Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Σωματείο, ακυρότητα απόφασης, διακοπή και αναβολή συνέλευσης, αοριστία, προσωρινή διοίκηση.

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2258/ 2016, ΕΔΚΑ 2016.718

Πρόεδρος: Αθαν. Αθανασόπουλος.

Περίληψη. Σωματεία. Άκυρη η απόφαση για τη σύγκληση καταστατικής ΓΣ, διότι  το ΔΣ δεν είχε νόμιμη σύνθεση, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη τόσο η σύγκληση αυτής όσο και η απόφαση που έλαβε για την τροποποίηση του καταστατικού. Ανακοπή κατά της διάταξης του Ειρηνοδίκη που επικύρωσε την τροποποίηση. Η ανακοπή εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την εκουσία δικαιοδοσία. Ακύρωση της απόφασης της ΓΣ κατά το άρθρο 101 του ΑΚ λόγω μη τήρησης της απαρτίας και της πλειοψηφίας που απαιτείται από το νόμο ή το καταστατικό ή ανεπίτρεπτης συμμετοχής μη δικαιουμένων μελών του σωματείου ή ανεπίτρεπτου αποκλεισμού δικαιουμένων ψήφου μελών ή προσβολής της αρχής της ισότητας. Προϋποθέσεις.
Μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης η απόφαση της ΓΣ ισχύει εφόσον δεν είναι άκυρη αλλά ακυρώσιμη. Ποιος νομιμοποιείται να ασκήσει την αγωγή ακύρωσης. Προθεσμία άσκησης της αγωγής. Απαράδεκτη η υποβολή αιτήματος ακυρώσεως κατ’ ένσταση ή παρεμπιπτόντως. Πότε η απόφαση της ΓΣ είναι απόλυτα άκυρη. Πρόσωπα που  νομιμοποιούνται να προβάλουν την ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Πότε η ΓΣ είναι νομικά ανύπαρκτη, με αποτέλεσμα την απόλυτη ακυρότητα των αποφάσεων. Διάκριση της τροποποίησης του καταστατικού από τη μεταβολή του σκοπού του σωματείου. Διαφοροποίηση μεταξύ διακοπής ΓΣ για μεταγενέστερη ημέρα και αναβολής των εργασιών. Η τελευταία απόφαση υπόκειται σε ακύρωση κατά το άρθρο 101 του ΑΚ. Διορισμός προσωρινής διοίκησης κατά το άρθρο 69 ΑΚ. Πότε υπάρχει έλλειψη διοίκησης. Για την προσβολή των αποφάσεων του ΔΣ και της Εφορευτικής Επιτροπής ισχύουν οι διατάξεις του ΑΚ για την προσβολή των αποφάσεων της ΓΣ. Τα ελαττώματα της απόφασης του προέδρου του ΔΣ μπορούν να οδηγήσουν σε ακυρώσιμη απόφαση της ΓΣ.

Ι. Κατά το άρθρο 93 παρ. 1 ΑΚ, η συνέλευση των μελών αποτελεί το ανώτατο όργανο του σωματείου και αποφα­σίζει για κάθε υπόθεση του που δεν υπάγεται στην αρμο­διότητα άλλου οργάνου. Κατά δε τα άρθρα 95 και 96 ΑΚ, εξουσία συγκλήσεως της συνελεύσεως του σωματείου έχει κατ` αρχήν η διοίκηση του σωματείου και σε εξαιρε­τικές περιπτώσεις η μειοψηφία των μελών, μετά από προ­ηγούμενη εξουσιοδότηση του Δικαστηρίου. Επίσης, από την ερμηνεία του άρθρου 101 ΑΚ προκύπτει ότι οι απο­φάσεις της Γενικής Συνέλευσης του σωματείου, ακόμη και αν είναι ακυρώσιμες, εντούτοις παράγουν όλα τα συνδεό­μενα με αυτές αποτελέσματα, το δε διοικητικό συμβούλιο του σωματείου έχει την υποχρέωση για την εκτέλεσή· τους (ΕφΑΘ 9889/1979 ΝοΒ 28.1513, Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, κάτω από το άρθρο 102 σ. 164, Α. Κρητικού, Όρια λειτουργίας συλλογικών οργάνων σωμα­τείων, έκδ. 1994,93,121). Για την ακύρωση ελαττωματικής απόφασης Γενικής Συνέλευσης σωματείου απαιτείται αγω­γή κάθε μέλους, που δεν συνήνεσε ή τρίτου, που έχει έννομο συμφέρον, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Μονο­μελούς Πρωτοδικείου της έδρας του σωματείου και δικά­ζεται με την τακτική διαδικασία (ΕφΠεφ 52/1997 ΕλλΔνη 38.1675, Κρητικός, ό.π. παρ. 512, ο. 128), ενώ είναι απαρά­δεκτη η υποβολή αιτήματος ακυρώσεως κατ` ένσταση ή παρεμπιπτόντως (Α.Π. 663/1992 ΕλλΔνη 35.92, Κρητικός, ό.π. παρ. 482, σ. 122). Μέχρι την έκδοση της κατά τα ανωτέ­ρω τελεσίδικης απόφασης, που κηρύσσει άκυρη την από­φαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία έχει διαπλαστική ισχύ, η τελευταία παράγει όλα τα αποτελέσματά της ένα­ντι πάντων (Κρητικός, ό.π. ο. 93, 121 και 159), επομένως πρόκειται στην πραγματικότητα για ακυρώσιμη και όχι για άκυρη απόφαση παρά την διατύπωση του άρθρου 101 ΑΚ που την αποκαλεί «άκυρη». Για την ακύρωση της απόφα­σης της γενικής συνέλευσης σωματείου κατά το ως άνω άρθρο 101 ΑΚ, αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του νόμου ή του καταστατικού και μη ουσιωδών (ΑΠ 433/2009 ΝοΒ 2009.1436, ΕφΑΘ 1536/2009 ΕλλΔνη 2009.1758). Δηλαδή η προσβολή πλήττει βασικά τις αποφάσεις οι οποίες είναι ελαττωματικές γιατί παραβιάσθηκαν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού, οι οποίες αναφέρονται, είτε στο περι­εχόμενο των αποφάσεών είτε στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων από τη γενική συνέλευση. Το παραπάνω άρ­θρο αναφέρεται σε ενδοσωματειακές παρανομίες οι οποί­ες δεν ενδιαφέρουν αμέσως τη γενικότερη έννομη τάξη και αυτό γιατί οι διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού που ρυθμίζουν τη διαδικασία για τη λήψη από τη γενική συνέλευση των αποφάσεων δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά έχουν τεθεί από το νόμο για την εξασφάλιση της ακώλυτης ζωής του σωματείου με σκοπό την ελεύθερη και γνήσια έκφραση της βούλησης των μελών του, για το σχη­ματισμό της απόφασης της γενικής συνέλευσης, πράγμα που αποτελεί συμφέρον όλων των μελών του. Για το λόγο αυτό και ο νόμος χωρίς να απαιτεί την ad hoc επίκληση και απόδειξη εννόμου συμφέροντος, δίδει στα μέλη του σωματείου το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσουν την κή­ρυξη της ακυρότητας των ενδοσωματειακών παράνομων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης. Όπως προαναφέρθηκε, από τα μέλη του σωματείου μόνο όσα δεν συναί- νεσαν διατηρούν το δικαίωμα αυτό (ΑΠ 1781/ 1981 ΝοΒ 30.1072). Αλλά και πάλι, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται επαρκώς ότι η δεδομένη παράβαση του νόμου ή του καταστατικού δεν άσκησε επιρροή στη ληφθείσα από τη γενική συνέλευση απόφαση ενόψει της διαμορφωθείσας κατάστασης των πραγμάτων και ιδιαίτε­ρα του αποτελέσματος της ψηφοφορίας που επιτεύχθηκε, τυχόν εμμονή στην ακύρωση θα αποτελούσε υπέρμετρη τυπολατρία και δεν θα εξυπηρετούσε πραγματικά τα αλη­θινά συμφέροντα τόσο των μελών όσο και του σωματείου (ΑΠ 567/ 1993 ΕλλΔνη 35.1367, Αθ. Κρητικός, Δίκαιο Σω­ματείων και Συνδικαλιστικών Οργανώσεων, σ. 27, ο ίδιος στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθοπούλου, άρθρο 101, αρ. 5). Την ικανοποίηση δε της ανάγκης αυτής σκοπεύει και επιφέρει η εισαγωγή ως προϋπόθεσης της συνδρομής της αιτιώ­δους συνάφειας μεταξύ της παράβασης του νόμου ή του καταστατικού και της ληφθείσας από τη γενική συνέλευση απόφασης, για την θεμελίωση του ακυρώσιμου της οποί­ας δεν αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του νόμου ή του κα­ταστατικού, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εξετάζεται αν η παράβαση επηρέασε την απόφαση και μά­λιστα το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, για δε την πληρό­τητα του δικογράφου της αγωγής, απαιτείται αναφορά ότι η παράβαση του νόμου η του καταστατικού έχει επιρροή στο αποτέλεσμα της ψηφοφορίας (ΑΠ 567/1993 ΕλλΔνη 35.1367, Εφθεσ 1680/2011 ΕλλΔνη 2012.815).

II. Η ακυρώσιμη απόφαση του άρθρ. 101 ΑΚ διαφέρει ουσιωδώς από την απολύτως άκυρη απόφαση, λόγω αντί­θεσης προς το νόμο του άρθρ. 174 ΑΚ. Μια απόφαση είναι απολύτως άκυρη όταν είτε κατά το περιεχόμενο, είτε κατά την διαδικασία σχηματισμού της αντίκειται. σε θεμελιακές διατάξεις δημοσίας τάξεως ή αναγκαστικού δικαίου (βλ. Κρητικός, ό.π., έκδ. 2009, σ. 20 παρ. 30), ως προς δε -τη μεταχείρισή της ακολουθεί βασικώς την απολύτως άκυρη δικαιοπραξία. Συνεπώς, η απόλυτη ακυρότητα μπορεί να προβληθεί οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε προβάλ­λει ότι έχει έννομο συμφέρον. Δηλαδή από τα μέλη του σω­ματείου, το ίδιο το σωματείο, τα διάφορα όργανά του και από τρίτα εκτός του σωματείου πρόσωπα. Η προθεσμία της ακυρότητας δεν υπόκειται σε καμία προθεσμία και πολύ περισσότερο σε αποσβεστική προθεσμία (ΜΠΤριπ 150/1990 ΝοΒ 1991.421), ήτοι η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία που ισχύει για την ακυρωτική αγωγή κατά την 101 ΑΚ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω (βλ. Κρητικός, ό.π., έκδ. 2009, σ. 193 παρ. 27). Εν γένει, στην περίπτωση απολύτως άκυρης, αλλά και ανυπόστατης αποφάσεως, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 101 ΑΚ (ΟλΑΠ 410/1963- ΝοΒ 11.946, Α.Π. 569/1961 ΝοΒ 10.260). Η απόλυτη ακυρότητα που υπάρχει επέρχεται αυτοδικαίως (ΜΠΑ 4470/1979 ΝοΒ 28.1784), η δε προβολή της μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή με αγωγή, ένσταση κλπ, και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο εφόσον υποβληθούν σ` αυτό όλα τα πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούν. Με άλλα λόγια, καθένας που έχει έννομο συμφέρον μπορεί, χωρίς χρονικό περιορισμό, να επικαλεσθεί την ανυπαρξία της αποφάσεως αυτής χωρίς να την έχει προσβάλει κατ` άρθρο 101 ΑΚ. Η αμφισβήτηση του κύρους της (όπως και της ανυπόστατης) μπορεί να γίνει με αναγνωριστική αγωγή (άρθρ. 70 ΚΠολΔ), η οποία δεν υπόκειται σε παραγραφή και είναι διαφορετική από την διαπλαστική αγωγή της 101 ΑΚ. Δεδομένου ότι ενάγων μπορεί να είναι οποιοσδήποτε επικαλείται έννομο συμφέ­ρον και όχι μόνο μέλος τους σωματείου, αρκεί η επίκληση αυτού, είτε ο ενάγων είναι μέλος είτε όχι. Σημειωτέων, ότι για την ακυρωτική αγωγή το έννομο συμφέρον του μέ­λους είναι δεδομένο εκ της ιδιότητάς του αυτής. Επίσης, δεν έχει σημασία αν το ενάγον μέλος συναίνεσε στην λήψη της απολύτως άκυρης απόφασης, ούτε εξετάζεται αν ο ενάγων ήταν μέλος κατά το χρόνο λήψης της (βλ. Κρητικός, ό.π., έκδ. 2009, σ. 193.παρ. 28- 29).

IΙΙ. Εξάλλου, από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 101 ΑΚ προκύπτει ότι αν η συνέλευση του σωματείου λάβει απόφαση χωρίς να συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτω­ση η προβλεπόμενη από το νόμο ή το καταστατικό απαρ­τία και πλειοψηφία, τότε η απόφαση αυτή είναι άκυρη, δη­λαδή πρόκειται περί ακυρώσιμης απόφασης, κατά κυριο­λεξία, που παράγει τα έννομα αυτής αποτελέσματα μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κατόπιν ασκήσεως σχετικής αγωγής, που θα κηρύσσει άκυρη την σχετική απόφαση της συνελεύσεως (βλ. Αθ. Κρητικού, ό.π. σελ. 287, του ίδιου στο Α.Κ. Γεωργιάδη Σταθόπουλου, άρθρ. 101, Καρακατσάνη στην Ερμ. Α.Κ. άρθρ. 101 αριθ. 3,4, 5, ΑΠ 569/1961 ΝοΒ 10.260, ΑΠ 104/1962 ΝοΒ 10.644, ΑΠ 1050/2005 ΔΕΕ 2005.1303, ΜΠΤριπ 150/1990 ΔΙΚΗ 1991.850, ΜΠΠειρ 759/1993 ΕΕργΔ 1994.291). Περαιτέρω, όπως κάθε απόφαση της Γ.Σ. έτσι και η αφορώσα τροπο­ποίηση του καταστατικού μπορεί να είναι ακυρώσιμη κατά το άρθρο 101 ΑΚ, αφού δεν γίνεται σχετική διάκριση στο νόμο (ΟλΑΠ 410/1963 ΝοΒ 11.946, ΑΠ 137/1963 ΝοΒ 11.926). Ομως, η διαδικασία τροποποίησης καταστατικού υπόκειται στις οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις (79,81 και 82 ΑΚ). Όπως για την σύσταση, έτσι και για την τροπο­ποίηση του καταστατικού ακολουθείται απαραιτήτως δια­δικασία ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο ερευνά αυτεπαγγέλτως (εκούσια δικαιοδοσία) αν τηρήθη­καν οι νόμιμοι όροι, ήτοι πρωτίστως πρόσκληση των με­λών από αρμόδιο όργανο, τήρηση της αυξημένης κατ` άρθρ. 99 απαρτίας και πλειοψηφίας, εναρμόνιση των προτεινόμενων διατάξεων με το νόμο κλπ (βλ. Κρητικός, ό.π., έκδ. 2009, σ. .23 παρ. 4). Η τροποποίηση καταστατικού δια­φέρει εννοιολογικά από την μεταβολή του σκοπού. Μετα­βολή σκοπού σωματείου, κατ` άρθρο 100 ΑΚ, για την οποία απαιτείται η συναίνεση όλων των μελών, συνιστά η πλήρης αλλαγή των κατευθύνσεων των στόχων του, κατά τρόπο ώστε να διαφοροποιείται η μορφή και η ουσία του. Τούτο συμβαίνει ενδεικτικά όταν το σωματείο από ιδανικό του ΑΚ γίνεται συνδικαλιστικό του Ν. 1264/1982 ή και αντίστροφα, όταν ο νέος σκοπός είναι ξένος ή αντίθετος προς τον αρχι­κό, όταν ο δευτερεύων σκοπός ανάγεται εφεξής σε κύριο ή και αντίστροφα. Αντίθετα, δεν αποτελούν μεταβολή, αλλά τροποποίηση κατ`άρθρο 99 ΑΚ, η εξειδίκευση, η σαφέστε­ρη ή έστω διάφορη διατύπωση, η επέκταση ή ο περιορι­σμός του κύκλου ενεργειών και δραστηριοτήτων του σω­ματείου, όταν κατευθύνονται στην πραγμάτωση του αρχι­κού σκοπού και δεν παραλλάσουν την ταυτότητα του. Πότε συντρέχει η μία ή η άλλη περίπτωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό, μπορεί δε να τεθεί ως κριτήριο διάκρισης ο χαρακτήρας του σωματείου στον οποίο τα μέλη απέδωσαν σημασία κατά τη λήψη της απόφασης να γίνουν μέλη του (βλ. Αθ. Κρητικό, Δίκαιο Σωματείων και Συνδικαλιστικών Οργανώσεων, 1984, σελ. 121 έπ., Στ. Γ. Βλαστό, Αστικά Σω­ματεία, Συνδικαλιστικές και Εργοδοτικές Οργανώσεις, δ` έκδ., 2002, σελ. 112 επ„ Α. Καρακατσάνη σε ΕρμΑΚ, άρθρο 100, αρ. 4, I. Κ. Καράκωστα, Αστικός Κώδικας, Ερμηνεία- Σχόλια-Νομολογία, Γενικές Αρχές, Τόμος Πρώτος, 2005, σελ. 552 επ., Ανδρ. Γαζή, Γενικοί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, Τόμος Β`2,Τα νομικά πρόσωπα, 1974, σελ. 87, Δημ. Γιαννόπουλου, Γενικοί Αρχαί Αστικού Κώδικος, 1948, σελ. 250, Δημ. Η. Παπαστερίου, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου, 1/β, 1998, σελ. 198, ΜΠΑ 646/2006). 

IV. Επί­σης, η ανεπίτρεπτη συμμετοχή στη Γ.Σ. μη δικαιούμενων μελών ή ο ανεπίτρεπτος αποκλεισμός δικαιούμενων ψή­φου μελών αποτελεί ελάττωμα, το οποίο, κατά την κρατού­σα στην Νομολογία και στην Θεωρία άποψη, καταρχήν οδηγεί σε ακυρώσιμη κατά την 101 ΑΚ απόφαση της Γ.Σ., όμως το εναγόμενο με την ακυρωτική αγωγή σωματείο μπορεί να αντιτάξει ότι από την ανεπίτρεπτη συμμετοχή ή τον ανεπίτρεπτο αποκλεισμό δεν επηρεάζεται το αποτέλε­σμα της ψηφοφορίας, το οποίο εξακολουθεί τελικά να δια­τηρείται με τον μη συνυπολογισμό ή με τον συνυπολογι- σμό αντιστοίχως του μέλους. Δηλαδή, τελικά η προσβαλ­λόμενη απόφαση της Γ.Σ. ακυρώνεται μόνο όταν η ψήφος του συμμετάσχοντος ή αποκλεισθέντος ανεπιτρέπτως ήταν οριακή και κρίσιμη για την λήψη της απόφασης αυ­τής, ήτοι όταν επηρέασε ουσιαστικά την λήψη της, σε αντί­θεση με ότι ισχύει στο δίκαιο της Α.Ε., όπου δεν έχει σημα-σία και δεν ερευνάται αν η ψήφος του αποκλεισθέντος θα επηρέαζε το αποτέλεσμα. Από τα ως άνω συνάγεται ότι ο ανεπίτρεπτος αποκλεισμός στην Γ .Σ. δικαιούμενων ψήφου μελών σωματείου θεωρείται λόγος ακυρωσίας και όχι από­λυτης ακυρότητας της απόφασης της τελευταίας και μάλι­στα υπό την επιπλέον προϋπόθεσης μη επηρεασμού του αποτελέσματος της από το ελάττωμα (πρβλ. ΑΠ 1116/1997 ΕφΕλλΝ 1999.133, ΜΠΞανθ 1171/2001 ΧρΙΔ 2002.902, Αθ. Κρητικό, ο.π., έκδ. 2009, σ. 82, πα. 122, Σ. Βλαστό, Αστικά Σωματεία, Συνδικαλιστικές & Εργοδοτικές Οργανώσεις, έκδ. 1996, παρ. 283). Ομοίως, ακυρώσιμη κατά την 101 ΑΚ απόφαση της Γ.Σ. παράγεται σε περίπτωση προσβολής της αρχής της ισότητας, δικαίωμα δε προσβολής έχουν όλα τα αναφερόμενα στην διάταξη πρόσωπα και όχι μόνο ο προ­σβαλλόμενος (βλ. ΑΠ 137/1953 ΝοΒ 11 (1961 ).665, Αθ. Κρη­τικό, ο.π., έκδ. 2009, σ. 94, παρ. 163). Η Γ.Σ. μπορεί να διακο­πεί για μεταγενέστερη ώρα ή ημέρα, η διακοπή όμως αυτή διαρκεί λίγες μόνο ώρες ή ημέρες. Τα αίτια και η διάρκειά της είναι τα βασικά της χαρακτηριστικά. Η απόφαση της Γ.Σ. ή του Προέδρου της για διακοπή δεν υπόκειται σε ακύ­ρωση κατά την 101 ΑΚ, διότι στην πραγματικότητα ετοιμά­ζει απόφαση της τελευταίας, ορίζεται δε με αυτήν η νέα ημέρα και ώρα (κι ενδεχομένως, αν συντρέχει λόγος, και τόπος) της Γ.Σ. Η νέα Γ.Σ. είναι συνέχεια της παλαιάς και, επομένως, δεν χρειάζεται να προσκληθούν εκ νέου τα μέλη από το αρμόδιο όργανο του σωματείου. Διαφορετική από την διακοπή είναι η αναβολή των εργασιών για λήψη απόφασης από τη Γ.Σ. Η αναβολή διακρίνεται από τη δια­κοπή βασικά ως προς το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ παλαιάς και νέας Γ.Σ., το οποίο είναι μεγαλύτερο στην αναβολή. Η μετάθεση προς λήψη αποφάσεως σε σχετικώς μακρινό σημείο αποτελεί αναβολή και όχι διακοπή, η δε περί αναβολής απόφαση, αν είναι ελαττωματική, υπόκειται σε ακύρωση κατά την 101 ΑΚ. Η Γ.Σ. δεν δύναται να προσκαλέσει εαυτήν, συνεπώς, τα μέλη του σωματείου πρέπει να προσκληθούν από το αρμόδιο όργανο (βλ. Αθ. Κρητικό, ο.π., έκδ. 2009, σ. 55-56, παρ. I 7-19 και 21-23). 

V. Σε περίπτωση που τα μέλη του σωματείου κληθούν σε γε­νική συνέλευση άνευ τηρήσεως των νομίμων διατυπώσε­ων και από αναρμόδια πρόσωπα ή όργανα, η τοιαύτη συ­γκέντρωση δεν δύναται να θεωρηθεί ως γενική συνέλευση, δηλαδή είναι νομικά ανύπαρκτη και οι αποφάσεις αυτές δεν δύναται να θεωρηθούν ως αποφάσεις του συλλογικού τούτου οργάνου, αλλά είναι απολύτως άκυρες, την ακυρό­τητα δε αυτή, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να προβάλει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και δεν χρήζουν προσβολής προς ακύρωση κατά το άρθρο 101 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει απόφαση της γενικής συνελεύσεως, η οποία συγκλήθηκε νόμιμα, αντίκειται όμως στο νόμο ή το καταστατικό (βλ. ΟλΑΠ 410/1963 ο.π., ΑΠ 1601/2002 Ελ- λΔνη 44(2003).790, ΕφΑΘ 3321/1998 ΕλλΔνη 40.439). 
Πε­ραιτέρω, κατά το άρθρο 69 Α.Κ. προσωρινή διοίκηση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να διορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, αν λεί­πουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση ή αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου. Τέτοιες περιπτώσεις, που οδηγούν σε έλλειψη διοίκησης νομικού προσώπου, είναι, μεταξύ άλλων, και η παραίτηση από την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης, ο θάνατος του μέλους, η έκπτωση, η λήξη της θητείας κλπ (ΑΠ 1601/2002 ο.π.). Ειδικότερα, υπάρχει έλλειψη διοίκη­σης, εάν συμβεί παραίτηση τόσων μελών, υπό την ιδιότητά τους αυτή, ώστε, όσα εναπομένουν, μαζί με όσα αναπλη­ρωματικά ανακηρύχθηκαν νόμιμα, δεν συμπληρώνουν τον αριθμό των μελών που απαιτείται από το καταστατικό. Μόνη η δυνατότητα σχηματισμού απαρτίας από όσα μέλη δεν παραιτήθηκαν δεν καλύπτει την έλλειψη διοίκησης, εφόσον δεν ορίζει διαφορετικά το καταστατικό, διότι τού­το προϋποθέτει πλήρη συγκρότηση του διοικητικού συμ­βουλίου, ώστε να έχει την προβλεπόμενη στο καταστατικό πλήρη σύνθεση (ΜΠΑ 799/1992 ΕΕργΔ 51.627, ΜΠΣερρ 139/2000 ΝοΒ 2000.1291). Επομένως, στην περίπτωση που αντί να διορισθεί προσωρινή διοίκηση, εμφανίζεται ως δι­οίκηση το τελευταίο Δ.Σ., από το οποίο όμως λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για την σύνθεση αυτού (πχ εξέ­πεσαν τόσα μέλη, ώστε τα εναπομείναντα μαζί με όσα ανα­πληρωματικά ανακηρύχθηκαν νόμιμα, δεν συμπληρώνουν τον αριθμό των μελών που απαιτείται από το καταστατικό), και διενεργούνται από αυτό η σύγκληση Γ.Σ. και η κλήση των μελών του σωματείου, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο

VI. Σχε­τικά με την προσβολή των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου (ΔΣ) του σωματείου δεν υπάρχει ρητή πρό­βλεψη στον ΑΚ, όμως γίνεται παγίως δεκτό ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις ισχύουν και επί των αποφάσεων αυ­τών (βλ. ΕφΠειρ 446/1997 ΕλλΔνη 38.1923, ΕφΠειρ 137/1983 ΕλλΔνη 24.1322). Το ίδιο συμβαίνει και με τις αποφάσεις της εφορευτικής επιτροπής, που αποτελεί ολι­γομελές συλλογικό όργανο ενός σωματείου. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η εφορευτική επιτροπή, η οποία αποτελεί μικρογραφία της γενικής συνελεύσεως και ενεργεί κατ` εντολή και για λογαριασμό της, παρά τη λειτουργική αυτο­τέλεια της, δεν θεωρείται ότι έχει οργανική αυτοτέλεια, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος ότι οι αποφάσεις της λαμβάνονται από όργανο διαφορετικό από εκείνο της γενικής συνελεύσεως. Αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις της εφορευτικής επιτροπής προσβάλλονται ως αποφάσεις της ίδιας της γενικής συνέλευσης (βλ. Αθ. Κρητικό, ο.π., έκδ. 1994, παρ. 149, σ. 35, Σ. Βλαστό, ο.π., παρ. 259,261,266, σ. 279, 282, 287 επ„ ΑΠ 1430/1987 ΕΕργΔ 46.865, ΕφΑΘ 9080/2006 ΔΕΕ 2007.850, ΕφΑΘ 676/2005 ΕλλΔνη 46.1513, ΜΠΣερ 168/2009). Επίσης, παρότι δεν ανα­γνωρίζεται στον νόμο δυνατότητα δικαστικής προσβολής των πράξεων ή μέτρων του προέδρου της Γ.Σ., η ελαττωμα­τικότητα αυτών μπορεί να οδηγήσει στη γέννηση ακυρώ­σιμης κατά την έννοια του άρθρου 101 ΑΚ αποφάσεως της Γ.Σ., αν επηρέασε σοβαρά το σχηματισμό της (βλ. Κρητικός, ό.π., έκδ. 2009, σ. 86 παρ. 134). Σημειωτέων, ότι στα καθήκοντά του τελευταίου ανάγονται η διεύθυνση της συζήτη­σης, η τήρηση της ευταξίας κατ` αυτήν, η συμμετοχή των μελών και ο αποκλεισμός των μη μελών, η εν γένει διεξα­γωγή της ψηφοφορίες και όλα τα συναφή ζητήματα (βλ. Κρητικός, ό.π., σ. 84 παρ. 128-132).

Με την ένδικη ανακοπή τους οι ανακόπτοντες ισχυρί­ζονται ότι δυνάμει της υπ` αριθμ. 324/02-06-2015 διάταξης του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως τροποποιήθηκε με την με­ταγενέστερη υπ`αριθμ. 353/2015 διάταξή του, επικυρώθη­κε το από 24.04.2015 τροποποιημένο καταστατικό του καθ` ου σωματείου, του οποίου αποτελούν μέλη. Ότι το τελευ­ταίο. πραγματοποίησε γενική συνέλευση στις 1.03.2015, η οποία έθεσε τις τροποποιήσεις σε πανελλαδική μυστική ψηφοφορία τις 24.04.2014. Ότι η απόφαση αυτή της γενι­κής συνέλευσης είναι άκυρη, για τους εκτιθέμενους στην ένδικη ανακοπή λόγους και ειδικότερα: α) Διότι με την με­τατροπή του συστήματος παροχής επικουρικής σύνταξης, η οποία αποτελεί τον κύριο σκοπό του σωματείου, από αναδιανεμητικό σε ανταποδοτικό επί τη βάσει αναλογιστικών μελετών, αποφασίσθηκε αλλαγή σκοπού χωρίς την απαιτούμενη κατά το νόμο ομόφωνη απόφαση ή έγγρα­φη συναίνεση όλων των μελών του σωματείου, β) Διότι σε κάθε περίπτωση δεν υπήρχε στην Γ.Σ. η απαιτούμενη από το καταστατικό απαρτία και αυξημένη πλειοψηφία για την τροποποίηση του καταστατικού, η δε απόφαση ελήφθη ύστερα από τέτοια συνέλευση της 1.03.2015 που αποφάσι­σε πανελλαδική ψηφοφορία των μελών, η οποία είναι ανυ­πόστατη ως Γ.Σ. γ) Διότι, επειδή δύο εκ των μελών του Δ.Σ. είχαν διαγραφεί ήδη από τις 4.02.2015 χωρίς να υπάρχουν αναπληρωτές τους, η από 17.02.2015 απόφασή του, με την οποία ψηφίστηκε η εισήγηση για την τροποποίηση του Κα­ταστατικού και η σύγκληση καταστατικής ΓΣ, είναι άκυρη και καθιστά άκυρη και την ως άνω απόφαση της τελευταί­ας. δ) Διότι κατά την πραγματοποίηση της καταστατικής ΓΣ συμμετείχαν και μέλη που δεν ανήκαν στο σωματείο. Και ε) διότι εγκρίθηκε μια σειρά από παράνομες διατάξεις, όπως αυτές παρατίθενται στην ένδικη ανακοπή. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη ανακοπή παραδεκτώς και αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπον εισάγεται για να συ­ζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την εκούσια δικαιοδοσία (άρθρα 773,743-759 Κ.ΠολΔ) και παραδεκτώς ασκείται. Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρ­θρων 81, 82 και 84 ΑΚ, 583, 773, 741, 746 εδάφ. β`, 176 , 183,189 και 191 Κ.ΠολΔ, συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί πε­ραιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 585 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την ένδικη αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή τους υπέρ των ανακοπτόντων, την οποία άσκησαν με τις προ­τάσεις τους που κατέθεσαν στο ακροατήριο, οι προσθέτως παρεμβαίνοντες εκθέτουν ότι είναι επίσης μέλη του καθ` ου, ότι η Γ.Σ., η οποία επικύρωσε το από 24.04.2015 τροποποιημένο καταστατικό του, που επικυρώθηκε με την ανακοπτόμενη υπ` αριθμ. 324/02- 06-2015 διάταξης του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως τροποποιήθηκε με την με­ταγενέστερη υπ`αριθμ. 353/2015 διάταξή του, είναι άκυ­ρη και η ένδικη ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή επιπλέον για τους εκτιθέμενους στην παρέμβασή τους λόγους και ειδικότερα: α) Διότι το Δ.Σ. του καθ` ου απέκλεισε παράνο­μα 2.181 μέλη του, με την αναληθή δικαιολογία ότι σύμ­φωνα με το καταστατικό είχαν εκπέσει αυτοδικαίως από μέλη του, τούτο δε περαιτέρω παραβίασε την κατ` άρθρο 89 ΑΚ αρχή της ισότητας των μελών ενός σωματείου, β) Διότι σε κάθε περίπτωση εν υπήρχε στην Γ.Σ. η απαιτούμενη από το καταστατικό απαρτία και αυξημένη πλειοψη­φία για τη τροποποίηση του καταστατικού, η δε απόφαση ελήφθη ύστερα από τέτοια συνέλευση της 1.03.2015 που αποφάσισε πανελλαδική ψηφοφορία των μελών, η οποία είναι ανυπόστατη ως Γ.Σ., με αποτέλεσμα την καταστρατήγηση και παραβίαση του άρθρ. 101 ΑΚ. γ) Διότι, υπήρξαν σοβαρά ελαττώματα κατά την διαδικασία λήψης απόφα­σης εξαιτίας της αντικαταστατικής συμπεριφοράς της δι­οίκησης του καθ` ου, η οποία διέκοψε κι απομάκρυνε την μικροφωνική εγκατάσταση και προκάλεσε οχλαγωγία με έντονες αντιδράσεις και φωνασκίες, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να γίνει καμία συζήτηση ή ψηφοφορία για κανένα θέμα, δ) Διότι ανάμεσα στις τροποποιήσεις που εγκρίθηκαν συμπεριλαμβάνεται και η ομαδική απο­χώρηση των ασφαλισμένων με επιστροφή των εισφορών τους, καθώς και η εκούσια αυτοδιάλυση του καθ’ ου που μπορεί πλέον να γίνει οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο με απόφαση του οργάνου του Συνεδρίου, οι οποίες είναι παράνομες, ε) Διότι με την μετατροπή του συστή­ματος παροχής επικουρικής σύνταξης, η οποία αποτελεί τον κύριο σκοπό του σωματείου, από αναδιανεμητικό σε ανταποδοτικό επί τη βάσει αναλογιστικών μελετών, απο­φασίσθηκε αλλαγή σκοπού χωρίς την απαιτούμενη κατά το νόμο ομόφωνη απόφαση ή έγγραφη συναίνεση όλων των μελών του σωματείου. Και στ) διότι ανάμεσα στις τρο­ποποιήσεις που εγκρίθηκαν συμπεριλαμβάνεται στο άρ­θρο 7 και η αυτοδίκαιη απώλεια της ιδιότητας του μέλους των συνταξιούχων που οι συνολικές ληφθείσες συντάξεις τους κατέστησαν υψηλότερες από τις καταβληθείσες ει­σφορές κι εξαγορές τους, με αποτέλεσμα την αφαίρεση δικαιωμάτων τους χωρίς τη συναίνεση όλων των μελών του σωματείου και τον αποκλεισμό τους κατά παράβαση της αρχής της ισότητας. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία είναι αυτοτελής κατ` άρθρο 83 Κ.ΠολΔ, αφού, δεδομένου ότι και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες είναι μέλη του καθ`ου σωματείου δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις μεταξύ τους και είναι αναγκαστικοί ομόδικοι (άρθρ. 76 παρ. 1 περίπτ. δ` ΚΠολΔ), παραδεκτώς και αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπον εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικα­στηρίου αυτού κατά την εκούσια δικαιοδοσία (άρθρα 773, 743-759 ΚΠολΔ) και παραδεκτώς ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 752, 741, 83 και 76 έως 78 ΚΠολΔ. και πρέπει να συνεκδικασθεί με την ανακοπή, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους. Είναι νόμιμη, στηριζόμενηστις διατάξεις των άρθρων 81,82 και 84 ΑΚ, 583,773,741, 746 εδάφ. β` ΚΠολΔ, συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί περαι­τέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 585 παρ. 2 ΚΠολΔ).  
Επίσης, με την ένδικη πρόσθετη παρέμβασή τους υπέρ του καθ` ου σωματείου, την οποία άσκησαν με τις προτά­σεις τους που κατέθεσαν στο ακροατήριο, οι προσθέτως παρεμβαίνουσες εκθέτουν ότι αποτελούν πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εν ενεργεία τραπεζικών υπαλλήλων των Τραπεζών που αναφέρονται στην επωνυ­μία του καθ` ου και συμμετέχουν σε αυτό, ότι τα όλα μέλη τους είναι ταυτόχρονα και μέλη του καθ` ου αποτελώντας την συντριπτική πλειοψηφία των μελών του και μαζί με τις εργοδότριες τράπεζες καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφο­ρές για αυτό, έχοντας ως εκ τούτου έννομο συμφέρον από την παρούσα δίκη. Ότι η Γ.Σ., η οποία επικύρωσε το από 24.04.2015 τροποποιημένο καταστατικό του, που επικυ­ρώθηκε με την ανακοπτόμενη υπ` αριθμ. 324/02-06-2015 διάταξης του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως τροποποιήθηκε με την μεταγενέστερη υπ`αριθμ. 353/2015 διάταξή του, είναι, έγκυρη και η ένδικη ανακοπή πρέπει να απορριφθεί, τυχόν δε αποδοχή της θα προκαλέσει τεράστια, ανεπανόρθωτη και δυσανάλογη σε σχέση με την ωφέλεια των αιτούντων βλάβη στο καθ` ου, στα μέλη του και στις ίδιες. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η απλή πρόσθετη παρέμβα­ση παραδεκτώς και αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπον εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυ­τού κατά την εκούσια δικαιοδοσία (άρθρα 773, 743-759 ΚΠολΔ) και παραδεκτώς ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 752, 741, 83 και 76 έως 78 ΚΠολΔ και πρέπει να συνεκδικασθεί με την ανακοπή, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους. Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 81, 82 και 84 ΑΚ, 583, 773, 741, 746 εδάφ. β` ΚΠολΔ, συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα (άρθρ. 585 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ο 1 ος λόγος της ανακοπής και ο πανομοιότυπος με αυ­τόν 5ος λόγος της αυτοτελούς πρόσθετης υπέρ των ανακοπτόντων παρέμβασης, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτούς περιστατικά, αφορούν, σύμφωνα με τα προδιαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη, τροποποίηση κα­ταστατικού και όχι μεταβολή του σκοπού, από την οποία αυτή διαφέρει εννοιολογικά, ήτοι ως προς την περαιτέρω νομική τους εκτίμηση ταυτίζονται με τον 2ο της ανακοπής και αντίστοιχα τον 2ο της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμ­βασης, επομένως, άπαντες αμφισβητούν την ύπαρξη της απαιτούμενης απαρτίας και πλειοψηφίας στην επίμαχη καταστατική Γ.Σ. του καθ` ου, η οποία έλαβε την προσβαλ­λόμενη απόφαση. Οι λόγοι αυτοί, ομοίως σύμφωνα με τα προδιαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη (αναφορικά με την απαρτία και πλειοψηφία Γ.Σ., την τρο­ποποίηση καταστατικού και την μεταβολή σκοπού σωμα­τείου), αλλά και στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη (ανα­φορικά με την διακοπή και αναβολή Γ.Σ. και συνακόλουθα το υποστατό της πανελλαδικής ψηφοφορίας ως Γ.Σ.), συνιστούν ακυρότητα του άρθρ. 101 ΑΚ (το οποίο μάλιστα επικαλούνται οι αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντες), ήτοι ακυρωσία, επομένως, όπως προεκτέθηκε στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη, για την ακύρωση της απόφασης αυτής απαιτείται από τους ανακόπτοντες η άσκηση της δι­απλαστικής αγωγής του άρθρ. 101 ΑΚ (η δε απόφαση Γ.Σ. για διακοπή δεν υπόκειται καν σε αγωγή σύμφωνα με τις ίδιες νομικές σκέψεις), ενώ είναι απαράδεκτη η υποβολή αιτήματος ακυρώσεως κατ` ένσταση ή παρεμπιπτόντως (ή με πρόσθετη παρέμβαση), μέχρι δε την έκδοση τελε­σίδικης απόφασης που κηρύσσει άκυρη την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η τελευταία παράγει όλα τα αποτελέσματά της. Σημειωτέων, ότι έχει ασκηθεί τέτοια αγωγή κατά του καθ` ου σωματείου από μέλη του - πρόκειται για την από 31.08.2015 με ΓΑΚ 81.065/10.904/01-09-2015 αγωγή - με την οποία μεταξύ άλλων επικαλούνται μεταβο­λή σκοπού του σωματείου και έλλειψη της απαιτούμενης απαρτίας και πλειοψηφίας κατά την ως άνω Γ.Σ. Συνακό­λουθα, οι λόγοι αυτοί προβάλλονται απαραδέκτως. Ομοί­ως, ο 4ος λόγος της ανακοπής, ο οποίος αφορά συμμετοχή μελών που δεν ανήκαν στο σωματείο κατά την πραγματο­ποίηση της ως άνω καταστατικής ΓΣ, ο 5ος λόγος της, ο οποίος αφορά το περιεχόμενο διαφόρων τροποποιήσεων του καταστατικού, καθώς και η πρώτη υποπερίπτωση του 4ου λόγου και ο 6ος λόγος της αυτοτελούς πρόσθετης πα­ρέμβασης, οι οποίοι αφορούν το περιεχόμενο διαφόρων τροποποιήσεων του καταστατικού (ομαδική αποχώρηση των ασφαλισμένων με επιστροφή των εισφορών τους, αυ­τοδίκαιη απώλεια της ιδιότητας του μέλους και παραβίαση της αρχής της ισότητας), συνιστούν, σύμφωνα με τα προδιαλαμβανόμενα στις υπό στοιχεία I, II, IV και VI νομικές σκέψεις, περιπτώσεις ακυρωσίας απόφασης Γενικής Συνέ­λευσης, συνεπώς επίσης προβάλλονται απαραδέκτως, με εξαίρεση τις υποπεριπτώσεις του 5ου λόγου της ανακο­πής, οι οποίες αφορούν τις τροποποιήσεις των άρθρων 11 (αυτοδίκαιη εκχώρηση όλων των δικαιωμάτων των μελών στις διοικήσεις των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων ή συνταξιουχικών σωματείων), 38 (εκούσια αυτοδιάλυσή του καθ` ου οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο με απόφαση του Συνεδρίου) και 41, και οι οποίες μαζί με τον 3ο λόγο της ανακοπής και την δεύτερη υποπερίπτωση του 4ου λόγου της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (που είναι πανομοιότυπη με την ανωτέρω υποπερίπτωση του άρθρου 38 του 5ου λόγου της ανακοπής, προβλέποντας ομοίως την εκούσια αυτοδιάλυση του καθ` ου οποτεδήπο­τε και για οποιονδήποτε λόγο με απόφαση του Συνεδρί­ου), αποτελούν λόγους απόλυτης ακυρότητας της απόφα­σης αυτής και, επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη, μπορούν να εξετασθούν παρεμπιπτόντως στα πλαίσια της παρούσας δίκης. Ομοίως, οι 1 ος και 3ος λόγος της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, οι οποίοι αφορούν αντίστοιχα ανεπίτρεπτο αποκλεισμό δικαιούμενων ψήφου μελών και ελαττώματα κατά την διαδικασία λήψης απόφασης λόγω επεισοδίων, συνιστούν, σύμφωνα με τα προδιαλαμβανόμενα στις υπό στοιχεία IV και VI αντίστοιχες νομικές σκέψεις, περιπτώ­σεις ακυρωσίας απόφασης Γενικής Συνέλευσης, συνεπώς και αυτοί προβάλλονται απαραδέκτως.
Κατόπιν των ανωτέρω, είναι προτιμητέο να προταχθεί η εξέταση του του 3ου λόγου της ένδικης ανακοπής, αφενός διότι προτάσσεται στο ίδιο το δικόγραφό της, αφετέρου διότι αφορά ολόκληρη την απόφαση της ως άνω Γενικής Συνέλευσης, αλλά και την ίδια την Γ.Σ. και όχι απλά μέρος του περιεχομένου της απόφασης αυτής, σε περίπτωση δε παραδοχής του παρέλκει η εξέταση των προαναφερόμενων υποπεριπτώσεων του 5ου λόγου της, καθώς και της δεύτερης υποπερίπτωσης του 4ου λόγου της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Με τον λόγο αυτό οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η σύγκληση της καταστατικής ΓΣ του καθ` ου για την τροποποίηση του καταστατικού του, επί της απόφασης της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ` αριθμ. 324/02-06-2015 διάταξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών (όπως τροποποιήθηκε με την μεταγενέστερη υπ` αριθμ. 353/2015 διάταξή του) και με την οποία επικυρώθηκε το από 24.04.2015 τροποποιημένο καταστατικό του, έγινε κατόπιν απόφασης-εισήγησης μη νόμιμης διοίκησης του καθ` ου, η οποία ελήφθη στις 17.02.2015. Ότι η διοίκηση αυτή που εμφανίσθηκε ως Δ.Σ. του καθ` ου ήταν μη νό­μιμη, διότι αυτό δεν είχε πλέον νόμιμη σύνθεση και ειδι­κότερα δύο εκ των μελών του τελευταίου Δ.Σ. είχαν δι­αγραφεί από μέλη του καθ` ου ήδη από τις 4. 02.2015με αποτέλεσμα να έχουν χάσει την ιδιότητά τους ως μέλη του Δ.Σ., και ταυτόχρονα δεν υπήρχαν αναπληρωτές τους, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον νόμιμη σύνθεση εξαιτίας των κενών και να απαιτείται ο διορισμός προσωρινής διοίκησης. Ότι, επομένως, η απόφαση αυτή της παράνο­μης διοίκησης για σύγκληση της καταστατικής ΓΣ του καθ` ου είναι απολύτως άκυρη και καθιστά ομοίως απολύτως άκυρη τόσο την σύγκληση αυτής όσο και την ως άνω από­φαση της τελευταίας. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, σύμ­φωνα με τα προδιαλαμβανόμενα στις υπό στοιχείο II, V και VI νομικές σκέψεις, συνεπώς πρέπει να εξετασθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. 
Στις 2.05.2012 πραγματο­ποιήθηκαν αρχαιρεσίες για την ανάδειξη Διοικητικού Συμ­βουλίου του καθ`ου, με αποτέλεσμα την ανάδειξη 9 τακτι­κών μελών για τριετή θητεία και κανενός αναπληρωματι­κού. Στις 4.02.2015, το εν λόγω -Δ.Σ., ως είχε υποχρέωση, προέβη σε εκκαθάριση του μητρώου των μελών του καθ` ου και συγκεκριμένα το εκκαθάρισε από μέλη που είχαν χάσει αυτοδικαίως την ιδιότητά τους αυτή με βάση την δι­άταξη του άρθρου 2 παρ. 3 εδάφ. β`του καταστατικού του, κατά την οποία όποιοι χάνουν την ιδιότητα του υπαλλή­λου χωρίς να έχουν θεμελιώσει, κατά το χρόνο διακοπής τους επαγγελματικού τους βίου, δικαίωμα συνταξιοδότησης, χάνουν αυτοδικαίως και την ιδιότητα του μέλους του καθ` ου. Ανάμεσα στα μέλη που είχαν ήδη χάσει την ιδιό­τητα αυτή του μέλους του καθ` ου ήταν και δύο μέλη του τότε Δ.Σ. του, ο Ι.Β και ο Α.Ν οι οποίοι συνακόλουθα είχαν εκπέσει και από μέλη του ως άνω Δ.Σ., όπως προκύπτει εξ αντιδιαστολής από το άρθρο 4 παρ. 2 του καταστατικού, όπως ίσχυε τότε, σύμφωνα με το οποίο ο Πρόεδρος του Δ.Σ. εκλέγεται από τα εν ενεργεία και όχι από τα συνταξιοδοτούμενα μέλη, διάταξη που υπονοεί ότι οι εκλεγμένοι σύμβουλοι του Δ.Σ., εκ των οποίων ο Πρόεδρος επιλέγε­ται με το ανωτέρω κριτήριο, είναι μέλη του καθ` ου και όχι τρίτοι. Η έκπτωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να κατα­στούν κενές οι θέσεις των μελών αυτών Δ.Σ., αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρχαν αναπληρωματικά μέλη, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην συμπληρώνεται ο αριθμός των μελών που απαιτείτο από το καταστατικό και να προκαλείται έλλειψη διοίκησης. Δεδομένου ότι το καταστα­τικό όχι μόνο δεν όριζε διαφορετικά, αλλά με το άρθρο 4 παρ. 3 εδάφ. β` επέτασσε ότι μετά την κένωση θέσεως τακτικού μέλους του Δ.Σ. και ελλείψει αναπληρωματικών μελών, ενεργούνται εντός ενός μηνός νέες αρχαιρεσίες για την πλήρωση των κενών θέσεων των τακτικών κι ανα­πληρωματικών μελών, δεν κάλυπτε την έλλειψη διοίκησης από μόνη της η δυνατότητα σχηματισμού απαρτίας από τα υπολειπόμενα μέλη, διότι το καταστατικό προϋπόθετε πλήρη συγκρότηση του διοικητικού συμβουλίου, ώστε να έχει την προβλεπόμενη στο καταστατικό πλήρη σύνθεση. Επομένως, μέχρι να διενεργηθούν οι αρχαιρεσίες αυτές, έπρεπε να διορισθεί προσωρινή διοίκηση και να μην εμ­φανίζεται ως διοίκηση το τελευταίο Δ.Σ. σύμφωνα και με την προπαρατιθέμενη υπό στοιχείο V νομική σκέψη. Συ­νακόλουθα, σύμφωνα και με την προεκτιθέμενη υπό στοι­χείο VI νομική σκέψη, η απόφαση αυτή που προέρχεται από μη νόμιμη διοίκηση είναι απολύτως άκυρη και, συνε­πώς, κατά τις ίδιες νομικές σκέψεις, πάσχουν από απόλυτη ακυρότητα και η σύγκληση της ως άνω καταστατικής Γ.Σ. και η κλήση σε αυτήν των μελών του καθ` ου σωματείου που διενεργήθηκαν από την μη νόμιμη διοίκηση, η δε εν λόγω απόλυτη ακυρότητα εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Επομένως, πρέπει η ένδικη ανακοπή και η υπέρ των ανακοπτόντων αυτοτελής πρόσθετη παρέμβα­ση να γίνει δεκτή, να απορριφθεί η υπέρ του καθ`ου απλή πρόσθετη παρέμβαση, να ακυρωθεί η υπ` αριθμ. 324/02- 06-2015 διάταξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως τροποποι­ήθηκε με την μεταγενέστερη υπ`αριθμ. 353/2015 διάταξή του, καθώς και η τροποποιητική διάταξη αυτή, και να κα­ταδικαστεί το καθ` ου, αφού χάνει τη δίκη, στα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176 Κ.ΠολΔ και 191 παρ. 2 Κ.ΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1,65,68 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 Κώδικας Δικηγόρων, ΦΕΚ Α` 208/27.09.2013). Διάταξη για καταβολή των δικαστικών εξόδων των αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαινόντων δεν περιλαμβάνεται, διότι δεν απευθύναν σχετικό αίτημα, ενώ ούτε οι απλώς προσθέτως παρεμβαίνουσες θα καταδικασθούν σε κα­ταβολή δικαστικών εξόδων κάποιων διαδίκων, αφού δεν έχει διατυπωθεί τέτοιο αίτημα.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...