέωση της τράπεζας για παροχή συμβουλών, σε περίπτωση που το ζητήσει ο πελάτης και το αποδεχθεί η τράπεζα (βλ. Ν. Ρόκα, Στοιχεία τραπεζικού δικαίου 2002, σελ. 352, Ψυχομάνη, Τραπεζικό δίκαιο - Δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων Γεν. μέρος, 2008, σελ. 31 επ.).

 Περαιτέρω, στο πλαίσιο όλων, εν γένει, των τραπεζικών συμβάσεων γεννώνται, πέραν των υποχρεώσεων των μερών για κύρια παροχή, και επιπρόσθετες παρεπόμενες υποχρεώσεις, τις οποίες υπαγορεύει και προσδιορίζει κατά περιεχόμενο η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, διευρύνοντας το περιεχόμενο της ενοχής. Επομένως, και αυτές οι υποχρεώσεις, παρότι προβλέπονται στο νόμο στο περιθώριο της ενοχής, δεν παύουν να θεωρούνται (και να είναι) συμβατικές, με συνέπεια, η παράβασή τους να συνιστά πλημμελή εκπλήρωση της παροχής (βλ. Ψυχομάνης ό.π., σελ. 33, Σταθόπουλος σε Γεωργιάδη - Σταθοπούλου Α.Κ. στο άρθρο 288 αρ. 23). Η παραπάνω αρχή λειτουργεί τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις όπου η συνδρομή ειδικών συνθηκών επιβάλλει παρέκκλιση από την αρχική ρύθμιση της ενοχικής σχέσης (βλ. Α.Π. Ολ. 927/1982, ΝοΒ 31,214, Σταθόπουλος, ό.π., αρ. 14). Εξάλλου, λόγω της προαναφερομένης σχέσης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, που χαρακτηρίζει κάθε τραπεζική σύμβαση και έχει ως γενικό περιεχόμενο την πίστη κυρίως του πελάτη της τράπεζας ότι αυτή θα πράξει ότι είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση και την προστασία των οικονομικών του συμφερόντων, αλλά και της ίδιας της τράπεζας ότι ο πελάτης της συμπεριφέρεται απέναντι της με ειλικρίνεια και διάθεση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που αναλαμβάνει, η εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης (288 Α.Κ.) προσλαμβάνει ιδιαίτερα ευρύ περιεχόμενο και ένταση στα πλαίσια των τραπεζικών συναλλαγών. Οι αρχές αυτές επιβάλλουν τόσο στα διαπραγματευόμενα όσο και στα συμβαλλόμενα μέρη την τήρηση συμπεριφοράς ανταποκρινόμενης στην ιδιαιτερότητα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των μερών. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (197-198 Α.Κ.), η σχέση εμπιστοσύνης, ως απόρροια της εφαρμογής της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αφορά οπωσδήποτε στις γενικές υποχρεώσεις διαφώτισης και προστασίας. Η πρώτη έχει ως αντικείμενο την παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων, σχετικά με το περιεχόμενο της σκοπούμενης σύμβασης, ώστε να διαφυλάσσεται η συμβατική ελευθερία, δηλαδή να μην επηρεάζεται από άγνοια η βούληση του άλλου μέρους, κατά τη σύναψη της σύμβασης και τη διαμόρφωση του περιεχομένου της. Η δεύτερη αφορά στη λήψη μέτρων προστατευτικών των απολύτων εννόμων αγαθών, αλλά και της περιουσίας του άλλου μέρους. Κατά το στάδιο της συμβατικής δέσμευσης, η σχέση εμπιστοσύνης - επιβάλλει στην τράπεζα τις γενικές "υποχρεώσεις", αφενός, της τήρησης εξαιρετικής επιμέλειας, ως προς την εξυπηρέτηση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη της και, αφετέρου, σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, της πρόταξης του συμφέροντος αποκλειστικά του πελάτη της. Ο τελευταίος οφείλει, επίσης, από την πλευρά του να επιδεικνύει ιδιαίτερα ειλικρινή συμπεριφορά και επιμέλεια. Η παράβαση αυτών των υποχρεώσεων, που θεωρούνται, επίσης, συμβατικές, συνεπάγεται, βεβαίως, ενδοσυμβατική ευθύνη του παραβάτη (βλ. Ψυχομάνης, ό.π., σελ. 35 επ). Ειδικότερη παράβαση των αρχών της καλής πίστης μπορεί να αποτελέσει και η εκμετάλλευση της υπερέχουσας θέσης της τράπεζας έναντι του πελάτη της και, μάλιστα, με την χρησιμοποίηση μεθοδεύσεων μη ανταποκρινόμενων στην εντιμότητα και την ειλικρίνεια των συναλλαγών, με αποτέλεσμα τη συνομολόγηση υπέρ αυτής συμβατικών όρων, που διαταράσσουν υπέρμετρα την ισορροπία σε βάρος του πελάτη, με συνεκτίμηση, βέβαια, της φύσης των αγαθών και των υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση. Εξάλλου, το παράνομο της αδικοπρακτικής ευθύνης συντρέχει και όταν παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των προσώπων και αγαθών, με τα οποία η συμπεριφορά ενός κοινωνού του δικαίου έρχεται ή μπορεί να έλθει σε επαφή ή άλλως «το επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του μη υπαιτίως ζημιούν άλλον». Την υποχρέωση να τηρείται η εν λόγω συμπεριφορά επιβάλλουν οι γενικές ρήτρες, που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης (ιδίως 281 και 288 Α.Κ.). Την επιβάλλει, ακόμα, το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 914 Α.Κ., αλλά και το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας μας, που καθιερώνει για κάθε άτομο γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς. Το κυριότερο, δε, κριτήριο, με βάση το οποίο θα κρίνεταη αν υπάρχει ή όχι τέτοια υποχρέωση (που η παράβασή της θα σήμαινε παρανομία), είναι η αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη (βλ. ΟλΑΠ 967/ 1973, ΝοΒ 22,505, ΑΠ 4617/2012, Σταθόπουλος Γεν. Ενοχικό Δίκαιο, 2004, σελ. 798 επ.). Ακόμη, όταν η πράξη ή η παράλειψη, που συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης, είναι συγχρόνως και καθ’ εαυτή παράνομη, δηλαδή θα ήταν παράνομη και εάν είχε διαπραχθεί χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, γίνεται δεκτή συρροή των δύο λόγων ευθύνης, δηλαδή της ενδοσυμβατικής και της αδικοπρακτικής ( βλ...Ολ ΑΠ 967/1973 ό.π., Α.Π. 1123/2006, Ελλ.Δνη 47,1433, Α.Π. 1120/2005, Ε.Α. 7466/2007, Ελλ.Δνη 49,930). Τότε, μόνον, οφείλεται αποζημίωση, αν το γεγονός, γενικότερα, που δημιουργεί την ευθύνη, υπήρξε πράγματι η αιτία της ζημίας. Η σχέση αυτή αιτίου και αποτελέσματος μεταξύ γεγονότος ικανού κατ` αρχήν να ιδρύσει ευθύνη και της ζημίας είναι η αιτιώδης συνάφεια ή αιτιώδης σύνδεσμος, που υπάρχει, όταν η συμπεριφορά του δράστη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν αντικειμενικά, ικανή να επιφέρει, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Α.Π. 1382/2009, Επισκ.Ε.Δ. 2010, 125, Λιτζερόπουλος στην Ερμ.Α.Κ., εισαγ.άρθρα 297-300/αρ. 33 επ., Σταθόπουλος, 481 επ). Το εάν το καταλογιζόμενο στο παρ’ ου ζητείται η αποζημίωση γεγονός ήταν ικανό, κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την επελθούσα ζημία, θα κριθεί, κατά την ορθότερη άποψη με τα κριτήρια και την ικανότητα πρόβλεψης του επιμελούς εν γένει συναλλασσόμενου του οικείου κύκλου δραστηριότητας, επί τη βάσει των δεδομένων της πείρας και των περιστατικών, τα οποία ήταν, κατά το χρόνο στον οποίο έγινε η πράξη, δηλαδή και πριν επέλθει το αποτέλεσμα, γνωστά σ` αυτόν (βλ. Μον. ΕφΛαρ 113/2016, Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο, τευχ. 3/2016, Εφ.ΑΘ. 4617/2012, Σταθόπουλος, ό.π., Λιτζερόπουλος, ό.π., αρ. 45).

 V. Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως επαναπροσκομίζουν και τις υπ’ αριθμ. ../8-4-2015 και ../14-4-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των Ειρηνοδικών Βόλου και Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, που λήφθηκαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των εναγόντων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι εναγόμενες εταιρίες συναποτελούν το τμήμα «......», το οποίο αποτελεί τον κύριο φορέα υπηρεσιών ... της πρώτης των εναγομένων. Σημειωτέον ότι η δεύτερη των εναγόμενων, οιονεί καθολική διάδοχος, δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...», είναι θυγατρική της πρώτης των εναγόμενων κατά 100%. Οι ενάγοντες, πελάτες της πρώτης εναγόμενης τράπεζας, κατόπιν προτροπής στελεχών των εναγομένων εταιριών, στα οποία απευθύνθηκαν, προκειμένου να τους αναθέσουν το χειρισμό της επένδυσης των αποταμιεύσεών τους, στα πλαίσια ισάριθμων συμβάσεων παροχής επενδυτικών συμβουλών και λήψης/εκτέλεσης εντολών, κατέστησαν κύριοι ομολογιακών τίτλων με την ονομασία «...» και κωδικό ISIN ... . Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων, που γεννήθηκε στις 13/8/1931, συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός και η δεύτερη ενάγουσα, που γεννήθηκε στις 3/7/1939, σύζυγοι, τηρούσαν κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην εναγομένη τράπεζα. Την 31/3/2006 υπεγράφη, μεταξύ της εναγομένης τράπεζας, της δικαιοπαρόχου της δεύτερης εναγομένης και των εναγόντων αυτών, η υπ’ αριθμ. ... σύμβαση παροχής επενδυτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Παράρτημα της εν λόγω σύμβασης ήταν ένα ερωτηματολόγιο για το επενδυτικό προφίλ του πελάτη. Κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου προέκυψε για τους ενάγοντες αυτούς συντηρητικό προφίλ. Στα πλαίσια λειτουργίας της σύμβασης αυτής, οι εν λόγω ενάγοντες, προέβησαν στην αγορά του εν λόγω ομολόγου και συγκεκριμένα, στις 4/4/2006 αγόρασαν ομόλογο ... EUR με ISIN .., ονομαστικής αξίας 3.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 3.054,84 ευρώ. Την ίδια ημερομηνία αγόρασαν ομόλογο ...10-2- 2015 EUR, με ISIN ..., ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 50.988,92 ευρώ. Στις 11/5/2006, αγόρασαν ομόλογο  ..EUR, με ISIN ... , ονομαστικής αξίας 139.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 140.545,28 ευρώ. Πέραν των αγορών του επιδίκου ομολόγου, προέβησαν και στις εξής τοποθετήσεις: Στις 4/4/2006 αγόρασαν ομόλογο ..., αξίας 101.155,75 ευρώ, ομόλογο .., αξίας 150.990,63 ευρώ, στις 5/4/2006, αγόρασαν ομόλογο ..., αξίας 101.165,04 ευρώ,  αγόρασαν ομόλογο ... , αξίας 79.331,08 ευρώ, στις 12/4/2006, αγόρασαν ομόλογο ... , αξίας 301.757,61 ευρώ. Από την αγορά του επιδίκου ομολόγου μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2011, οι ενάγοντες αυτοί εισέπρατταν τους τόκους αυτού και ενημερώνονταν τακτικά για τη πορεία των παραπάνω επενδύσεών τους, που ουδέποτε αμφισβήτησαν ότι έγιναν κατόπιν εντολής τους. Στις 14/3/2011, ο πρώτος ενάγων, με επιστολή του προς τη Τράπεζα, ζήτησε το κλείσιμο της παραπάνω σύμβασης παροχής επενδυτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπέγραψε την υπ’ αριθμ. ../3-3-2011 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Με την από 14/3/2011 επιστολή του, ο ενάγων αυτός δήλωσε ότι έχει ελέγξει όλες τις χρεωπιστώσεις στα πλαίσια λειτουργίας της επίδικης σύμβασης και αναγνώρισε ανεπιφύλακτα όλες τις κινήσεις του λογαριασμού αυτού. Ο τρίτος ενάγων απασχολείται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από - 1/4/1999, ως χειριστής ηλεκτρ. γερανού σε εταιρία επεξεργασίας χάλυβα, στο... και από της 9/7/1999 τηρούσε λογαριασμό ταμιευτηρίου στην εναγομένη τράπεζα, με συνδικαιούχους τους γονείς του, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων. Την 1/12/2004 υπεγράφη μεταξύ των παραπάνω εναγομένων και του τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων, η υπ’ αριθμ. ... Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Στις 10/8/2005, οι ενάγοντες αυτοί αγόρασαν το επίδικο ομόλογο ... 10-2-2015 EUR, με στοιχεία ISIN.., ονομαστικής αξίας 28.000 ευρώ και ποσού αγόρασαν ομόλογο της εταιρίας ... 23/9/2015 6,5 USD, με στοιχεία ..., αξίας συναλλαγής 91.999,50 ευρώ, το οποίο πώλησαν στης 20/5/2010. Στις 8/12/2004, οι ενάγοντες αυτοί αγόρασαν ομόλογο ... 5-8-2004, αξίας συναλλαγής 104.701,63 ευρώ, το οποίο πώλησαν από 20/9/2005 έως 5/8/2009. Από την αγορά του επιδίκου ομολόγου και μέχρι το Νοέμβριο τους έτους 2011, οι ενάγοντες αυτοί εισέπρατταν κανονικά τους τόκους του συγκεκριμένου ομολόγου και ενημερώνονταν για την πορεία των επενδύσεών τους. Ο έκτος ενάγων, ηλικίας 76 ετών (συνταξιούχος), κατά την άσκηση της αγωγής και ήδη, στις 10/11/2013 αποβιώσας, ο οποίος κληρονομήθηκε στην ένδικη έννομη σχέση από την όγδοη των εναγόντων, .. , δυνάμει της από 15/10/2013 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε από το Ειρηνοδικείο Καρδίτσας με το υπ’ αριθμ. .../17-4-2014 πρακτικό του, τηρούσε τις αποταμιεύσεις που είχε συγκεντρώσει από πολλά έτη εργασίας στην ... Τράπεζα. Στις 10/5/2005, υπεγράφη μεταξύ των παραπάνω εναγόμενων και των έκτου, έβδομης και όγδοης των εναγόντων, η υπ’ αριθμ. ... σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Με την υπογραφή της σύμβασης, οι ενάγοντες αυτοί προέβησαν στις εξής αγορές του επιδίκου ομολόγου: α) Στις 10/5/2005, αγόρασαν το ομόλογο ... 10-2-2015 EUR, με ISIN .. , ονομαστικής αξίας 363.000 ευρώ και αξίας διακανονισμού 365.031,54 ευρώ, με τρέχον κουπόνι και μέχρι της 10/11/2005 3,475% και μετά την ημερομηνία αυτή με κουπόνι .. τριμήνου πλέον 1,35%, β) Στις 30/9/2005, αγόρασαν το επίδικο ομόλογο ... 10- 2- 2015 EUR, με ISIN ... , ονομαστικής αξίας 4.000 ευρώ και αξίας διακανονισμού 4.031,74 ευρώ, με τρέχον κουπόνι και μέχρι 10/11/2005 3,475% και μετά την ημερομηνία αυτή με κουπόνι .. τριμήνου πλέον 1,35%. Οι ενάγοντες αυτοί, στα πλαίσια λειτουργίας της ως άνω σύμβασης, προέβησαν σε αγοραπωλησίες αμοιβαίων κεφαλαίων και δη, στις 4/10/2007, σε αγορά του προϊόντος .... Διαθεσίμων Εξωτερικού, αξίας 11.076,16 ευρώ, 13/2/2008, σε αγορά προϊόντος .... Τακτικού Εισοδήματος Ομολογιακό Διεθνές, αξίας 25.757,07 ευρώ και στις 26/5/2008, σε αγορά του ίδιου ως άνω ομολόγου ποσού 4.761,58 ευρώ, ενώ την 1/11/2006 προέβησαν στην αγορά του προϊόντος ... , αξίας 10.900 ευρώ. Από την αγορά του επιδίκου ομολόγου και μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2011, οι ενάγοντες αυτοί εισέπρατταν κανονικά τους τόκους του συγκεκριμένου ομολόγου και ενημερώνονταν για την πορεία των επενδύσεών τους. Ο ένατος των εναγόντων είναι συνταξιούχος του Ελληνικού Δημοσίου και πελάτης της εναγομένης τράπεζας από 15/10/1984. Στις 21/1/2005, υπεγράφη μεταξύ των παραπάνω έναγομένων και των ένατου, δέκατης, ενδέκατου και δωδέκατης των εναγόντων, η υπ’ αριθμ. ... σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και μέσω του επενδυτικού του λογαριασμού, στις 23/11/2005, προέβησαν στην αγορά του επίδικου ομολόγου ... 10-2-2015 EUR, με ISIN .., ονομαστικής αξίας 197.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 199.426,44 ευρώ, με τρέχον κουπόνι, κατά την ημερομηνία αγοράς και μέχρι στις 10/11/2005, 3,647% και μετά τις 10/11/2005 επιτοκίου Euribor τριμήνου πλέον 1,35%, στις 9/2/2006, προέβησαν στην αγορά του προϊόντος ... αξίας 53.836,13 ευρώ, στις 2/2/2007, οι ενάγοντες αυτοί αγόρασαν ομόλογο ... 26/5/2016 EUR, ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 50.556,47 ευρώ, με τρέχον κουπόνι, κατά την ημερομηνία αγοράς και μέχρι την 26/5/2008 επιτοκίου 4,368% και μετά την 26/5/2008 επιτοκίου EURIBOR τριμήνου, πλέον, 0,75%, την 15/2/2007, οι ενάγοντες αυτοί αγόρασαν ομόλογο .... 16/9/2009, 6,825 EUR, ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 51.859,79 ευρώ, με απόδοση 6,825% ετησίως μέχρι τη λήξη του 16/9/2009 και 27/6/2007, αγόρασαν ομόλογο 30/5/2014 4,407 EUR, ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 100.053,98, με τρέχον κουπόνι, κατά την ημερομηνία αγοράς 4,10 % μέχρι 30/8/2007. Πέραν των ανωτέρω τοποθετήσεων, οι ενάγοντες αυτοί είχαν αγοράσει και άλλα εταιρικά ομόλογα, όπως τις 27/1/2005 ομόλογο ... 19/8/2004, ποσού 78.117,47 ευρώ, την 28/1/2005 το ίδιο ομόλογο ποσού 311.220,34 ευρώ, την 9/2/2006 , αγόρασαν ομόλογο ... 5-8-2004, ποσού 53.836,13 ευρώ και της 20/7/2006 αγόρασαν ομόλογο ... 20-7- 2006, ποσού 490.000 ευρώ. Από την αγορά του επίδικου ομολόγου και μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2011, οι ενάγοντες αυτοί εισέπρατταν κανονικά τους τόκους του συγκεκριμένου ομολόγου και ενημερώνονταν για την πορεία των επενδύσεών τους. Οι εναγόμενες, ανταποκρινόμενες σε αίτημα του ένατου ενάγοντος, απέστειλαν σε αυτόν την από 14/1/2009 επιστολή τους, στην οποία αναφέρονταν όλα τα προϊόντα του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος αυτού και αναφορικά με το επίδικο ομόλογο τα κάτωθι: «... 10-2-2015 - 10-2-2015 .... ονομαστικής αξίας ευρώ 197.000. Εκδότης είναι η ..και εγγυητής η ... Η εταιρία εκδόσεως του ομολόγου δεσμεύεται ότι η τιμή του θα επιστρέφει στο 100% της ονομαστικής αξίας στη λήξη του ή στην περίπτωση πιθανής προηγούμενης ανάκλησής του. Πρώτη ημερομηνία ανάκλησης του ομολόγου ορίζεται η 10/2/2010 και μετά από αυτή κάθε τρίμηνο. Το ποσό δεν είναι εγγυημένο σε περίπτωση πτώχευσης του εκδότη και εγγυητή. Σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης ... η πιστοληπτική διαβάθμιση του εκδότη σήμερα είναι η ... Επισημαίνεται για τη δυνατότητα σύγκρισης ότι , σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης .... , το Ελληνικό Δημόσιο έχει πιστοληπτική διαβάθμιση ....». Στις 18/5/2005, υπεγράφη μεταξύ`των παραπάνω εναγομένων και του δέκατου τρίτου και της δεκάτης τέταρτης των εναγόντων, η υπ’ αριθμ. ... σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Παράρτημα της εν λόγω σύμβασης ήταν ένα ερωτηματολόγιο για το επενδυτικό προφίλ του πελάτη. Κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου προέκυψε για τους ενάγοντες αυτούς συντηρητικό προφίλ. Στα πλαίσια λειτουργίας της σύμβασης αυτής, οι εν λόγω ενάγοντες προέβησαν στην αγορά των παρακάτω ομολόγων: α) της 19/5/2005, αγόρασαν ομόλογο ... με αξία συναλλαγής 305.928,63 ευρώ, β) στις 20/5/2005, αγόρασαν αμοιβαίο κεφάλαιο της εταιρίας ... , με αξία συναλλαγής 90.000 ευρώ, γ) στις 29/11/2005, αγόρασαν ομόλογο ... 10/2/2015, αξίας συναλλαγής 90.150,31 ευρώ, σε αντικατάσταση του αμοιβαίου κεφαλαίου της εταιρίας ...και συγκεκριμένα του ..., δ) στις 4/5/2006, αγόρασαν ομόλογο ... 21/2/2006, αξίας συναλλαγής 15.013,77 ευρώ, ε) στις 8/5/2006, αγόρασαν ομόλογο ..., αξίας συναλλαγής 13.226,72 ευρώ, στ) στις 10/11/2006, αγόρασαν ομόλογο .. , αξίας συναλλαγής 15.031,13 ευρώ, ζ) Στις 9/8/2007, αγόρασαν ομόλογο ... , αξίας συναλλαγής ποσού 32.461,34 ευρώ, η) στις 12/2/2008 αγόρασαν ομόλογο ... , αξίας συναλλαγής 30.602,57 ευρώ και θ) στις 14/8/2008, αγόρασαν ομόλογο ..., αξίας συναλλαγής 14.759,78 ευρώ. Από την αγορά του επίδικου ομολόγου μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2011, οι ενάγοντες αυτοί εισέπρατταν τους τόκους και ενημερώνονταν για τη πορεία των επενδύσεών τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ως άνω επίδικο ομόλογο είχε εκδοθεί στις 10/2/2005, με την εγγύηση της τράπεζας με την επωνυμία «...» (μετέπειτα «...») από τη θυγατρική αυτής «...», η οποία είχε συσταθεί, μόνον, ως προς το σκοπό έκδοσης του ομολόγου. Το συνολικό ποσό της έκδοσης ανήλθε σε 50.000.000 ευρώ. Το ομόλογο εισήλθε προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, ενώ το τοκομερίδιό του πληρωνόταν κάθε τρίμηνο με βάση το τρίμηνο επιτόκιο συν περιθώριο 1,35% μέχρι και το Φεβρουάριο του έτους 2010 και ύστερα, σε περίπτωση μη ανάκλησης, προσαυξημένο κατά 1,30% . Προερχόταν από δευτερογενή αγορά και ήταν ομόλογο μειωμένης εξασφάλισης. Η διαβάθμιση από το Διεθνή Οίκο Αξιολόγησης ... ήταν .., που σύμφωνα με τον ίδιο Οίκο Αξιολόγησης καταδεικνύει μέτριες προοπτικές επιβίωσης. Τα ανωτέρω στοιχεία δεν γνωστοποιήθηκαν στους ενάγοντες πριν την αγορά του ομολόγου ούτε αναγράφονται στα προαναφερόμενα «αποδεικτικά εντολής συναλλαγής», τα οποία ήταν και τα μόνο έγγραφα, που τους παρόδόθηκαν. Ακόμα, αποδείχθηκε ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, το ομόλογο είχε καθοδική πορεία και υπήρξε υποβάθμισή του από .. κατά την έκδοσή του, σε . , στις 3/11/2008, σε CCC+ στις 29/7/2009, σε CCC στις 3/11/2009 και σε C στις 22/12/2011, οπότε και αποσύρθηκε από τις διαβαθμίσεις. Επίσης, σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο 2006 της .... , εγγυήτριας του ομολόγου, η Τράπεζα, το Δεκέμβριο του έτους 2005, είχε λάβει από το διεθνή οίκο αξιολόγησης ... τις εξής διαβαθμίσεις: Μακροπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση .., Βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση -.., χρηματοοικονομική θέση -C/D. Σύμφωνα με τους ορισμούς του ίδιου οίκου, με ημερομηνία δημοσίευσης ορισμών τον 12/2014, η μακροπρόθεσμη αξιολόγηση της ...., ως .. , υποδεικνύει ότι υπήρχε αυξημένος κίνδυνος να διακόψει πληρωμές, ιδιαίτερα, ως αποτέλεσμα δυσμενών οικονομικών αλλαγών ή μεταβολών της αγοράς. Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση, ως ., υποδεικνύει κερδοσκοπικού χαρακτήρα πιστοληπτική ικανότητα και μέτριες προοπτικές για έγκαιρη αποπληρωμή χρηματοοικονομικών δεσμεύσεων και αυξημένη ευπάθεια σε περίπτωση δυσμενών αλλαγών στις χρηματοπιστωτικές και οικονομικές συνθήκες, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Τέλος, η αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής θέσης της τράπεζας, ως C/D, υπεδείκνυε ότι επρόκειτο για τράπεζα με μία ή και περισσότερες προβληματικές πτυχές και αδυναμίες εσωτερικής ή και εξωτερικής προέλευσης. Η αξιολόγηση αυτή υπεδείκνυε, επιπλέον, ανησυχίες, σε σχέση με τη κερδοφορία της, τα στοιχεία ισολογισμού της, τη διοίκηση και το περιβάλλον λειτουργίας της ή τις προοπτικές της. Εξάλλου, στην αρχική σελίδα του ενημερωτικού σημειώματος για την έκδοση του εν λόγω ομολογιακού δανείου, αναφέρεται ότι η έκδοση είναι με την «αμετάκλητη εγγύηση» της ... και διευκρινίζεται ότι η εγγύηση αυτή αναφέρεται στη μειωμένης διασφάλισης εγγύηση. Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοχοι ομολογιών εκδόσεως της ... θα ικανοποιούνταν, μόνον, εφόσον ικανοποιούνταν πλήρως οι προηγούμενοι τη τάξει πιστωτές της εγγυήτριας .... , δηλ. μετά τους πιστωτές της εγγυήτριας με διασφάλιση και μετά τους λοιπούς πιστωτές μειωμένης διασφάλισης, που δεν κατατάσσονταν όπως οι συγκεκριμένες ομολογίες. Σε περίπτωση δηλ. πτώχευσης, εκκαθάρισης κλπ, η Τράπεζα θα ικανοποιούσε πρώτα όλους τους λοιπούς πιστωτές της και έπειτα τους πιστωτές της ... Καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, οι ενάγοντες ελάμβαναν μηνιαίως από τις εναγόμενες, υπό τον κοινό τίτλο «...», τη μηνιαία αποτίμηση του χαρτοφυλακίου, στην οποία αναγραφόταν η κατηγορία επένδυσης , η εκάστοτε αποτίμησή της, η αριθμητική και ποσοστιαία μεταβολή της τιμής του ομολόγου, η αναλυτική κίνηση του τηρουμένου επενδυτικού λογαριασμού και οι τόκοι. Ακολούθως, με την από 28/12/2011 επιστολή της πρώτης εναγόμενης προς τους ενάγοντες, ενημέρωσε αυτούς, ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. 25/1/17-12-2011 απόφασης της επιτροπής πιστωτικών και ασφαλιστικών θεμάτων της ........ , ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εγγυήτριας του ομολόγου «....» (πρώην .....), η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, ότι η ικανοποίηση των αξιώσεών τους από το ανωτέρω ομόλογο θα εξαρτηθεί από την πορεία και τα αποτελέσματα της ειδικής εκκαθάρισης της εν λόγω εταιρίας και ότι ο ειδικός εκκαθαριστής καλούσε τους πιστωτές να αναγγείλουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους μέχρι 10/2/2012. Επίσης, με βάση την με αρ. ./17-12-2011 (ΦΕΚ Β 2856/17-12-2011) απόφαση της ίδιας επιτροπής, το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της ως άνω εγγυήτριας του ομολόγου τράπεζας, μεταβιβάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «...», το οποίο κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «..». Στα μεταβιβαζόμενα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονταν οι υποχρεώσεις μειωμένης διασφάλισης, αφού οι δανειστές μειωμένης εξασφάλισης ικανοποιούνται από το προϊόν της εκκαθάρισης, μετά την ικανοποίηση των ενέγγυων πιστωτών. Σύμφωνα με την από 11/10/2012 έγγραφη δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας, οι πιστωτές μειωμένης διασφάλισης έπονται στη σειρά ικανοποίησης από όλους τους πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης για τους σκοπούς της εκκαθάρισης. Στην ανωτέρω έγγραφη δήλωση γίνεται ρητή αναφορά ότι αναμένεται ότι οι πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης θα ικανοποιηθούν πλήρως, σε αντίθεση με τους μειωμένης διασφάλισης. Η ίδια η εκδότρια τράπεζα, δια των εκκαθαριστών της, δηλώνει ότι λόγω της θέσης σε εκκαθάριση τόσο αυτής , όσο και της εγγυήτριας του τίτλου, η ικανοποίηση των κατόχων των ομολόγων έχει καταστεί περιορισμένη, αν όχι αδύνατη. Ενόψει του γεγονότος ότι, βάσει της υπ’ αριθμ. 26/1/17-12-2011 απόφασης, άρθρο 2, στοιχ. Β`, στα μεταβιβαζόμενα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της ... από το ομολογιακό δάνειο μειωμένης εξασφάλισης, εκδόσεως της .., για κεφάλαιο ύψους 50 εκατ. ευρώ, αλλά και του ότι, από την προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση από 11/10/2012 δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας αυτής εταιρίας, προκύπτει το απίθανο της εξόφλησης των μειωμένης εξασφάλισης πιστωτών, που έπονται στην τάξη όλων των πιστωτών μη μειωμένης εξασφάλισης, πλήρως καταδεικνύεται ότι από τη θέση σε ειδική εκκαθάριση της εκδότριας και της εγγυήτριας του ενδίκου ομολόγου εταιρίας, δεν υφίσταται διότι έχει αναιρεθεί, η σχέση αντιστοιχίας μεταξύ του κεφαλαίου, που έχει επενδυθεί εκ μέρους των εναγόντων και της αξίας όσων τίτλων περιλαμβάνονται στην περιουσία τους, η οποία είναι μηδενική. Έτσι, λόγω της εκμηδένισης της αξίας του ομολόγου, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία, ίση με τα ως άνω χρηματικά ποσά, που διέθεσαν για την αγορά τους έκαστος εξ αυτών, η οποία έχει συντελεστεί και άρα, είναι παρούσα, απορριπτομένου, ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού των εναγόμενων, ότι επίκειται η απόληψη των χρημάτων των εναγόντων από τη διαδικασία αναγγελίας αυτών στη διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης της ... Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι οι ενάγοντες, κατά το χρόνο σύναψης των ως άνω συμβάσεων εξακολουθούσαν να υποβάλλονται στους ίδιους εκτεταμένους περιορισμούς, οι οποίοι στην ηλικία τους και ανάλογα του μορφωτικού επιπέδου, που είχαν (ως αναφέρονται ανωτέρω), αποτελούν πλέον σταθερά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους. Οι περιορισμοί αυτοί αναγόμενοι στο επίπεδο της εκπαίδευσης των εναγόντων και στο περιεχόμενο των εμπειριών τους, προκαλούν στη συγκεκριμένη περίπτωση την εκ μέρους των τελευταίων αναμενόμενη εκδήλωση της αδυναμίας αυτών, να αντιληφθούν την ιδιότητα του ομολόγου και τη βαθμίδα επενδυτικού κινδύνου αυτού. Σε κάθε περίπτωση, εάν οι εναγόμενες δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους, είχαν δώσει εγγράφως στους ενάγοντες το ανωτέρω ενημερωτικό δελτίο της εκδότριας του ομολόγου, μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα και είχαν επιχειρήσει προφορικώς να τους αναπτύξουν τις δυσνόητες για το μέσο άνθρωπο έννοιες αυτού και να τους εξηγήσουν το περιεχόμενο της συναλλακτικής σχέσης, που περιγράφεται στο έγγραφο αυτό, είναι βέβαιο ότι αυτοί θα είχαν αρνηθεί να επιχειρήσουν την προτεινόμενη σε αυτούς τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, προεχόντως, διότι δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν, ώστε να ελέγξουν, τη μορφή και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης πολύπλοκης συναλλακτικής σχέσης. Κατά μείζονα λόγο, οι ενάγοντες θα είχαν απορρίψει την επένδυση αυτή, σε περίπτωση (που είχαν πληροφορηθεί ότι η διάθεση του εν λόγου ομολόγου απαγορευόταν στην Ελλάδα και ότι η εναγομένη δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των ιδίων σε σχέση με το επενδυόμενο κεφάλαιο, διότι στη συγκεκριμένη συμβατική σχέση η αντισυμβαλλόμενη-εκδότρια ήταν μία εταιρία εδρεύουσα στο Λονδίνο. Με τα δεδομένα αυτά, κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι εναγόμενες παρέλειψαν, όπως είχαν υποχρέωση, να ενημερώσουν σχετικά με τα ανωτέρω αναφερόμενα χαρακτηριστικά της επένδυσης, την οποία τους υπέδειξαν να επιχειρήσουν, με συνέπεια οι συγκεκριμένοι διάδικοι να μην έχουν κατανοήσει, τουλάχιστον, τους κινδύνους να υποστούν απώλεια του κεφαλαίου, οι οποίοι, όπως αποδεικνύεται, βασίμως συνδεόταν με μίας τέτοιας μορφής επιλογή εκ μέρους τους. Η συμπεριφορά αυτή των εναγομένων, η οποία εκδηλώθηκε έναντι των εναγόντων, συνιστάμενη στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης των εναγόντων-πελατών τους, σχετικά με την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, εξεταζομένη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με το Ν 2396/1996, φέρνει την τράπεζα σε υπαίτια θέση έναντι των πελατών της, ακριβώς εξαιτίας της πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της από τις συναφθείσες συμβάσεις, κατά τα εκτιθέμενα και στη νομική σκέψη της παρούσας. Επιπροσθέτως, η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά, ταυτόχρονα και παράβαση του τότε ισχύοντος ΚΔΕΠΕΥ ΥΑ 12263/1997, δυνάμει των διατάξεων του οποίου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μίας τράπεζας, αν δεν επιμελείται της συμπληρώσεως σχετικού ερωτηματολογίου πριν την παροχή της επενδυτικής συμβουλής, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει, με απολύτως σαφή τρόπο, τον επενδυτή ,ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων, όπως αναλύονται εκτενώς στα διαλαμβανόμενα της παραπάνω νομικής σκέψης. Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με το Κεφ. Β` αριθμ. 4 περ. γ` της Πράξης Διοικητή της .. αρ. 2501/2002 (ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ΦΕΚ Α` 277) «Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν επίσης να παρέχουν ενημέρωση για τη νομική θέση και τα δικαιώματα των συναλλασσομένων, ιδίως στην περίπτωση κατοχής εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων τίτλων (π.χ συμφωνίες πώλησης με επαναγορά) και λοιπών αξιών των συναλλασσομένων, είτε αυτή προκύπτει από καταθέσεις είτε από επενδυτικά ή σύνθετα προϊόντα», ενώ σύμφωνα με το Κεφ. Γ της ίδιας Πράξης αρ. 1 στοιχ. γ` και δ` «Οφείλουν να γνωστοποιούν στους συναλλασσομένους πριν από τη σύναψη της σύμβασης, όλους τους όρους που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση και να τους παρέχουν πλήρες αντίγραφο μετά την σύναψή της. Χορηγούν στους πελάτες τους παραστατικά συναλλαγών, καθώς και ανάλυση των καταβολών που πραγματοποιούν οι συναλλασσόμενοι σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους από τόκους, προμήθειες, εφάπαξ έξοδα και φόρους- τέλη. Η ανάλυση αυτή παρέχεται το αργότερο με την επόμενη της συναλλαγής περιοδική ενημέρωση». Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου για την πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων, ενισχύεται και από το γεγονός ότι, καίτοι οι εναγόμενες όφειλαν, συμμορφούμενες προς τις αναληφθείσες συμβατικές τους υποχρεώσεις, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, να προσκομίσουν στους ενάγοντες το προμνησθέν ενημερωτικό σημείωμα εκδότη, προκειμένου να ενημερωθούν πλήρως και εμπεριστατωμένα για το επενδυτικό αυτό προϊόν, επεξηγούμενο απαραιτήτως από τους έχοντες εξειδικευμένες γνώσεις αλλά και σχετική εμπειρία υπαλλήλους αυτών, όχι μόνο παρέλειψαν να το κάνουν, αλλά, το πρώτον, ενημέρωσαν τον ένατο των εναγόντων για την εκδότρια και την εγγυήτρια του ένδικου ομολόγου, καθώς και για την αξιολόγηση αυτού, μόλις περί τα μέσα του έτους 2009, όταν αυτός ζήτησε την ανάληψη των χρημάτων του για την κάλυψη προσωπικών του αναγκών και ανακάλυψε ότι αυτά ήταν δεσμευμένα, πλέον του επιθυμούμενου από αυτόν χρονικού διαστήματος, τους, δε, λοιπούς των εναγόντων, μετά την επίδοση σε αυτούς της ως άνω επιστολής της πρώτης εναγομένης, με την οποία τους ενημέρωνε περί της ανακλήσεως της άδειας της εγγυήτριας του ομολόγου εταιρίας, οπότε και κατόπιν δικών τους αιτημάτων και ερευνών, έλαβαν γνώση του ενημερωτικού αυτού δελτίου, το οποίο, μάλιστα, στην αρχική του μορφή, συνταγμένο στην Αγγλική γλώσσα και με τους δυσνόητους χρηματοοικονομικούς όρους, αδυνατούσαν να κατανοήσουν, χωρίς τις αναγκαίες επεξηγήσεις από εξειδικευμένους συμβούλους επί των οικονομικών, στους οποίους προσέτρεξαν. Τότε, πλέον, οι τελευταίοι πληροφορήθηκαν ότι η εκδότρια του ομολόγου εταιρία είχε έδρα το ...., ήταν θυγατρική σε ποσοστό 100% εταιρία της ........ και είχε συσταθεί στις 16-11-2004 στην Αγγλία και την Ουαλία, ως δημόσια εταιρία περιορισμένης ευθύνης (..), διεπόμενη από το Αγγλικό Δίκαιο, ήτοι τον Act 1985. Μέχρι του χρονικού αυτού σημείου, δε, οι προστηθέντες των εναγομένων, ήταν εντελώς καθησυχαστικοί έναντι αυτών για την εξασφάλιση του κεφαλαίου τους, κάθε φορά, που αυτοί, λαμβάνοντας ενημερωτικά σημειώματα για την πορεία της επένδυσής τους, ανησυχούσαν για την καθοδική πορεία του επιτοκίου. Σημειωτέον, ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη σε μετάφραση ενημερωτική εγκύκλιο οι τίτλοι της ως άνω εταιρίας ήταν μειωμένης εξασφάλισης κυμαινομένου επιτοκίου με λήξη το έτος 2015 και πλέον των όσων έχουν, ήδη, αναφερθεί σχετικά παραπάνω, τονίζεται στο ανωτέρω έγγραφο ότι «Η επένδυση στους τίτλους ενέχει ρίσκο». Η ως άνω, δε, εγκύκλιος κυκλοφόρησε στις 28.2.2005 και, ως εκ τούτου, ήταν γνωστή στους εναγομένους, που ασχολούνται με τις τραπεζικές υπηρεσίες σε αντίθεση με τους ενάγοντες, που δεν γνώριζαν ούτε όφειλαν να γνωρίζουν αυτό, αφού θα έπρεπε να τους παρασχεθούν από τους εναγομένους οι στοιχειώδεις πληροφορίες, σχετικά με τον κίνδυνο της συγκεκριμένης επένδυσης. Άλλωστε, οι ενάγοντες γι’αυτό εμπιστεύθηκαν τις εναγόμενες, αφού ήταν γνώστες του χώρου των επενδύσεων και ανέμεναν ότι θα τους ενημέρωναν και θα τους προστάτευαν από τυχόν ατόπημα ή λανθασμένη επιλογή. Πληροφορίες για τη συγκεκριμένη επένδυση δεν θα μπορούσαν να έχουν οι ενάγοντες, αφού για το συγκεκριμένο ομόλογο δεν είχε εκδοθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερωτικό δελτίο ούτε είχε διαβιβαστεί σε κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. ../10.1.2013 έγγραφο της Προϊσταμένης Διεύθυνσης Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στους όρους, δε, αναδοχής του ομολόγου, που αφορούσαν και την πρώτη εναγόμενη, ως κύρια ανάδοχο, για την Ελλάδα, σύμφωνήθηκε, ότι δεν θα προσφερθεί ή πωληθεί δημοσίως και ότι δεν θα πωλήσει ή προσφέρει δημοσίως κανέναν τίτλο σε κατοίκους της Ελλάδας και δεν θα συμμετάσχει σε οποιαδήποτε διαφήμιση ενημέρωση ή δήλωση στην Ελλάδα, με σκοπό την προσέλκυση κοινού της Ελλάδας στην αγορά των συγκεκριμένων τίτλων. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι δεν επιτρέπεται καμία δημόσια προσφορά των τίτλων στην Ελλάδα, χωρίς την έκδοση και δημοσίευση ενημερωτικού φυλλαδίου, εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και σύμφωνο με όλες τις διατάξεις του νόμου 876/1979 και με το π.δ. 52/1992, το οποίο έπρεπε να είναι σύμφωνο με κάθε πράξη σχετική με τη δημόσια προσφορά των τίτλων και τη διάθεσή τους στην Ελλάδα. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι δεν υποχρεούνταν στην έκδοση ενημερωτικού δελτίου για το εν λόγω ομόλογο και στην υποβολή προς έγκριση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, διότι δεν επρόκειτο για προϊόν, που υπόκειτο σε δημόσια πρόσκληση, αλλά απευθύνονταν σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, πλην, όμως, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του π.δ. 52/1992, θα έπρεπε να τηρηθεί η ως άνω δημοσιότητα, ενόψει του ότι ικανός αριθμός επενδυτών επένδυσαν στα ως άνω ομόλογα στη δευτερογενή αγορά. Από όλα, λοιπόν, τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα ήταν ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος της δευτερογενούς αγοράς, μειωμένης εξασφαλίσεως, υψηλού κινδύνου, που είχε εκδοθεί από μια θυγατρική της εγγυήτριας εταιρία, χωρίς οικονομική δραστηριότητα, που συστήθηκε, με μοναδικό σκοπό την έκδοση ομολόγων. Τα επίμαχα ομόλογα αγοράστηκαν στη δευτερογενή αγορά, χωρίς να παρασχεθούν στους ενάγοντες καταναλωτές στοιχειώδεις πληροφορίες, αναφορικά με τα χαρακτηριστικά αυτών, ώστε να γίνει αντιληπτό από αυτούς το επίπεδο κινδύνου της συγκεκριμένης επένδυσης. Πιο συγκεκριμένα, μοναδικό προσυμβατικό έγγραφο (το οποίο, μάλιστα, δεν φέρει και σε όλες τις περιπτώσεις, την υπογραφή των εναγόντων καταναλωτών) αποτελεί η αίτηση και η απόδειξη αγοράς, στην οποία δεν αναφέρεται ο εκδότης του τίτλου (αλλά στη θέση αυτή αναφέρεται .... , ήτοι εταιρικό), η ημερομηνία έκδοσής του, η τρέχουσα τιμή αγοράς, η ύπαρξη ή μη εγγυητή, πιθανές ημερομηνίες ανάκλησής του αλλά ούτε το ύψος και το είδος του επιτοκίου του. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε επένδυση στο ως άνω ομόλογο ενείχε σοβαρούς κινδύνους αφού ούτε οι αποδόσεις του ήταν εγγυημένες και πολύ περισσότερο το κεφάλαιό του. Οι ανώνυμες εταιρείες, που δραστηριοποιούνται στις επενδυτικές υπηρεσίες πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές, να ενημερώνουν τους πελάτες τους για τους κινδύνους τους οποίους ενέχει η επένδυση των καταθέσεών τους σε συγκεκριμένα ομόλογα, δεδομένου ότι οι ίδιες έχουν και την δυνατότητα και την ενημέρωση για την πραγματική λειτουργία αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, οι εναγόμενες παρότι είχαν ενημέρωση, σχετικά με τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα και γνώριζαν την πιθανότητα απώλειας των κεφαλαίων των επενδυτών, εντούτοις, δεν ενημέρωσαν τους ενάγοντες εγγράφως, σχετικά με την ακριβή φύση και λειτουργία των συγκεκριμένων τίτλων, που, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσαν προϊόντα της δευτερογενούς αγοράς μειωμένης εξασφάλισης, εκδοθέντα από μία αμφιβόλου προελεύσεως αλλοδαπή θυγατρική εταιρεία, διαπραγματευόμενα σε χρηματιστηριακή αγορά της αλλοδαπής, όπου, μάλιστα, η τελευταία αγοραπωλησία επί των εν λόγω ομολόγων, πραγματοποιήθηκε στις 8/2/2007, ενώ στις 15/2/2012 ανεστάλη οριστικά η διαπραγμάτευση αυτού και στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα δεν υπήρξε ενδιαφέρον για τη διαπραγμάτευση αυτού στην εν λόγω οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά. Όπως προκύπτει, εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αλλά και από το ότι οι εναγόμενες .... μη ειδικώς αρνούμενες αυτό, οι προστηθέντες αυτών υπάλληλοι , ενημέρωναν τους ενάγοντες αορίστως και ασαφώς για τα συγκεκριμένα ομόλογα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αποτελούσαν ομόλογα της Τραπεζικής Εταιρίας ........ και όχι της ως άνω θυγατρικής εταιρίας. Επίσης, δεν μερίμνησαν, πλην στη περίπτωση του πρώτου, δεύτερης , δέκατου τρίτου και δέκατης τέταρτης των εναγόντων, να λάβουν με τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου ή με άλλο έγγραφο μέσο, πριν προβούν στην παροχή οποιασδήποτε συμβουλής, τα απαραίτητα στοιχεία για την κατηγοριοποίησή τους και τη διαμόρφωση - των παρεχόμενων προς αυτούς πληροφοριών και συμβουλών, ούτως ώστε να είναι πλήρως ενημερωμένοι για τους επενδυτικούς τους στόχους (αρθ. 6.2 βκ και γ ΚΔΕΠΕΥ). Λόγω των ως άνω παραλείψεων των εναγομένων, οι ενάγοντες πίστευαν πεπλανημένα ότι η επένδυσή τους ήταν εξασφαλισμένη, τουλάχιστον, ως προς το κεφάλαιο, ενώ ο κίνδυνος, που αναλάμβαναν ήταν, μόνον, ως προς την απόδοση, επένδυση, που ήταν η μόνη, άλλωστε, συμβατή με το «συντηρητικό» προφίλ, στο οποίο κατηγοροποιήθηκαν οι πρώτος, δεύτερη, δέκατος τρίτος και δέκατη τέταρτη των εναγόντων, αλλά και ζήτησαν ρητά οι λοιποί ενάγοντες. Βέβαια, ο πρώτος ενάγων τυγχάνει συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός, ο ένατος δάσκαλος, η δέκατη φαρμακοποιός, πλην, όμως, παρά το μορφωτικό τους επίπεδο, δεν ήταν γνώστες των χρηματοοικονομικών επενδύσεων ούτε προσδίδουν σε αυτούς τέτοιες ιδιαίτερες γνώσεις σχετικά με χρηματιστηριακές συναλλαγές, οι αγορές από αυτούς των έτερων ομολόγων, που τηρούσαν στο χαρτοφυλάκιό τους, ως προαναφέρθηκε, καθότι αυτές είχαν γίνει μέσα στο επίδικο χρονικό διάστημα και μέσα στο ίδιο πλαίσιο εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς επένδυση του κεφαλαίου, που διέθεταν, γεγονός που δεν στοιχειοθετεί μακροχρόνια ενασχόληση με τα χρηματοοικονομικά, ώστε να τους προσδώσει την απαιτούμενη εμπειρία περί αυτών. Άλλωστε, τα άλλα ομόλογα, στα οποία είχαν επενδύσει, δεν φέρονται να είχαν τα στοιχεία επικινδυνότητας και μειωμένης ασφάλειας, ως το επίδικο. Οι ενάγοντες, λοιπόν, υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή και πρέπει να τύχουν της προστασίας του ν. 2251/1994, καθότι δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ασχολούνταν συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας ούτε είχαν ιδιαίτερες γνώσεις από τέτοιου είδους συναλλαγές. Το γεγονός, δε, ότι, οι τρίτος έως δωδέκατη των εναγόντων, επέλεξαν τη σύναψη απλής σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ήτοι, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται συμβουλευτική ευθύνη των εναγομένων, αφενός, λόγω της επιθυμίας τους να προβαίνουν οι ίδιοι στην επιλογή των συναλλαγών των προϊόντων, χωρίς την παροχή από τους εναγόμενους και τους προστηθέντες τους επενδυτικών συμβουλών και, αφετέρου, για την αποφυγή επιβάρυνσής τους με διαχειριστική αμοιβή, αλλά και το γεγονός ότι όλοι οι ενάγοντες υπέγραψαν όρο της μεταξύ αυτών των εναγομένων σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο «Ρητά συμφωνείται, ότι λόγω μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, οι Εταιρίες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής του Επενδυτή, δεν ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία του επενδυτή» και «Οι Εταιρίες δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία, που τυχόν υποστεί ο Επενδυτής, από συναλλαγή που καταρτίσθηκε, ως αποτέλεσμα εκτελέσεως εντολής του, ο, δε, Επενδυτής ρητά δηλώνει ότι οποιαδήποτε εντολή, που δίνεται προς τις Εταιρίες, είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής του χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των Εταιριών» (όροι 6.1, 6.2), δεικνύει ακριβώς την μη «επαγγελματική» ενασχόλησή τους με τα χρηματοοικονομικά προϊόντα και την εμπιστοσύνη, που είχαν στους εναγομένους αφού πίστευαν πεπλανημένα ότι τους προστάτευαν. Επομένως, όλα τα περί εμπειρίας και γνώσης αυτών, ως επενδυτών, που αναφέρουν οι εναγόμενοι κρίνονται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμα. Η αναλυτικά περιγραφόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων, αποτελεί, συγχρόνως και αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288, των διατάξεων του Ν 2251/1994 αλλά και του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), σύμφωνα με όσα σχετικώς αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη. Επιπλέον, η συγκεκριμένη υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα ζημία της περιουσίας των εναγόντων, αφού, όπως αποδεικνύεται, αυτή προκλήθηκε, διότι η επένδυση επιχειρήθηκε, χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς τους τελευταίους της ενημέρωσης, που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσουν την μορφή και το περιεχόμενο και να αποφασίσουν οι ίδιοι, εάν θα επιλέξουν την προτεινόμενη προς αυτούς τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, αναλαμβάνοντας, μέσω της επιλογής τους, όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία. Επομένως, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω λεχθέντα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι σχετικές ενστάσεις των εναγόμενων : 1. περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων, καθότι οι τελευταίοι, αφενός, επέλεξαν την επένδυση αυτή, αφετέρου, δεν ρευστοποίησαν το ομόλογο, όταν διέκριναν την καθοδική πορεία του επιτοκίου του και 2. περί ανυπαρξίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ενεργειών τους και της ζημίας των εναγόντων, η οποία οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στην επερχόμενη παγκόσμια οικονομική κρίση, που επακολούθησε την κρίση του τραπεζικού συστήματος, που ξεκίνησε από την Αμερική το έτος 2008. Τούτο, καθότι, ως προειπώθηκε, η επιλογή του ομολόγου από τους ενάγοντες, έγινε κατόπιν προτροπής και παντελούς έλλειψης ενημέρωσης για τα χαρακτηριστικά του και την επικινδυνότητα της επένδυσης από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγόμενων, οι οποίοι ήταν, επίσης, καθησυχαστικοί και αποτρεπτικοί της ρευστοποίησης αυτού, η οποία, άλλωστε, ήταν αδύνατη, μετά το έτος 2007, οπότε και το ομόλογο έπαψε να διαπραγματεύεται στη Χρηματιστηριακή αγορά του Λουξεμβούργου. Επίσης, η απώλεια του κεφαλαίου των εναγόντων, λόγω της μηδενικής αξίας του ενδίκου ομολόγου, στο οποίο επένδυσαν το κεφάλαιό τους αυτό, δεν είναι απότοκος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που έπληξε το τραπεζικό σύστημα, αλλά συνδέεται αιτιωδώς με την κακή πορεία της εγγυήτριας αυτού τραπεζικής εταιρίας, θυγατρική της οποίας ήταν και η εκδότρια αυτού, ως φαίνεται από την προαναφερομένη αξιολόγηση αυτής, η οποία ήταν γνωστή στις εναγόμενες, ως ασχολούμενες με το τομέα των χρηματοοικονομικών, από το έτος 2005. Επίσης, ο ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης ότι την ανυπαρξία οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης μεταξύ της ιδίας και των εναγόντων αποδεικνύει η έλλειψη συμφωνηθείσας προμήθειας, αληθινός υποτιθέμενος, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω και δεν συνεπάγεται ανυπαρξία συνεργασίας μεταξύ τους, διότι, ακόμη και η προσδοκία προσέλκυσης πελατών ή η ενίσχυση των δεσμών συνεργασίας με τους, ήδη, υπάρχοντες, αποτελούν ένα είδος οικονομικού οφέλους (βλ. κείμενο ΑΠ 335/2010), πέραν του γεγονότος, ότι, ως προκύπτει στη προκειμένη περίπτωση, η πρώτη εναγομένη υπήρξε ανάδοχος του εν λόγω ομολόγου, και, κατά συνέπεια, είχε ίδιο συμφέρον προς διάθεση αυτού. Αντιθέτως και εξ αντιδιαστολής των παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν δια των προστηθέντων τους ότι εγγυήτρια του ομολόγου είναι η «...» (μετέπειτα ... ΑΕ), εκδότρια αυτού η «...», ότι η δεύτερη είχε συσταθεί, μόνον, για την έκδοση του συγκεκριμένου ομολόγου, προς το σκοπό συγκέντρωσης κεφαλαίου για την πρώτη, καθώς και για τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του ομολόγου, δηλαδή ότι τούτο προερχόταν--· από δευτερογενή αγορά και ότι ήταν μειωμένης εξασφάλισης, με διαβάθμιση .., κατά μείζονα, δε, λόγο δεν τους ενημέρωσαν , λαμβανομένης υπόψη και της παντελούς έλλειψης ικανότητας από αυτούς να προσεγγίζουν και αναλύουν χρηματοοικονομικά θέματα, ότι η ανωτέρω διαβάθμιση καταδείκνυε μέτριες προοπτικές επιβίωσης. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες επέλεξαν μόνοι τους, μεταξύ άλλων, το συγκεκριμένο ομόλογο, χωρίς συμβουλή και παρότρυνση των προστηθέντων των εναγομένων αλλά ότι οι εναγόμενες, όχι, μόνον, παρέλειψαν να προβούν στη δέουσα ενημέρωση των εναγόντων για την επισφάλεια της συγκεκριμένης επένδυσης, αλλά αντιθέτως, τους διαβεβαίωσαν ανακριβώς ότι δεν υφίσταται κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά, μόνον, κατά τα κεφάλαια αυτής, που αφορούν οι λόγοι εφέσεως, καθώς και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα. Ως κεφάλαια, δε, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης πρωτοβάθμιας αποφάσεως, που αποφαίνονται επί των καθ` έκαστον αιτήσεων περί παροχής έννομης προστασίας και όχι τα διάφορα νομικά και πραγματικά ζητήματα επί των οποίων αποφάνθηκε. Έτσι, η υπαιτιότητα ή η συνυπαιτιότητα στην τέλεση αδικοπραξίας και οι εξ αυτής ζημίες, και η έκταση τούτων ανήκουν στο αυτό κεφάλαιο, ώστε εκκαλουμένης της αποφάσεως για την υπαιτιότητα και τις αιτιολογίες της, επιτρεπτός ασκείται αντέφεση για την έκταση των ζημιών. Στις ζημίες περιλαμβάνεται, βεβαίως και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Κατά συνέπεια, εφόσον προσβάλλεται απόφαση, με λόγο έφεσης ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε με το να δεχθεί ότι ο εκκαλών είναι υπαίτιος της αποδιδομένης με την αγωγή άδικης πράξης, ως αναγκαίως συνεχόμενο με την υπαιτιότητα, μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και το κονδύλιο της ηθικής βλάβης, που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς ανόρθωση αυτής από τη σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία και δεν απαιτείται, η προβολή ειδικού λόγου έφεσης, προκειμένου να ερευνήσει το κεφαλαίο τούτο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Αν στην περίπτωση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν ερευνήσει το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης, υποπίπτει στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, (βλ. ΑΠ 1517/2013/ ΧΡΙΔ 2014,210, ΑΠ 1092/2002, ΕλλΔνη 45,152, ΕφΠειρ 50/2015). Συνεπώς, αφού, εν προκειμένω, με την έφεση διατυπώνεται παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης από τις εναγόμενες, ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, αναγκαίως, και το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, έστω και χωρίς ειδικό παράπονο (λόγο έφεσης), αφού, με την άσκηση της έφεσης από τις εναγόμενες, είναι αυτονόητο ότι επιδιώκεται η ολοσχερής απόρριψη του κεφαλαίου αυτού (βλ. ΑΠ 1001/2013, ΧρΙΔ 2014.34, ΑΠ 632/ 2010, ΑΠ 442/2002, ΕλλΔνη 2003.469, ΕφΠειρ 45/2015). Ως προς, δε, το κεφάλαιο αυτό της χρηματικής ικανοποίησης, λεκτέο ότι λόγω της γενομένης σε βάρος των εναγόντων αδικοπραξίας το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη. Λαμβανομένων, δε, υπόψη των συνθηκών τέλεσης της ως άνω αδικοπραξίας, του είδους και του μεγέθους της προσβολής των εναγόντων, της βαρύτητας του πταίσματος των εναγομένων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να τους επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των χιλίων (1000) ευρώ σε έκαστο, που κρίνεται εύλογο. Το πρωτοβάθμιο, λοιπόν, Δικαστήριο, που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με τα παραπάνω, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα, δε, αντίθετα διαλαμβανόμενα από τις εκκαλούσες, με τους λόγους της εφέσεώς τους, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, απορριπτομένης και αυτής της ίδιας της εφέσεώς τους, το σύνολό της, ως προς όλους τους εφεσίβλητους, πλην του έκτου εξ αυτών, αποβιώσαντος, ως προς τον οποίο η έφεση ακύρως ασκήθηκε και πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τέλος, λόγω της απόρριψης της έφεσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, να συμψηφιστεί, όμως, η δικαστική δαπάνη των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 Κ.Πολ.Δ) κατά τα, ειδικότερα, το διατακτικό αναφερόμενα.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους.
 Απορρίπτει την έφεση ως προς τον έκτο των εφεσίβλητων, ως απαράδεκτη.
 Δέχεται τυπικά,
 Και
 Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση, κατά της υπ’ αριθμ. 459/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους.
 Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
 Και
 Συμψηφίζει τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...