Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Κόμμα θα πει: να υπακούς και να μη ρωτάς!

Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Καζαντζάκης, Οι Αδερφοφάδες (σελίδες 242-247).

ΧΙΧ

ΜΠΗΚΕ ΠΑΛΙ ΟΔΗΓΗΤΡΑ Η ΠΑΝΑΓΙΑ, ΠΙΣΩ ΤΗΣ ακολουθούσε άνταρεμένος ο λαός· είχε πιά πλακώσει η νύχτα, τά πρώτα άστρα κρεμάστηκαν στον ουρανό. Ό παπα-Γιάνναρος τραβούσε μπροστά, χτυπούσε δυνατά η καρδιά του, ένιωθε χαρά κι ανακούφιση. «Πότε νιώθω χαρά κι ανακούφιση;» συλλογίζουνταν καί πήγαινε· «όταν προσεύχουμαι στό Θεό ή όταν δουλεύω μέ τους ανθρώπους; Συχώρεσε με, Θεέ μου, όταν δουλεύω μέ τους ανθρώπους. Αυτή, λοιπόν, είναι η αληθινή μου προσευχή· μέ τό Θεό νιώθω ανταρσία ή φόβο.» Θυμήθηκε τους σκοτωμένους, αναστέναξε: «Γάμος χωρίς σφαχτά δέ γίνεται», μουρμούρισε, «ο Θεός δς αναπάψει τήν ψυχή τους.»

Μπήκε μέσα στην εκκλησιά ο παπα-Γιάνναρος· πετούσε η καρδιά του· ό,τι τόσο καιρό λαχτάριζε, νά, τώρα, κινάει νά παίρνει σάρκα, καλή αρχή! Θά φιλιώσουν στον Καστέλο τ' αδέρφια τ' άναδέρφωτα, κι ο Χριστός θ' αναστηθεί, όπως αληθινά θέλει ν' ανασταίνεται: στην καρδιά τού άνθρώπου. Κι έκλωθε μέ τό νου του ο παπα-Γιάνναρος νά σηκωθεί εύτύς αύριο, νά πάρει σβάρνα, κάμπους καί βουνά, τά χωριά, νά μιλάει στους παπάδες, στους προεστούς, στό λαό, νά τους στοράει τί έκαμαν αυτοί στον Καστέλο, πως όλα μπήκαν είρηνικά σέ τάξη καί πόσο πιό καλός κι εύκολος ο δρόμος τής αγάπης. «Ένας διαλάλης θά γίνω τού Θεού», συλλογίζουνταν, «νά φωνάζω· έτσι δέν έκαμε κι ο Αι-Γιάννης ο Πρόδρομος στην έρημο; Φώναζε, φώναζε, καί σιγά σιγά οί πέτρες έκαμαν αυτιά, τόν άκουσαν, κουνήθηκαν, φίλιωσαν η μιά μέ τήν άλλη καί χτίστηκε η Εκκλησία του Χριστού.»
Στράφηκε δεξά στό τέμπλο, μίλησε στό Χριστό:
— Συχώρεσε με, Χριστέ μου, μιά στιγμή λιποψύχησα· άνθρωπος είμαι, μαθές, πηλός κι αγέρας, λιποψύχησα. Στην αρχή θάρρεψα πώς δέ νοιάζεσαι γιά τους ανθρώπους- πώς έβλεπες τήν αδικία καί τήν αναίδεια αδιάφορος· μπορούσες νά σηκώσεις τό μικρό σου δαχτυλάκι, νά σώσεις τά πάντα· δέν τό σήκωσες. Ύστερα, ήμαρτον, Θεέ μου, μπήκα πιό βαθιά στό κρίμα· θάρρεψα πώς δέν αγαπάς τους ανθρώπους καί σου άρεσε νά μάς βλέπεις ν' αδικούμαστε καί νά πονούμε· είχε σαλέψει τό μυαλό μου άπό τόν πόνο, ήμαρτον! Μά τώρα βλέπω, είσαι καλός, αφήνεις τους ανθρώπους νά φτάσουν ώς τόν πάτο τής Κόλασης, κι άπό κει αρχίζει η σωτηρία. Μπας καί βρίσκεται στον πάτο τής Κόλασης, Κύριε, η πόρτα τής Παράδεισος; Γιατί απόψε, νά, τή φοβερή στιγμή πού θά ξέσπαζε η σφαγή, ξαναδέρφωσες τ' αδέρφια!
Γλυκιά αναταραχή τού φούσκωνε τό στήθος, έβλεπε τό δρόμο ν' ανοίγει μπροστά του, καινούριες φτερούγες νά μερμηδίζουν στις πλάτες του, ξανάνιωσε, ξανάγινε είκοσι χρονών ο παπα-Γιάνναρος. Έσκυψε, προσκύνησε απάνω στην Αγία Τράπεζα τό Σταυρωμένο: «Χριστέ μου», τού 'πε, «τό ξέρεις, ποτέ μου δέ ζήτησα προθεσμία άπό τό θάνατο· μά τώρα, μιά χάρη σου ζητώ: άσε με νά ζήσω ώς νά τελέψω τό έργο μου· κι ύστερα βάλε ένα πετραδάκι, βάλε ένα σπουργιτάκι νά μέ σκοτώσει...»
Πετούσε άπό τή χαρά του, στάθηκε στην Ωραία Πύλη:
— Παιδιά μου, είπε, κάντε υπομονή, τήν ώρα ετούτη κατεβαίνουν τ' αδέρφια μας, θά κάμουμε ανάσταση μαζί τους. Βουβάθηκε τό καταραμένο τουφέκι, τό στόμα τού Σατανά· καταγκρεμίστηκε στά Τάρταρα τό πνέμα τού Πονηρού, νίκησε ο Θεός. Τώρα θά δείτε τί ανάσταση έχει νά γίνει! Θ' ανάψουν μοναχά τους τά κεριά, θά πεταχτεί μονάχος του άπό τό μνήμα ο Χριστός, θά χαμογελάσει ευχαριστημένος, απάνω από τά κεφάλια μας, στον τρούλο, ο Παντοκράτορας. Τί σάς έλεγα πάντα καί δέν τό πιστεύατε; παντοδύναμη είναι η ψυχή τού ανθρώπου, γιατί 'ναι πνοή άπό τόν άνεμο τού Θεού· παντοδύναμη καί λεύτερη. Καί, νά, τώρα· μπροστά μας άνοιγαν δυο δρόμοι: ό δρόμος τής σφαγής κι ο δρόμος τής αγάπης· ο Θεός μδς άφήκε λεύτερους νά διαλέξουμε· πήραμε, δοξασμένο τ' όνομα τού Θεού, τό δρόμο τής αγάπης. Κι ο Θεός ευχαριστήθηκε· δέ νιώθετε όλοι μέσα σας τό Θεό νά σκιρτάει καί νά χαίρεται; Ευχαριστήθηκε ο Θεός, καί τώρα, νά, γνέφει στό Γιό του: "Πήραν οί άνθρωποι τό δρόμο τόν καλό, είδαντό φώς το αληθινό, έβγα,  Μοναχογιέ μου,  άπό τό μνήμα!"
Άξαφνα, έκεί πού μιλούσε ό γέροντας, ακούστηκε βαρύ ποδοβολητό, πέτρες να κατρακυλούν άπό τό βουνό κι ένα τούμπανο νά χτυπάει μέ γοργό χαρούμενο ρυθμό και νά ζυγώνει.
— Έρχουνται! Έρχουνται! ακούστηκαν φωνές και χωριάτες κατάφτασαν λαχανιασμένοι. Έρχουνται. Ό Θεός νά βάλει τό χέρι του!
Όλα τά πρόσωπα στράφηκαν κατά τήν πόρτα, κλοτσούσαν οί καρδιές τά χωριάτικα στήθια.
Είχε τώρα φορέσει ό παπα-Γιάνναρος τά γιορτερά του ψιλοκεντημένα άμφια κι είχε περάσει άπό τό λαιμό του τό χρυσοπλούμιστο πετραχήλι και στην αγκάλη του κρατούσε, σά βρέφος θεϊκό, τό βαρύ ασημωμένο Βαγγέλιο.
Στέκουνταν στην 'Ωραία Πύλη, ροδοκοκκίνιζαν τά μάγουλα του άπό τή χαρά, περίμενε. «Έρχεται, έρχεται τό φίλημα τής αγάπης», συλλογίζουνταν κι όλο τό πρόσωπο του έλαμπε.
Κατέβαιναν οί κοκκινοσκούφηδες, πηδούσαν τά βράχια, γλιστρούσαν στίς πέτρες, γελούσαν, πηδούσαν παραπέρα· κοπάδια λύκοι, τά μάτια τους στραφτάλιζαν στο σκοτάδι.
— Πότε θά κατηφορίζουμε έτσι, βρέ παιδιά, ακούστηκε μιά φωνή, καί θά μπαίνουμε στά Γιάννενα, στή Σαλονίκη, στην Αθήνα;
— Στή Ρώμη, στό Παρίσι, στή Λόντρα! βραχνοκοκόρισε μιά νιούτσικη φωνή· όλα ετούτα πού κάνουμε, βρέ παιδιά, μήν τό ξεχνάτε, είναι πρόβες.
Ό καπετάν Δράκος κατηφορούσε άνταρεμένος. Άπό τό ένα μελίγγι του στό άλλο ό νους του πήγαινε κι έρχουνταν, σάν αγρίμι πού τό 'χουν στρώσει τού κυνηγού οί σκύλοι καί του 'χουν καταξεσκίσει τίς σάρκες· έφερε καί ξανάφερε στή θύμηση τά λόγια πού σταύρωσε μέ τό πρωτοπαλίκαρο του τό Λουκά. «Να 'μουν φρόνιμος», συλλογίζουνταν, «δέ θά μιλούσα· μά εγώ σέ ξέσκεπο σπίτι γεννήθηκα, μιλώ, κι ό,τι βρέξει, ας κατεβάσει! Δέ στέκεται καλά τό κεφάλι μου στους ώμους· μιά μέρα θά πουν: "Έπεσε άπό έναν γκρεμό ό καπετάν Δράκος, ό Θεός σχωρέσει τον!"
"Επρεπε νά σωπάσω αν ήμουν φρόνιμος, ή νά υποταχτώ, ή νά σηκώσω δικιά μου παντιγέρα- τό πρώτο θά 'ταν ντροπή, τό δεύτερο σκλαβιά, τό τρίτο ξεπερνάει τά κότσια μου· όλοι οί δρόμοι μου είναι φραμένοι.»
Δίπλα του, φαρμακωμένος, άδρομίλητος, ό Λουκάς, τό πρωτοπαλίκαρο. Στραβοκάνης, κοντορεβιθούλης, άσούσουμος, μά στον πόλεμο έσφιγγε μ' ένα κόκκινο μαντίλι τή χοντρή κεφάλα του, σφήνωνε ανάμεσα στά δόντια του τό μαχαίρι καί χιμούσε· ποτέ του δέ στράφηκε νά δει πίσω του αν τόν ακολουθάει κανείς, κι όταν έβγαινε άπό τό γιουρούσι, τά μάτια του, τό μυαλό του, τά ρούχα του έσταζαν αίμα. Πήγαινε τώρα πλάι στον καπετάνιο καί τά δόντια του έτριζαν άπό τό θυμό· είχαν οί δυό τους αρπαχτεί σέ τραχιά κουβέντα, μέ χαμηλή φωνή, μήν τους ακούσουν τά παλικάρια, έριχνε ό ένας στον άλλο τά λόγια σά μαχαίρια.
Θαμάζουμαι πώς μπήκες στό Κόμμα, καπετάνιο, σούριξε ανάμεσα στά δόντια του ό Λουκάς· Κόμμα θά πει: νά ύπακούς καί νά μή ρωτάς.
Δέ δέχουμαι νά λευτερώνω τους άλλους καί νά μήν είμαι έγώ λεύτερος, αποκρίθηκε στεγνά, στυφά τό φαρμακωμένο στόμα του καπετάνιου. Χρέος μας πρώτα νά φέρουμε τή δικαιοσύνη κι ευτύς ύστερα τή λευτεριά. Αυτό έκανα, στό κάθε χωριό πού πατούσα. Δέν μπορώ νά βλέπω τό άδικο καί νά σωπαίνω. Έβαζα πρώτα τάξη καί δικαιοσύνη.
Ό αληθινός κομουνιστής νά βλέπει τό άδικο δέν κλονίζεται η πίστη του, τό δέχεται μάλιστα, τό παραδέχεται, άν τό άδικο αυτό βοηθάει τό σκοπό μας· όλα γιά τό σκοπό, όλα γιά τή νίκη!
Αυτό θά μάς φάει! άντιμίλησε ό καπετάνιος ξαναμμένος· αυτό θά μάς φάει! Ό σκοπός αγιάζει τά μέσα; Δώστου, λοιπόν, αδικία γιά νά φτάσουμε στή δικαιοσύνη; δώστου σκλαβιά γιά νά φτάσουμε στή λευτεριά; Αυτό, σου τό λέω εγώ καί ραΐζεται η καρδιά μου πού τό λέω, αυτό θά φάει τήν Ιδέα. Δέν είναι πολύς καιρός πού αρχίζω καί καταλαβαίνω πώς αν τά μέσα πού μεταχειριζόμαστε γιά νά φτάσουμε στό σκοπό μας είναι άτιμα, κι ό σκοπός ατιμάζεται. Γιατί ο σκοπός δέν είναι ένας καρπός έτοιμος, τελειωμένος, πού κρέμεται στην άκρα τού δρόμου καί πηγαίνουμε εμείς καί τόν κόβουμε· όχι, όχι, χίλιες φορές όχι! 'Ο σκοπός είναι ένας καρπός πού ωριμάζει μέ τήν κάθε μας πράξη καί παίρνει τήν ευγένεια η τήν προστυχιά τής κάθε μας πράξης· ό δρόμος, πού παίρνουμε, θά δώσει τή νοστιμιά, τό σχήμα, τήν ουσία στον καρπό· καί θά τόν γεμίσει φαρμάκι ή μέλι. Αν εξακολουθήσουμε τό δρόμο πού πήραμε, πάμε κατά διαόλου, πάει κατά διαόλου τό Κόμμα· σού τό λέω ορθά κοφτά καί ξέρω πώς θά τό πεις παραπέρα· νά τό πεις καί νά βγάλουν τό φετφά τους. Έδώ είμαι, κι άν δέν τους αρέσω, ας μέ καθαρίσουν δέ θά 'μαι ό πρώτος πού σκοτώνουν γιατί είπε λεύτερα τή γνώμη του· σου τό 'πα πολλές φορές και σου τό ξαναλέω: δέ φοβούμαι το θάνατο.
Σώπασε, έστριψε τό μουστάκι του:
— Μωρέ, τή ζωή δέ φοβήθηκα, έγρουξε, τή ζωή δέ φοβήθηκα, καί τό θάνατο θα φοβηθώ;
Ό Λουκάς κόχεψε περιπαιχτικά τόν καπετάνιο.
Μπήκες στό Κόμμα μέ τήν καρδιά γεμάτη φίδια· εσύ τα λές ρωτήματα, εγώ τά λέω φίδια. Μά ό αληθινός πολεμιστής δέ ρωτάει, πολεμάει. Ρωτούν, συζητούν, παίρνουν απόφαση μονάχα οί αρχηγοί· έμείς οί άλλοι παίρνουμε τή διαταγή και τήν έχτελούμε· έτσι μονάχα κερδίζεται ό αγώνας.
Μια μέρα ρώτησαν ένα Ρούσο κομουνιστή: «Διάβασες εσύ τόν Μαρξ;» «Όχι· γιατί νά τόν διαβάσω; Τόν διάβασε ό Λένιν».
Κατάλαβες, καπετάνιο; Μ' αυτά κερδήθηκε η μπολσεβική επανάσταση.
Ό καπετάν Δράκος κοίταξε λοξά τό πρωτοπαλίκαρο του, τά στήθια του φούσκωσαν.
— Δέ θά μού κάμεις έσύ τό δάσκαλο· η τυφλή υποταγή κάνει σκλάβους· αυτό ξέρω έγώ.
— Θές νά σηκώσεις δικιά σου παντιγέρα; σούριξε περιπαιχτικά ό στραβοκάνης.
— Μπορεί, μπορεί· θά δούμε.
— Καί μέ τί πλάτες;
— Μέ τίς δικές μου.
Τό πρωτοπαλίκαρο έσφιξε τή γροθιά του, τά μάτια του σπίθισαν.
Δέν πρέπει κανείς νά σού 'χει εμπιστοσύνη, καπετάν Δράκο· δέν είναι η πρώτη φορά πού σηκώνεις κεφάλι· έριξες μιά φορά τόν καπετάνιο του βαποριού, όπου δούλευες, στ' αμπάρι καί πήρες η αφεντιά σου τό τιμόνι.
— Κι έσωσα τό καράβι· ό καπετάνιος ήταν μεθυσμένος και θά μας βούλιαζε.
— Γλυκάθηκες άπό τότε, μά έδώ, καπετάνιο, θά φτύσεις αίμα.
— Δέ γλυκάθηκα· έμαθα νά παίρνω τήν ευθύνη καί νά μή φοβούμαι τίς φοβέρες.
Αγρίεψε, τό αίμα ανέβηκε στά μάτια του, κατακοκκίνισε τό μυαλό του.
— Τί μέ φοβερίζεις, μούγκρισε σιγά, τί μέ κοιτάς καί γελάς κάτω από τά μουστάκια σου; Θαρρείς πώς δέν κατάλαβα; Ήρθε η πουτάνα καί σου πρόφτασε τά μαντάτα· μά νά, τό μουστάκι νά μού ξουρίσεις, καπετανλίκι δέ θά φας.
Τό πρωτοπαλίκαρο φούχτωσε στό σελάχι του, αργά, τό μαυρομάνικο.
— Πάμε πιό γρήγορα, καπετάνιο, νά μή μας ακούνε. Έδωκαν μερικές δρασκελιές, άλάργαραν άπό τους συντρόφους.
— Κάτω τό χέρι! βρουχήθηκε ό καπετάνιος κι άρπαξε τό σύντροφο του από τό μπράτσο· δέν ήρθε ακόμα η ώρα. Τό ξέρω, άν δέ σέ σκοτώσω τή στιγμή ετούτη, θά μέ σκοτώσεις εσύ ευτύς ώς σου βολέψει· μά...
— Τί μά; φοβάσαι;
— Μά συλλογιέμαι τόν Καστέλο· νά πάρω πρώτα τόν Καστέλο, κι ύστερα τελειώνουμε τήν κουβέντα μας, καπετάν Στραβοπόδη!
Έβγαλε τήν ταμπακέρα του, έδωκε στό σύντροφο του νά στρίψει ένα τσιγάρο.
— Έχουμε καιρό, είπε· στρίψε ένα τσιγάρο.
Πίσω τους τά παλικάρια είχαν πάρει φόρα, τους έφτασαν· πήρε ό καπετάν Δράκος χεραγκαλιά τό πρωτοπαλίκαρο του.
Έτσι πρέπει νά μας βλέπουν τά παλικάρια, έκαμε σιγά, αγκαλιασμένους· εμείς σκάβουμε ό ένας του αλλουνού τό λάκκο, μά οί νέοι αυτοί είναι καθαρή φλόγα· ας μήν τους δείχνουμε τίς κακομοιριές μας· άν σωθεί ό κόσμος, αυτοί θά τόν σώσουν άν χαθεί, έμείς θά φταίμε, οί κεφαλές!
Ο Λουκάς δέν αποκρίθηκε· μα τό μάτι του είχε γεμίσει φόνο· πήρε τήν ταμπακέρα κι άρχισε αργά νά στρίβει ένα τσιγάρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...