Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Ο πόλεμος κατά των μετρητών.

Norbert Häring,  η κατάργηση των μετρητών και οι συνέπειες της [έκδοση Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 2016, μετάφραση Σοφίας Μαριάτου, σελίδες 32-37, 49-67].

"It's the "Democracy" of BANGSTERS, STUPID Neograeculus!" (Γ.Φ)

«War on cash» - με αυτόν τον πιασάρικο τίτλο περιέγραψε ο καθηγητής Τζόζεφ Σαλέρνο του ιδρύματος Ludwig von Mises Institute στις ΗΠΑ τις προσπάθειες περιορισμού των μετρητών. Είναι όμως πράγματι μέρος ενός «πολέμου κατά των μετρητών», όπως ισχυρίζεται ο Σαλέρνο, ή απλώς ένα αναγκαίο μέτρο ώστε να ενισχυθεί η φορολογική συμμόρφωση των πολιτών και να δυσχερανθεί η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες; Μια ματιά στους παράγοντες και στη σειρά των πληγμάτων κατά των μετρητών θα μας διαφωτίσει.

Η μαύρη εργασία και το ξέπλυμα χρήματος υπάρχουν εδώ και χρόνια και ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» μετράει ήδη σχεδόν μια δεκαπενταετία. Πάντως, τα μέσα πληρωμών πλην των μετρητών δεν είναι καμιά νέα ανακάλυψη. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ανάλογα μέτρα κατά των μετρητών να έχουν θεσπιστεί εδώ και καιρό. Αν κατά τις τελευταίες δεκαετίες είχε υιοθετηθεί μια απαγόρευση μετρητών πότε εδώ και πότε εκεί, θα μπορούσε κανείς να πιστέψει την επίσημη δικαιολογία για αυτά τα μέτρα - δηλαδή την πάταξη του ξεπλύματος χρήματος, της φοροδιαφυγής και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Μόνο που ο πόλεμος κατά των μετρητών είναι πολύ πρόσφατος και συμπίπτει με τη χρηματοπιστωτική κρίση!
Ούτε καν το 2010 δεν ήταν ορατή η πρόθεση εκ μέρους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών για τον πόλεμο κατά των μετρητών. Μια ομάδα εργασίας από αντιπροσώπους των υπουργείων οικονομικών και των κεντρικών τραπεζών όλων των κρατών-μελών της ΕΕ δημοσίευσε τότε μια έκθεση για τον προσδιορισμό της έννοιας του «νόμιμου χρήματος». Σκοπός της ήταν να συμβάλει στον εντοπισμό τυχόν διαφορών στην αντίληψη περί δικαίου και στη νομική παράδοση των διάφορων χωρών, καθώς και στην επίτευξη μιας από κοινού συμφωνίας ως προς το τι περιλαμβάνει η έννοια αυτή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε σχετική σύσταση με βάση την έκθεση της εν λόγω ομάδας εργασίας. Η έκθεση και η σύσταση συνηγορούν υπέρ των μετρητών. Παραδείγματος χάρη, εκφράζονται κατά της υιοθέτησης νέων κανόνων στρογγυλοποίησης ποσών σε μετρητά στα εγγύτερα 5 ή 10 λεπτά και της κατάργησης των κερμάτων του 1 και των 2 λεπτών, «δεδομένου ότι επηρεάζουν δυσμενώς τη δυνατότητα εκπλήρωσης της υποχρέωσης προς πληρωμή με την προσφορά του ακριβούς οφειλόμενου ποσού και δεδομένου ότι αυτό ενδέχεται να οδηγεί, υπό ορισμένες συνθήκες, σε χρεώσεις επιπλέον εξόδων στις πληρωμές σε μετρητά».
Στη σύσταση της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει τον εξής ορισμό του νόμιμου χρήματος:
•  «Υποχρεωτική αποδοχή: Επί υποχρεώσεως πληρωμής, ο δανειστής δε δύναται να αρνηθεί την καταβολή τραπεζογραμματίων και κερμάτων ευρώ, εκτός εάν τα μέρη έχουν συμφωνήσει άλλα μέσα πληρωμής».
•  «Αποδοχή στην ονομαστική αξία: Η νομισματική αξία των τραπεζογραμματίων και κερμάτων ευρώ ισούται προς το ποσό που αναγράφεται επί των τραπεζογραμματίων και των κερμάτων».
•  «Εξοφλητική ενέργεια: Ο οφειλέτης χρηματικής ενοχής δύναται να εκπληρώσει την οφειλή του προσφέροντας στον δανειστή τραπεζογραμμάτια ή κέρματα σε ευρώ».
Η τελευταία πρόταση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την εκστρατεία μου σχετικά με το ραδιοτηλεοπτικό τέλος. Εδώ αναφέρει ρητώς ότι σύμφωνα με το δεσμευτικό ευρωπαϊκό δίκαιο δύναμαι να εκπληρώνω την οφειλή μου προσφέροντας μετρητά. Αν ο δανειστής δεν το αποδέχεται είναι δικό του πρόβλημα, όχι δικό μου.
Η σύσταση αναφέρει επίσης: «Οι πληρωμές με τραπεζογραμμάτια και κέρματα σε ευρώ δε θα πρέπει να επιβαρύνονται με καμία επιπλέον χρέωση». Είναι ολοφάνερο ότι το πνεύμα που επικρατούσε ακόμη το 2010 στα ευρωπαϊκά υπουργεία οικονομικών και στις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες δεν αφήνει να διαφανεί η λανθάνουσα εξομοίωση των χρηστών μετρητών με εγκληματίες και φοροφυγάδες, όπως συμβαίνει έκτοτε.
Πάντως, ήδη από το 2007 είχε σημειωθεί μια πρώτη απόπειρα κατά των μετρητών. Το 2007 ήταν η χρονιά κατά την οποία οι μυημένοι γνώριζαν ήδη ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας βρισκόταν υπό σοβαρότατη απειλή. Κτηματικές τράπεζες, αμοιβαία κεφάλαια της αγοράς χρήματος και οι πρώτες επενδυτικές τράπεζες όπως η Bear Stearns αντιμετώπιζαν δυσκολίες. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο διευθύνων σύμβουλος της Citygroup Τσαρλς Πρινς είπε την περίφημη ατάκα: «Όσο παίζει ακόμη η μουσική πρέπει να σηκωθούμε και να χορέψουμε». Με το που πάψει να παίζει η μουσική τα πράγματα θα περιπλακούν, συμπλήρωσε.
Ο Γκιγέρμο ντε λα Ντεέζα, ανώτατο μέλος του Group of Thirty, μιας ομάδας που στη συνέχεια θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, ήταν ο πρώτος που εκείνη τη χρονιά πρόβαλε δημοσίως την απαίτηση για την κατάργηση των μετρητών. Το Group of Thirty, με έδρα την Ουάσινγκτον, είναι μια ομάδα με πολύ ισχυρή επιρροή, στο πλαίσιο της οποίας υψηλόβαθμα στελέχη των μεγάλων διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων συναντιούνται με ενεργούς και απόστρατους κεντρικούς τραπεζίτες κεκλεισμένων των θυρών, προκειμένου να ανταλλάξουν απόψεις και να καταστρώσουν σχέδια. Ο πρώην πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας της Ισπανίας ήταν επίσης αναπληρωτής διευθυντής τόσο του ΔΝΤ όσο και της Παγκόσμιας Τράπεζας και φυσικά σύμβουλος Goldman Sachs. Τον Οκτώβριο του 2007 σε ένα μακροσκελές άρθρο του στην πρώτη σε κυκλοφορία ισπανική εφημερίδα El Pais ανέλυσε τα πλεονεκτήματα ενός κόσμου χωρίς μετρητά. Μάλιστα, δεν ήταν καθόλου συγκρατημένος. Καταφέρθηκε κατά της ανικανότητας των κυβερνήσεων να αποφασίσουν την κατάργηση των μετρητών, παρόλο που το βήμα αυτό «θα δημιουργούσε έναν κόσμο ασφαλέστερο και δικαιότερο, όπου δε θα χρειαζόμασταν τόσες δημόσιες και ιδιωτικές αστυνομικές δυνάμεις, όπου οι πόλεμοι θα μειώνονταν δραστικά, όπως και τα τρομοκρατικά χτυπήματα και οι διαρρήξεις, όπου τα ναρκωτικά θα πωλούνταν νόμιμα και όπου θα εξέλειπε η βία κατά αθώων πολιτών».
Άκουσον άκουσον. Μέχρι και για τους πολέμους ευθύνονται τα μετρητά, καθώς και για όλες τις πράξεις βίας κατά αθώων πολιτών!
Στα τέλη του 2007 η Ιταλία εισήγαγε το πρώτο -τουλάχιστον εξ όσων γνωρίζω- όριο πληρωμών των 12.500 ευρώ. Πρωθυπουργός ήταν ο Ρομάνο Πρόντι, διεθνής σύμβουλος της Goldman Sachs. Υπουργός Οικονομικών ήταν ο Τομάζο Πάντοα-Σκιόπα, ο οποίος έως το 2005 ήταν μέλος του εξαμελούς διευθυντηρίου της ΚΚΤ. Πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας της Ιταλίας ήταν τότε ο Μάριο Ντράγκι, πρώην διευθυντικό στέλεχος της Goldman Sachs και νυν πρόεδρος της ΕΚΤ. Ο Πρόντι και ο Πάντοα-Σκιόπα παύθηκαν σύντομα από την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, η οποία δεν ενδιαφερόταν τότε για τον ακήρυχτο πόλεμο κατά των μετρητών. Ακόμη και οι πολέμιοι των μετρητών φαινόταν ότι είχαν χάσει το ενδιαφέρον τους με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Δε στάθηκε δυνατή η εξάλειψη των μετρητών πριν από την εκδήλωση της κρίσης και φάνταζε ανούσιο να προβάλλει κανείς τις αρετές του τραπεζικού χρήματος έναντι των μετρητών εν μέσω μιας δεινής τραπεζικής κρίσης.
Ωστόσο, οι πολέμιοι των μετρητών δεν περίμεναν και πολύ. Το 2010 ο ολόφρεσκος Βούλγαρος υπουργός Οικονομικών Σίμεον Τζάνκοφ αναζωπύρωσε τον πόλεμο με μια από τις πρώτες του κιόλας υπουργικές ενέργειες: Εισήγαγε υποχρεωτικό ανώτατο όριο για πληρωμές σε μετρητά στη χώρα του έως το ποσό των 2.500 ευρώ. Πριν αναλάβει τα υπουργικά του καθήκοντα ο Τζάνκοφ ήταν επί χρόνια σημαίνον στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η Βουλγαρία αποτελούσε ιδανικό μέρος για την επιβολή και τη δοκιμή του αντιλαϊκού μέτρου. Κανείς δεν το πήρε είδηση.
Η δεύτερη πράξη διαδραματίστηκε και πάλι στην Ιταλία. Τον Νοέμβριο του 2011, υπό την έντονη πίεση των Βρυξελλών και της ΕΚΤ, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι παραιτήθηκε. Πρωθυπουργός και ταυτόχρονα υπουργός Οικονομικών ενός τεχνοκρατικού υπουργικού συμβουλίου με τις ευλογίες των Βρυξελλών διορίστηκε ο άλλοτε επίτροπος της Κομισιόν και σύμβουλος της Goldmasn Sachs Μάριο Μόντι. Μια από τις πρώτες υπουργικές του αποφάσεις ήταν ένας νόμος ο οποίος μείωνε δραστικά το ανώτατο όριο για πληρωμές σε μετρητά στα 1.000 ευρώ. Διοικητής της ιταλικής κεντρικής τράπεζας ήταν τότε ακόμη ο Μάριο Ντράγκι. Καθήκον του ήταν να επισημάνει στην ΕΚΤ το εν λόγω μέτρο για το οποίο ήταν απαραίτητη η γνωμοδότηση της, πράγμα το οποίο έμεινε σε εκκρεμότητα. Πάντως, η σχετική γνώμη της ΕΚΤ δεν υπάρχει πουθενά στον δικτυακό της τόπο.
Στην Πορτογαλία τον Μάιο του 2012 ο επί χρόνια επικεφαλής της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας της ΕΚΤ, ο Βίτορ Γκασπάρ, εξέδωσε ως ο νέος υπουργός Οικονομικών της χώρας απαγόρευση πληρωμών τοις μετρητοίς για ποσά άνω των 1.000 ευρώ. Από το 2007 μέχρι την ανάληψη των υπουργικών καθηκόντων του το 2011 είχε διατελέσει γενικός διευθυντής του οικονομικού επιτελείου του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Έπειτα ήρθε το ένα χτύπημα μετά το άλλο. Το 2012 ακολούθησαν κι άλλοι περιορισμοί στα μετρητά στην Ισπανία (ανώτατο όριο 2.500 ευρώ), στη Σλοβακία (5.000 ευρώ) και στη Δανία (10.000 κορόνες), το 2013 στη Λιθουανία (2.900 ευρώ), στη Δανία και στη Φινλανδία (για μισθοδοσία), το 2014 στο Βέλγιο (3.000 ευρώ για την αγορά χρυσού) καθώς και το 2015 στη Δανία (άρση της υποχρέωσης αποδοχής), στη Γαλλία (1.000 ευρώ) και στη Ρουμανία (1.100 ευρώ). Ο κατάλογος είναι απλώς ενδεικτικός.
Για σχεδόν όλες αυτές τις απαγορεύσεις στα μετρητά η ΕΚΤ, από το 2011 υπό την προεδρία του Μάριο Ντράγκι, εξέδωσε τη γνώμη της κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο. Η γνώμη της όμως δεν περιείχε αξιοσημείωτες αντιρρήσεις.
Ο Ματέο Ρέντσι, ο σημερινός Ιταλός πρωθυπουργός, ουδέποτε υπήρξε σύμβουλος ή στέλεχος της Goldman Sachs ούτε κατείχε αξίωμα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ΕΚΤ ή σε άλλα θεσμικά όργανα του κυκλώματος κατά των μετρητών. Τον Οκτώβριο του 2015 ανακοίνωσε ότι θα αυξήσει το όριο από 1.000 ευρώ σε 3.000 ευρώ.

Το Group of Thirty.

Το Group of Thirty ιδρύθηκε το 1978 με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ροκεφέλερ, το οποίο του εξασφάλισε αρχικό κεφάλαιο ύφους 500.000 δολαρίων. Μέλη της αποκλειστικής λέσχης είναι κατά βάση περισσότερα από τριάντα εν ενεργεία και πρώην ανώτερα διευθυντικά στελέχη μεγάλων διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και κεντρικών τραπεζών, καθώς και πρώην και εν ενεργεία κυβερνητικά στελέχη και κάνα δυο καθηγητές πανεπιστημίου που αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα της πατρίδας τους, όπως ο Πολ Κρούγκμαν και ο Κεν Ρόγκοφ. Η διασύνδεση μεταξύ ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού τομέα και κεντρικών τραπεζών είναι πολύπλευρη. Στη λέσχη ανήκουν περίπου δέκα πρώην κεντρικοί τραπεζίτες που σήμερα απολαμβάνουν παχυλούς μισθούς ως ανώτερα διευθυντικά στελέχη ενός μεγάλου διεθνούς χρηματοπιστωτικού οίκου. Η Ομάδα των 30 περιλαμβάνει επίσης πολλούς εν ενεργεία διοικητές κεντρικών τραπεζών των μεγαλυτέρων παγκοσμίως κεντρικών τραπεζών. Τρεις από τους πιο σημαντικούς, συγκεκριμένα ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, ο πρόεδρος της Τράπεζας της Αγγλίας Μαρκ Κάρνι και ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης Ουίλιαμ Ντάντλι, ο οποίος είναι αρμόδιος για την εποπτεία της Γουόλ Στριτ, είχαν προηγουμένως θητεύσει στον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα σε υψηλόβαθμες θέσεις - και μάλιστα όλοι στην ίδια εταιρεία, την Goldman Sachs. Αλλά και η διασύνδεση με το ΔΝΤ στην Ουάσινγκτον είναι έντονη. Ο πρώτος πρόεδρος ήταν ο Γιοχάνες Βιτεβέεν, ο οποίος μέχρι πρότινος ήταν ο γενικός διευθυντής του ΔΝΤ. Και ο πρώην διευθυντής του ΔΝΤ Ζακ Ντε Λα Ροζιέρ υπήρξε σημαίνον μέλος του G 30 επί σειρά ετών, καθώς επίσης τουλάχιστον τέσσερις πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Ερευνών του ΔΝΤ, μεταξύ των οποίων και ο Κεν Ρόγκοφ.
Η επικράτηση της Γουόλ Στριτ είναι μεγάλη, ακόμη κι αν δε συμπεριλάβουμε ανθρώπους σαν τον Ντράγκι και τον Κάρνι. Δεκατρία μέλη του Group of Thirty προέρχονται από αμερικάνικους οργανισμούς, καθώς και από τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιαπωνία, τη δεύτερη και την τρίτη καλύτερα εκπροσωπούμενη χώρα, αντίστοιχα. Μεταξύ των ιδιωτικών τραπεζών η Goldman Sachs, με τέσσερις εκπροσώπους, και η Morgan Stanley, με τρία εν ενεργεία και πρώην διευθυντικά στελέχη, έχουν την ισχυρότερη παρουσία. Το ιδρυτικό μέλος του G 30  Πίτερ Κένεν έγραψε στον πανηγυρικό του λόγο για τον εορτασμό της τριακοστής επετείου της Ομάδας το 2008:
«Το Group of Thirty εκπλήρωσε ασφαλώς τις προσδοκίες των ιδρυτών και των υποστηρικτών του. Συνέβαλε καθοριστικά στον τρόπο συζήτησης και εξέτασης των παγκόσμιων οικονομικών ζητημάτων των τριών τελευταίων ετών. [...] Η ομάδα είναι απαράμιλλη στη θητεία της, στα μέλη της και στις επιδόσεις της και οι υποστηρικτές της ανταμείβονται στον υπερθετικό βαθμό».
Υπενθυμίζεται ότι η χρηματοπιστωτική ελίτ της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ ήταν αυτή που ίδρυσε και χρηματοδότησε το Group of Thirty.
Συνεπώς, αν τα μεγάλα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σκοπεύουν να καταργήσουν τα μετρητά, θα ήταν αξιοπερίεργο αν το  G 30, συμπεριλαμβανομένων των συμμετεχόντων κεντρικών τραπεζιτών, δεν τους παρείχε στήριξη. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επίσης το G 30 μοιάζει να είναι το κέντρο συντονισμού και ο κεντρικός πυρήνας του πολέμου κατά των μετρητών.

Το Χάρβαρντ και το ΜΙΤ.

Το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης, μιας γειτονικής πόλης της Βοστόνης, είναι το παλαιότερο και πιο ξακουστό πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, καθώς και το πλουσιότερο και ισχυρότερο διεθνώς, το οποίο φημίζεται σε παγκόσμιο επίπεδο κυρίως για την οικονομική του σχολή και το Kennedy School of Government. Το ποσοστό ξένων φοιτητών, ιδίως στα μεταπτυχιακά προγράμματα, είναι πολύ υψηλό. Το Χάρβαρντ συγκαταλέγεται μαζί με μερικά άλλα ελίτ πανεπιστήμια στα φυτώρια στελέχωσης διεθνών οργανισμών όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ. Όχι μόνο για τους Αμερικανούς, αλλά σε παγκόσμια κλίμακα. Για να γίνει κανείς δεκτός στο ΔΝΤ απαιτείται η κατοχή διδακτορικού τίτλου σε ένα από τα κορυφαία πανεπιστημιακά ιδρύματα των ΗΠΑ ή στο London School of Economics - το μοναδικό ίδρυμα εκτός αμερικανικών συνόρων/Δεν είναι τυχαίο. Η Ουάσινγκτον έχει πλήρη επίγνωση της αξίας των πανεπιστημίων που διαδραματίζουν ηγετικό ρόλο παγκοσμίως στις ανώτερες οικονομικές σπουδές. Μια μελέτη της δημοσιονομικής αρχής των ΗΠΑ ήδη από το 1957 τονίζει τα οφέλη που θα αποκόμιζαν οι ΗΠΑ αν το ξένο επιτελείο των διεθνών οργανισμών είχε εξειδικευτεί σε αμερικανικά πανεπιστήμια. Αντίστοιχα, χορηγούνται πολλές υποτροφίες για την προσέλκυση αλλοδαπών με υψηλές δυνατότητες στο Χάρβαρντ και στα υπόλοιπα αμερικανικά πανεπιστήμια της ελίτ.
Το Massachusetts Institute of Technology (ΜΙΤ), όπου σπούδασαν οικονομικά ο Σάμερς, ο Ρόγκοφ και ο Ντράγκι σε διαφορετικές περιόδους, ιδρύθηκε το 1861 και γειτνιάζει με το Χάρβαρντ. Το ΜΙΤ αντιπροσωπεύει ένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια διεθνώς. Το πανεπιστημιακό ίδρυμα με τον τεχνολογικό προσανατολισμό διατηρεί στενές επαφές με τον αμερικανικό στρατό. Είναι ο ιδρυτικός οργανισμός και η έδρα του World Wide Web Consortium, της επιτροπής τυποποίησης του παγκόσμιου ιστού".
Τι επιρροές ασκούνται στους ξένους (και ντόπιους) φοιτητές των ελίτ πανεπιστημίων των ΗΠΑ πέρα από την εξοικείωση με τον αγγλοσαξονικό οικονομικό τρόπο σκέψης μόνο να εικάσει μπορεί κανείς. Πάντως, τα γεγονότα που μας είναι γνωστά από το παρελθόν δίνουν τροφή για βάσιμες εικασίες. Τα σχετικά έγγραφα από τη μεταπολεμική περίοδο έχουν αναλυθεί επιστημονικά. Με βάση τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο απαίτησε από το American Economic Association, τη σημαντικότερη ένωση οικονομολόγων στον κόσμο, αναθεώρηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, μια απαίτηση που η ένωση θεώρησε ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί. Ήδη ο προπομπός της κεντρικής υπηρεσίας πληροφοριών CIA, το Office of Strategic Services, στρατολόγησε πολλούς από τους επιφανέστερους καθηγητές, μεταξύ των οποίων πέντε πρώην προέδρους του American Economic Association και έναν μετέπειτα νομπελίστα. Ήταν φυσικό και επόμενο οι πρυτάνεις των κορυφαίων οικονομικών σχολών να συνδράμουν τη CIA στην  προσέλκυση των άριστων υποψήφιων διδακτόρων.

Η Λέσχη Μπίλντερμπεργκ.

Οι διασκέψεις της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ, στις οποίες έχουν δηλώσει το παρών σχεδόν όλοι οι πολέμιοι των μετρητών είτε σε τακτική βάση είτε περιστασιακά, είναι άτυπες, συνήθως τριήμερες συναντήσεις εκπροσώπων της οικονομίας, του στρατού, των μέσων ενημέρωσης, των πανεπιστημίων και της αριστοκρατίας με ισχυρή επιρροή. Λαμβάνουν χώρα συνήθως μια φορά τον χρόνο εδώ και εξήντα χρόνια. Η λέσχη χρωστά το όνομα της στο πρώτο ξενοδοχείο που φιλοξένησε τις συνεδριάσεις της. Ο διοργανωτής ήταν ο Γιόζεφ Ρέτινγκερ, ένας γενικός γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κινήματος, που χρηματοδοτούνταν από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και τη CIA, καθώς και από την American Committee for a United Europe. Στόχος ήταν να παραμεριστούν οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης και να καλλιεργηθεί κλίμα αμοιβαίας συνεννόησης. Ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ, ένας από τους πιο ένθερμους συμμετέχοντες στις συναντήσεις, συνέβαλε στην ίδρυση της.
Δεν υπάρχουν επίσημες αποφάσεις ή πρωτόκολλα, αλλά όλοι οι σύγχρονοι και παλαιότεροι συμμετέχοντες λαμβάνουν απόρρητες περιλήψεις των πρακτικών χωρίς καταγεγραμμένα ονόματα. Η  συντονιστική επιτροπή κοινοποιεί τις ανακεφαλαιωτικές εκθέσεις οε όλους τους συμμετέχοντες, οι οποίοι καλούνται να εφαρμόσουν στη διάρκεια της επόμενης χρονιάς τις στρατηγικές ποι περιγράφονται στον αντίστοιχο τομέα τους. Ο σημερινός πρόεδρος είναι ο Ανρί ντε Καστρίς, διευθύνων σύμβουλος του γαλλικού ασφαλιστικού ομίλου Axa. Οι συμμετέχοντες προσκαλούνται πάντα προφανώς λόγω του σημαντικού αξιώματος τους, αλλά προς τα έξω υποστηρίζεται η άποψη ότι συμμετέχουν αποκλειστικά και μόνο ως ιδιώτες και όχι με την επίσημη ιδιότητα τους. Εδώ και μερικά χρόνια η λέσχη δημοσιοποιεί τη λίστα των συμμετεχόντων επειδή ούτως ή άλλως η μέχρι πρότινος κρυφή λίστα διέρρεε συνεχώς στη δημοσιότητα. Το γεγονός αυτό έδινε πρόσφορο έδαφος στους σκεπτικιστές δημοσιογράφους να υπογραμμίζουν και να επιβεβαιώνουν τον μυστικό χαρακτήρα της οργάνωσης.
Κατά τη συνάντηση του 2015 στην Αυστρία το κεντρικό θέμα ήταν η ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Οι τρεις παρόντες εκπρόσωποι της Google και διάφορων άλλων εταιρειών που προσφέρουν λογισμικά παρακολούθησης είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν εκεί ελεύθερα, μεταξύ άλλων, με τους αρχηγούς των μυστικών υπηρεσιών της Δανίας και της Γαλλίας και όλους τους ενδιαφερόμενους κυβερνητικούς τι συμβαίνει και τι θα μπορούσε να συμβεί στον τομέα της μαζικής παρακολούθησης, χωρίς πρωτόκολλα, χωρίς συμβάσεις, σε εποικοδομητική ατμόσφαιρα. Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι τα μετρητά και η υποκατάσταση τους από το λογιστικό χρήμα των τραπεζών και, ει δυνατόν, από τα λεγόμενα «κρυπτονομίσματα» όπως το Bitcoin αποτέλεσαν κεντρικό θέμα συζήτησης - και όχι για πρώτη φορά.
Ο συνδιοργανωτής των διασκέψεων της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ Ρούντολφ Σόλτεν από την Kontrollbank απάντησε στη δημόσια κριτική στο αυστριακό κανάλι ORF πως θεωρούσε θετικό το γεγονός ότι το κράτος αναλαμβάνει το σημαντικό κόστος για την προστασία και την ασφάλεια των πλουσίων και ισχυρών στις διασκέψεις αυτές - παρόλο που υποτίθεται πως είναι ιδιωτική πρωτοβουλία και δε θα έπρεπε να ισχύει η επίσημη ιδιότητα των συμμετεχόντων. Δήλωσε επίσης ότι δε θέλει να ζει σε μια χώρα όπου τέτοιες όμορφες εκδηλώσεις μπορούν να λαμβάνουν χώρα μόνο όταν βρίσκονται χορηγοί οι οποίοι πληρώνουν τα πάντα.

Η JP Morgan Chase και η Goldman Sachs.

Η JP Morgan Chase, η οποία πρωτοστατεί στην κατάργηση των μετρητών από τις τραπεζικές θυρίδες, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να εκπροσωπείται στην περιβόητη ομάδα G 30 ως η σημαντικότερη τράπεζα του πλανήτη παρέα με την Goldman Sachs. Το καθήκον αυτό αναλαμβάνει ο πρόεδρος της JP Morgan Chase International και μέλος του ΔΣ της JP Morgan Chase Τζέικομπ Φρένκελ, ο οποίος εκτελεί και καθήκοντα προέδρου της επιτροπής. Γνωρίζει τον Σάμερς πολύ καλά. Όταν ο Φρένκελ το 2009 ήταν ακόμη αντιπρόεδρος του ασφαλιστικού κολοσσού A.I.G που κατέρρευσε ολοσχερώς, προκλήθηκε τεράστιο σκάνδαλο εξαιτίας των υψηλών μπόνους που ήθελε να διανείμει στα κορυφαία στελέχη του ο όμιλος, ο οποίος διασώθηκε με χρήματα των φορολογουμένων ύψους 170 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Σάμερς, ως ο τότε πρόεδρος του Συμβουλίου Εθνικής Οικονομίας, συγκαταλεγόταν στους λιγοστούς ανθρώπους που υπερασπίστηκαν αυτή την απόφαση δημοσίως. Είχε ήδη μεριμνήσει μαζί με τον υπουργό Οικονομικών Τιμ Γκάιτνερ ώστε τα μπόνους για διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων που έχουν διασωθεί να προέρχονται από το ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο. O Ντέιβιντ Ροκφέλερ, κεντρική φιγούρα της Trilateral Commission, του Group of Thirtyκαι της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ, συνδεόταν στενά με την τράπεζα Chase Manhattan που απορροφήθηκε από την JP Morgan Chase.   
Ενώ η JP Morgan Chase ασκεί κρυφά τη μεγάλη πολιτική δύναμη που έχει αποκτήσει εδώ και πολλές δεκαετίες, η Goldman Sachs λειτουργεί σαν αλεξικέραυνο όλων αυτών που ενοχλούνται από την έντονη επιρροή του χρηματοπιστωτικού τομέα στην πολιτική. Η επιχείρηση στέλνει τους διευθυντές της σε όλες τις καίριες πολιτικές θέσεις και προσλαμβάνει ανθρώπους που κατείχαν καίριες πολιτικές θέσεις (από τις οποίες φρόντιζαν να μη δυσαρεστούν την τράπεζα). Ο πρώην πρόεδρος της Goldman Sachs Χανκ Πόλσον κατάφερε στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης με τη νέα του ιδιότητα ως υπουργού Οικονομικών να διασώσει την Goldman Sachs και ολόκληρη τη Γουόλ Στριτ (όχι όμως και την ανταγωνίστρια Lehman Brothers) με δημόσια κεφάλαια. Πρωτύτερα ένα άλλο τέκνο της Goldman Sachs, ο Ρόμπερτ Ρούμπιν, είχε αναλάβει το αξίωμα του υπουργού Οικονομικών. Ο Λάρι Σάμερς ήταν αναπληρωτής υπουργός υπό τις εντολές του. Και ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι συγκαταλέγεται στον κύκλο των άλλοτε διευθυντών της Goldman Sachs, καθώς και ο πρόεδρος της Τράπεζας της Αγγλίας Μαρκ Κάρνι και ο πρόεδρος της  Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης Γουίλιαμ Ντάντλι. Έχουμε ήδη αναφερθεί στον Ευρωπαίο επίτροπο και μετέπειτα Ιταλό πρωθυπουργό Μάριο Μόντι. Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ και μετέπειτα πρωθυπουργός της μεταβατικής κυβέρνησης της Ελλάδας Λουκάς Παπαδήμος ήταν διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος όταν η ελληνική κεντρική τράπεζα μαζί με την κυβέρνηση συνήψε συμφωνία με την Goldman Sachs προκειμένου να αποκρύψουν ένα μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους με παράγωγα και έτσι να επιτύχουν την προσχώρηση της χώρας στη Νομισματική Ένωση. O Πέτρος Χριστοδούλου, ο οποίος μεθόδευσε αυτή τη βρόμικη συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν από το 1987 έως το 1989 χρηματιστής στην Goldman Sachs στο Λονδίνο, προτού μετακινηθεί στην JP Morgan Chase και ανελιχθεί εκεί στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου. Το 1998 πήγε στην Τράπεζα της Ελλάδος. Το 2010 ο Χριστοδούλου ορίστηκε πρόεδρος του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους.
Ο Ότμαρ Ίσινγκ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, με την παρέλευση της οκταετούς θητείας του μεταπήδησε ως σύμβουλος στην Goldman Sachs και ταυτόχρονα παρείχε συμβουλές στη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ για τη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ο πρώην εμπορικός ακόλουθος των ΗΠΑ και αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Ρόμπερτ Ζέλικ ήταν πρώτα σύμβουλος διεθνών υποθέσεων στην Goldman Sachs και μετά την αποχώρηση του από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε την επιστροφή του στην Goldman Sachs . Ο Ζέλικ είναι δραστήριο μέλος της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ. Ο Πίτερ Σάδερλαντ, πρώην Ευρωπαίος επίτροπος και γενικός γραμματέας του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, βρίσκεται πλέον στο τιμόνι της Goldman Sachs International. Ως παράλληλη δραστηριότητα, είναι σύμβουλος του πάπα σε θέματα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Και ο Σάδερλαντ είναι ενεργό μέλος της Μπίλντερμπεργκ. Ο Φίλιπ Ντ. Μέρφι εργαζόταν έως το 2006 επί συνολικά είκοσι τρία χρόνια σε υψηλόβαθμες θέσεις για την Goldman Sachs, ενίοτε και στη Φρανκφούρτη. Στη συνέχεια βοήθησε τον Μπαράκ Ομπάμα να αναλάβει την προεδρία συγκεντρώνοντας δωρεές. Τελικά, έγινε πρέσβης των ΗΠΑ στη Γερμανία.
Ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός, περιέχει απλώς επιλεκτικά κάποια ονόματα.

H Τρόικα κατά των μετρητών και το πειραματόζωο της.

Νευραλγικοί οργανισμοί στο κύκλωμα αυτό φαίνεται ότι είναι το Group of Thirty ως το κέντρο συντονισμού και σχεδιασμού, με το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως εκτελεστικά όργανα. Στην Ελλάδα, όπου αυτά τα τρία θεσμικά όργανα, η επονομαζόμενη Τρόικα, υπαγορεύουν στην κυβέρνηση εδώ και πέντε χρόνια τι πρέπει να κάνει, τα μετρητά είναι ήδη παράνομα σε μεγάλα τμήματα της οικονομικής ζωής - κατά κατάφωρη παραβίαση της Συνθήκης της ΕΕ, η οποία ορίζει τα μετρητά ως νόμιμο χρήμα. Και η Τρόικα συνεχίζει ακάθεκτη. Για να γίνει δεκτό ένα νέο πακέτο επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους το καλοκαίρι του 2015 η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να δεσμευθεί απέναντι στους δανειστές ότι, μεταξύ άλλων, θα παράσχει περαιτέρω «κίνητρα» για την πραγματοποίηση πληρωμών χωρίς μετρητά. Στις αρχές Οκτωβρίου του 2015 ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Τρύφων Αλεξιάδης ανακοίνωσε τα πρώτα σημεία. Στη συνέχεια, πέραν των φορολογικών κινήτρων σε επιχειρήσεις, σχεδιάζεται η απαγόρευση της αποδοχής μετρητών από ιατρούς και όλους τους υπόλοιπους ελευθέρους επαγγελματίες, όπως ηλεκτρολόγους και υδραυλικούς. Στις στοχευμένες ομάδες που διαμαρτύρονται γιατί δεν έχουν καμία διάθεση να πληρώνουν προμήθεια έως και 3% στις τράπεζες και στις εταιρείες πιστωτικών καρτών υποσχέθηκε να εισηγηθεί μείωση των εξόδων. Κατά πόσον τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα συμφωνήσουν και αν της Τρόικας κάτι τέτοιο θα της φανεί σκόπιμο ή σημαντικό ένας Θεός το ξέρει.
Εξάλλου, τον Οκτώβριο του 2015 ετοιμάστηκε η υποχρέωση δήλωσης των μετρητών που έχει κανείς στο σπίτι του και υπεβλήθη στην Τρόικα «προς έγκριση». Οι σχεδιαζόμενες νέες ρυθμίσεις αφορούν μόνο τους πολίτες που έχουν υποχρέωση να δηλώνουν «πόθεν έσχες». Σε αυτούς συγκαταλέγονται βουλευτές, υπουργοί και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι στο πλαίσιο του αγώνα κατά της φοροδιαφυγής, αλλά και όλοι οι δυνητικοί αγοραστές ακινήτων, οι οποίοι οφείλουν να αποδείξουν ότι τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά προέρχονται από νομίμως φορολογητέα εισοδήματα. Στον ελληνικό τύπο, πάντως, θέριεψαν αμέσως οι εικασίες ότι το μοντέλο αυτό θα εφαρμοστεί σύντομα στην ετήσια φορολογική δήλωση όλων των φορολογουμένων. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν από δω και στο εξής να δηλώνουν το περιεχόμενο των τραπεζικών θυρίδων τους, καθώς και όλα «τα ποσά σε μετρητά, κοσμήματα και πολύτιμα μέταλλα που φυλάσσουν εκτός των πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον τα ποσά σε μετρητά υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ και τα λοιιά τιμαλφή αθροιστικά ξεπερνούν τις 30.000 ευρώ σε αξία ανά οικογένεια. Η αρμόδια αρχή θα επιτρέπεται να διεξάγει τυχαίους δειγματοληπτικούς ελέγχους».
Αν τέτοιες ρυθμίσεις εφαρμοστούν σε παγκόσμια κλίμακα, και η πρόθεση τουλάχιστον είναι εμφανής, υπάρχει ο κίνδυνος όποιος έχει στην κατοχή του μετρητά ή χρυσό να υποστεί κυρώσεις αν δε γνωστοποιήσει πλήρως το καθεστώς κυριότητας και επίσης κινδυνεύει με κατάσχεση αν δεν έχει τεκμηριώσει επαρκώς την προέλευση και τον προορισμό τους. Ο διαρκής έλεγχος των κινήσεων των λογαριασμών συμπληρώνεται όσον αφορά τα μετρητά με την υποχρέωση ενημέρωσης του κράτους για κάθε σημαντική μεταβολή των αποθεμάτων και αιτιολόγησης των ύποπτων μεταβολών. Προπάντων όμως, κατά την επόμενη τραπεζική κρίση, όταν οι δανειστές των τραπεζών, δηλαδή κατά βάση οι αποταμιευτές, θα κληθούν βάσει σχεδίου να συμβάλουν στην εξυγίανση τους, αφήνεται ελεύθερο το πεδίο για μια ρύθμιση σύμφωνα με την οποία θα πρέπει και οι κάτοχοι μετρητών για λόγους δικαιοσύνης να συνεισφέρουν τον οβολό τους, με τη μορφή ενός ειδικού φόρου επί «αποθησαυρισμένων» τραπεζογραμματίων. Αν η μετατροπή των τραπεζικών καταθέσεων σε μετρητά δε μας προστατεύει πλέον από το ενδεχόμενο απαλλοτρίωσης τους υπέρ των τραπεζών, μπορεί κανείς να αφήσει τα χρήματα του στην τράπεζα. Αν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, δε θα χρειαστεί καν να καταργήσουμε τα μετρητά επισήμως, αφού δε θα έχουν πια καμία σημασία ούτε για τη διάσωση των τραπεζών ούτε για τον έλεγχο των πολιτών.

Τα κίνητρα πίσω από τον πόλεμο κατά ταν μετρητών.

Σύμφωνα με το χιλιοειπωμένο επιχείρημα κατά των μετρητών, η χρήση τους ευνοεί τη μαύρη εργασία, τη φοροδιαφυγή, τις παράνομες δραστηριότητες, μέχρι και την τρομοκρατία: Όλα αυτά υποτίθεται ότι χρηματοδοτούνται με μετρητά και θα δυσχεραίνονταν σημαντικά αν εξέλειπαν τα μετρητά.
Ωστόσο, τα δαιμόνια που κατονομάζονται εδώ δεν είναι καινά. Προς τι, λοιπόν, ο ξαφνικός ζήλος για την κατάργηση των μετρητων; Το πόσο υποκριτικό είναι το επιχείρημα αυτό φαίνεται, ξεκάθαρα από τον ζήλο της βρετανικής πολυεθνικής τράπεζας HSBC να απαγορεύει στους πελάτες της την ανάληψη ποσών μεσαίου και μεγάλου ύψους. Σύμφωνα με είδηση του BBC τον Ιανουάριο του 2014, πολλοί πελάτες της HSBC δεν μπορούσαν να σηκώσουν μετρητά της τάξεως των 5.000 έως 10.000 λιρών αν δεν είχαν να προβάλουν κάποια δικαιολογία ή ικανοποιητική εξήγηση για τον λόγο που χρειάζονταν τα χρήματα. Η σύγκρουση στην καρδιά των βιομηχανικών χωρών ήρθε κάπως νωρίς και με αυτήν την αμασκάρευτη μορφή. Κατόπιν θύελλας αντιδράσεων η HSBC απέσυρε το μέτρο, το οποίο υποτίθεται ότι αποσκοπούσε στην πάτάξη του ξεπλύματος χρήματος.
Το πικάντικο της ιστορίας είναι το εξής: Η HSBC είναι γνωστη ως ένας από τους μεγαλύτερους μηχανισμούς ξεπλύματος; βρόμικου χρήματος για τους εμπόρους ναρκωτικών και όπλων πα-γκοσμίως. Υπό την πίεση των μέσων ενημέρωσης το επιβεβαίωσε και η εισαγγελία. Οι έρευνες για συνέργεια σε ξέπλυμα χρήματος και φοροδιαφυγή έκλεισαν σε πολυάριθμες περιπτώσεις με την επιβολή ενός χρηματικού προστίμου, το οποίο για την HSBC ήταν απλώς πενταροδεκάρες. Σύμφωνα με δημοσίευμα της διαδικτυακής εφημερίδας Zeit on line του Ιουνίου 2015:

«Ο βρετανικός τραπεζικός κολοσσός HSBC προέβη σε εξωδικαστικό συμβιβασμό με τις ελβετικές αρχές για δεκάδες χιλιάδες περιπτώσεις ξεπλύματος βρόμικου χρήματος. Η τράπεζα θα πληρώσει 38 εκατομμύρια ευρώ και ως αντάλλαγμα η γενική εισαγγελία της Γενεύης θα αναστείλει τις έρευνες της λόγω υποψίας για ξέπλυμα βρόμικου χρήματος... Η τράπεζα φέρεται να είχε βοηθήσει στο παρελθόν δεκάδες χιλιάδες πελάτες ανά τον κόσμο να αποκρύψουν απο τις φορολογικές αρχές ή να νομιμοποιήσουν από παράνομες δραστηριότητες έσοδα ύψους περίπου 180 δισεκατομμυρίων ευρώ. Στους πελάτες συγκαταλέγονταν δικτάτορες και σεσημασμένοι κακοποιοί. Αυτά αποκαλύφθηκαν από ένα διεθνές ερευνητικό κύκλωμα και έγιναν γνωστά ως υπόθεση Swissleak».

Η τράπεζα είχε ήδη πληρώσει τον Δεκέμβριο του 2012 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια ώστε να μην ασκηθεί δίωξη εναντίον της μελλοντικά στις ΗΠΑ, εξαιτίας του κεντρικού ρόλου της στο μεγάλης κλίμακας ξέπλυμα χρήματος για λογαριασμό των εμπόρων ναρκωτικών της Λατινικής Αμερικής.
Αυτή είναι, λοιπόν, η τράπεζα η οποία αρνήθηκε -θεωρητικά με δική της πρωτοβουλία- να δώσει 5.000 λίρες σε πελάτες, επειδή δεν ήταν επαρκώς εξακριβωμένο εάν προσπαθούσαν να διευκολύνουν παράνομες δραστηριότητες, όπως π.χ. το πλακοστρώσιμο μιας ταράτσας χωρίς απόδειξη. Όχι, αυτή η επιχειρηματολογία ακούγεται καλή, αλλά δεν πρέπει να την παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά.
Ως «Αντιμετώπιση του μηδενικού κατώτατου ορίου του βασικού επιτοκίου» είναι μεταφρασμένο το θέμα του συνεδρίου κατά των μετρητών που διοργάνωσε η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας τον Ιούνιο του 2015 στο Λονδίνο. «Η ύπαρξη μετρητών είναι ο λόγος για τον οποίο εφαρμόζεται κατώτατο όριο στα βασικά επιτόκια των κεντρικών τραπεζών», εξήγησε ο Γουΐλεμ Μπούιτερ, επικεφαλής οικονομολόγος της Citigroup και πρώην κεντρικός τραπεζίτης, και ζήτησε την κατάργηση των μετρητών. Όταν η πορεία της οικονομίας είναι τόσο κακή, που τα επιτόκια γίνονται όλο και πιο αρνητικά με σκοπό την αναθέρμανση της, τότε τα μετρητά γίνονται τροχοπέδη, ήταν το επιχείρημα του.
Ο οικονομολόγος του Χάρβαρντ Ρόγκοφ συμμερίζεται την άποψη αυτή και παράλληλα τονίζει τον ρόλο των μετρητών ως παράγοντα που ευνοεί τις παράνομες δραστηριότητες. Σύμφωνα με έρευνες, τουλάχιστον το 50% των μετρητών χρησιμοποιείται για τη συγκάλυψη παράνομων συναλλαγών.
Το γεγονός ότι η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας συνδιοργάνωσε το συνέδριο στο Λονδίνο για την αντιμετώπιση του μηδενικού κατώτατου ορίου του βασικού επιτοκίου δεν είναι τυχαίο. Η ελβετική κεντρική τράπεζα με το επιτόκιο για την αποδοχή καταθέσεων όψεως στο -0,75% είναι από τις πρώτες που εισήγαγαν αρνητικά επιτόκια. Η φύλαξη μετρητών στην Ελβετία με αυτό το επιτόκιο ποινής μετά από αφαίρεση των εξόδων ασφάλισης και θησαυροφυλακίου είναι πιο φθηνή από την τοποθέτηση χρημάτων στην τράπεζα. Αν η εθνική κεντρική τράπεζα της Ελβετίας θελήσει να μειώσει περαιτέρω τα επιτόκια, θα προκύψουν μαζικές μετατοπίσεις από τα μετρητά.
Κατά το συνέδριο ακούστηκε ότι οι τράπεζες στην Ελβετία αρνήθηκαν, αντίθετα με τη νομοθεσία, να αποδώσουν μεγάλα ποσά σε μετρητά. Ο διευθυντής της ελβετικής ένωσης συνταξιοδοτικών ταμείων ASIP, Χανσπέτερ Κόνραντ, το κατήγγειλε δημοσίως και εξέφρασε υποψίες ότι από πίσω κρύβεται η κεντρική τράπεζα. Πράγματι, η κεντρική τράπεζα επιβεβαίωσε στην ελβετική ραδιοτηλεόραση: «Η SNB συνέστησε για τον λόγο αυτόν στις τράπεζες να είναι φειδωλές απέναντι στη ζήτηση μετρητών».
Αν καταργήσουμε εντελώς τα μετρητά, δε θα έχουμε αυτό το πρόβλημα. Όποιος έχει λεφτά μπορεί ανενδοίαστα να κληθεί να πληρώσει το επιτόκιο ποινής χωρίς να μπορεί να κάνει αλλιώς. Η απαγόρευση φύλαξης μετρητών στις θυρίδες, όπως την είχε εισαγάγει πρώτη φορά η JP Morgan Chase στις ΗΠΑ, έχει το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, αν εξετάσουμε πιο προσεκτικά το νομισματικό σύστημα, ο κοσμάκης είναι αυτός που έχει τις αποταμιεύσεις του με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων είτε άμεσα είτε μέσω των συνταξιοδοτικών ταμείων, τα οποία οφείλουν να τηρούν υψηλά αποθεματικά για να καταβάλλουν τις συντάξεις. Τους γίνεται συνεπώς αφαίμαξη λόγω των αρνητικών επιτοκίων. Αυτοί που έχουν πολλά ή υπερβολικά πολλά χρήματα τα έχουν επενδύσει άμεσα σε συμμετοχές σε εταιρείες, μισθωμένα ακίνητα και μετοχές. Βγάζουν κέρδος διότι τα αρνητικά επιτόκια ασκούν ανοδικές πιέσεις στις συναλλαγματικές ίσοτιμίες και στις τιμές των μετοχών, των τίτλων και των ακινήτων. Αντίστοιχα, η λίστα των δισεκατομμυριούχων που δημοσιεύει το Forbes αυξήθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής «κρίσης» ενώ οι περιουσίες τους μεγεθύνθηκαν σε πολΰ μεγάλο βαθμό. Η κρίση είναι απλώς κρίση για το κατώτερο 99% του πληθυσμού. Αυτό ενισχύεται περαιτέρω όσο λιγότερα μετρητά κυκλοφορούν.
Βεβαίως, οι μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις πιστωτικών καρτών Visa, MasterCard, American Express, που κατέχουν ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά, εξασφαλίζουν υψηλά κέρδη από τον περιορισμό των μετρητών. Όχι μόνο αυξάνεται ο κύκλος εργασιών τους, αλλά αν οι έμποροι και οι καταναλωτές δεν έχουν πια τη δυνατότητα να καταφύγουν στα μετρητά, θα μπορούν να αυξήσουν τις τιμές για την παροχή της υπηρεσίας τους. Το ίδιο ισχύει και για τις τράπεζες, οι οποίες αναπτύσσουν τις πληρωμές χωρίς μετρητά μέσω άλλων μορφών πληρωμής, με κάρτα και μεταφορά χρημάτων.
Όπως θα δούμε και πιο συγκεκριμένα, οι τράπεζες επωφελούνται επίσης από το γεγονός ότι μπορούν να εξασφαλίζουν τα χρήματα που απαιτούνται για τις πληρωμές χωρίς μετρητά για ίδιο λογαριασμό. Αντίθετα, από τα μετρητά δεν κερδίζουν τίποτα. Είναι επομένως ένας επιβαρυντικός ανταγωνιστής του λογιστικού χρήματος των τραπεζών.
Πόσο θετική είναι η επίδραση της επιβολής περιορισμών στα μετρητά με βάση τη λογική του χρηματοπιστωτικού τομέα διαφαίνεται από τον τίτλο ανταπόκρισης της εφημερίδας Handelsblatt ης 6ης Αυγούστου 2015 από την Αθήνα: «Οι Έλληνες ανακαλύπτουν το πλαστικό χρήμα». Μετά από αρκετές εβδομάδες που οι Έλληνες δικαιούνταν να κάνουν αναλήψεις ύψους έως 60 ευρώ ημερησίως, με την επαναλειτουργία των τραπεζών «ανακάλυψαν», σύμφωνα με το δημοσίευμα, αναγκαστικά το πλαστικό χρήμα: «Ενώ οι ελληνικές τράπεζες υπό κανονικές συνθήκες χορηγούν περί τις 100.000 κάρτες τον μήνα, τον φετινό Ιούλιο ο αριθμός αυτός ανήλθε σε ένα εκατομμύριο. Αλλά και στις διαδικτυακές τραπεζικές συναλλαγές παρατηρείται ραγδαία άνοδος: 150.000 νέοι χρήστες έλαβαν τον Ιούλιο στοιχεία πρόσβασης, πέντε φορές περισσότεροι έναντι του προηγούμενου μήνα». Σύμφωνα με μελέτη της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), το 80% των πελατών πλήρωσε τοις μετρητοίς στις θερινές εκπτώσεις του 2014 και μόλις το 3% με πιστωτική κάρτα. Στις εκπτώσεις του 2015 το 44% συνέχισε να πληρώνει με μετρητά και το 32% με πιστωτική κάρτα. Αυτό το θεωρούμε πρόοδο και εκσυγχρονισμό, τουλάχιστον από τη σκοπιά του διεθνούς χρηματοπιστωτικού τομέα. Από τη σκοπιά του λιανικού εμπορίου όμως όχι και τόσο, αφού ο κύκλος εργασιών συρρικνώθηκε δραματικά.
Μόλις αναλύσαμε το σημαντικότερο, θεωρητικά, κίνητρο των πολέμιων των μετρητών: Αν εκλείψουν τα μετρητά, αποφεύγονται οι μαζικές εκροές καταθέσεων σε περίπτωση που οι τράπεζες αντιμετωπίζουν δυσχέρειες. Τότε όμως το κράτος θα πρέπει να πάψει να χρηματοδοτεί τις διασώσεις τραπεζών. Σε περίπτωση ανάγκης οι καταθέτες παραιτούνται από τα χρήματα τους, ώστε οι (περισσότερες) τράπεζες να διατηρήσουν τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα τους.
Συνοψίζοντας, υπάρχουν πέντε κίνητρα, εκ των οποίων το πρώτο είναι αυτό που προβάλλεται κατά κύριο λόγο, το δεύτερο συζητείται στους οικονομικούς κύκλους και τα τρία τελευταία δεν κατονομάζονται ποτέ:
•  η παρεμπόδιση παράνομων δραστηριοτήτων
•  η δυνατότητα εφαρμογής (έντονα) αρνητικών επιτοκίων
•  η μεγέθυνση των κερδών για τους διαχειριστές ηλεκτρονικών πληρωμών
•  η αύξηση των κερδών από τη δημιουργία χρήματος εκ μέρους των τραπεζών
•  η διατήρηση των καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα ώστε να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς εξυγίανσης τραπεζών.
Αμέσως πριν από τη διάσκεψη κατά των μετρητών στο Λονδίνο είχα την ευκαιρία να κάνω μια συνέντευξη για την εφημερίδα Handelsblatt με τον οικονομολόγο του Χάρβαρντ και επικριτή των μιιρητών Κεν Ρόγκοφ. Όταν ρωτήθηκε για τους κινδύνους που ενέχει η κατάργηση των μετρητών ήταν ιδιαίτερα συμβιβαστικός, και μάλιστα ανέφερε τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται. Στη συνέχεια, όμως, απαρίθμησε τα γνωστά επιχειρήματα, ότι τα μετρητά χρησιμοποιούνται για παράνομες συναλλαγές και ότι εμποδίζουν τις κεντρικές τράπεζες να διαμορφώνουν τα επιτόκια σε αρνητικά επίπεδα αν παραστεί ανάγκη. Όταν του αντέταξα ότι χωρίς μετρητά είμαστε υποχρεωμένοι να εμπιστευόμαστε τα χρήματα μας στις τράπεζες ως πιστώσεις που μπορούν να χαθούν σε περίπτωση χρεοκοπίας, αναγνώρισε το πρόβλημα και είπε ότι πριν από την κατάργηση των μετρητών θα πρέπει να δημιουργήσουμε «ισότιμες εναλλακτικές που θα παρέχουν προστασία από την αφερεγγυότητα». Για παράδειγμα, να έχει ο καθένας την δυνατότητα να τηρεί λογαριασμό στην Bundesbank ή σε κάποιο ίδρυμα που περιορίζεται στις κύριες τραπεζικές υπηρεσίες Και το οποίο προσφέρει κρατική εγγύηση των καταθέσεων. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να παρέχεται σε όλους ανεξαιρέτως, και μάλιστα να επιδοτείται σε περίπτωση ανάγκης.
Εξίσου εντυπωσιακή όσο και ανησυχητική ήταν η απάντηση του Ρόγκοφ στην ένσταση ότι μόνο με τα μετρητά μπορούμε να αποφύγουμε την ολοκληρωτική παρακολούθηση των πληρωμώ μας. «Ας είμαστε ρεαλιστές: Οι τεχνολογίες παρακολούθησης έχουν κάνει αλματώδη πρόοδο. Θα ήταν ουτοπικό να πιστεύουμε ότι μπορούμε να ξεφύγουμε αποτελεσματικά από τον έλεγχο μέσω της χρήσης μετρητών. Σκεφτείτε τις πανταχού παρούσες κάμερες παρακολούθησης, τα λογισμικά αναγνώρισης πρόσωπου και την επεξεργασία των δεδομένων των τηλεπικοινωνιών», είπε ο Ρόγκοφ.
Από την εγγυημένη από το κράτος, ανώνυμη και γενικώς προσβάσιμη εναλλακτική του επισφαλούς λογιστικού χρήματος τω τραπεζών, που ο Ρόγκοφ θεωρεί αναγκαία συνθήκη για την κατάργηση των μετρητών, δεν υπάρχει ούτε ίχνος. Ούτε κουβέντα. Παρ' όλα αυτά, ο Ρόγκοφ έχει διακοσμητικό μόνο ρόλο στον αγώνα κατά των μετρητών.   
                                                       
Οι κεντρικές τράπεζες ούτε καν διανοούνται να εξασφαλίσουν για τους πολίτες ή τις επιχειρήσεις πρόσβαση σε έναν ασφαλή τραπεζικό λογαριασμό στις ίδιες. Διότι αυτό θα μας επέτρεπε να γυρίσουμε την πλάτη στις εμπορικές τράπεζες διασφαλίζοντας τα χρήματα μας στην κεντρική τράπεζα. Κάτι τέτοιο όμως δε θα ήτα σκόπιμο για τις δουλειές και τη σταθερότητα των ιδιωτικών εμπ ρικών τραπεζών. Καλό θα ήταν να το πληροφορηθεί αυτό, για παράδειγμα, ο γερμανικός ασφαλιστικός όμιλος Talanx, ο οποίο ήθελε να ανοίξει λογαριασμό στην Bundesbank και κατέθεσε μήνυση για την απόρριψη του αιτήματος του. «Η τήρηση λογαριασμού στην Bundesbank καταρχήν απαγορεύεται σε εμπορικές επιχειρήσεις», δήλωσε με έμφαση η κεντρική τράπεζα.
Πίσω από την πρωτοφανή αυτή μήνυση κρύβεται η βαθιά δυσπιστία της τρίτης μεγαλύτερης ασφαλιστικής επιχείρησης στην Γερμανία απέναντι στις εμπορικές τράπεζες. «Μόνο ένας λογαριασμός στην Bundesbank είναι πραγματικά ασφαλής σε περίπτωση πτώχευσης», δήλωσε εκπρόσωπος της Talanx. Οι καταθέσεις των πελατών σε ιδιωτικά νομισματικά χρηματοπιστωτικά δρύματα καλύπτονται συνήθως από το ταμείο εγγύησης καταθέσεων -το οποίο όμως είναι «εντελώς ανεπαρκές». Ο εκπρόσωπος τύπου υπέδειξε τα προβλήματα των ταμείων αυτών μετά τη χρεοκοπία της γερμανικής θυγατρικής της Lehman κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης: «Όταν μια εμπορική τράπεζα καθίσταται αφερέγγυα, χάνεται το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων». Η Bundesbank υπερίσχυσε με τη φιλική προς τις τράπεζες, αρνητική της στάση εις βάρος της οικονομίας και των πολιτών. Η μήνυση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...