Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Κωλύματα εκλογής σε αθλητικό σωματείο, αναστολή αρχαιρεσιακής απόφασης, συμμετοχή προπονητών σε εκλογές, συν'επειες.

Μονομελές Πρωτοδικειο Βόλου 2533/ 2008.

Δικαστής, Δημήτριος Τσίτσιας, Πρωτοδίκης.

Περίληψη. Αθλητικό σωματείο - Ειδικά κωλύματα εκλογής στα αθλητικά σωματεία - Αίτηση αναστολής απόφασης γενικής συνέλευσης περί αρχαιρεσιών -. Η αναστολή μπορεί να ζητηθεί για όλες τις άκυρες αποφάσεις, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο τους και τη μορφή του ελαττώματος. Δεν νοείται αναστολή, όταν η απόφαση εκτελέστηκε• ιδίως όταν το διοικητικό συμβούλιο που εκλέχθηκε άρχισε να λειτουργεί και έλαβε αποφάσεις. Απορρίπτεται η αίτηση αναστολής και για τον λόγο ότι δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της αγωγής ακύρωσης της απόφασης, εφόσον δεν διαπιστώνεται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του προτεινόμενου ελαττώματος και της απόφασης.

Η άκυρη απόφαση της γενικής συνέλευσης σωματείου παράγει κατ' αρχήν έννομες συνέπειες μέχρι την τελεσίδικη ακύρωση της με δικαστική απόφαση, κατ' άρθρο 101 ΑΚ. Στο διάστημα που μεσολαβεί από την έγερση της ακυρωτικής αγωγής ως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης η άκυρη απόφαση της γενικής συνέλευσης παράγει έννομες συνέπειες. Επειδή όμως η επέλευση των συνεπειών τούτων μπορεί να δημιουργήσει τέτοιες καταστάσεις, των οποίων η ανατροπή μετά την τελεσίδικη ακύρωση της ελαττωματικής απόφασης της γενικής συνέλευσης ενδέχεται να δημιουργήσει πρόσθετα προβλήματα για το σωματείο, ο νομοθέτης, στη διάταξη της ΑΚ 102, προέβλεψε τη δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης της άκυρης απόφασης της γενικής συνέλευσης. Η προκείμενη ρύθμιση εφαρμόζεται επί όλων των άκυρων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο τους και τη μορφή του ελαττώματος τους. Εάν, όμως, η φερόμενη ως άκυρη απόφαση της γενικής συνέλευσης έχει ήδη εκτελεστεί, τότε δεν υπάρχει πεδίο αναστολής εκτελέσεως της, οπότε τυχόν αίτηση αναστολής της θα απορριφθεί ως υποβληθείσα άνευ εννόμου συμφέροντος υπό του αιτουμένου αυτήν. Ειδικότερα, όταν η υπό αναστολή απόφαση της γενικής συνέλευσης αφορά σε αρχαιρεσίες για την εκλογή νέου, αιρετού διοικητικού συμβουλίου, τότε μόνη η συγκρότηση σε σώμα του τελευταίου δεν θεωρείται ότι συνιστά εκτέλεση της περί εκλογής του ελαττωματικής τυχόν αποφάσεως της συνελεύσεως, εκτός εάν, εκτός της συγκροτήσεως σε σώμα του διοικητικού συμβουλίου έχει ήδη ακολουθήσει η έναρξη λειτουργίας του, εκδηλωθείσα με τη λήψη αποφάσεων εκ μέρους αυτού, οπότε και σ' αυτήν την περίπτωση δεν υφίσταται πεδίο αναστολής εκτελέσεως κατ' άρθρο 102 ΑΚ. Η πάροδος χρονικού διαστήματος από της εκλογής του διοικητικού συμβουλίου σε μια τέτοια περίπτωση λ.χ. δύο ή τριών μηνών από αυτής (ήτοι από της εκλογής του) αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι έχει ήδη εκτελεστεί η φερόμενη, ως άκυρη αντίστοιχη απόφαση της γενικής συνέλευσης, ώστε να αποκλείεται η αναστολή εκτελέσεως της (βλ. Βλαστό, Αστικά σωματεία, συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις (2002) αρ. 275 σελ. 287,288, ΜονΠρΑΘ 3545/2007 ΧρΙΔ 2007.809, ΜονΠρΤρικ 527/1997 ΑρχΝ 1998.595). Η υποβολή της αιτήσεως αναστολής κατά την εκπνοή του σχετικού εξαμήνου, ή εν πάση περιπτώσει κατά τους τελευταίους μήνες αυτού, πέραν του ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να έχει ήδη εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση ανάδειξης αιρετής διοικήσεως, οπότε κατά τα ανωτέρω η σχετική αίτηση θα απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου και ως αλυσιτελώς ασκηθείσα, συνεπάγεται επιπρόσθετα δυσκολία πιθανολογήσεως της συνδρομής της κατεπείγουσας περίπτωσης, ως αναγκαίας προϋποθέσεως παραδοχής της αιτήσεως (βλ. Βλαστό, ό.π. σελ. 293, ΜονΠρΤρικ 527/1997 ό.π.).

    Οι αιτούντες, κατά την προσήκουσα εκτίμηση της αίτησης τους, εκθέτουν ότι στις 19.11.2007 η γενική συνέλευση των μελών του αθλητικού σωματείου με την επωνυμία «Ναυτικός Όμιλος Βόλου» και «Αργοναύτες», του οποίου τυγχάνουν μέλη, εξέλεξε νέο διοικητικό συμβούλιο, αφού προηγήθηκαν εκλογές στις οποίες ψήφισαν 346 ψηφοφόροι, οι δε δύο συνδυασμοί έλαβαν ο μεν πλειοψηφήσας 189 ψηφοδέλτια ο δε μειοψήσας 157. Ότι η ανωτέρω απόφαση είναι ελαττωματική διότι, α') στον πλειοψηφήσαντα συνδυασμό συμμετείχαν δύο υποψήφιοι ακύρως, καθώς ο μεν πρώτος έχει την ιδιότητα του προπονητή οικείου κλάδου άθλησης και κατά την αθλητική νομοθεσία δεν επιτρέπεται να είναι μέλος του σωματείου, ο δε δεύτερος δεν ήταν πλήρως οικονομικώς τακτοποιημένος, β') στις εκλογές προσήλθαν και ψήφισαν σαράντα δύο πρόσωπα, τα οποία για 15 έτη δεν είχαν καταβάλει τη συνδρομή τους και συνεπώς είχαν εκδηλώσει σιωπηρώς τη βούληση τους να αποχωρήσουν από το σωματείο ή άλλως η εξόφληση των εισφορών των δέκα τελευταίων ετών (1998 έως 2007) δεν ήταν αρκετή, καθώς οφείλονταν και συνδρομές παλαιότερων ετών. Επιπροσθέτως ψήφισαν και δύο πρόσωπα, τα οποία ως εν ενεργεία προπονητές κωπηλασίας, δηλαδή κλάδου άθλησης που καλλιεργείται από το ανωτέρω σωματείο δεν είχαν δικαίωμα να είναι μέλη του. Για τους λόγους αυτούς οι αιτούντες διώκουν την αναστολή της εκτελέσεως της ανωτέρω απόφασης της γενικής συνέλευσης (των αρχαιρεσιών ανάδειξης διοικητικού συμβουλίου και εξελεγκτικής επιτροπής) μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της με αριθμό καταθέσεως 189/8.5.2008 αγωγής, επικαλούμενοι επείγουσα περίπτωση από την εξακολούθηση λήψεως σοβαρών αποφάσεων εκ μέρους του μη νομίμως εκλεγέντος διοικητικού συμβουλίου σε όλους τους τομείς δράσης του σωματείου και από τη συμμετοχή μελών του διοικητικού συμβουλίου σε δευτεροβάθμιες αθλητικές ομοσπονδίες. Η αίτηση, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (693 επ. ΚΠολΔ), ανήκει στην υλική και τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού (άρθρα 683 και 18 ΚΠολΔ), διότι, κατά την ορθότερη άποψη, μετά την τροποποίηση του άρθρου 17 του ΚΠολΔ με το άρθρο 8 του ν. 2145/1993 και την υπαγωγή των διαφορών που αφορούν ακύρωση αποφάσεων γενικής συνέλευσης σωματείων ή συνεταιρισμών στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καταργήθηκε σιωπηρά η διάταξη του άρθρου 736 ΚΠολΔ και συνεπώς η αίτηση περί αναστολής των αποφάσεων αυτών εκδικάζεται βάσει του άρθρου 683 ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο που είναι υλικά αρμόδιο να εκδικάσει την κύρια υπόθεση (βλ. ΜονΠρΑΘ 6012/1994, ΜονΠρΑΘ 13615/1993 Δίκη 25 σελ. 1093, με σύμφωνο σχόλιο Α. Κρητικού, ΜονΠρΤρικ 1511/2002 ΕπισκΕΔ 2003.238, Κεραμεύς/Κονδύλης/ΙΜίκας - Κράνης, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 736 αρ. 2, Βλαστό, ό.π. σελ. 289,290). Με το ως άνω, όμως, περιεχόμενο η υπό κρίση αίτηση ασκείται αλυσιτελώς, διότι το διοικητικό συμβούλιο του οποίου ζητείται η ακύρωση της εκλογής όχι μόνο συγκροτήθηκε σε σώμα αλλά επί πολλούς μήνες (σχεδόν έξι μέχρι την άσκηση της ακυρωτικής αγωγής και οκτώ μέχρι τη συζήτηση της παρούσας) λειτουργεί, επιμελήθηκε των υποθέσεων του σωματείου καθ' όλο σχεδόν το παρελθόν αθλητικό έτος λαμβάνοντας αποφάσεις για όλα τα θέματα που το αφορούσαν (η αίτηση κατά τα ανωτέρω επικαλείται κίνδυνο εξακολούθησης λήψης τέτοιων αποφάσεων) και συνεπώς η περί εκλογής του τυχόν ελαττωματική απόφαση της γενικής συνελεύσεως έχει ήδη εκτελεστεί και κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη δεν υφίσταται πεδίο αναστολής εκτελέσεως κατ' άρθρο 102 ΑΚ και πολύ περισσότερο δεν πιθανολογείται η ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης να ληφθεί το ζητούμενο ασφαλιστικό μέτρο. Εξάλλου, ούτε η ευδοκίμηση των λόγων της ασκηθείσας με αριθμό καταθέσεως 189/8.5.2008 ακυρωτικής αγωγής των αιτούντων πιθανολογείται. Ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Μ.Π. και Κ.Σ., που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του δικαστηρίου αυτού, τις υπ' αριθμ. 411/3.7.2008, 431/16.7.2008 ένορκες βεβαιώσεις του Δ.Α. και Η.Λ. ενώπιον του ειρηνοδίκη Βόλου, που προσκομίζει το καθού, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και γενικά από τη συζήτηση της υποθέσεως πιθανολογήθηκε ότι τα πρόσωπα που κατά την αίτηση συμμετείχαν στις εκλογές (ή ακόμη έθεσαν και υποψηφιότητα όπως ο Χ.Μ.) παράτυπα επειδή όφειλαν για πολλά έτη τις συνδρομές τους και ουσιαστικά είχαν σιωπηρά παραιτηθεί, συμμετείχαν σε αυτές αφού πρώτα τακτοποίησαν τις οφειλές τους και έλαβαν την αντίστοιχη απόδειξη από τον ταμία του σωματείου, έστω και λίγο πριν από την έναρξη της εκλογικής διαδικασίας, δυνατότητα άλλωστε που επισημάνθηκε στα μέλη τόσο με την από 31.10.2007 απόφαση της προσωρινής διοίκησης όσο και με την πρόσκληση της εφορευτικής επιτροπής. Η βούληση των ανωτέρω προσώπων να παραμείνουν μέλη του σωματείου είναι ρητή και σαφής και συνεπώς δεν υφίσταται σιωπή, η οποία θα έπρεπε να αξιολογηθεί ως δήλωση παραίτησης ή μη (βλ. ιδίως Καράση, Δικαιοπραξία, 1996.359). Επιβεβαιώθηκε δε η βούληση αυτή με την προσέλευση τους και την οικονομική τους τακτοποίηση, η οποία βέβαια έγινε αδιστάκτως δεκτή από την προσωρινή διοίκηση του σωματείου, καθώς τα μέλη αυτά ουδέποτε είχαν απολέσει την ιδιότητα του μέλους με οποιονδήποτε τρόπο. Για το λόγο άλλωστε αυτό δεν διατυπώθηκε οποιαδήποτε αντίρρηση για τη συμμετοχή τους στην ψηφοφορία ούτε από μέλος της προσωρινής διοίκησης (η οποία είχε πρόεδρο τον πρώτο των αιτούντων) ούτε από την εφορευτική επιτροπή ούτε από τους υποψήφιους συνδυασμούς ούτε από οποιοδήποτε μέλος του σωματείου. Ακολούθως η ιδιότητα του υποψηφίου του νικήσαντος συνδυασμού Η.Λ. ως εν ενεργεία προπονητή υδατοσφαίρισης, πέραν του ότι δεν πιθανολογήθηκε τουλάχιστον για το κρίσιμο χρονικό διάστημα της διενέργειας των εκλογών, και αληθής υποτιθέμενη, ουδόλως συνιστά λόγο ακύρωσης της όλης εκλογικής διαδικασίας και της εκλογής του συνόλου του διοικητικού συμβουλίου. Το άρθρο 3 § 2 του ν. 2725/1999, που απαγορεύει στους εν ενεργεία διαιτητές και προπονητές του οικείου κλάδου άθλησης να είναι μέλη αθλητικού σωματείου και να συμμετέχουν σε αρχαιρεσίες, προβλέπει ως έννομη συνέπεια μόνον την αυτοδίκαιη ακυρότητα της δικής τους εκλογής και όχι την ακυρότητα της όλης εκλογικής διαδικασίας και της εκλογής του οργάνου του διοικητικού συμβουλίου. Αντίθετη ερμηνεία θα υπερακόντιζε όχι μόνον το σαφές γράμμα της ανωτέρω νομοθετικής ρύθμισης αλλά και το πνεύμα της, καθώς η ratio της εντοπίζεται κατά την εισηγητική έκθεση αποκλειστικά στην αποφυγή αθέμιτης επίδρασης στα αγωνιστικά αποτελέσματα, «στην έκλειψη υπονοιών για συναλλαγή ή επιρροή προσώπων που έχουν την ιδιότητα μέλους αθλητικού σωματείου, την ίδια στιγμή που ασκούν και το λειτούργημα του διαιτητή ή του προπονητή», δηλαδή ο νομοθέτης σκοπεί στην εκμηδένιση του κινδύνου «το αγωνιστικό αποτέλεσμα να μην προκύπτει από τις προσπάθειες των διαγωνιζομένων αποκλειστικά και μόνο στους αγωνιστικούς χώρους» (πρβλ. και ΑΠ 408/2004 ΧρΙΔ 2004 σελ. 692, τόσο για τη ratio της διάταξης όοο και για το ότι έννομη συνέπεια αυτής είναι η ακυρότητα της εκλογής του μέλους που έχει το ασυμβίβαστο). Η ανωτέρω άλλωστε ερμηνευτική προσέγγιση είναι η μόνη συμβατή με το γενικό κανόνα, ότι η ύπαρξη κωλύματος ή ασυμβίβαστου στο πρόσωπο υποψηφίου συλλογικού οργάνου στο σύνολο του (πρβλ. για τις βουλευτικές εκλογές άρθρα 55 και 56 του Συντάγματος). Τέλος, η συμμετοχή στην ψηφοφορία των Σ.Γ. και Ι.Ν. και αν ακόμη υποτεθεί αντικανονική, διότι τυγχάνουν εν ενεργεία προπονητές κωπηλασίας, δηλαδή κλάδου άθλησης που καλλιεργείται από το ανωτέρω σωματείο, δεν προκάλεσε αιτιωδώς την έκδοση της συγκεκριμένης αποφάσεως της γενικής συνέλευσης, καθώς ο πλειοψηφήσας συνδυασμός έλαβε 32 περισσότερα ψηφοδέλτια από τον μειοψηφήσαντα (για το ότι η ελαττωματική ψήφος ή η παρεμβληθείσα παρατυπία πρέπει να προκαλεί αιτιωδώς την απόφαση βλ. Εφθεσ 10/1999 ΔΕΕ 5.501, Βλαστό, ό.π. σελ. 265 in fine και 266).
Δημοσίευση σχολίου