Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Σωματείο, απόφαση Γ.Σ και Εφ.Επιτροπής, έννομο συμφέρον, έννοια συναίνεσης μέλους.

Εφετείο Θεσ/ κης 1579/ 2010.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Κωνσταντίνο Βαμβακίδη, Πρόεδρο Εφετών, Ανδρονίκη Τυραννίδου, και Ολυμπία Κωτσίδου, Εισηγήτρια, Εφέτες.

Περίληψη. Σωματεία. Ακυρότητα αποφάσεως του δ.σ. και της εφορευτικής επιτροπής. Έννομο συμφέρον προς άσκηση σχετικής αγωγής για την ακύρωση των αποφάσεων των ως άνω οργάνων. Έννοια συναίνεσης και μη συναινέσαντος μέλους σε απόφαση της γ.σ. ως στοιχείο για την θεμελίωση του ανωτέρω εννόμου συμφέροντος. Υλική αρμοδιότητα δικαστηρίου επί σχετικών αγωγών. Αρμοδιότητα για την κρίση σχετικά με την ακυρότητα αποφάσεων των οργάνων του σωματείου. Άκυρη η απόφαση του δ.σ. περί αποκλεισμού συμμετεχόντων στη διαδικασία των εκλογών, η οποία λαμβάνεται μετά την λήξη της θητείας του και συμπαρασύρει και την εξαρτώμενη από αυτή απόφαση - πρακτικό της εφορευτικής επιτροπής που διενέργησε τις αρχαιρεσίες.

Με την από 18-11-2008 (αριθμ. εκθ.καταθ. 3943/MT266/1-12-2008) αγωγή τους τα ενάγοντα σωματεία και στην παρούσα δίκη εφεσίβλητα, ισχυρίσθηκαν ότι είναι μέλη του εναγομένου και νυν εκκαλούντος. Οτι το Δ.Σ. του εναγομένου αποφάσισε να συγκαλέσει Τακτική Γενική Συνέλευση για την, μεταξύ άλλων, διενέργεια εκλογών προς ανάδειξη νέου Δ.Σ., Ελεγκτικής και Εφορευτικής επιτροπής, ενημερώνοντας τα μέλη του με την από 10-10-2008 πρόσκλησή του, καλώντας ταυτόχρονα τους υποψηφίους για Δ.Σ. να υποβάλουν σ` αυτό τις σχετικές αιτήσεις τους μέχρι την 6-11-2008. Ότι μετά την υποβολή των υποψηφιοτήτων, στις 7-11-2008 απέστειλε επιστολή στο τέταρτο αυτών με την οποία του γνωστοποιούσε τις αναφερόμενες σ` αυτή (αγωγή) -· παρατυπίες που διαπίσιωσε κατά τις εκλογές του τελευταίου για την ανάδειξη των καταστατικών του οργάνων και των αντιπροσώπων για την ομοσπονδία στις εκλογές που διενήργησε στις 22-10-2008. Ότι σε σχετικό ερώτημα του τελευταίου, με την από 10-11-2008 επιστολή του, το εναγόμενο έκανε γνωστή την απόφασή του να μην επιτρέψει τη συμμετοχή των αντιπροσώπων του τετάρτου από αυτούς (ενάγοντες) στις εκλογές, οι δύο εκ των οποίων ήταν και υποψήφιοι στον συνδυασμό ... ο οποίος θα ελάμβανε μέρος στις ως άνω  αρχαιρεσίες αυτού (εναγομένου) στις 12-11-2008. Οτι την ημερομηνία αυτή ο Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης του εναγομένου αρνήθηκε να θέσει προς ψηφοφορία το θέμα συμμετοχής ή όχι των πιο πάνω αντιπροσώπων στις αρχαιρεσίες που επρόκειτο να διεξαχθούν, με αποτέλεσμα τα ενάγοντα σωματεία να αποσύρουν την συμμετοχή των αντιπροσώπων τους, συνολικά 46 ατόμων, καθώς και του συνδυασμού της ... από την εκλογική διαδικασία, υποβάλλοντας ταυτόχρονα ένσταση στην εκλεγείσα Εφορευτική Επιτροπή σχετικά με την απόρριψη των υποψηφιοτήτων των αντιπροσώπων του τετάρτου ενάγοντος, τη νόμιμη διενέργεια των εκλογών, επικαλούμενη πιθανή λήξη της θητείας του Δ.Σ. που είχε λάβει την σχετική απόφαση και τη μη χορήγηση αντιγράφων των πρακτικών Γενικών Συνελεύσεων και του Δ.Σ. στο δεύτερο από αυτούς, οι οποίες απορρίφθηκαν. Επικαλούμενα περαιτέρω έννομο συμφέρον και ότι θα ήταν διαφορετικό το εκλογικό αποτέλεσμα αν συμμετείχαν στις εκλογές οι ως άνω τελικώς αποχωρήσαντες αντιπρόσωποι, ζητούσαν να κηρυχθούν άκυρες, επικουρικώς να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 12-11-2008 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης για την διενέργεια εκλογών καθώς και της απόφασης (πρακτικού) από 12-11-2008 της Εφορευτικής επιτροπής για την εκλογή Δ.Σ.· του εναγομένου και αντιπροσώπων στην Τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση και απορρίψεως των ως άνω ενστάσεων από αυτή.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έκρινε νόμιμη αυτή και στη συνέχεια την έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη, μόνο ως προς το αίτημα ακυρώσεως· των ως άνω αποφάσεων (πρακτικού) της Εφορευτικής Επιτροπής. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται με την υπό κρίση έφεσή του το εκκαλούν και ζητεί την, κατά παραδοχή αυτής, εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την εν συνεχεία καθ` ολοκληρίαν απόρριψη της εναντίον του αγωγής, για τους λόγους που σ` αυτή (έφεση) αναφέρει, οι οποίοι ανάγονται, σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωιοβάθμιο Δικαστήριο.

Με τη διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ ορίζεται, ότι απόφαση γενικής συνελεύσεως (Γ. Σ.) σωματείου είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Πρόκειται δηλαδή για άκυρη απόφαση ηρτημένως έγκυρη, η οποία αναπτύσσει τη νόμιμη ενέργειά της μέχρις ότου προσβληθεί με ακυρωτική αγωγή. Σχετικά με την προσβολή των αποφάσεων της εφορευτικής επιτροπής δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στον ΑΚ, όμως γίνεται δεκτό ότι η προαναφερθείσα διάιαξη ισχύει και επ` αυτών, (αποφάσεων) της εφορευτικής επιτροπής, που αποτελεί ολιγομελές συλλογικό όργανο ενός σωματείου. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η εφορευτική επιτροπή, η οποία αποτελεί σμικρογραφία της γενικής συνελεύσεως και ενεργεί κατ` εντολή και για λογαριασμό της, παρά τη λειτουργική αυτοτέλεια της, δεν θεωρείται ότι έχει οργανική αυτοτέλεια, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος ότι οι αποφάσεις της λαμβάνονται από όργανο διαφορετικό από εκείνο της γενικής συνελεύσεως. Αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις αυτής (εφορευτικής επιτροπής) προσβάλλονται ως αποφάσεις της ίδιας) της γενικής συνελεύσεως (βλ. Εφ. Αθ. 9080/ 2006, Σ. Βλαστός, Δίκαιο Σωματείων, Συνδικαλιστικών και Εργοδοτικών Οργανώσεων, εκδ. 2007, σελ.285-286, 412-417). Εξάλλου, η διαπλαστική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ προς ακύρωση της αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως Σωματείου δίδεται σε κάθε μέλος που δεν συναίνεσε στη λήψη της (της αποφάσεως) και σε κάθε τρίτον, υπό την προϋπόθεση ότι οι ανωτέρω δικαιούμενοι έχουν έννομο συμφέρον. Ενώ όμως, για το μη συναινέσαν μέλος, το έννομο συμφέρον είναι δεδομένο και συνάπτεται με την παραπάνω ιδιότητά του, το αντίθετο συμβαίνει με τον τρίτο (βλ. ΑΠ 1781/1981 ΝοΒ 30.1072), ο οποίος, εάν δεν ανταποκριθεί στην παραπάνω υποχρέωση του αποκρούεται ως μη νομιμοποιούμενος  ενεργητικά στην έγερση της αγωγής· Ετσι, η μόνη αρνητική προϋπόθεση του δικαιώματος του μέλους προς ακύρωση της κρίσιμης αποφάσεως της Γ.Σ. είναι να μην έχει συναινέσει στην προσβαλλόμενη απόφαση της Γ.Σ. Ως «συναίνεση»  νοείται η εν γνώσει της παρανομίας θετική σύμπραξη του μέλους στη λήψη της ύστερα προσβαλλόμενης αποφάσεως της Γ.Σ. με υποστήριξη και ψήφιση της σχετικής προτάσεως. Η συναίνεση αντιμετωπίζεται με την ευρεία εύνοια της ΑΚ 236. Η συναίνεση του μέλους για να αποκλείσει σ` αυτό το δικαίωμα ακυρώσεως πρέπει να εκδηλωθεί κατά τρόπο σαφή και θετικό. Δεν αρκεί συνεπώς ότι το μέλος που ήταν παρόν κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως σιώπησε και δεν εναντιώθηκε. Πάντως δεν απαιτείται από το νόμο να έχει διατυπωθεί από το ενδιαφερόμενο μέλος οποιαδήποτε ένσταση ή αντίρρηση κατά τη Γ.Σ. και αυτή να έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά που τηρεί είτε ο διευθύνων της Γ.Σ. είτε η εφορευτική επιτροπή. Αρκεί και σιωπηρή συναίνεση εφόσον όμως εκφράζεται κατά τον παραπάνω τρόπο. Με βάση τα παραπάνω ως «μη συναινέσαν μέλος»   θεωρείται ο ψηψίσας εναντίον της προτάσεως, «ο αποσχών» από την ψηφοφορία και αυτός που δεν παρίσταται καθόλου στη Γ.Σ. (βλ. για όλα τα πιο πάνω Εφ.Αθ. 7754/2006 Επ.Εργ.Δ. 2007-734, Εφ.Αθ.3354/2002, Ελλ.Δνη 2003-261, Εφ.Πειρ. 446/1997 Ελλ. Δνη 38.1923, Εφ. Πειρ. 52/1997, Εφ.Πειρ. 537/1995 Ελλ. Δνη 39.1414, Α. Κρητικός, Όρια Νόμιμης Λειτουργίας Συλλογικών Οργάνων, Σωματείων, συνδικαλιστικών Οργανώσεων και Συνεταιρισμών, εκδ. 2009, σελ. 139-142, Σ. Βλαστός, ο.π. σελ. 300-304). 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως το εκκαλούν φέρει προς κρίση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τον παραδεκτώς προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του περί απορρίψεως της ενδίκου αγωγής για έλλειψη εννόμου συμφέροντος στους ενάγοντες, διατεινόμενο ότι αυτοί προσήλθαν στη Γ.Σ. και απέσυραν τη συμμετοχή τους από την εκλογική διαδικασία, ενώ θα μπορούσαν με την ψήφο τους να δηλώσουν την άρνησή τους και ότι έτσι αποχωρήσαντες, χωρίς να εκφράσουν την αντίθεση τους με την ψήφο τους, αποδέχθηκαν εμπράκτως τη διαδικασία σύγκλησης της Γ. Σ. των εκλογών και τη διαδικασία ψηφοφορίας. Ο εν λόγω ισχυρισμός αυτού ελέγχεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι ομολογείται από το ίδιο το εκκαλούν ότι οι ενάγοντες απείχαν από την ψηφοφορία, είναι δε μέλη αυτού και επομένως το έννομον συμφέρον τους συνάπτεται με την εν λόγω ιδιότητά τους (μέλη), συντρέχει δε σ` αυτούς και η αρνητική προϋπόθεση του δικαιώματός τους προς ακύρωση της πληττόμενης αποφάσεως, αφού δεν συναίνεσαν στην λήψη αυτής και απείχαν, όπως από το ίδιο το εκκαλούν ομολογείται, της ψηφοφορίας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη σιγή απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό ορθά εφήρμοσε το νόμο και ο ως άνω σχετικός περί του ανιιθέτου λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, η απαγόρευση της ασκήσεως του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 281 ΑΚ με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές, αφού το άρθρο 281 ΑΚ, όπως προκύπτει, από το πνεύμα και το σκοπό του, ρυθμίζει την άσκηση, δικαιωμάτων, που απορρέουν από ουσιαστικούς νόμους και όχι από δικονομικούς (βλ. ΑΠ 199/2006).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της ενδίκου εφέσεως το εκκαλούν επαναφέρει προς κρίση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τον παραδεκτώς προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του περί καταχρηστικής ασκήσεως από τους ενάγοντες της ενδίκου ακυρωτικής αγωγής τους.
Ο ισχυρισμός τους αυτός, σύμφωνα με τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα ελέγχεται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε σιγή τον εν λόγω ισχυρισμό (ένσταση) ορθά εφήρμοσε το νόμο και ο ως άνω σχετικός περί του αντιθέτου λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 101 ΑΚ απόφαση της συνέλευσης (σωματείου) είναι άκυρη, αν αντιβαίνει οτο νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύοιερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου  έχει έννομο συμφέρον.
Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη η διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ εφαρμόζεται αναλόγως και στις άκυρες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου (βλ. AΠ 433/2009, Εφ.Αθ. 1536/2009). Εξάλλου, ως προς το ζήτημα της επιρροής που μπορεί να έχει στο κύρος αποφάσεως της Γ.Σ. άκυρη απόφαση του Δ.Σ. πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά κανόνα το θέμα μπορεί να εμφανισθεί όταν υπάρχει στενό σημείο επαφής μεταξύ αποφάσεως του Δ.Σ. και της ακολουθούσας αποφάσεως της Γ. Σ. Τούτο εμφανίζεται σε σύγκληση της Γ.Σ. από το Δ.Σ. Η απόφαση του Δ.Σ. μπορεί να πάσχει ελάττωμα γιατί λαμβάνεται π. χ. χωρίς προηγούμενη και σύμφωνη με το καταστατικό πρόσκληση όλων των μελών του Δ. Σ. που δικαιούνται να μετάσχουν. Αν ανατραπεί τέτοια απόφαση του Δ.Σ. κατά παραδοχή ακυρωτικής αγωγής  και παρόλα αυτά κατ` ακολουθίαν μιας τέτοιας  αποφάσεως του Δ.Σ. λαμβάνεται απόφαση από τη Γ.Σ., καθιστά την απόφαση της τελευταίας ακυρώσιμη. Είναι όμως δυνατό το ελάττωμα της αποφάσεως του Δ.Σ. να μη προκαλεί μόνο ακυρωσία στην τελευταία, αλλά απόλυτη ακυρότητα. Τούτο συμβαίνει όταν τo Δ.Σ. λαμβάνει απόφαση συγκλήσεως της Γ.Σ. μετά τη λήξη της θητείας του. Εδώ είναι απολύτως άκυρη τόσο η απόφαση του Δ.Σ. περί συγκλήσεως της Γ.Σ. όσο και η ακολουθούσα και σ` αυτή στηριζόμενη απόφαση της Γ.Σ. Ομως οι άκυρες, λόγω αντιθέσεως στο νόμο ή το καταστατικό αποφάσεις του Δ.Σ. ελέγχονται από το δικαστήριο όχι μόνο με κύρια αγωγή, αλλά και παρεμπιπτόντως επ` ευκαιρία ακυρωτικής δίκης εναντίον ακυρώσιμης κατά την ΑΚ 101 αποφάσεως· της Γ.Σ. (βλ.ΑΠ 1601/2002, Α. Κρητικός, ο.π., σελ. 35-40). 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, από την με επίκληση προσκομιζόμενη από τα εφεσίβλητα σωματεία υπ` αριθμ. 185/2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Σερρών Γεσθημανής Παναγιωτίδου, η οποία περιέχει μαρτυρία του .., και λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου (βλ. την υπ` αριθμ. 6015β/27-5-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών Σταύρου Γεωργιάδη) και ως εκ τούτου αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ( βλ. ΑΠ 19/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ), και από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων πλην των προσκομιζομένων από αμφοτέρους τους διαδίκους υπευθύνων δηλώσεων του Ν.1599/1986,οι οποίες δεν αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, ούτε μπορούν να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες τρίτων, εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου έγιναν με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (βλ. ολ. ΑΠ 8/1987 ΑΠ 410/2009, ΑΠ 1537/2009, ΑΠ 684/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ) και των προσκομιζομένων με επίκληση το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από το εκκαλούν αντιγράφων των υπ` αριθμ.    30,31,32/2008 πρακτικών συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του, πλην όμως απαραδέκτως, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εκ βαριάς αμέλειας δεν προσκομίσθηκαν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού υπήρχαν κατά το χρόνου συζητήσεως της ενδίκου αγωγής (άρθρο 529 παρ.2 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Το εναγόμενο με την επωνυμία ... Ν. Σερρών» είναι Δευτεροβάθμιο Συνδικαλιστικό Όργανο που λειτουργεί σύμφωνα με το ν.1712/1987 και τα ενάγοντα, που είναι πρωτοβάθμια Συνδικαλιστικά Σωματεία, είναι μέλη αυτού. Το ως άνω εναγόμενο, προκειμένου να αναδείξει το νέο διοικητικό συμβούλιο του και τους αντιπροσώπους του στην τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωοη ΓΣΈΒΕΕ, προκήρυξε εκλογές για την 12-11-2008, κατά την οποία και θα συνήρχετο η Γενική Συνέλευση αυτού για τον εν λόγω σκοπό. Επισημαίνεται ότι η θητεία του διοικητικού συμβουλίου του είχε λήξει στις 8-10-2008, όπως προκύπτει από το με επίκληση προσκομιζόμενο από τα ενάγοντα σωματεία με αριθμ. πρωτ. 11862/9-6-2009 έγγραφο της Γ.Σ.Ε.Β.Ε,Ε., ομολογείται άλλωστε και από αυτό (εναγόμενο). Ενόψει της ως άνω συνελεύσεως το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου συνήλθε στις 6-11-2008 με θέμα τον έλεγχο και την επικύρωοη των εκλογών που πραγματοποίησαν το 2008 τα σωματεία-μέλη του. Κατά τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε ότι στις εκλογές του τετάρτου ενάγοντος σωματείου, ήτοι της «...»   δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες και ειδικότερα: α) δεν προσκομίστηκε στις 21-9-2008, απόφαση του Δ.Σ. αυτού προς την Διοίκηση του εναγομένου (...) για παράταση της ημερομηνίας των εκλογών, β) παράβαση της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του καταστατικού αυτού, που αφορούσε το χρόνο απόκτησης της ιδιότητος μέλους αυτού, γ) παράβαση της παρ.3 του άρθρου 6 του καταστατικού, δ) μέλος της εφορευτικής επιτροπής ήταν ταυτόχρονα και εκλεγμένο μέλος του Δ.Σ. αυτού και ε) στην κατάσταση ψηφισάντων υπήρχαν άτομα, τα οποία δεν ήταν εγγεγραμμένα στο μητρώο μελών του, και αποφάσισε ομόφωνα να μην αποδεχθεί την συμμετοχή των αντιπροσώπων του σωματείου αυτού, δέκα τρεις τον αριθμό, στις ως άνω επικείμενες εκλογές αυτού (εναγομένου). Την εν λόγω απόφαση του γνωστοποίησε προς το τέταρτο ενάγον σωματείο στις 7-11-2008 με το υπ` αριθμ. 643 έγγραφό του. Ετσι, κατά την ημέρα διεξαγωγής των αρχαιρεσιών (12-11-2008) έντεκα μέλη των τριών πρώτων εναγόντων σωματείων ζήτησαν από τον πρόεδρο της Γενικής Συνελεύσεως να τεθεί το ζήτημα της συμμετοχής ή μη στις αρχαιρεσίες των ως άνω δέκα τριών αντιπροσώπων του τέταρτου ενάγοντος, τους οποίους ήδη είχε αποκλείσει to Δ.Σ. του εναγομένου από αυτές (αρχαιρεσίες), σε ψηφοφορία, πλην όμως αυτός (Πρόεδρος- Γενικής Συνέλευσης) αρνήθηκε να πράξει αυτό. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι στις εν λόγω αρχαιρεσίες θα ελάμβαναν μέρος τρεις συνδυασμοί, ήτοι 1) της «.... Ε.Β.Ε ...»   2) της «...» και 3) της «...».  Στο ως άνω δεύτερο ψηφοδέλτιο (...) ήταν υποψήφιοι για το Δ.Σ. του εναγομένου και δύο από τους ως άνω εκλεγέντες αντιπροσώπους του τετάρτου  ενάγοντος σωματείου, ήτοι οι.... Το Δ.Σ. του εναγομένου απήτησε, προκειμένου να συμμετέχει στις αρχαιρεσίες η "..." να διαγραφούν από τούς υποψηφίους αυτής για το Δ.Σ.  τα ως άνω δύο άτομα, άλλως δεν θα επέτρεπε την συμμετοχή του εν λόγω συνδυασμού σ` αυτές (αρχαιρεσίες),  όρος που δεν έγινε αποδεκτός από αυτά (ενάγοντα σωματεία). Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι ως άνω αντιπρόσωποι των τριών πρώτων σωματείων από τα ενάγοντα υπέβαλαν ένσταση σχετική στην πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής, η οποία θα διεξήγαγε τις αρχαιρεσίες, ζητώντας την ακύρωση των εκλογών, επικαλούμενοι παράνομο αποκλεισμό των αντιπροσώπων της ..Ηράκλειας, λήξη της θητείας του Δ.Σ. του εναγομένου και  άρνηση χορήγησης αντιγράφων των πρακτικών του Δ.Σ. και κατόπιν αποχώρησαν σαράντα έξι (46) αντιπρόσωποι και όλοι οι υποψήφιοι του ως άνω συνδυασμού (..), ο οποίος έτσι δεν μετείχε πλέον στις εκλογές, η δε εφορευτική επιτροπή απεφάνθη ότι πρέπει να απορριφθεί η ως άνω υποβληθείσα ενώπιον της ένσταση, λόγω αναρμοδιότητας της και λόγω αρμοδιότητος του Πρωτοδικείου Σερρών να κρίνει το έγκυρο ή μη της διεξαγωγής αυτών. Ας επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι η αποχώρηση των 46 αντιπροσώπων ουδόλως αμφισβητείται από το εναγόμενο. Έτσι, με βάση τα αναφερόμενα στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, και με δεδομένο ότι υπάρχει στενό σημείο επαφής μεταξύ της ως άνω αποφάσεως· του Δ.Σ. και της ακολουθούσας αποφάσεως της εφορευτικής επιτροπής, η οποία αποτελεί σμικρογραφία της γενικής συνελεύσεως και επομένως η απόφασή της περί ανακηρύξεως των ως άνω οργάνων προσβάλλεται ως απόφαση της γενικής συνελεύσεως, υπόκειται δε στην κρίση του Δικαστηρίου ακυρωτική δίκη εναντίον ακυρώσιμης κατά την ΑΚ 101 αποφάσεως γενικής συνελεύσεως, παρεπιπτόντως θα κριθεί η ως άνω απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου που ελήφθη στις 6-11-2008, ήτοι μετά την λήξη της θητείας του και η οποία, εξ αυτού του λόγου είναι αυτοδικαίως άκρος, πέραν του ότι ούτε από καμμία διάταξη του ως άνω νόμου (1712/1987), αλλά ούτε και από το άρθρο 16 του καταστατικού αυτού (εναγομένου), που προβλέπει τις αρμοδιότητες του, παρέχεται σ` αυτό δικαίωμα αποκλεισμού αντιπροσώπων από συμμετοχή σε αρχαιρεσίες, στο άρθρο δε 9 του καταστατικού αυτού ρητώς προβλέπεται ποια είναι η διαδικασία και πότε αποβάλλονται μέλη του, δεν αναφέρεται δε ως λόγος η διαπίστωση παρατυπιών κατά τη διενέργεια εκλογών των πρωτοβαθμίων σωματείων, ο δε έλεγχος του κύρους των κάθε φύσεως· εκλογών οργάνων των σωματείων απόκειται στην δικαιοδοτική κρίση των δικαστηρίων και όχι των διοικητικών συμβουλίων των υπερκειμένων οργανώσεων, τα οποία δεσμεύονται από το εκλογικό αποτέλεσμα των αρχαιρεσιών της πρωτοβάθμιας οργάνωσης-μέλους της που αφορά στην εκλογή των προσώπων και έχει δικαίωμα ως τρίτος (βλ. για  το ότι θωρείται τέτοιος η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκει η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση Α. Κρητικός, ο.π., σελ. 145 αριθμ. 58), να προσφύγει ατα αρμόδια δικαστήρια αν κρίνει ότι επισυνέβησαν παρατυπίες, και όχι η ίδια η υπερκείμενη οργάνωση να ελέγχει τη νομιμότητα της εκλογής και να αρνείται την εγγραφή εκλεγμένων αντιπροσώπων στην κατάσταση των αντιπροσώπων που έχουν δικαίωμα ψήφου, ή το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στα όργανα αυτής.
Επομένως, η ως άνω αυτοδικαίως άκυρη απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, λόγω του ότι είναι απόλυτη, συμπαρασύρει και την εξαρτωμένη από αυτή από 12-11-2008 απόφαση (πρακτικό) της εφορευτικής επιτροπής, που ανέδειξε τα νέα καταστατικά όργανα του εναγομένου και τους αντιπροσώπους του στην τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με τη μη συμμετοχή του ως άνω συνδυασμού της «...» και την αποχώρηση των 46 αντιπροσώπων, στην οποία (αποχώρηση) εξαναγκάσθηκαν λόγω της ως άνω αποφάσεως του Δ.Σ. αυτού. Στην πιο πάνω κρίση το Δικαστήριο οδηγείται από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού. Ισχυρίζεται βέβαια το εναγόμενο ότι το Δ.Σ. αυτού έλαβε την ως άνω απόφαση αποκλεισμού, ενόσω διαρκούσε η θητεία του, πλην όμως διαψεύδεται από το ίδιο το αποσταλέν από αυτό με αριθμό πρωτοκόλλου 644 έγγραφο προς το τέταρτο ενάγον όπου επί λέξει χαρακτηριστικά αναγράφεται: «Κύριε Πρόεδρε το Διοικητικό Συμβούλιο της ομοσπονδίας συνεδρίασε την Πέμπτη 6-11-08 με θέμα ημερησίας διάταξης την νομιμοποίηση των αντιπροσώπων για τις εκλογές της ... που θα γίνουν την Τετάρτη 12-11-08. Όσον αφορά το σωματείο σας ... έχουν προκύψει ζητήματα για τα οποία το Δ.Σ. ομόφωνα αποφάσισε ... να μην αποδεχθεί την συμμετοχή των αντιπροσώπων σας στις επικείμενες εκλογές διότι είναι παράνομες...».  Ο περαιτέρω ισχυρισμός αυτού (εναγομένου) ότι έχει δικαίωμα να προβαίνει σε τέτοιους αποκλεισμούς το Δ.Σ. αυτού, προσκομίζουν μάλιστα προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού του και την υπ` αριθμ. πρωτ. 10872/2-2-2009 βεβαίωση της τριτοβάθμιας οργάνωσης ..., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, ουδόλως αποδείχθηκε, όπως προειπώθηκε, ότι έχει τέτοιο δικαίωμα, είναι δε χαρακτηριστικό ότι το ίδιο καμμία διάταξη του νόμου, ή κανένα άρθρο του διέποντος την λειτουργία αυτού καταστατικού δεν επικαλείται προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, αρκούμενο απλώς στο ως άνω έγγραφο,από την ανάγνωση του οποίου ουδόλως προκύπτει τέτοια αρμοδιότητα. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως προς το αγωγικό αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της ως άνω από 12-11-2008 αποφάσεως (πρακτικό) της εφορευτικής επιτροπής της ...  Νομού Σερρών.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου εφέσεως πρέπει αυτή (έφεση) να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, ως ηττώμενο (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

       ΓΙΑ ΤΟΥΣ  ΛΟΓΟΥΣ  ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτεί κατ` ουσίαν την έφεση κατά της υπ` αριθμ. 168/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Καταδικάζει το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...