Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Αλληλόχρεος λογαριασμός, τοκοχρεωλυτικό δάνειο (δοσοληπτικός λογαριασμός), στοιχεία αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής.

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/ κης 7402/2015, ΕΦΑΔ 2015.802.

Πρόεδρος: Ε. Μάγκλαρη, Πρωτοδίκης.

Περίληψη. Άσκηση ανακοπής για την ακύρωση διαταγής πληρωμής. Παραδεκτή η σώρευση της ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή. Προϋποθέσεις για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Στοιχεία για το ορισμένο της. Αλληλόχρεος λογαριασμός. Έννοια και λειτουργία του. Κρίση του δικαστηρίου ότι η σύμβαση μεταξύ των μερών συνιστούσε τοκοχρεωλυτικό δάνειο και όχι σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό. Δέχεται την ανακοπή.
Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση ανακοπή, στο δικό­γραφο της οποίας παραδεκτώς σωρεύονται, α) η ανακοπή του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, με την οποία πλήττεται η διαταγή πληρωμής και έχει ως αίτημα την ακύρωση αυτής ως εκτελεστού τίτλου (Βλ. ΑΠ Ολ 30/1987 ΝοΒ 36,96) και β) η ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, η οποία βάλ­λει κατά της προσβαλλόμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης και έχει ως αίτημα την ακύρωση της πράξης αυτής, ασκήθηκε νόμιμα κατ` άρθρο 632, 585 παρ. 1, και 934 παρ. 1 του ΚΠολΔ και αρμόδια καθ` ύλην και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 625, 636, 933 παρ. 1 και 584 του ΚΠολΔ), που δικάζει κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των άρθρων 635 επ. του ΚΠολΔ περί πιστωτικών τίτλων, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για απαίτηση της καθής η ανακοπή απορρέουσα από σύμβαση πίστωσης και έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των 15 ημερών που ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 632 παρ.1 ΚΠολΔ, όσον αφορά την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ενώ καθό μέρος στρέφεται κατά της επιταγής προς πληρωμή, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι έχει λάβει χώρα άλλη πράξη εκτελέσεως και συνεπώς έχει ασκηθεί προ της ενάρξεως της κατ` άρθρο 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ προθεσμίας. Πρέπει λοιπόν να ακολουθήσει η νομική και η ουσιαστική έρευνα των λόγων της.

Σύμφωνα με το άρθρο 626 παρ. 1 ΚΠολΔ, προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής είναι η εκ μέρους του δικαιούχου της απαιτήσεως υποβολή αιτήσεως η οποία κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και συντάσ­σεται έκθεση κάτω από αυτήν. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) τα οριζόμενα στα άρθρα 118 και 119 παρ. 1 ΚΠολΔ, β) αίτηση (αίτημα) εκδόσεως διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του αυτού άρ­θρου, στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσόν της. Προς τούτο πρέπει να αναφέρεται η έννομη σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση και δεν αρκεί απλή παραπομπή στα επισυναπτόμενα έγγραφα. Απαιτείται σχε­τικώς να εκτίθενται στην αίτηση τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία εξατομικεύουν την απαίτηση από απόψεως αντικειμένου, είδους και τρόπου γενέσεως της, και τα οποία, υπαγόμενα σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 54/1990 ΕλλΔνη 32,62, ΕφΘεσ 110/2008 ΕπισκΕΔ 2008,740, ΕφΔωδ 56/2002). Περιέχει δε η εκδιδόμενη διαταγή το κατά το άρθρο 630 στ. γ ΚΠολΔ απαιτούμενο στοιχείο της αιτίας της πληρωμής, όταν περιλαμβάνει, και χωρίς έστω νομικό χαρακτηρισμό της απαιτήσεως, έκθεση περιστατικών που εξατομικεύουν την αποδεικνυόμενη εγγράφως απαίτηση, για την οποία εκδίδεται η διαταγή, ούτως ώστε να προκύπτει ο λόγος της αντίστοιχης οφειλής (ΑΠ 54/1990, ΕφΘεσ 110/2008, ό.π.), πρέπει επομένως να μη δημιουργείται καμία αμφι­βολία από ολόκληρο το περιεχόμενο της διαταγής ως προς την αιτία της πληρωμής (ΕφΠειρ 656/2011 ΔΕΕ 2012,44, ΕφΛαρ 287/2007).
Από το δε συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47, 64, 67 του ΝΔ 17-7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», 112 ΕισΝΑΚ, 668 ΕμπΝ και 361,436, 438 ΑΚ συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοιχτός ή τρεχούμε­νος) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα συμφωνούν με σύμβαση να μην επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι εκατέρωθεν απαιτήσεις, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβέννυνται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, με τρόπο ώστε μοναδική μεταξύ τους απαίτηση να αποτελέσει το κατάλοιπο του λογαριασμού, που τυχόν θα υπάρχει. Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλοχρέου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών και συνεπώς δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, εάν δεν υπάρχει η δυνατότητα, τουλάχιστον, αποστολών και από τα δύο μέρη. Η ύπαρξη απλώς της δυ­νατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο εάν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αποστολές και από τα δύο μέρη ή μόνο από το ένα από αυτά (ΑΠ 1795/2007 ΧρΙΔ 2007,925, ΑΠ 79/1995, ΕφΑΘ 483/2010). Επομένως δεν συντρέχει περίπτωση άλληλόχρεου λογα­ριασμού, όταν η συνδέουσα τα μέρη έννομη σχέση δεν είναι τραπεζικό άνοιγμα πίστωσης, αλλά κοινός δανεισμός, όταν δηλαδή η μεν δανείστρια τράπεζα καταβάλλει το δάνεισμα στον οφειλέτη ή με βάση σύμβαση υπόσχεσης δανείου εφάπαξ ή τμηματικά, ο δε δανειζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το επιστρέφει εφάπαξ ή τμηματικά, όπως στην περίπτωση τοκοχρεολυτικού δανείου που αναλαμ­βάνει την υποχρέωση να αποδώσει σε τακτές προσυμφω­νημένες τοκοχρεωλυτικές δόσεις (ΕφΘεσ 3078/2002 ΔΕΕ 2003,958, ΕφΑΘ 3345/1999 ΝοΒ 2000,54).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ήτοι εκείνη, κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ως από τη φύση τους, δεν μπορούν να εξυπηρε­τηθούν με την τήρηση ανοικτού λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό: α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοι­πες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητα της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθηση της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαιο και άληκτα χρεωλύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, που επιβάλ­λουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τό­κους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται. Κάθε δε συνομολόγηση, κατά την οποία το τοκοχρεωλυτικό δάνειο θεωρείται ως ανοικτός λογαριασμός, είναι παρά­νομη, αφού γίνεται με τον πρόδηλο σκοπό να πορισθεί η τράπεζα έμμεσα και ανεπίτρεπτα ωφελήματα, που παρέ­χονται από το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ και ιδίως τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό (ΕφΘεσ 3078/2002 ΔΕΕ 2003,958). Τέλος, ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και σποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και είναι αδιάφορη η ονομασία, την οποία έδωσαν στη σύμβα­ση τα μέρη (ΑΠ 1468/2005 ΕλλΔνη 2006,90, ΑΠ 157/2004 ΕλλΔνη 2004,1642, ΕφΑΘ 5415/2003 ΕλλΔνη 2004,492, ΕφΘεσ 3078/2002 ΔΕΕ 2003,958).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ανα­κοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα, διότι σε αυτήν, αλλά και στην αίτηση της καθής για την έκδοση της, δεν αναφέρεται η πραγματική αιτία πληρωμής, που είναι, η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και όχι η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι παραδεκτός και νόμι­μος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στη νομική σκέ­ψη, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 118,119 παρ. 1, 626 και 630 στ. γ` ΚΠολΔ, πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκο­μίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη ανακόπτουσα, εμπορική εταιρία, για την εξυπηρέτηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, συνήψε με την καθής την υπ` αρ. ... ιδιωτική σύμβαση, με την οποία της χορηγήθηκε πίστωση με ανοικτό (αλληλό­χρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 100.000.000 ευρώ, αυξηθείσα στο ποσό των 250.000 ευρώ, με την ταυτάριθμη από 13.10.2004, πρόσθετη πράξη αύξησης της πίστωσης. Την πιστή τήρηση των συμβάσεων αυτών εγγυήθηκαν ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των ανακοπτόντων. Με την από 9.8.2011 σύμβαση, που τιτλοφορείται πρόσθετη πρά­ξη στην ανωτέρω σύμβαση πίστωσης, οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν το αναφερόμενο υπόλοιπο στον τηρηθέντα για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω πίστωσης λογαριασμό, ανερχόμενο στο ποσό των 101.359,63 ευρώ και συμφώ­νησαν την ρύθμιση αυτού με την καταβολή του, εντόκως, εντός επτά ετών, συμπεριλαμβανομένης περιόδου χάριτος 12 μηνών, χωρίς κεφαλαιοποίηση τόκων, με 72 χρεολυτικές μηνιαίες ανισομερείς δόσεις, ποσού εκάστης 2.640 ευρώ για τους μήνες Μάιο έως Σεπτέμβριο και 500 ευρώ για τους μήνες Οκτώβριο έως και Απρίλιο, με κυμαινόμενο επιτόκιο, ίσο με το εκάστοτε ισχύον Ελάχιστο Δανειστικό Επιτόκιο, πλέον περιθωρίου 1,5% πλέον της εισφοράς του Ν. 128/ 1975. Από τους προαναφερθέντες όρους της σύμβα­σης αυτής προκύπτει ότι πρόκειται περί τοκοχρεωλυτικού δανείου και όχι για σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλό­χρεο λογαριασμό, αφού ορίστηκε επταετής η διάρκεια αυ­τού καθώς και η (δήλη) ημέρα επιστροφής του, (9.8.2018), η πληρωμή καθορίστηκε σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ενώ προβλέφθηκε και η δυνατότητα προεξόφλησης του (όρος 5.4), οι δε ως άνω καταβολές από την οφειλέτρια μπορού­σαν να γίνουν μόνο με τους προαναφερόμενους όρους και επί πλέον, η τελευταία δεν είχε τη δυνατότητα καταβολής οποτεδήποτε στη δανείστρια οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, το οποίο να πιστώνεται στα πλαίσια λειτουργίας ενός αλληλόχρεοι λογαριασμού. Εξ αυτών συνάγεται, με απόλυτη σαφήνεια, ότι η ως άνω συμβατική σχέση απο­τελεί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω στη νομική σκέψη και ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που έδωσαν τα μέρη τοκοχρεωλυτικό δάνειο και όχι σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, ούτε «πρόσθετη πράξη» της αρχικώς συναφθείσας σύμβασης πίστωσης μεταξύ των διαδίκων και για τον πρόσθετο λόγο ότι στην σύμβαση αυτή δεν υπάρχει η δυνατότητα αποστολών και από τα δύο συμβαλλόμενο μέρη. Συνεπώς ο υπ` αρ. ... λογαριασμός που κινήθηκε, από την καθής για την παρα­κολούθηση της ως άνω χορήγησης (όπως συνάγεται από το ποσό και την ημερομηνία της αρχικής εκταμίευσης), ήταν απλός δανειακός δοσοληπτικός λογαριασμός και όχι αλληλόχρεος, αφού εξυπηρετούσε σύμβαση δανείου. Πλην όμως η καθής τράπεζα υπέβαλε ενώπιον της Δικα­στή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 21.7.2014 αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε  βάρος των ανακοπτόντων, στην οποία αναφέρεται στην υπ` αρ. .../17.9.2003 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στην από 13.10.2004 πρόσθετη πράξη αύξησης του ποσού της πίστωσης και στην από 9.8.2011 πρόσθετη πράξη, καθώς και στον υπ` αρ. ... λογαριασμό που κινήθηκε από την καθής από την έναρξη της αρχικής χορήγησης μέχρι την καταγγελία της σύμβασης. Η τελευταία όμως σύμβαση δεν αποτελεί τμήμα μίας ενιαίας σύμβασης πίστωσης αλλά αυτοτελή σύμβαση δανείου, αιτία, όμως, η οποία ουδόλως εκτίθεται στην αίτηση της καθής τράπεζας για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, με βάση την οποία εκδόθηκε σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας εταιρίας, ως πρωτοφειλέτιδας, και των λοιπών ανακοπτόντων, ως εγγυητών, η προσβαλλό­μενη διαταγή πληρωμής με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθής, έκαστος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 119.246,63 ευρώ, νομιμότοκα από 2.1.2014. Επομένως και στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκτίθεται εσφαλμένα η αιτία της πληρωμής, δεδομένου ότι όχι μόνο δεν γίνεται αναφορά σε σύμβα­ση δανείου, αλλά περαιτέρω χαρακτηρίζεται εσφαλμένα αυτή ως πρόσθετη πράξη της αυτής σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, αποτέλεσμα δε του γεγονότος αυτού αποτελεί, πλην των άλλων, και η επιβάρυνση των ανακοπτόντων με πρόσθετους τόκους, ένεκα του τρίμηνου ανατοκισμού, που ισχύει στις συμβάσεις αλληλόχρεου λο­γαριασμού και περιέχεται στον όρο 4.1.2 αυτής. Ενόψει δε των ανωτέρω, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέ­ρω στη νομική σκέψη, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής και παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων, να γίνει δεκτή η ανακοπή ως βάσιμη κατ` ουσία και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η επιταγή προς πληρωμή (άρθρο 633 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η καθής, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων (άρθρα 191 παρ. 2, 176 ΚΠολΔ, 100 παρ. 1 ΚωδΔικ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...