Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Αλληλόχρεος λογαριασμός, τοκοχρεωλυτικός λογαριασμός, διάκριση.

Εφετείο Θεσ/ κης 3078/ 2002, ΔΕΕ 2003.958 = ΕΕμπΔ 2005.592.

Πρόεδρος: Α. Παπασαραντόπουλος, Πρόεδρος Εφετών, Εισηγητής: Μ.-Φ. Χατζηπανταζής, Εφέτης.

Περίληψη. Σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού. Εννοια. Σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Εννοια. Διαφορές με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού. Κάθε συνομολόγηση κατά την οποία το τοκοχρεωλυτικό δάνειο θεωρείται ως ανοικτός λογαριασμός είναι παράνομη. Ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ανήκει στο δικαστήριο. Είναι αδιάφορη η ονομασία που έδωσαν τα μέρη. 

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626 παρ. 2, 627 εδ. γ, 630 στοιχ. γ` και 631 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση, ώστε να έχει ανάγκη από πλήρες αιτιολογικό, απαιτείται, εκτός από άλλα στοιχεία, να αναφέρει απλώς την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται το είδος της δικαιοπραξίας, από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται καμία αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής και δεν είναι ανάγκη να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1106/1994 ΕλΔ 38,1074).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 668 ΕΝ και 47, 64, 67 του ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός ή τρεχούμενος) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι απαιτήσεις, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού, που τυχόν θα υπάρχει. Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους και συνεπώς, δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, αν δεν υπάρχει η δυνατότητα τουλάχιστον αποστολών και από τα δύο μέρη. Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκειά του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές (ΑΠ 79/1995 ΝοΒ 44,628, ΑΠ 1524/1991 ΕλΔ 34,313).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ήτοι εκείνη, κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ως από τη φύση τους, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με την τήρηση ανοικτού λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητά της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθησή της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαιο και άληκτα χρεωλύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, που επιβάλλουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται. Κάθε δε συνομολόγηση, κατά την οποία το τοκοχρεωλυτικό δάνειο θεωρείται ως ανοικτός λογαριασμός, είναι παράνομη, αφού γίνεται με τον πρόδηλο σκοπό να πορισθεί η τράπεζα έμμεσα και ανεπίτρεπτα ωφελήματα, που παρέχονται από το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ και ιδίως τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό (ΕφΑθ 3345/1999 ΝοΒ 48,54 και παραπομπές εκεί στη θεωρία και στη νομολογία). Τέλος, ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και είναι αδιάφορη η ονομασία, την οποία έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη. Ετσι, σε περίπτωση που προκύπτει από τις αποδείξεις ότι συνάφθηκε από τα μέρη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη σχέση τους ως σύμβαση παροχής δανείου με ανοικτό λογαριασμό (ΑΠ 1438/1995 ΕλΔ 39,588, ΑΠ 79/1995 ό.α., ΕφΑθ 3345/1999 ό.α.).

 Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αρχική καθ` ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Μ.Θ. ΑΕ", της οποίας η εκκαλούσα Τράπεζα τυγχάνει καθολική διάδοχος, στη Θεσσαλονίκη τη 14.3.1988, κατόπιν του ... ιδιωτικού εγγράφου, κατάρτισε με την αρχική ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ.Ν. και Μ. ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "Σ.", η οποία με τατράπηκε στη συνέχεια νομίμως στην εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που με τον τρόπο αυτό υπεισήλθε στη θέση της τελευταίας, σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεσ) λογαριασμό, σύμφωνα με την οποία χορήγησε σ` αυτή πίστωση 16.500.000 δρχ. με τόκο και προμήθεια και τους λοιπούς στο ανωτέρω συμφωνητικό διαλαμβανόμενους ειδικότερους όρους και συμφωνίες. Ακολούθως, η αρχική καθ` ης η ανακοπή Τράπεζα στη Θεσσαλονίκη την 7.3.1989, κατόπιν ιδιωτικού εγγράφου, που φέρει την ίδια ημερομηνία, κατάρτισε με την ως άνω αρχική ανακόπτουσα εταιρία σύμβαση, σύμφωνα με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και μετατράπηκε αυτή σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και με τους εξής όρους: Η υφιστάμενη μεταξύ των συμβαλλομένων ως άνω σύμβαση μετατρέπεται σε δανειακή σύμβαση, η οποία διέπεται, κατά σειρά προτεραιότητας εφαρμογής, από τις διατάξεις της εν λόγω τροποποιητικής συμβάσεως, εκείνες της αρχικής συμβάσεως πιστώσεως (όσες δεν προσκρούουν άμεσα ή έμμεσα στις διατάξεις αυτής) και τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί δανείου. Το δάνειο θα εξοφληθεί εντός χρονικού διαστήματος οκτώ ετών από 19.4.1988 με επιτόκιο 16%, πλέον προμήθειας 0,5% ετήσια, υπολογιζόμενα τοκοχρεωλυτικά, η δε δανείστρια Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα να αυξήσει μονομερώς, κατά την κρίση της, το επιτόκιο και την προμήθεια μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο από το νόμο και τις σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος ή των αρμοδίων οργάνων κατά περίπτωση. Η εξόφληση του δανείου θα γίνει κατά το σύστημα της σύνθεσης χρεωλυσίας σε έξι μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που εκάστη εξ αυτών περιλαμβάνει τον τόκο από την αρχή της τοκοχρεωλυτικής εξυπηρέτησης του δανείου και το χρεωλύσιο, το οποίο αναλογεί σε κάθε μία τούτων, οι δε εν λόγω δόσεις θα καταβάλλονται την πρώτη ημέρα εκάστου εξαμήνου και κάθε μία εξ αυτών θα ανέρχεται στο ποσό των 1.794.468 δρχ. Οι τόκοι του χρονικού διαστήματος από την πραγματοποιηθείσα ήδη εκταμίευση του δανείου (19.4.1988) μέχρι την έναρξη της τοκοχρεωλυτικής εξυπηρέτησης του δανείου συνυπολογίσθηκαν στις τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Σε περίπτωση καθυστέρησης εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος κάποιας δόσης του δανείου η πιστούχος καθίσταται υπερήμερη και οφείλει στην Τράπεζα επί του καθυστερούμενου ποσού κεφαλαίου, αντί τον προαναφερόμενο τόκο, τον εκάστοτε τόκο υπερημερίας, ο οποίος υπολογίζεται με βάση το ανώτερο επιτρεπόμενο επιτόκιο υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης χωρίς κάποια ειδοποίηση της οφειλέτριας. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξη των καθυστερουμένων ποσών ή να καταγγείλει τη σύμβαση του δανείου, να καταστήσει αυτό αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και να αξιώσει την εξόφληση ολόκληρου του ανεξόφλητου ποσού κεφαλαίου με τους τόκους και τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις. Η πιστούχος δικαιούται να εξοφλήσει το δάνειο και πριν από την τασσόμενη ως άνω προθεσμία, καθώς επίσης δικαιούται κατά την ημερομηνία λήξεως κάποιας τοκοχρεωλυτικής δόσης του δανείου να καταβάλει στην Τράπεζα εκτός από τη ληξιπρόθεσμη τοκοχρεωλυτική δόση και ένα μέρος ή το σύνολο των ληξιπροθέσμων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ενώ στην προαναφερόμενη περίπτωση επιστρέφονται οι τόκοι, που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως.
Απ` όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα συνάγεται με απόλυτη σαφήνεια ότι η προεκτειθέμενη συμβατική σχέση, που συνδέει πλέον τα διάδικα μέρη μετά την τροποποίηση και τη μετατροπή της αρχικής συμβάσεως, αποτελεί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσας σκέψεως, τοκοχρεωλυτικό δάνειο με ετήσια περίοδο χάριτος και οκταετή διάρκεια και όχι σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού δεν είναι πλέον δυνατή η εξυπηρέτηση των δοσοληψιών από το δάνειο με την τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού. Ειδικότερα, ο σκοπός του δανείου για τη χρησιμοποίησή του αποκλειστικά για κτιριακές εγκαταστάσεις και η απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως οποιουδήποτε ποσού αυτού για άλλο σκοnό (βλ. το δεύτερο όρο της τροποποιητικής συμβάσεως), καθώς και ο καθορισμός της πληρωμής των δόσεων τοκοχρεωλυτικά, δηλαδή σε ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, που απαρτίζονται κατά ένα μέρος από τόκους και κατά ένα μέρος από κεφάλαιο, σαφώς παρέχουν στην τροποποιηθείσα ως άνω σύμβαση των μερών το νομικό χαρακτηρισμό της συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου. Επίσης, κάθε συνομολογηθείσα δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλειά της, επιπλέον δε με βάση την τροποποιητική σύμβαση δεν υπάρχει η δυνατότητα αποστολών και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, ώστε να μη μπορεί να λειτουργήσει για το λόγο αυτό αλληλόχρεος λογαριασμός. Βέβαια, η οφειλέτρια έχει τη δυνατότητα να εξοφλεί το δάνειο και πριν από την ταχθείσα προθεσμία ή να καταβάλει στη δανείστρια Τράπεζα ένα μέρος των μη ληξιπροθέσμων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν μπορεί να μεταβάλει το χαρακτήρα της συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου σε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού οι ως άνω καταβολές από την οφειλέτρια μπορούν να γίνουν μόνο με τους προαναφερόμενους όρους και επί πλέον, η τελευταία δεν έχει τη δυνατότητα καταβολής οποτεδήποτε στη δανείστρια οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, το οποίο να πιστώνεται στα πλαίσια λειτουργίας ενός αλληλόχρεου λογαριασμού. Εξάλλου, από το όλο περιεχόμενο της τροποποιητικής ως άνω συμβάσεως δεν προκύπτει σαφώς και ευθέως η επαναλειτουργία της αρχικής συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας εξόφληση του δανείου, αφού τα συμβληθέντα μέρη, σε αντίθετη περίπτωση, ρητώς θα διατύπωναν το γεγονός τούτο, που θα αποτελούσε ετέρα σύμβαση περί τροποποιήσεως της συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου και μετατροπής αυτής σε σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όπως ακριβώς έπραξαν την προηγούμενη φορά, οπότε ρητώς και κατηγορηματικώς και όχι σιωπηρώς τροποποίησαν την αρχική σύμβαση και μετέτρεψαν αυτή σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου.
Επομένως, στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούν να έχουν ισχύ, ως ασυμβίβαστα με την έννοια της μετατραπείσης κατά τη συμφωνία των μερών τα συμφωνηθέντα με την αρχική σύμβαση ότι ο τόκος και η προμήθεια θα είναι πληρωτέοι ανά τρίμηνο, κατά το οποίο θα κλείεται περιοδικά ο λογαριασμός, ως αντιφάσκοντα με τη φύση της συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου, αφού η κάθε δόση αυτού λήγει ανά εξάμηνο και στη δόση είναι ενσωματωμένο μέρος του κεφαλαίου και ο τόκος του κεφαλαίου μέχρι τη λήξη της δόσεως. Εκ τούτων παρέπεται ότι στη διαταγή πληρωμής με αριθμό 20.499/1998 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία η αρχική ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αρχική καθ` ης η ανακοπή το ποσό των 8.388.553 δρχ. με το νόμιμο τόκο, το οποίο οφείλει σ` αυτή ένεκα καταλοίπου κλεισθέντος οριστικού αλληλόχρεου λογαριασμού, εσφαλμένως αναφέρεται, ως αιτία πληρωμής, η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού, όπως προεκτίθεται, η αρχική σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και μετατράπηκε σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με ετήσια περίοδο χάριτος και οκταετή διάρκεια, αποτέλεσμα δε του γεγονότος αυτού αποτελεί πλην των άλλων και η επιβάρυνση της αρχικής ανακόπτουσας με πρόσθετους τόκους, ένεκα του τρίμηνου ανατοκισμού, που ισχύει στις συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, καθώς επίσης και η επιβάρυνση αυτής με τόκους χαριστικής περιόδου. Κατόπιν όλων των προεκτειθεμένων σαφές καθίσταται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δεχθηκε την ανακοπή, κατά το πρώτο λόγο της με το άνω μνημονευόμενο περιεχόμενό του, ως βάσιμη κατά την ουσία της και ακύρωσε την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, δεν έσφαλε, αφού ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία, που τέθηκαν υπό την κρίση του. Επομένως, η έφεση πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατά την ουσία της.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...