Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Ανακοπή ερημοδικίας, ανωτέρα βία, συμπεριφορά δικηγόρου, πληρεξουσιότητα στον Άρειο Πάγο.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 1540/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Ανακοπή ερημοδικίας . Προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου εκ μέρους διαδίκου. Έννοια ανωτέρας βίας στο πεδίο του δικονομικού δικαίου που συνιστά δικαιολογητικό λόγο άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά ερήμην απόφασης. Διάκριση ως προς τις συνέπειες με την αντίστοιχη έννοια της ανωτέρας βίας στο ουσιαστικό δίκαιο. Η αμελής συμπεριφορά εκ μέρους του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου που ερημοδικάσθηκε δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας.
Γαμικές Διαφορές. Ορθή κρίση του εφετείου το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της εφετειακής απόφασης που εξεδόθη ερήμην αυτής, καθότι η αμελής συμπεριφορά της πληρεξούσιας δικηγόρου της που δεν μπορούσε εγκαίρως να παραστεί στην κατ' έφεση δίκη λόγω προσωπικού της κωλύματος και δεν εξήντλησε όλα τα μέσα επικοινωνίας με την αναιρεσείουσα ώστε να παραστεί εκείνη στην δίκη και να ζητήσει να κρατηθεί για μικρό χρονικό διάστημα η συζήτηση της υπόθεσης ή δεν ανέθεσε σε κάποιο συνάδελφο της να την αντικαταστήσει, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας.

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ΄ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί". Εξάλλου, ενώπιον του Αρείου Πάγου όλοι οι παριστάμενοι διάδικοι της αναιρετικής δίκης απαιτείται να παρίστανται με δικηγόρο, ο οποίος πρέπει να αποδεικνύει στο ακροατήριο την ύπαρξη της πληρεξουσιότητάς του (άρθρο 104 ΚΠολΔ) με τον τύπο του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 592/2007). Συνακόλουθα τούτων, αν παρίσταται δικηγόρος χωρίς πληρεξουσιότητα, ο διάδικος αυτός (είτε επισπεύδει τη συζήτηση είτε όχι) δικάζεται ερήμην, αν έχει νομίμως κλητευθεί, αλλιώς κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο εμφανίσθηκε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας ο δικηγόρος ..., ο οποίος και ζήτησε να αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως, προκειμένου να προετοιμασθεί καταλλήλως, δεδομένου του μικρού χρονικού διαστήματος, αφότου ανέλαβε τη σχετική εντολή, αίτημα που απορρίφθηκε από το δικαστήριο. Ο εν λόγω δικηγόρος, ωστόσο δεν απέδειξε την πληρεξουσιότητά του, αφού δεν προσκόμισε σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, οπότε, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η αναιρεσείουσα δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. Αντιθέτως, εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος προσκόμισε και επικαλέσθηκε την .../20-1-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κέρκυρας ..., από την οποία προκύπτει ότι επέδωσε αυτός στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, η αναιρεσείουσα πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ΄ ΚΠολΔ.

 Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών, ανακοπή κατά αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολομ. ΑΠ 29/ 1992). Ειδικότερα, ως ανώτερη βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεώς του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως. Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι, πλην άλλων, η αιφνίδια ασθένεια, τυχόν ατύχημα ή άλλο συμβάν, υπό ορισμένες περιστάσεις, του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανισθεί στο δικαστήριο ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτελέσεως της σχετικής πράξεως, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας. Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη. Επομένως στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη. Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως η συνδρομή αυτής καθεαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 741/2016, 219/2016, ΑΠ 490/ 2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, εκτιμώντας την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ότι -κατά τα εκτιθέμενα σ΄αυτή- ζητείται η εξαφάνιση της υπ΄ αριθ. 61/ 2014 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας, επειδή η ανακόπτουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, ερήμην της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπόρεσε να παραστεί από λόγο ανώτερης βίας κατά τη δικάσιμο της 7 Φεβρουαρίου 2014 στη συζήτηση της εφέσεώς της κατά της 71/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ΄αυτής αγωγή διαζυγίου του ήδη αναιρεσίβλητου συζύγου της. Ότι η ανώτερη βία συνίσταται στο ότι η πληρεξουσία δικηγόρος της ..., κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, στις 7-2-2014, μετέβη στις 08:00 στο Τμήμα Εισοδήματος της ..., προκειμένου να διευθετήσει προσωπική της υπόθεση, για την οποία της είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και η οποία εκδικαζόταν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας κατά τη δικάσιμο της 10-2-2014 και ως εκ τούτου η 7-2-2014 ήταν η τελευταία εργάσιμη ημέρα για την εξεύρεση λύσεως στα πλαίσια της υπερασπίσεώς της. Ότι η διαδικασία στο εν λόγω τμήμα διήρκεσε μέχρι το μεσημέρι και έτσι κατέστη αδύνατη η αυτοπρόσωπη παρουσία της ως άνω πληρεξουσίας της δικηγόρου στο Εφετείο. Ότι η τελευταία προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με αυτήν (ανακόπτουσα), καλώντας την στο κινητό της τηλέφωνο πριν από την έναρξη της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, για να την ενημερώσει σχετικά, ώστε αυτή (ανακόπτουσα) να μεταβεί στην αίθουσα συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου και να ζητήσει να κρατηθεί η υπόθεση, η οποία ήταν γραμμένη πρώτη στο οικείο πινάκιο. Ότι τούτο δεν κατέστη δυνατό, διότι ναι μεν αυτή (ανακόπτουσα) βρισκόταν λόγω της υπηρεσίας της στο δικαστικό μέγαρο Κέρκυρας, πλην όμως βρισκόταν σε διαδικασία προανάκρισης και το κινητό της τηλέφωνο ήταν σε αθόρυβη λειτουργία, με αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί για την παραπάνω εξέλιξη. Ότι η ανωτέρω αιφνίδια και απρόβλεπτη εξέλιξη στο πρόγραμμα της πληρεξουσίας δικηγόρου της αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα, εξαιτίας του οποίου εμποδίστηκε η δικηγόρος της να ενεργήσει η ίδια αυτοπροσώπως ή με άλλο δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη της. Ωστόσο, όπως έκρινε το Εφετείο, "ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παρουσία της πληρεξουσίας δικηγόρου της ανακόπτουσας στη ... δεν καθιστούσε αδύνατη την επικοινωνία αυτής είτε με την ανακόπτουσα, την οποία μπορούσε να την καλέσει στο σταθερό τηλέφωνο της υπηρεσίας της, είτε με άλλο δικηγόρο συνάδελφό της, προκειμένου αυτοί να ζητήσουν να καθυστερήσει η εκφώνηση της υποθέσεως, ώστε να εμφανισθεί η ως άνω δικηγόρος στο δικαστήριο ή να δώσει η ανακόπτουσα εντολή σε άλλο δικηγόρο να υπερασπισθεί την υπόθεσή της. Δηλαδή, αν η ίδια η ως άνω δικηγόρος της ανακόπτουσας έδειχνε τη συνήθη επιμέλεια, θα μπορούσε να έχει αποτρέψει την ερημοδικία της τελευταίας, ενόψει του ότι μάλιστα το πταίσμα του πληρεξούσιου δικηγόρου δεν συνιστά ανώτερη βία". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ως προς την έννοια της ανώτερης βίας ως λόγο ανακοπής ερημοδικίας και ορθά συνεπώς έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμη (κατ’ ορθότερο χαρακτηρισμό και όχι ως αβάσιμη, όπως αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας, κατά την κυριαρχική από αυτό εκτίμηση του δικογράφου της, αφού πράγματι η επικαλούμενη παρουσία της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας το πρωί της δικασίμου στη ..., σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Εφετείο ότι ιστορούνται στην ένδικη ανακοπή, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας, εξαιτίας της οποίας η αναιρεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα να εκπροσωπηθεί κατά τη δικάσιμο της 7-2-2014 από πληρεξούσιο δικηγόρο. Τα αντίθετα, λοιπόν, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (κατ΄εκτίμηση) και όχι από τον αρ. 10 μόνος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ότι εσφαλμένα έκρινε και χωρίς απόδειξη δέχθηκε, ότι δεν συνιστά η παρουσία της πληρεξουσίας της δικηγόρου στη ... για προσωπική της υπόθεση περίπτωση ανώτερης βίας, που την εμπόδισε να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο της 7-2-2014.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

                                                          ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2016 αίτηση της ... για αναίρεση της 5/2016 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Τριμελές Εφετείο Πατρών 320/ 2017.
Στην έννοια της ανώτερης βίας, που συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 152 ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό η όχι (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 219/2016 ΝΟΜΟΣ). Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί και η αιφνίδια βαρεία ασθένεια του διαδίκου ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξαιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεως και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Δεν εμπίπτει όμως στην παραπάνω έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου ή συγγενικού του προσώπου που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παραστεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του (ΑΠ 141/2005 ΕλλΔνη 2005.1660, ΑΠ 740/1997 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 3670/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5732/2002 ΕλλΔνη 2003.1384). Εξάλλου, αν η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 503 παρ. 1 και 505 παρ. 1 ΚΠολΔ) και αν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο (άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠολΔ) και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Άλλως, αν δηλαδή η ανακοπή δεν ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του λόγου της, το Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις αυτές και με στόχο την ταχύτητα στην απονομή της Δικαιοσύνης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής ερημοδικίας αμέσως, με την ίδια απόφαση με την οποία θα κρίνει και το τυπικά παραδεκτό και νόμω βάσιμο της ανακοπής, αρκούμενο σε πιθανολόγηση, το δε ελάττωμα της κλητεύσεως ή η ύπαρξη του περιστατικού ανώτερης βίας, που προκάλεσαν την ερημοδικία του ανακόπτοντος, θα διαγνωσθούν με βάση τα στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν προαποδεικτικώς οι διάδικοι (ΕφΔωδ 111/2004, ΕφΔωδ 274/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5732/2002 ΕλλΔνη 44,1384, ΕφΘεσ 184/1999 ΕλλΔνη 40,1389).

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...