Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Το Μεγαρικό Ψήφισμα.

Θουκυδίδης, ΜΕΓΙΣΤΟΣ
Θουκυδίδης, Ιστορία, τόμος Α,  [έκδοση ΖΗΤΡΟΣ, 2005, μετάφραση -σχόλια Α. Γιαγκόπουλου, σελίδες 395-415].

Στους σύγχρονους Εφιάλτες των Λακεδαιμονίων, στους σύγχρονους Γερμανοτσολιάδες που κατάφεραν να φαντάζουν αντιστασιακοί ένας Τσολάκογλου κι ένας Λογοθετόπουλος, στα θλιβερά πινοκιακά ανδρείκελα που γελοιοποιούνται ακόμη κι από τους Σκοπιανούς (αλλά πρέπει να αγοράζουμε όπλα για να "φάμε" τους Τούρκους ενώ μας γελοιοποιούν οι Σκοπιανοί!!!!), στο Νεογραικυλικό Κοπάδι που αποδέχεται να το καθοδηγούν τέτοιοι "αντιπρόσωποι", αφιερώνεται ο Θουκυδίδης! Πραγματικά, η Νεογραικυλία αξίζει να χαθεί από προσώπου Γης. Και θα χαθεί, είναι βέβαιο αυτό. Και μπορεί κανείς να καταλάβει εύκολα γιατί 400 χρόνια έζησε με το Οθωμανικό Δίκαιο. Είναι στη φύση της να βαδίζει στα τέσσερα. (Γ.Φ).

§ 139. Αυτές λοιπόν ήταν οι απαιτήσεις τόσο εκείνες που πρόβαλαν οι Λακεδαιμόνιοι όσοι και αυτές που διατυπώθηκαν προς αυτούς από τους Αθηναίους κατά την πρώτη αποστολή πρέσβεων σχετικά με την εκδίωξη των ανοσιουργών. Αργότερα με άλλες διπλωματικές αποστολές αξίωναν από τους Αθηναίους να λύσουν την πολιορκία της Ποτείδαιας, να αφήσουν αυτόνομη την Αίγινα και προ πάντων δήλωναν ξεκάθαρα ότι θα μπορούσε να αποφευχθούν ο πόλεμος, αν ανακαλούσαν το διάταγμα σχετικά με τους Μεγαρίτες, με το οποίο είχε απαγορευτεί σ' αυτούς να χρησιμοποιούν τα λιμάνια της Αθηναϊκής αυτοκρατορίας και την αγορά της Αττικής.
Αλλά οι Αθηναίοι ούτε στις άλλες γενικά απαιτήσεις τους ενέδιδαν ούτε ανακαλούσαν το διάταγμα για τους Μεγαρίτες, τους οποίους κατηγορούσαν για παράνομη καλλιέργεια της ιερής γης καθώς και της αμφισβητούμενης μεθοριακής γραμμής, και ακόμη για την παροχή ασύλου στους δούλους που δραπέτευαν από την Αθήνα. Τέλος έφτασαν στην Αθήνα από τη Σπάρτη οι τελευταίοι πρέσβεις, ο Ραμφίας, ο Μελήσιππος και ο Αγήσανδρος, και, χωρίς να επαναλάβουν καμιάν από τις συνήθεις ως τώρα απαιτήσεις, είπαν μόνο τα εξής: 'Οι Λακεδαιμόνιοι επιθυμούν να διατηρηθεί η ειρήνη· αυτή θα διασφαλιστεί, μόνο αν αφήσετε τους Έλληνες αυτόνομους'. Οι Αθηναίοι συγκάλεσαν συνέλευση του λαού και έδωσαν τη δυνατότητα να εκφράσουν οι πολίτες τη γνώμη τους. Αποφάσισαν να εξετάσουν το ζήτημα στο συνολό του και να δώσουν επιτέλους οριστική απάντηση. Αφού λοιπόν προχώρησαν στο βήμα πολλοί και τάχθηκαν άλλοι με τη μια άποψη και άλλοι με την άλλη, οι μεν ότι πρέπει να πολεμήσουν, οι δε ότι το Περί Μεγαρέων ψήφισμα δεν πρέπει να σταθεί εμπόδιο για την ειρήνη, αλλά να ανακληθεί , ανέβηκε στο βήμα τελευταίος ο Περικλής, ο γιος του Ξανθίππου, η μεγαλύτερη προσωπικότητα της Αθήνας εκείνη την εποχή και ο πιο ικανός ρήτορας και πολιτικός, και τους συμβούλευσε τα εξής περίπου.

ΔΗΜΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ

§ 140. Αθηναίοι, αν και γνωρίζω καλά ότι οι άνθρωποι με άλλον ενθουσιασμό αναλαμβάνουν τον πόλεμο και άλλες διαθέσεις δείχνουν κατά τη διεξαγωγή του και ότι τα συναισθήματα τους μεταβάλλονται ανάλογα με τα γεγονότα, ωστόσο, εξακολουθώ να έχω πάντα τη γνώμη ότι δεν πρέπει να υποχωρήσουμε στους Λακεδαιμονίους. Και σήμερα επίσης βλέπω ότι πρέπει να σας δώσω τις ίδιες ή, έστω, παραπλήσιες συμβουλές, όπως και στο παρελθόν, και θεωρώ δίκαιο, όσοι από σας πεισθείτε στα λόγια μου, να υποστηρίξετε τις κοινές αποφάσεις, ακόμη και αν τυχόν θα έχουμε κάποιες αποτυχίες, αλλιώς, σε περίπτωση επιτυχίας, να μη ζητάτε για τον εαυτό σας ένα μέρος από τη σωστή κρίση για την αναγκαιότητα του πολέμου. Γιατί ενδέχεται η εξέλιξη των γεγονότων να πάρει τροπή αντίθετη προς τα σχέδια των ανθρώπων. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος για τον οποίο κατηγορούμε συνήθως την τύχη για όσα μας συμβαίνουν αντίθετα με τους υπολογισμούς μας .
Όι Λακεδαιμόνιοι και στο παρελθόν έδειχναν καθαρά τις εχθρικές τους διαθέσεις απέναντι μας και σήμερα τις δείχνουν ακόμη πιο καθαρά. Γιατί, ενώ έχει συμφωνηθεί ρητά να προτείνουμε και να δεχόμαστε διαιτησία για τις μεταξύ μας διαφορές και να διατηρεί η κάθε πλευρά τα κεκτημένα, αυτοί ούτε ζήτησαν ποτέ μέχρι σήμερα διαιτησία ούτε τη δέχονται τώρα που τους την προτείνουμε, αλλά προτιμούν να λύσουν τις διαφορές τους με μας με πόλεμο παρά με διαπραγματεύσεις. Και σήμερα είναι εδώ όχι για να διατυπώσουν παράπονα, αλλά για να μας δώσουν διαταγές. Έχουν δηλαδή την απαίτηση και την πολιορκία της Ποτείδαιας να λύσουμε και την Αίγινα να αφήσουμε αυτόνομη και να ανακαλέσουμε το Μεγαρικό ψήφισμα. Οι πρέσβεις μάλιστα που ήρθαν τώρα τελευταία μας λένε απειλητικά να αφήσουμε τους Έλληνες αυτόνομους. Κανένας όμως από σας ας μη πιστέψει ότι θα πολεμήσουμε για ασήμαντη αφορμή, αν δεν ανακαλέσουμε το Μεγαρικό ψήφισμα, για το οποίο επιμένουν ιδιαίτερα λέγοντας ότι, αν ανακληθεί, υπάρχει πιθανότητα να μη γίνει πόλεμος· μήτε να αφήσετε στη συνείδηση σας την τύψη ότι πολεμήσατε για κάτι ασήμαντο· γιατί το κάπως επουσιώδες αυτό ζήτημα εμπεριέχει την εξακρίβωση και τη δοκιμασία του φρονήματος σας. Εάν δηλαδή υποχωρήσετε τώρα σ' αυτούς, θα βρεθείτε αμέσως μπροστά σε κάποιαν άλλη αξίωση, πιο δυσάρεστη, αφού θα σχηματίσουν τη γνώμη ότι από φόβο ενδώσατε και την πρώτη φορά· αν όμως αρνηθείτε με αποφασιστικότητα, θα τους δώσετε να καταλάβουν μια και καλή ότι πρέπει να συμπεριφέρονται απέναντι σας το λιγότερο ως ίσοι προς ίσους.

§ 141. Από αυτές λοιπόν τις σκέψεις ξεκινώντας ας οδηγηθείτε στην απόφαση ή να υποκύψουμε στις αξιώσεις των Λακεδαιμονίων, πριν πάθουμε καμιά ζημιά, ή, αν πολεμήσουμε, όπως εγώ τουλάχιστον θεωρώ ότι μας συμφέρει περισσότερο, ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε, ανεξάρτητα αν ο λόγος είναι σοβαρός ή όχι, και να διατηρούμε τις κτήσεις μας με φόβο. Γιατί τόσο η μέγιστη όσο και η ελάχιστη αξίωση πάνω στα δίκαια των άλλων, όταν αυτή επιβάλλεται από ομοίους πριν την προσφυγή στη δικαιοσύνη, σημαίνει υποδούλωση τον ίδιο. Όσον αφορά, άλλωστε, τα μέσα διεξαγωγής του πολέμου και τους πόρους που διαθέτει η κάθε πλευρά, μάθετε, ακούοντας από εμένα τις λεπτομέρειες, ότι δεν θα έχουμε εμείς λιγότερους από ό,τι οι αντίπαλοι μας. Οι Πελοποννήσιοι, ως γνωστόν, είναι γεωργοί και δεν έχουν πλούτο ούτε ιδιωτικό ούτε δημόσιο· εξάλλου, δεν έχουν πείρα από μακρούς και υπερπόντιους πολέμους, γιατί λόγω της ανέχειας τους περιορίζονται σε πολέμους μικρής διάρκειας ο ένας εναντίον του άλλου. Τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι σε θέση ούτε στόλο να εξοπλίσουν ούτε και μπορούν να στέλνουν συχνά πεζικά στρατεύματα έξω από τη χώρα τους, γιατί και από τα κτήματα τους θα απουσιάζουν και συνάμα θα ξοδεύουν από δικούς τους πόρους· επιπλέον δεν θα μπορούν να κινούνται ελεύθερα στη θάλασσα· άλλωστε, την επιτυχία στους πολέμους την εξασφαλίζουν μάλλον τα μεγάλα χρηματικά αποθέματα παρά οι καταναγκαστικές εισφορές. Εξάλλου, οι άνθρωποι που δουλεύουν οι ίδιοι τη γη τους είναι πιο πρόθυμοι να ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους παρά την περιουσία τους, καθόσον πιστεύουν ότι τη ζωή τους υπάρχει πιθανότητα και να τη σώσουν από τους κινδύνους, ενώ για τα χρήματα δεν είναι σίγουροι ότι δε θα τα ξοδέψουν πριν τελειώσει ο πόλεμος, αν μάλιστα αυτός παραταθεί, όπως είναι πιθανόν, παρά τις προσδοκίες τους. Γιατί σε μια μάχη οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι τους μπορούν να αντισταθούν προς όλους μαζί τους Έλληνες· αλλά δεν είναι σε θέση να πολεμήσουν εναντίον δύναμης οργανωμένης κατά διαφορετικό προς αυτούς τρόπο, τη στιγμή που δεν έχουν ένα Βουλευτήριο, ώστε να εκτελούν άμεσα και γρήγορα τις αποφάσεις τους, και ο καθένας τους επιδιώκει το προσωπικό του συμφέρον, καθώς είναι ισότιμοι και αλλόφυλοι· έτσι, ως συνήθως, τίποτε δεν επιτυγχάνεται. Άλλοι δηλαδή θέλουν να πάρουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εκδίκηση από κάποιον, άλλοι να υποστούν όσο γίνεται μικρότερη ζημιά. Εξάλλου, συνέρχονται σε αραιά διαστήματα και διαθέτουν λίγο χρόνο προς εξέταση των κοινών ζητημάτων· τον περισσότερο καιρό τον αφιερώνουν για τα προσωπικά τους συμφέροντα, και ο καθένας τους πιστεύει ότι δεν θα επιφέρει κάποια βλάβη στο κοινό συμφέρον εξαιτίας της δική τους αμέλειας, αλλά ότι κάποιος άλλος φροντίζει να προβλέπει για λογαριασμό του. Έτσι, η σκέψη αυτή που κάνει ο καθένας τους χωριστά, καταστρέφει χωρίς να το αντιληφθούν το κοινό συμφέρον στο σύνολο του.

§ 142. Το μεγαλύτερο εμπόδιο γι' αυτούς θα είναι η έλλειψη χρημάτων, καθόσον δύσκολα θα τα εξασφαλίζουν, και έτσι θα καθυστερούν συνεχώς· στον πόλεμο όμως οι ευκαιρίες δεν περιμένουν. Επίσης ούτε και η ανέγερση οχυρωμάτων προς αποκλεισμό μας ούτε και το ναυτικό τους πρέπει να μας φοβίζει. Γιατί, όσον αφορά την πρώτη, είναι δύσκολο, ακόμη και σε καιρό ειρήνης, να κατασκευάσουν στο έδαφος μας οχυρωμένη πόλη ανάλογη με τη δική μας, και ακόμη πιο δύσκολο σε μια εχθρική χώρα, όταν μάλιστα και εμείς έχουμε οχυρώματα, ώστε να τους αντιμετωπίσουμε. Αν πάλι χτίσουν κάποιο φρούριο, θα μπορούν με επιδρομές και αυτομολήσεις δούλων μας να προκαλούν φθορές μόνο σε ένα μέροςτης χώρας μας· αλλά το φρούριο αυτό δεν θα είναι ικανό να μας αποκλείσει ούτε να μας εμποδίζει να πηγαίνουμε από τη θάλασσα στη χώρα εκείνων, και με το στόλο μας, στον οποίο στηρίζεται η δύναμη μας, να προβαίνουμε σε αντίποινα. Γιατί η ενασχόληση μας με τα ναυτικά έχει προσφέρει σε μας αρκετή εμπειρία στον χερσαίο πόλεμο, ενώ η δική τους εμπειρία στον χερσαίο πόλεμο δεν τους έχει εξασφαλίσει και ανάλογη εμπειρία στα ναυτικά. Ούτε και πρόκειται να αποκτήσουν εύκολα εμπειρία στη θάλασσα, αφού και εσείς ακόμη ως την ώρα αυτή δεν έχετε γίνει τέλειοι, μολονότι ασκείσθε στα ναυτικά αμέσως μετά τα Μηδικά. Πώς λοιπόν άνθρωποι γεωργοί και όχι θαλασσινοί θα μπορέσουν να πετύχουν κάτι αξιόλογο, όταν δε θα τους αφήνουμε ούτε και να ασκούνται, καθώς θα τους έχουμε συνεχώς αποκλεισμένους με τον πολυάριθμο στόλο μας; Γιατί, αν τα πλοία που θα διενεργούσαν τον αποκλεισμό ήταν λίγα, ίσως θα αποτολμούσαν και να διακινδυνεύσουν, αφού την απειρία τους θα εξισορροπούσε η αριθμητική υπεροχή τους. Αλλά, εφόσον θα είναι αποκλεισμένοι από ισχυρό στόλο, θα μένουν αδρανείς, και η έλλειψη της άσκησης θα τους κάνει ακόμη πιο άπειρους και ως εκ τούτου πιο διστακτικούς. Η εμπειρία στα ναυτικά, όπως και σε κάθε άλλον τομέα, είναι ζήτημα τεχνικής (το δε ναυτικόν τέχνης εστίν) και δεν επιτρέπεται η άσκηση σ' αυτά να γίνεται, όποτε τύχει, ως κάτι πάρεργο, αλλά να μη γίνεται καμιά άλλη δευτερεύουσα εργασία παράλληλα με εκείνη.

§ 143. Εξάλλου, αν βάλουν χέρι στους θησαυρούς της Ολυμπίας ή των Δελφών και προσπαθήσουν να δελεάσουν με μεγαλύτερο μισθό τους μισθοφόρους ναύτες μας, το πράγμα θα ήταν φοβερό μόνο σε περίπτωση που δεν μπορούσαμε εμείς οι ίδιοι μαζί με τους μετοίκους να μπούμε στα πλοία και να αποτελέσουμε ισόπαλη προς αυτούς δύναμη. Τώρα όμως και αυτό είναι εξασφαλισμένο και, το σπουδαιότερο, οι κυβερνήτες των σκαφών είναι Αθηναίοι πολίτες και, όσον αφορά τις άλλες γενικά υπηρεσίες, διαθέτουμε τους περισσότερους και καλύτερους ναύτες από ό,τι ολόκληρη η υπόλοιπη Ελλάδα. Άλλωστε, κανένας από τους μισθοφόρους δε θα δεχόταν να εξοριστεί από την πατρίδα του και να αγωνιστεί στο πλευρό εκείνων, και μάλιστα με ελάχιστες ελπίδες νίκης, χάρη ενός μεγάλου μισθού λίγων ημερών. Σε τέτοια ή παραπλήσια κατάσταση βρίσκονται κατά τη γνώμη μου τα πράγματα των Πελοποννησίων, ενώ τα δικά μας πράγματα όχι μόνο δεν έχουν τα μειονεκτήματα που καταλόγισα σε εκείνους, αλλά, αντίθετα, παρουσιάζουν πλεονεκτήματα πολύ μεγαλύτερα από τα δικά τους. Αν εκείνοι βαδίσουν εναντίον της χώρας μας από τη στεριά, εμείς θα πλεύσουμε με το στόλο εναντίον της χώρας εκείνων και δε θα είναι το ίδιο πράγμα να ερημωθεί ένα μέρος της Πελοποννήσου από το να ερημωθεί ολόκληρη η Αττική· γιατί αυτοί δεν μπορούν να αντικαταστήσουν αυτό το μέρος με άλλο χωρίς να δώσουν μάχη, ενώ εμείς έχουμε στη διάθεση μας άφθονη γη και στα νησιά και στις ηπειρωτικές ακτές. Γιατί η κυριαρχία στη θάλασσα αποτελεί σπουδαίο κεφάλαιο (μέγα γαρ το της θαλάσσης κράτος). Σκεφθείτε· αν ήμασταν νησιώτες, ποιοι θα ήταν περισσότερο απρόσβλητοι από μας; Γι' αυτό, σκεπτόμενοι όσο γίνεται πιο κοντά στην ιδέα αυτή, πρέπει να εγκαταλείψουμε την ύπαιθρο και τα αγροτικά μας σπίτια και να φροντίσουμε για την υπεράσπιση της θαλασσοκρατορίας και της πόλης μας. Δεν πρέπει η αγανάκτηση μας εναντίον των Πελοποννησίων για την καταστροφή της ιδιοκτησίας μας να μας παρασύρει σε αποφασιστική μάχη εναντίον τους, γιατί είναι πολύ περισσότεροι - γιατί, και αν ακόμη νικήσουμε, πάλι θα έχουμε να πολεμήσουμε με ίσιους αντιπάλους· αν όμως ηττηθούμε, μαζί με μας θα χαθούν και οι σύμμαχοι μας, από τους οποίους αντλούμε και τη δύναμη μας· γιατί δε θα μείνουν ήσυχοι, αν δεν είμαστε σε θέση να τους αντιμετωπίσουμε εκστρατεύοντας εναντίον τους. Δεν πρέπει να θρηνούμε για σπίτια και χωράφια αλλά για τους ανθρώπους μας· γιατί τα κτήματα δεν αναπληρώνουν τους ανθρώπους, ενώ οι άνθρωποι μπορούν να αποκτήσουν εκείνα. Γι' αυτό, αν πίστευα ότι μπορούσα να σας πείσω, θα σας προέτρεπα να κάνετε έξοδο από την πόλη και να τα ερημώσετε οι ίδιοι και να δείξετε στους Πελοποννησίους ότι χάρη αυτών τουλάχιστον δεν θα υποκύψετε.

§ 144. Πολλοί και διάφοροι είναι οι λόγοι για τους οποίους ελπίζω ότι θα υπερισχύσουμε, αρκεί να μην επιδιώξετε επέκταση της κυριαρχίας σας στη διάρκεια του πολέμου και να μη προσθέσετε στους υπάρχοντες κινδύνους άλλους για τους οποίους εσείς θα ευθύνεστε Γιατί περισσότερο φοβούμαι τα δικά μας λάθη παρά τα σχέδια των αντιπάλων μας. Αλλά αυτά θα σας τα εξηγήσω σε άλλη ευκαιρία συγχρόνως με τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων. Προς το παρόν ας τους ξεφορτωθούμε, αφού δώσουμε σ' αυτούς την εξής απάντηση: θα επιτρέψουμε στους Μεγαρίτες να χρησιμοποιούν την αγορά και τα λιμάνια μας, εφόσον και οι Λακεδαιμόνιοι καταργήσουν το θεσμό της ξενηλασίας που εφαρμόζουν τόσο εναντίον μας όσο και εναντίον των συμμάχων μας —γιατί στις συνθήκες δεν υπάρχει απαγορευτικός όρος ούτε για το ένα ούτε για το άλλο-. Όσο για την αυτονομία των συμμαχικών πόλεων, θα επιτρέψουμε να γίνει και αυτό, εφόσον ήταν αυτόνομοι, όταν συνάψαμε με τους Λακεδαιμονίους τις συνθήκες, και με την προϋπόθεση ότι και εκείνοι θα επιτρέψουν στις πόλεις της Πελοποννησιακής Συμμαχίας να είναι αυτόνομες, έτσι ώστε να εξυπηρετούν όχι τα συμφέροντα της Σπάρτης αλλά της καθεμιάς πόλης χωριστά, όπως αυτές επιθυμούν. Τέλος, είμαστε πρόθυμοι να προσφύγουμε σε διαιτησία, σύμφωνα με τις συνθήκες, και δεν θα γίνουμε εμείς αίτιοι πολέμου, αλλά, αν εκείνοι τον αρχίσουν, θα αμυνθούμε. Μια τέτοια απάντηση και δίκαιη είναι και συνάμα αξιοπρεπής προς την πόλη μας. Εξάλλου, οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος, αν όμως τον αναλάβουμε με προθυμία, θα έχουμε να κάνουμε με λιγότερο επιθετικούς αντιπάλους· άλλωστε και οι μεγαλύτερες διακρίσεις και για τις πόλεις και για τους ιδιώτες προέρχονται από την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων κινδύνων. Οι πατέρες μας, για παράδειγμα, αντιμετώπισαν τους Πέρσες, χωρίς να διαθέτουν τόσο μεγάλα μέσα όσα εμείς σήμερα, αλλά εγκαταλείποντας και αυτά που είχαν ωστόσο, απέκρουσαν τους βαρβάρους και ανύψωσαν τη δύναμη της πόλης μας στη σημερινή περιωπή μάλλον με σύνεση παρά με τύχη και μάλλον με τόλμη παρά με δύναμη. Οφείλουμε λοιπόν να μη φανούμε κατώτεροι από τους πατέρες μας, αλλά να αποκρούσουμε τους εχθρούς μας με κάθε τρόπο και να προσπαθήσουμε να κληροδοτήσουμε στους απογόνους μας αυτή την κληρονομιά όχι μικρότερη από όση την παραλάβαμε.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...