Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Σάτιρα, προσωπικότητα, Τύπος, κώδικας δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Συμβούλιο Επικρατείας, Τμήμα Δ', 334/ 2017.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, Δ. Κυριλλόπουλος, Κ. Κουσούλης, Σύμβουλοι, Ηλ. Μάζος, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι. 

Περίληψη. Ραδιοτηλεόραση - ΕΣΡ - Δημοσιογραφική ελευθερία - Σάτιρα -. Η παράβαση της προσβολής της προσωπικότητας Υπουργού με ενέργειες που υπερβαίνουν το όριο ανοχής που αναγνωρίζεται στην δια των οπτικοακουστικών μέσων κριτική δημοσίων προσώπων δεν αίρεται ως εκ του σατυρικού χαρακτήρα της δραματοποιημένης απόδοσης, διότι τα εν λόγω μηνύματα εντάσσονται, κατά τον κύριο χαρακτήρα τους στις ειδησεογραφικές και όχι στις σατυρικές εκπομπές, στην προκείμενη δε περίπτωση η χρήση της σάτυρας χρησιμοποιείται υποστηρικτικά προς την υπεραπλουστευμένη απολυτότητα για την παρουσίαση ενός αμφιλεγόμενου ζητήματος ως αδιαμφισβήτητου γεγονότος.

3. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» και στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη», ενώ προβλέπει στην παρ. 1 του άρθρου 5Α, προστεθέντος με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α΄ 84), τα ακόλουθα: «Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων». Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη», ενώ το άρθρο 14 του Συντάγματος ορίζει, στην παρ. 1, ότι «Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους» και στην παρ. 2 τα εξής: «Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται». Εξ άλλου, στο άρθρο 15 του Συντάγματος, όπως ήδη ισχύει, μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 με το προαναφερθέν από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, προβλέπονται τα ακόλουθα: «1. Οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, τη φωνογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης. 2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης …». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 της σύμβασης «δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειων λειτουργίας. 2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, της προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας».

4. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 3 του ν. 2328/1995 περί του νομικού καθεστώτος της ιδιωτικής τηλεόρασης και τοπικής ραδιοφωνίας (Α΄ 159) περιλαμβάνονται ρυθμίσεις σχετικές με τις αρχές δεοντολογίας που διέπουν τις κάθε είδους εκπομπές και διαφημίσεις που μεταδίδονται από τηλεοπτικούς ή και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Συγκεκριμένα, στο εδάφιο β της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου ορίζονται τα εξής: «Οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων) που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική και άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή επαρκή στοιχεία για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται». Συναφείς ρυθμίσεις περιέχονται στον Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών, που καταρτίσθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 77/2003 (Α΄ 75), σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 15 του άρθρου 3 του ν. 2328/1995. Ειδικότερα, με τον εν λόγω Κώδικα ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι «Οι ειδησεογραφικές και άλλες δημοσιογραφικές και πολιτικές εκπομπές πρέπει να εξασφαλίζουν την ποιοτική στάθμη που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης καθώς και η πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας». Στη συνέχεια με το άρθρο 5 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι «1. Η μετάδοση των γεγονότων πρέπει να είναι αληθής, ακριβής και όσο είναι δυνατό πλήρης. Τα γεγονότα πρέπει να παρουσιάζονται με προσοχή και αίσθημα ευθύνης, ώστε να μην δημιουργούν υπέρμετρη ελπίδα, σύγχυση ή πανικό στο κοινό». Περαιτέρω, στο άρθρο 9 παρ. 2 του ως άνω Π.Δ/τος ορίζονται τα ακόλουθα: «Τα πρόσωπα που συμμετέχουν ή αναφέρονται σε εκπομπές πρέπει να απολαμβάνουν δίκαιης, ορθής και αξιοπρεπούς συμπεριφοράς. Ειδικότερα δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας, της τιμής και της αξιοπρέπειάς τους. Πρέπει επίσης να γίνονται σεβαστά η ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή, η επαγγελματική τους δραστηριότητα και το δικαίωμα έκφρασής τους. Η άσκηση κριτικής δεν είναι ασυμβίβαστη με το σεβασμό των δικαιωμάτων των εμφανιζόμενων ή αναφερόμενων προσώπων».

5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 9 του π.δ. 100/2000 «Εναρμόνιση της ελληνικής ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 97/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου … σχετικά με την παροχή τηλεοπτικών υπηρεσιών» (Α΄ 98) ορίζονται τα εξής: «1. Κάθε πρόσωπο, ανεξαρτήτως ιθαγενείας του οποίου προσβάλλονται από το περιεχόμενο τηλεοπτικής ή ραδιοφωνικής εκπομπής δικαιώματα, όπως ιδίως η προσωπικότητα, η τιμή ή η υπόληψη ή ο ιδιωτικός και οικογενειακός βίος ή η επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφής δραστηριότητα, ...δικαιούται να ζητήσει επανόρθωση από το σταθμό που μετέδωσε την επίμαχη εκπομπή, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη μετάδοση ή την αναμετάδοση της εκπομπής. … 2. Το αίτημα επανόρθωσης υποβάλλεται στο σταθμό με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, με τον οποίο μπορεί να βεβαιωθεί η υποβολή του ... και πρέπει να περιέχει: α) τα πλήρη στοιχεία του φυσικού ... προσώπου που βλάπτεται, ... β) την ημέρα και την ώρα της επίμαχης εκπομπής, γ) τους λόγους για τους οποίους η συγκεκριμένη εκπομπή ή αναφορά υπήρξε βλαπτική, δ) Το κείμενο της επανόρθωσης ή το αίτημα για εμφάνιση στην ίδια ή ανάλογη εκπομπή ή για μαγνητοσκόπηση και μετάδοση ανάλογης απάντησης. 3. ... Ανάλογη είναι η απάντηση όταν διαρκεί ίσο τουλάχιστον χρόνο με τη βλαπτική αναφορά και μεταδίδεται σε αμέσως επόμενη εκπομπή σε περίπτωση σειράς όμοιων εκπομπών, ή σε ανάλογο από πλευράς ώρας μετάδοσης δελτίο ειδήσεων, ή σε ανάλογη από πλευράς ώρας μετάδοσης και τηλεθέασης ή ακροαματικότητας εκπομπή. Το δικαίωμα του θιγομένου για επανόρθωση και η αντίστοιχη υποχρέωση του σταθμού είναι ανεξάρτητα από την ύπαρξη τυχόν αστικής ή ποινικής ευθύνης. 4. Ο σταθμός αποφασίζει για το αίτημα μέσα σε δύo (2) ημέρες και ειδοποιεί τον ενδιαφερόμενο κατά τρόπο ανάλογο με τον τρόπο υποβολής του αιτήματος. Επανόρθωση μπορεί να γίνει και χωρίς την τήρηση της διαδικασίας αυτής με πρωτοβουλία του σταθμού ή του ενδιαφερομένου που γίνεται δεκτή από το σταθμό. 5. Αν ο σταθμός απορρίψει το αίτημα, το διαβιβάζει υποχρεωτικώς μαζί με την αιτιολογημένη απορριπτική απόφασή του, σε είκοσι τέσσερις (24) το αργότερο ώρες, στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Το Ε.Σ.Ρ., ή σε περίπτωση κατεπείγοντος ο Πρόεδρός του, αποφασίζει μέσα σε τρεις (3) ημέρες χωρίς να δεσμεύεται από διαδικαστικούς τύπους, δικαιούται δε να ζητήσει περισσότερα στοιχεία και πληροφορίες. Η αιτιολογημένη απόφαση του Ε.Σ.Ρ. ή του Προέδρου του, που διατάσσει την ολική ή μερική αποδοχή του αιτήματος επανόρθωσης είναι υποχρεωτική για το σταθμό. Η διοικητική αυτή διαδικασία είναι ανεξάρτητη από την τυχόν ύπαρξη ποινικής ή αστικής ευθύνης του σταθμού και ιδίως από τις διατάξεις τις σχετικές με την προστασία της προσωπικότητας των θιγομένων κατά τον Αστικό Κώδικα και τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε δε περίπτωση, η μη συμμόρφωση του σταθμού στην ανωτέρω απόφαση επισύρει την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν.2328/1995,όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2644/1998. 6. Σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στη παράγραφο 1 και εφόσον η προσβολή του δικαιώματος μπορεί να αποκατασταθεί με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, η προηγούμενη υποβολή αίτησης επανόρθωσης και η μη προσήκουσα από τον εγκαλούμενο τηλεοπτικό σταθμό ικανοποίηση της αίτησης αυτής, αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων για το γεγονός που προκάλεσε την αίτηση επανόρθωσης».

6. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 4 του προαναφερθέντος ν. 2328/1995, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2644/1998 (Α΄ 233) ορίζεται ότι: «1. Σε περίπτωση παραβίασης α) … β) … γ) των κανόνων δεοντολογίας, όπως αυτοί προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου αυτού το Ε.Σ.Ρ. αποφασίζει αυτεπαγγέλτως ή μετά από ερώτημα του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ή καταγγελία παντός έχοντος έννομο συμφέρον, την επιβολή μίας ή περισσοτέρων από τις παρακάτω κυρώσεις: αα)… ββ) πρόστιμο από πέντε έως πεντακόσια εκατομμύρια (5.000.000 έως 500.000.000) δραχμές που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ… Η επιλογή του είδους και η επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου αυτού γίνεται ανάλογα με την βαρύτητα της παραβίασης, την τηλεθέαση που συγκεντρώνει το πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίου τελέσθηκε η παραβίαση, το μερίδιο της αγοράς ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών υπηρεσιών που έχει τυχόν αποκτήσει η κάτοχος της αδείας, το ύψος της επένδυσης που έχει πραγματοποιηθεί ή σχεδιαστεί και την τυχόν ύπαρξη υποτροπών».

7. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων που παρατέθηκαν προκύπτει ότι η άσκηση των θεμελιωδών για κάθε δημοκρατική κοινωνία δικαιωμάτων του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως, μεταξύ άλλων, των κανόνων δικαίου που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων. Η εφαρμογή των τελευταίων αυτών κανόνων μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται, εν όψει και της κατοχυρούμενης στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων (βλ. ΣτΕ 1213/2010 Ολομ.). Τέτοιου είδους περιορισμοί θεσπίζονται, ειδικώς ως προς την μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων από τους τηλεοπτικούς σταθμούς, με τις διατάξεις του εκδοθέντος κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 15 του άρθρου 3 του ν. 2328/1995 Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφιών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών (π.δ. 77/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ελέγχει την τήρηση των διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας για τη νόμιμη λειτουργία των φορέων που δραστηριοποιούνται στον τομέα παροχής τηλεοπτικών υπηρεσιών και επιβάλλει κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που διέπουν άμεσα ή έμμεσα τους ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς.

8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υποβληθείσα στις 23.2.2006 «καταγγελία-αναφορά» του τότε Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξία και Δημοσίων Έργων (ΠΕΧΩΔΕ), ... ζητήθηκε να επιληφθεί το ΕΣΡ σε σχέση με τη μετάδοση από το ραδιοφωνικό σταθμό SKY 100,3 στις 20 και 21.2.2006 ηχητικού μηνύματος, τα οποίο, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, περιείχε καταφρόνηση του προσώπου του και συνιστούσε διάδοση ψευδών ειδήσεων. Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, «από τη χρήση βαρύτατων, υποτιμητικών και απαξιωτικών λέξεων, φράσεων και χαρακτηρισμών δεν είναι αναγκαία η τήρηση της διαδικασίας των παρ. 1 και 5 του άρθρου 9 του Π.Δ. 100/2000, αφού η προσβολή συντελέστηκε κατά τρόπο ανεπανόρθωτο και δεν μπορεί να επανορθωθεί εκ των υστέρων». Ύστερα από έρευνα των υπηρεσιών του ΕΣΡ (βλ. την 302/ΕΣ/1.3.2016 εισήγηση ειδικής επιστήμονα του ΕΣΡ) διαπιστώθηκε ότι από τον συγκεκριμένο ραδιοφωνικό σταθμό μεταδόθηκαν στις 20 και 21.2.2016 δύο ραδιοφωνικά μηνύματα («σποτ»). Ειδικότερα τα ηχητικά μηνύματα είχαν το ακόλουθο περιεχόμενο: 1. «Απλό παράδειγμα ληστείας. Μετρό του Τορίνο. Μήκος γραμμής 9,6 χιλιόμετρα. Σταθμοί 15, Κόστος 600.000.000 ευρώ. Επέκταση του μετρό της Αθήνας από Μοναστηράκι προς Αιγάλεω. Μήκος γραμμής 4,3 χιλιόμετρα. Σταθμοί 3. Κόστος πάνω από 700.000.000 ευρώ. Ημερομηνία παράδοση άγνωστη… Κυβερνητική αντίδραση… (τραγούδι) μια ωραία πεταλούδα… μια ωραία πεταλούδα… μια ωραία πεταλούδα… ΣΚΑΙ 100,3 (μουσική υπόκρουση) Ζήσε την ρεμούλα σου στην Ελλάδα!» (μεταδόθηκε στις 20.2.2006 ώρες 18.01, 20.01 και 22.01,καθώς και στις 21.2.2006 ώρες 08.02.22 και 10.00.34). 2. «Έλα, ησυχία! Βγάλτε μια κόλα χαρτί. Διαγώνισμα στην άλγεβρα. Λοιπόν, αν το Μετρό του Τορίνο έχει μήκος 9,6 χιλιόμετρα, 15 σταθμούς, κόστος 600.000.000 ευρώ και η επέκταση του Μετρό της Αθήνας έχει μήκος 4,3 χιλιόμετρα, 3 σταθμούς και κόστος 700.000.000, πόσο μπορεί να κλέψει ένας εργολάβος μέχρι μια κυβέρνηση αποφασίσει να κάνει κάτι; Θα… Μ, Σ (θυμωμένα) θα σας χωρίσω! Θα μαζέψω τις κόλες σας σε δυο χρόνια. Ζήσε τη ρεμούλα σου στην Ελλάδα!» (μεταδόθηκε στις 21.2.2006, ώρας 19.01, 21.01 και 23.01, καθώς και στις 21.2.2006, ώρες 07.01.30 και 09.01.20). Η αιτούσα με το από 28.3.2006 υπόμνημά της υποστήριξε αφενός ότι μη νομίμως δεν τηρήθηκε η διαδικασία επανόρθωσης και αφετέρου ότι δεν υπέπεσε σε παραβάσεις. Ύστερα από ακρόαση εκπροσώπων της αιτούσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 176/4-4-2006 απόφαση του ΕΣΡ, σύμφωνα με την οποία «Είναι αληθές ότι στην καταγγελία αναφέρεται μόνο το δεύτερο των μηνυμάτων, αλλά στην συνημμένη προς αυτήν απομαγνητοφώνηση των μηνυμάτων αναφέρονται αμφότερα τα μηνύματα. Πρόδηλον είναι ότι υφίσταται καταγγελία για αμφότερα τα μηνύματα και σε κάθε περίπτωση η παραβίαση της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Ε.Σ.Ρ. Πρόκειται περί μηνυμάτων, τα οποία σαφώς αναφέρονται σε απαράδεκτη συνεργασία του αναλαβόντος το έργο εργολάβου με τον ως άνω Υπουργό εις βάρος των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου. Υπό το πρόσχημα της σάτιρας, έχει αντιμετωπιστεί αναξιοπρεπώς ο καταγγέλλων Υπουργός και έχει προσβληθεί η προσωπικότητά του, η υπόληψή του και η πολιτική δραστηριότητα αυτού. Ενόψει της ακροαματικότητας του ραδιοφωνικού σταθμού και της δια των μηνυμάτων γενομένης ως άνω προσβολής δεν είναι δυνατή η κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Δ 100/2000 επανόρθωση της γενομένης βλάβης. Εντεύθεν, δεν είναι, κατά την παρ. 6 του αυτού άρθρου, αναγκαία η υποβολή αιτήσεως προς τον ραδιοφωνικό σταθμό προς επανόρθωση της γενομένης προσβολής». Κατόπιν τούτου, αφού λήφθηκε υπόψη α) η βαρύτητα της παραβάσεως, β) η εκ 12,6% μέση ημερήσια ακροαματικότητα που συγκέντρωσε το πρόγραμμα κατά το χρονικό διάστημα από 13.10-21.12.03 και 5.1-1.2.04, γ) το εκ 2.934.881,14 ευρώ ύψος της επένδυσης που έχει πραγματοποιηθεί από τον εν λόγω σταθμό, και δ) ότι έχουν επιβληθεί στον αυτό σταθμό με τις αποφάσεις 32/17.7.2002, 173/4.2.2003, 29/29.1.2004, 84/30.3.2004, 312/26.10.2004 διάφορες κυρώσεις, επιβλήθηκε, κατά πλειοψηφία, στην αιτούσα εταιρεία η διοικητική κύρωση του προστίμου ύψους 20.000 ευρώ. Εξάλλου, μεταξύ των στοιχείων του φακέλου περιλαμβάνονται απομαγνητοφωνημένα κείμενα της ραδιοφωνικής εκπομπής «Μέσες-Άκρες» της 20.2.2006, ώρα 10.32 έως 10.42, με θέμα «Αττικό Μετρό». Στην εκπομπή αυτή οι δημοσιογράφοι υποστήριξαν ότι η γραμμή μετρό στο Τορίνο, μήκους 10 χιλιομέτρων, κόστισε 600.000.000 ευρώ, ενώ η επέκταση του μετρό της Αθήνας Μοναστηράκι-Αιγάλεω, μήκους λιγότερου των 4,5 χιλιομέτρων θα κοστίσει πάνω από 700.000.000 ευρώ. Στην εκπομπή ρωτήθηκε σχετικά ο Πρόεδρος της εταιρείας «Αττικό Μετρό», ο οποίος υποστήριξε ότι το συνολικό κόστος της επέκτασης στο Αιγάλεω θα ανέλθει σε 550 έως 600 εκατομμύρια ευρώ, καθώς και ότι υπάρχουν διαφορές σε σχέση με το έργο στο Τορίνο (αριθμός βαγονιών, σταθμοί, υπέδαφος με αρχαιολογικά). Συζητήθηκε επίσης ο χρόνος ολοκλήρωσης του έργου με τους δημοσιογράφους να υποστηρίζουν ότι υπάρχει πρόβλημα καθυστέρησης. Η συζήτηση συνεχίστηκε και για το διάστημα από 10.44 έως 10.57. Επίσης στον φάκελο περιλαμβάνονται απομαγνητοφωνημένα κείμενα σειράς εκπομπών του ίδιου ραδιοφωνικού σταθμού της 20.2.2006 για το αυτό ζήτημα (ώρες 07.07, 07.49-07.52, 07.55-07.58, 08.48-08.50, 08.51-08.56, 10.24-10.31, 13.46-13.48, 15.03-15.27). Στην τελευταία εκπομπή υπήρξε παρέμβαση του Προέδρου της «Αττικό Μετρό ΑΕ», ο οποίος, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι έγιναν προσθήκες στο φυσικό αντικείμενο του έργου (τρίτη γραμμή, πρόσθετα μέτρα υποστήριξης των σταθμών βάσει γεωμετρικής μελέτης) και ότι το τελικό κόστος του έργου στο Τορίνο ανήλθε σε 880 εκατομμύρια ευρώ (975 με ΦΠΑ).

9. Επειδή, η αιτούσα προβάλλει ότι η επιβολή της διοικητικής κύρωσης έλαβε χώρα χωρίς να έχει προηγηθεί εκ μέρους του καταγγέλλοντος προσώπου η άσκηση του δικαιώματος της επανόρθωσης, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 του Π.Δ. 100/2000, η ως άνω δε παράλειψη καθιστά, κατά την αιτούσα, παράνομη την επιβολή της διοικητικής κύρωσης, αφού οι ρυθμίσεις του ως άνω Π.Δ (άρθρο 9 παρ. 6) καθιστούν την προηγούμενη άσκησή του αναγκαία προϋπόθεση για την επιβολή οιασδήποτε διοικητικής κύρωσης και ότι η μόνη αρμοδιότητα του ΕΣΡ θα ήταν να επιληφθεί της άρνησης της αιτούσης εταιρείας να προβεί σε επανόρθωση για τον Υπουργό, κάτι όμως που δεν έγινε. Περαιτέρω η αιτούσα υποστηρίζει ότι δεν είναι νόμιμη η κρίση του ΕΣΡ ότι δεν ήταν εφικτή η κατά τα ανωτέρω επανόρθωση «εν όψει της ακροαματικότητας του σταθμού και της δια των μηνυμάτων γενομένης προσβολής». Ειδικότερα υποστηρίζεται από την αιτούσα αφενός ότι το κριτήριο της ακροαματικότητας μνημονεύεται αορίστως και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί νόμιμο κριτήριο για να κριθεί το εφικτό της επανόρθωσης και αφετέρου ότι η τυχόν δια μηνυμάτων προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να επανορθωθεί με την μετάδοση ανακοινώσεων αντίστοιχης διάρκειας και συχνότητας. Όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η μετάδοση δραματοποιημένων μηνυμάτων σύντομης διάρκειας, όπως τα ανωτέρω, με τα οποία αποδίδεται επίμεμπτη συμπεριφορά σε συγκεκριμένο πρόσωπο είτε ονομαστικά (δεύτερο μήνυμα) είτε εν αναφορά προς τον κύκλο των αρμοδιοτήτων του (πρώτο μήνυμα), καθιστά αδύνατη την αποκατάσταση της τυχόν τρωθείσης προσωπικότητας του θιγομένου προσώπου με την τήρηση της διαγραφόμενης από το άρθρο 9 του π.δ/τος 100/2000 διαδικασίας επανορθώσεως (βλ. ΣΕ 620/2010, 1927/2012, 4150/2015). Επομένως, νομίμως έκρινε ως άνω το ΕΣΡ με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η νομιμότητα δε της κρίσεως αυτής βρίσκει νόμιμο και επαρκές έρεισμα στο δεύτερο αυτό σκέλος της αιτιολογίας (μετάδοση μηνυμάτων με το συγκεκριμένο περιεχόμενο), με συνέπεια να πλήσσεται αλυσιτελώς το επικουρικό αιτιολογικό σκέλος, με το οποίο λαμβάνεται υπόψη η ακροαματικότητα του ραδιοφωνικού σταθμού. Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως.

10. Επειδή, προβάλλεται ότι τα συγκεκριμένα μηνύματα δεν εντάσσονται στις ειδησεογραφικές εκπομπές, είναι ανεξάρτητα και αυτοτελή σποτς με έντονο το χαρακτήρα της σάτιρας, της ειρωνείας, του σκώμματος, της υπερβολής και του χιούμορ, και επομένως, κατά την αιτούσα, δεν εμπίπτουν στην δεοντολογία του Π.Δ. 77/2003, αλλά θα πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με την αντίληψη του λαού μας για τη σάτιρα και το χιούμορ, με πνεύμα ελευθερίας και όχι αποστείρωσης και χειρουργείου. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, εν όψει των διατάξεων του άρθρου 1 του Π.Δ. 77/ 2003, σύμφωνα με τις οποίες «Οι κανόνες του παρόντος κώδικα ισχύουν για ειδησεογραφικές, δημοσιογραφικές και πολιτικές εκπομπές στη δημόσια και την ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση. Στην έννοια της δημοσιογραφικής εκπομπής εμπίπτουν όλες οι εκπομπές λόγου, που έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που τους προσδίδεται από τον ραδιοφωνικό ή τον τηλεοπτικό φορέα…», τα εν προκειμένω μηνύματα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο συγκεκριμένο ζήτημα της πολιτικής επικαιρότητας (κόστος εργασιών ανάπτυξης του μετρό), εντάσσονται στον τομέα των ειδησεογραφικών εκπομπών και, επομένως, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 77/2003.

11. Επειδή, περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε στην σκέψη 7, η άσκηση των δικαιωμάτων του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των γενικώς ισχυόντων κανόνων δικαίου της κειμένης νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι που αποσκοπούν στην προστασία της αξίας του ανθρώπου και της προσωπικότητας, με την επιφύλαξη της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας. Εν όψει τούτου, οι διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του ν. 2328/1995, που επιβάλλουν κανόνες δεοντολογίας στους τηλεοπτικούς σταθμούς και που προβλέπουν τα των κυρώσεων σε περίπτωση παραβιάσεως των κανόνων αυτών, καθώς και του Π.Δ. 77/2003, δεν έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

12. Επειδή, προβάλλεται ότι μη νομίμως το ΕΣΡ επεξέτεινε τον έλεγχό του και στο πρώτο μήνυμα, αφού στην καταγγελία του Υπουργού δεν γινόταν αναφορά στο εν λόγω μήνυμα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως δέχθηκε και το Ε.Σ.Ρ., κατ' εκτίμηση της καταγγελίας και της συνημμένης σ' αυτήν απομαγνητοφωνήσεως των μηνυμάτων, η καταγγελία αναφέρεται και στα δύο μηνύματα. Ανεξαρτήτως, πάντως, τούτου, το ΕΣΡ, κατά τον έλεγχο που ασκεί ως προς την τήρηση των κανόνων που τίθενται από το π.δ. 77/2003, δεν δεσμεύεται ως προς το εύρος του ελέγχου από το περιεχόμενο υποβληθείσης σχετικής καταγγελίας, εφόσον κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ανωτέρω ν. 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2644/1998, είναι αρμόδιο να ασκεί αυτεπάγγελτο έλεγχο προς διαπίστωση παραβάσεων της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, όπως προκύπτει από το σώμα της προσβαλλόμενης πράξης, το ΕΣΡ εκτίμησε την επίμαχη καταγγελία εν πάση περιπτώσει και ως έναυσμα για την άσκηση του εν λόγω αυτεπαγγέλτου ελέγχου.

13. Επειδή, ο τύπος έχει υψηλό ρόλο ως θεματοφύλακας µιας δημοκρατικής κοινωνίας (βλ. ενδεικτικά ΕΔΑΔ Λιοναράκης κατά Ελλάδος της 5.7.2007, σκέψη 42). Λόγω αυτής της λειτουργίας του Τύπου, αν και αυτός δεν πρέπει να υπερβαίνει ορισμένα όρια, αναφερόμενα ειδικότερα στην προστασία της φήμης και στα δικαιώματα των άλλων, η δημοσιογραφική ελευθερία συνεπάγεται και τη δυνατότητα κάποιας δόσεως υπερβολής, ακόµα και προκλήσεως (βλ. ενδεικτικά ΕΔΑΔ Λιοναράκης κατά Ελλάδος, σκ. 42, Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδος της 27.5.2004 σκ. 41). Οι αρχές αυτές, αν και διατυπώθηκαν αρχικά για τον γραπτό τύπο, έχουν εφαρμογή και για τα οπτικοακουστικά μέσα (ΕΔΑΔ Radio France κατά Γαλλίας της 30.3.2004, σκ. 33). Ως προς τη φύση δε των εκφράσεων, οι οποίες είναι δυνατόν να θίξουν την υπόληψη κάποιου ατόµου, γίνεται διαχωρισµός µεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων. Για τα πρώτα είναι δυνατόν να υπάρξει απόδειξη, ενώ οι αξιολογικές κρίσεις δεν προσφέρονται για µια ακριβή απόδειξη. Όταν µία δήλωση αναλύεται σε αξιολογική κρίση, η αναλογικότητα της επεµβάσεως δύναται να είναι συνάρτηση της υπάρξεως µιας επαρκούς βάσεως σε πραγματικά γεγονότα διότι, ελλείψει αυτής, µία αξιολογική κρίση δύναται, και αυτή, να αποδειχθεί υπερβολική (βλ. ενδεικτικά ΕΔΑΔ Λιοναράκης κατά Ελλάδος, σκ. 43). Εξ άλλου, τα όρια ανεκτής κριτικής ενός πολιτικού είναι ευρύτερα από εκείνα ενός κοινού ανθρώπου, δοθέντος ότι, σε αντίθεση με τον δεύτερο, ο πρώτος εκτίθεται συνειδητά και αναπόφευκτα σε έναν ενδελεχή έλεγχο των πράξεών του και των ιδεών του, τόσο από τους δημοσιογράφους, όσο και από τους πολίτες, και οφείλει να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή (βλ. ενδεικτικά ΕΔΑΔ Λιοναράκης, σκ. 45, Αυγή Α.Ε. και Καρής κατά Ελλάδος της 5-6-2008, σκ. 28). Τέλος, η σάτιρα είναι ένας αποδεκτός τρόπος καλλιτεχνικής έκφρασης και κοινωνικού σχολιασμού, ο οποίος μέσω της υπερβολής και της παραμόρφωσης της πραγματικότητας στοχεύει εκ της φύσεώς της να σοκάρει και να ταράξει (βλ. ενδεικτικά ΕΔΑΔ Alves da Silva κατά Πορτογαλίας της 20-10-2009, σκ. 27, της 25-1-2007, Vereinigung Bildender Künstler κατά Αυστρίας, σκ. 33).

14. Επειδή, με τα συγκεκριμένα μηνύματα, τα οποία είναι σύντομης διάρκειας, δραματοποιημένα και μεταδόθηκαν σε ώρες που συνήθως εκφωνούνται δελτία ειδήσεων, δίνεται η εντύπωση ότι τα μεταδιδόμενα («ληστεία», «κλοπή» δημοσίου χρήματος από εργολάβο με την ανοχή της κυβέρνησης, «ρεμούλα»: δηλαδή, απάτη εις βάρος του Δημοσίου), τα οποία ανάγονται σε ζήτημα που ενδιαφέρει το ευρύ κοινό, συνιστούν είδηση, δηλαδή γεγονότα απόλυτα εξακριβωμένα που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, και αποδίδεται ευθύνη γι’ αυτά στον ως άνω Υπουργό, στο μεν ένα μήνυμα ονομαστικά, στο δε άλλο εμμέσως, αλλά σαφώς, (το τελευταίο, τόσο διότι γίνεται αναφορά σε ζήτημα που εμπίπτει στις αρμοδιότητές του, όσο και λόγω του θεματικού και χρονικού συνδυασμού του με το πρώτο μήνυμα). Από τις εκπομπές, όμως, του ιδίου ραδιοφωνικού σταθμού, που αναφέρονται στο ίδιο ζήτημα και μνημονεύονται ανωτέρω στη σκέψη 8, προκύπτει ότι, πάντως, πρόκειται για ένα θέμα, για το οποίο διατυπώνονται αντιτιθέμενες απόψεις στηριζόμενες σε συγκεκριμένα επιχειρήματα. Με τα δεδομένα αυτά συντελέσθηκε παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1 εδάφιο β του ν. 2328/1995, καθώς και των άρθρων 5 παρ. 1 και 9 παρ. 2 του Π.Δ. 77/2003, δηλαδή έλαβε χώρα προσβολή της προσωπικότητας και της υπόληψης του συγκεκριμένου Υπουργού με ενέργειες που υπερβαίνουν το όριο ανοχής που αναγνωρίζεται στην δια των οπτικοακουστικών μέσων κριτική δημοσίων προσώπων. Η παράβαση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αίρεται ως εκ του σατιρικού χαρακτήρα της δραματοποιημένης απόδοσης, διότι τα εν λόγω μηνύματα εντάσσονται, όπως ήδη έγινε δεκτό, κατά τον κύριο χαρακτήρα τους στις ειδησεογραφικές και όχι στις σατιρικές εκπομπές, στην προκειμένη δε περίπτωση η χρήση της σάτιρας χρησιμοποιείται υποστηρικτικά προς την υπεραπλουστευμένη απολυτότητα για την παρουσίαση ενός αμφιλεγόμενου ζητήματος ως αδιαμφισβήτητου γεγονότος. Επομένως, η σχετική κρίση του ΕΣΡ αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα και δεν αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, δεδομένου ότι, κατά την άποψη της αιτούσης, α) πρόκειται για καλόπιστη πολιτική κριτική της κυβερνητικής αδράνειας για τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων στ δημόσια έργα, β) δεν αποδίδεται μομφή στον συγκεκριμένο Υπουργό, γ) δεν υπήρξε προσφυγή στην ποινική ή πολιτική Δικαιοσύνη εις βάρος της αιτούσης, δ) δεν έγινε από το ΕΣΡ έλεγχος της βασιμότητας του περιεχομένου των μηνυμάτων, ε) το πρώτο μήνυμα δεν θίγει τον συγκεκριμένο Υπουργό, αφού δεν κατονομάζεται σε αυτό.

15. Επειδή, προβάλλεται ότι μη νομίμως λαμβάνεται υπόψη, ως ένα από τα επιμέρους κριτήρια, για την επιμέτρηση του ύψους του προστίμου η ακροαματικότητα του σταθμού κατά τα διαστήματα από 13.10-21.12.2003 και 5.1-1.2.2004, μάλιστα δε με τη μεσολάβηση χρονικού κενού 15 ημερών, και όχι η ακροαματικότητα της κρίσιμης χρονικής περιόδου μετάδοσης των μηνυμάτων, με συνέπεια να λαμβάνονται υπόψη λανθασμένα στοιχεία. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως ότι πάντως το επιβληθέν πρόστιμο (20.000 ευρώ) ευρίσκεται εγγύτερα προς το χαμηλότερο δυνατό ύψος του (5 εκατ. δρχ.), πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αναπόδεικτος, δεδομένου ότι η αιτούσα δεν παραθέτει τα κατά την κρίση της ακριβή στοιχεία για την ακροοαματικότητα του σταθμού της κατά το χρονικό διάστημα που συντελέστηκαν οι παραβάσεις και δεν ισχυρίζεται, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, ότι η ακροαματικότητα του ραδιοφωνικού σταθμού κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είχε υποστεί πτώση από το ποσοστό 12,6% που δέχθηκε η προσβαλλόμενη πράξη.

16. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι μη νομίμως δεν επιβλήθηκαν χωριστές κυρώσεις για καθένα από τα μεταδοθέντα μηνύματα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι νομίμως, εν όψει των συνθηκών της υποθέσεως, το ΕΣΡ θεώρησε ενιαία την παράβαση και επέβαλε μία κύρωση.

17. Επειδή, κατόπιν τούτων, η αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.



Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στην αιτούσα την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...