Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Μποπάλ: Το κυνήγι του κέρδους και “ο τάφος του Ινδού”.

Ένα φάντασμα από σκουριασμένα σίδερα παραμένει όρθιο στην άκρη του Μποπάλ. Στην καρδιά της Ινδίας, η πόλη που έγινε συνώνυμο του χειρότερου βιομηχανικού δυστυχήματος στην ιστορία μετρά ακόμη της πληγές της ανθρώπινης απληστίας.
Τα ξημερώματα της 3ης Δεκεμβρίου του 1984, στο εργοστάσιο της αμερικανικής εταιρίας χημικών Union Carbide σημειώνεται διαρροή τοξικών αερίων. Όλα τα συστήματα ασφαλείας ήταν εκτός λειτουργίας και η εταιρία είχε μειώσει το προσωπικό στο ελάχιστο, ενώ πριν από το ατύχημα το 70% των υπαλλήλων και εργατών είχε τιμωρηθεί με πρόστιμο επειδή αρνούνταν να παρακάμψουν, κατόπιν πίεσης από τη διοίκηση, τους κανόνες ασφαλείας.
Η δεξαμενή με τον κωδικό 610 περιέχει 42 τόνους ισοκυανιούχου μεθυλίου, τοξικού χημικού που χρησιμοποιείται για την παρασκευή του εντομοκτόνου Carbaryl και που είναι δύο φορές πιο τοξικό από το κυάνιο. Για αδιευκρίνιστους λόγους στη δεξαμενή εισέρχεται νερό, η χημική αντίδραση αυξάνει την πίεση και τελικά προκαλεί τη διαρροή 27 τόνων τοξικού αερίου. Ήταν βράδυ, ο περισσότερος κόσμος κοιμόταν και ξαφνικά η πόλη αρχίζει να ξυπνά με δύσπνοια και πόνο στα μάτια.
Το σύννεφο καλύπτει γρήγορα το Μποπάλ και κυρίως τις περιοχές γύρω από το εργοστάσιο. Χιλιάδες άνθρωποι τρέχουν να απομακρυνθούν αλλά δεν μπορούν να αποφύγουν να εισπνεύσουν το δηλητήριο και πέφτουν νεκροί κατά εκατοντάδες από απόφραξη των αναπνευστικών οδών, πνευμονικό οίδημα και οξεία καρδιακή ανεπάρκεια.
Το αέριο, σκότωσε τις πρώτες ημέρες 9.000 ανθρώπους, ο αριθμός των θυμάτων από τις μακροχρόνιες επιπτώσεις μέχρι σήμερα έχει ξεπεράσει τις 25.000, ενώ συνολικά περίπου 600.000 άνθρωποι εκτέθηκαν στο αέριο.
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είναι σίγουρο ότι θα θυμούνται στα δύο τηλεοπτικά κανάλια της εποχής τις εικόνες που έρχονταν από την Ινδία να δείχνουν τα νοσοκομεία γεμάτα και τα συνεργία να μαζεύουν χιλιάδες πτώματα.
Οι δεκαετίες του 60 και 70 ήταν η εποχή της πράσινης επανάστασης στην Ινδία και στις αρχές του ‘70, η Union Carbide φτιάχνει το εργοστάσιο χημικών για την αγροτική παραγωγή, (ζιζανιοκτόνα, λιπάσματα), πιστεύοντας ότι η χώρα θα ήταν μια σημαντική αγορά για τα προϊόντα της. Ωστόσο τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμενε καθώς οι αγρότες στην Ινδία, παλεύοντας κυρίως με τα καιρικά φαινόμενα και τους μουσώνες δεν είχαν τα χρήματα αγοράσουν ζιζανιοκτόνα κι έτσι το εργοστάσιο ποτέ δεν έφτασε στο μάξιμουμ της αποδοτικότητας του.
Η πράσινη επανάσταση στη δεύτερη μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα του πλανήτη οδήγησε σε μια γενικευμένη χρήση μεταλλαγμένων σπόρων και ζιζανιοκτόνων που από ένα σημείο και μετά οι αγρότες εγκλωβίστηκαν σε έναν τρόπο παραγωγής που δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν οικονομικά. Σήμερα στην Ινδία ένας αγρότης (επίσημα στατιστικά) αυτοκτονεί κάθε μισή ώρα, μη μπορώντας να αντέξει τα χρέη και την οικονομική καταστροφή.
Το δηλητήριο που ξέφυγε εκείνη τη νύχτα από τις δεξαμενές προκάλεσε εκτός από χιλιάδες θανάτους, νέες γενιές θυμάτων, καθώς έρευνες απέδειξαν ότι όσοι εκτέθηκαν στο δηλητήριο αλλά και όσοι ζούσαν και ζουν κοντά στο εργοστάσιο εμφάνισαν κυτταρικές ανωμαλίες. Με λίγα λόγια η βλάβη πέρασε στα χρωμοσώματά τους. Η τελευταία μάλιστα έκθεση από το τμήμα ερευνών του νοσοκομείου του Μουμπάι (Βομβάης) δημοσιεύθηκε πριν μερικές ημέρες, και δείχνει ότι η κυτταρικές ανωμαλίες στο αίμα ανθρώπων που εκτέθηκαν στο δηλητηριώδες αέριο αυξάνονται χρόνο με το χρόνο. Αυξάνονται όμως και σε ανθρώπους που δεν εκτέθηκαν καθόλου ή εκτέθηκαν ελάχιστα στο αέριο αλλά και σε ανθρώπους που γεννήθηκαν μετά από το δυστύχημα.
Κάνοντας μια βόλτα στις παραγκουπόλεις που βρίσκονται περιμετρικά του εργοστασίου, ή τουλάχιστον ότι έχει απομείνει από αυτό, δεν είναι δύσκολο να το διαπιστώσει κανείς.
Καθυστέρηση σωματικής ανάπτυξης, εκ γενετής αναπηρίες, νοητική υστέρηση, χρόνια δερματικά προβλήματα, αναπνευστικά προβλήματα, διαταραχές της έμμηνου ρήσεως, φυματίωση, πολυδακτυλισμός, καρκίνος, είναι μερικά από τα δεινά που χτυπούν ανελέητα τα παιδιά των θυμάτων του Μποπάλ, λόγω των επιπτώσεων του δυστυχήματος στους γονείς τους και της μόλυνσης που κατ’ εξακολούθηση προκαλούν στο νερό και στο περιβάλλον εκατοντάδες τόνοι χημικών που παραμένουν θαμμένα γύρω από το εργοστάσιο.
Τριάντα τρία χρόνια μετά, τουλάχιστον 150.000 άνθρωποι εξακολουθούν να υποφέρουν από τις επιπτώσεις του δυστυχήματος.
Μετά από ένα σοβαρό δυστύχημα όπως αυτό, που πλέον έχει χαρακτηριστεί ως η μεγαλύτερη βιομηχανική καταστροφή στην ιστορία, θα περίμενε κανείς να ληφθούν μέτρα για την αποκατάσταση του χώρου και τον καθαρισμό της περιοχής. Έχουν περάσει 33 χρόνια και όχι μόνο το κουφάρι του εργοστασίου παραμένει στη θέση του, αλλά και εκατοντάδες τόνοι χημικών και ζιζανιοκτόνων παραμένουν θαμμένοι στο χώρο του εργοστασίου μολύνοντας το έδαφος και τον υδροφόρο ορίζοντα.
Το 1999 η Greenpeace, δημοσίευσε μελέτη βάσει της οποίας το νερό και το έδαφος είναι μολυσμένο από οργανοχωλιούχα και βαρέα μέταλλα. Ο υδράργυρος στο έδαφος ήταν από 20.000 έως έξι εκατομμύρια φορές υψηλότερος από το όριο ασφαλείας. Το Φεβρουάριο του 2002 άλλη μελέτη βρήκε υδράργυρο, μόλυβδο και οργανοχλωριούχα στο μητρικό γάλα των γυναικών της περιοχής.
Το 2016 δημοσιεύθηκε μελέτη που διενεργήθηκε από της κλινική Sambhavna του Μποπάλ και μετά από εξέταση 100.000 ανθρώπων, που δείχνει ότι οι άνθρωποι που εκτέθηκαν στο αέριο εμφανίζουν καρκίνο σε ποσοστά δέκα φορές υψηλότερα ενώ οι γυναίκες είχαν πολύ υψηλότερα ποσοστά αποβολών και γεννήσεις παιδιών με γενετικές ανωμαλίες.
Οι μελέτες είναι πάρα πολλές και κατά διαστήματα βγαίνουν και καινούργιες που καταδεικνύουν τα αποτελέσματα τόσο του δυστυχήματος αλλά και την μακροχρόνια επίδραση που έχει στους ανθρώπους της περιοχής η συνεχής μόλυνση με τα τοξικά χημικά που παραμένουν θαμμένα γύρω από το εργοστάσιο.
Επί δεκαπέντε χρόνια πριν το δυστύχημα το προσωπικό της Union Carbide έθαβε συστηματικά υψηλής τοξικότητας χημικά απόβλητα μέσα και έξω από το χώρο του εργοστασίου, ένα χώρο 1600 στρεμμάτων. Προφανώς γιατί ήταν ο φθηνότερος τρόπος να τα ξεφορτωθεί. Μετά το δυστύχημα το εργοστάσιο κλειδώθηκε και η εταιρία εγκατέλειψε τη χώρα χωρίς να καθαρίσει το χώρο. Κάθε φορά λοιπόν που υπάρχουν μουσώνες και πλημμύρες χημικές ουσίες περνούν στον υδροφόρο ορίζοντα και μολύνουν νερό και έδαφος. Αυτή η κατάσταση συνεχίζεται επί 33 χρόνια χωρίς κανένας να αναλαμβάνει τον καθαρισμό που ομολογουμένως είναι μια δύσκολη εργασία, με υψηλό ρίσκο και κόστος.
Σήμερα υπολογίζεται ότι παραμένουν στο χώρο του εργοστασίου τουλάχιστον 8.000 τόνοι τοξικών χημικών (το Ίδρυμα Sambhavna υποστηρίζει ότι είναι τουλάχιστον 27.000 τόνοι) θαμμένοι σε διάφορα σημεία.
Η Union Carbide, πλήρωσε πρόστιμο και αποζημιώσεις στις οικογένειες των θυμάτων που ανέρχονταν στο «αστρονομικό ποσό» των 800 περίπου δολαρίων για κάθε θύμα.
Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι η εταιρία πρότεινε συμφωνία στην τότε κυβέρνηση του Ρατζίβ Γκάντι η οποία και την αποδέχθηκε και προέβλεπε την κατηγοριοποίηση των θυμάτων ανάλογα με τη σοβαρότητα και την πληρωμή αποζημιώσεων σε αυτά με τον όρο να κλείσει εκεί η υπόθεση όσων αφορά τις οικονομικές της ευθύνες .
Ο πρόεδρος της εταιρείας Γουόρεν Άντερσον φυγαδεύτηκε νύχτα από την Ινδία και από τότε οργανώσεις και θύματα προσπάθησαν να τον φέρουν ενώπιον της Δικαιοσύνης χωρίς αποτέλεσμα. O Άντερσον τελικά πέθανε χωρίς να πληρώσει ποτέ για τις ευθύνες του το Σεπτέμβριο του 2004 στο σπίτι του στη Φλόριντα.
Πέντε χρόνια μετά το δυστύχημα η Union Carbide διεξήγαγε μυστικές έρευνες στο Μποπάλ και διαπίστωσε ότι ο χώρος του εργοστασίου ήταν μολυσμένος. Το νερό στην περιοχή δοκιμάστηκε σε ψάρια και το ποσοστό θνησιμότητας τους ήταν 100%. Τα δείγματα του νερού μπορεί να ελήφθησαν μέσα από το τείχος του εργοστασίου αλλά ακριβώς απ έξω ο κόσμος συνεχίζει να παίρνει νερό από πηγάδια και δημόσιες βρύσες. Η Union Carbide δεν ενημέρωσε τον τοπικό πληθυσμό για τα αποτελέσματα των ερευνών της και δεν έκανε το παραμικρό για τον καθαρισμό του εγκαταλελειμμένου εργοστασίου και η αλήθεια αποκαλύφθηκε το 1999 από τις έρευνες της Greenpeace. Αυτές οι χιλιάδες ανθρώπων που εκτέθηκαν στα τοξικά δεν θεωρήθηκαν ποτέ θύματα και δεν πήραν ποτέ αποζημίωση.
Η Union Carbide, μερικά χρόνια αργότερα πουλήθηκε στην αμερικανική εταιρία Dow που σήμερα μετά την συγχώνευσή της με τη Dupont πλόεν λεγεται DowDuPont.
H Dow αγόρασε τα περιουσιακά στοιχεία της Union Carbide αλλά όχι και τις υποχρεώσεις της απέναντι στο Μποπάλ. Η εταιρία αρνήθηκε ότι έχει υποχρέωση να καθαρίσει το Μποπάλ ενώ την ίδια στιγμή έκανε τεράστιες επενδύσεις σε άλλες επαρχίες της Ινδίας, φροντίζοντας έτσι να μην πιέζεται και πολύ από την ινδική κυβέρνηση.
Η Dow για να γνωρίζουμε, είναι η εταιρία που παρασκεύασε το Agent Orange, το χημικό με το οποία ψεκάστηκαν χιλιάδες στρέμματα ζούγκλας στον πόλεμο του Βιετνάμ και είχε σαν αποτέλεσμα θανάτους, χρόνιες ασθένειες, και τερατογενέσεις στη χώρα, η εταιρία που προσέλαβε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ως σύμβουλο τον ναζί επιστήμονα από την ομάδα "των χημικών του διαβόλου'', Ότο Αμπρος που ήταν από τους δημιουργούς τους νευροπαραλυτικού αερίου σαρίν και είχε καταδικαστεί για εγκλήματα στο Άουσβιτς.
Μετά από πολλές προσπάθειες με τη συμβολή της διεθνούς κοινότητας και με πρωτοβουλία του Δικτύου Δράσης κατά των ζηζανιοκτόνων, ενός παγκοσμίου δικτύου ΜΚΟ, το 1996 ξεκινά τη λειτουργία της η κλινική Sambhavna με στόχο να περιθάλψει όσο περισσότερα θύματα του δυστυχήματος αλλά και για να τα εκπαιδεύσει μέλη κοινοτήτων που βρέθηκαν στην καρδιά του δυστυχήματος ώστε να μπορούν μόνα τους να παρακολουθούν την υγεία τους. Η κλινική είναι ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα που διοικείται από μια ομάδα επιφανών γιατρών, επιστημόνων και κοινωνικών λειτουργών και πλέον έχει φτιάξει ένα δίκτυο σε όλο τον κόσμο.
Το επίσημο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης απέτυχε στο να περιορίσει τις επιπτώσεις τους δυστυχήματος στα θύματα του Μποπάλ.
Μέχρι στιγμής δεν έχουν καθιερωθεί πρωτόκολλα θεραπείας για τα συμπτώματα που σχετίζονται με έκθεση σε τοξικές ουσίες και η θεραπεία κατά περίπτωση, παραμένει η κύρια ιατρική αντιμετώπιση
Η αδιάκριτη χορήγηση αντιβιοτικών, στεροϊδών και ψυχοτρόπων, επιδεινώνει τη βλάβη που προκλήθηκε από την έκθεση στα αέρια. Παρά τα τεράστια ποσά που έχουν δαπανηθεί από την κυβέρνηση και το νοσοκομείο του Μποπάλ (Bhopal Memorial Hospital Trust) για την ανακούφιση των θυμάτων η κατάσταση της υγείας των επιζώντων και των παιδιών τους χειροτερεύει.
Η κλινική Sambhavna περιθάλπει 70.000 άτομα και παρέχει στήριξη, μέσω πρωτοβουλιών σε άλλους τόσους σε 10 κοινότητες που βρίσκονται περιμετρικά του εργοστασίου της Union Carbide .
Στη Sambhavna, οι επιζώντες έχουν δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη μέσω ομοιοπαθητικής ιατρικής, αγιουρβέδα (ένα αυτόχθονο σύστημα της ιατρικής που βασίζεται στις βότανα) και γιόγκα.
Μεγάλη προσοχή δίδεται στο να διασφαλιστεί ότι τυχόν φάρμακα που συνταγογραφούνται δεν επιδεινώνουν τη υγεία των ασθενών. Οι γιατροί και οι άλλοι θεραπευτές έχουν εξελίξει ένα σύστημα ταξινόμησης για τα διάφορα συμπτώματα, έτσι ώστε η βελτίωση της κατάστασης της υγείας ενός ασθενούς να μπορεί να τεκμηριώνεται με υψηλό βαθμό ακρίβειας.
Εκτός όμως από τη Saambhavna στο Μποπάλ λειτουργεί ένα ακόμη ίδρυμα. Το Chingari ιδρύθηκε το 2004 από δυο ακτιβίστριες, μια μουσουλμάνα και μια ινδουίστρια, τη Ρασίντα Μπι και την Τσάμπα Ντέβι Σούκλα με σκοπό να παράσχει υγειονομική φροντίδα σε θύματα του ατυχήματος.
Το 2008 το Chingari δημιούργησε ένα κέντρο αποκατάστασης για παιδιά που γεννιούνται με σωματικές παραμορφώσεις ή νοητική υστέρηση από γονείς που ήταν θύματα ή έζησαν στα επόμενα χρόνια περιμετρικά του εργοστασίου.
Ειδικοί φυσικοθεραπευτές βοηθούν τα παιδιά να βελτιώσουν τις βασικές τους δεξιότητες. Έμφαση γίνεται στις φυσικές μεθόδους αποκατάστασης ενώ η χορήγηση φαρμάκων και οι χειρουργικές επεμβάσεις αποτελούν μεταγενέστερα στάδια. Μερικές από τις πιο δύσκολες περιπτώσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι του Chingari είναι οι κακώσεις του νωτιαίου μυελού, οι ημιπληγίες, η εγκεφαλική παράλυση και η μυική δυστροφία.
Περίπου 250 παιδιά έρχονται στο Κέντρο Αποκατάστασης καθημερινά, και τις μετακινήσεις τους για τις οικογένειες που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά τις αναλαμβάνει το ίδρυμα. Συνολικά περίπου 800 παιδιά είναι εγγεγραμμένα για να λαμβάνουν τις υπηρεσίες του Ιδρύματος.
Το Chingari έχει μια αφοσιωμένη ομάδα εργαζομένων που βοηθά τις πληγείσες οικογένειες να μάθουν και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους από το κράτος. Ένα σημαντικό πρόβλημα είναι το ότι τα περισσότερα θύματα του ατυχήματος είναι φτωχοί άνθρωποι με ελάχιστη ή καθόλου μόρφωση
Ακόμη και αυτοί όμως που έχουν μια στοιχειώδη παιδεία δεν γνωρίζουν τα προγράμματα βοήθειας για τους ασθενείς που έχει το κράτος, με λίγα λόγια τα δικαιώματα τους, και επιπλέον τους είναι δύσκολο να αντιμετωπίσουν όλη τη γραφειοκρατία και τις διατυπώσεις που χρειάζονται για να επωφεληθούν από αυτά.
 
Επιμύθιο

Το Μποπάλ έχει μείνει στην ιστορία ως το χειρότερο βιομηχανικό ατύχημα. Σε επαφή με τους ανθρώπους του Μποπάλ αυτούς κυρίως που ζουν σε μια μικρή ακτίνα από το μολυσμένο εργοστάσιο καταλαβαίνεις ότι η κατάσταση στην οποία είναι υποχρεωμένοι να ζουν είναι κομμάτι της φτώχειας τους και τις εγκατάλειψής τους.
Στο Μποπάλ είχαμε και έχουμε μια χαρακτηριστική περίπτωση επιχειρηματικής αυθαιρεσίας που δεν υπολόγισε τίποτα και ούτε υπολογίζει προκειμένου να έχει μεγαλύτερα κέρδη. Με τεράστια προσπάθεια ακτιβιστές τόσο από την Ινδία όσο και από άλλες χώρες κινητοποιούν κόσμο και προσπαθούν να ασκήσουν πιέσεις για τον καθαρισμό του εργοστασίου και για αποζημιώσεις στα θύματα και το μόνο που μπορεί να τους βοηθήσει είναι να γίνει γνωστό το πρόβλημα και να ασκηθούν πιέσεις σε πολιτικό επίπεδο και στην “κληρονόμο” της Union Carbide.
Η Dow έχει βρεθεί αρκετές φορές στο μάτι του κυκλώνα για την υπόθεση του Μποπάλ. Το 2012 ήταν από τους χορηγούς των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου με 100 εκατομμύρια δολάρια. Το γεγονός προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις σε όλο τον κόσμο με οργανώσεις πολιτών να καταγγέλλουν την εταιρία αλλά και τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή για την συνεργασία της με την DOW. Οι πολίτες του Bhopal ζήτησαν από την κυβέρνηση της Ινδίας να μποϊκοτάρει τους αγώνες ενώ το μεγάλο χαστούκι για την Dow ήρθε τον Απρίλιο του 2012 όταν παραιτήθηκε σε ζωντανή εκπομπή του ΒΒC το μέλος της Επιτροπής Διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου Μέρεντιθ Αλεξάντερ.
Προκαλεί τέλος απορία το γεγονός ότι στην ιστοσελίδας της η Dow παρουσιάζεται να δαπανά μεγάλα ποσά για περιβαλλοντικούς λόγους και τρέχει διάφορα προγράμματα για το νερό ή για την ασφάλεια των τροφίμων. Για το Μποπάλ πάντως δεν θα δει κανένας τίποτα.

Γράφει ο Κώστας Πλιάκος. Στο CNNGreece.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...