Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

Ανατοκισμός οφειλής, καταναλωτής, ΓΟΣ, εισφορά ν. 128/ 1975, τοκαριθμηκό επιτόκιο, διαφάνεια.

Μονομελές Εφετείο Θεσ/ κης 2454/ 2017, ΕΕμπΔ 2018.414.

Πρόεδρος, Ε. Ασημακοπούλου.
Περίληψη. Σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου - Ανατοκισμός οφειλής - Έννοια Καταναλωτή - Γενικοί Όροι Συναλλαγών. Η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ως συνήθης τραπεζική υπηρεσία που απευθύνεται σε τελικό αποδέκτη εμπίπτει στην έννοια των συμβάσεων που εξετάζονται υπό το πρίσμα του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών. Ο ανατοκισμός μιας τέτοιας οφειλής από σύμβαση δανείου ως αποτέλεσμα μετακύλισης της προβλεπόμενης από το ν. 128/1975 εισφοράς προς τους δανειολήπτες δεν είναι επιτρεπτός εκτός αν έχει ρητώς συμφωνηθεί στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβατικών σχέσεων. Παράλληλα, η τραπεζική πρακτική περί χρήσης του διαστήματος των 360 ημερών ανά έτος ως βάσης υπολογισμού των τόκων για τις ενήμερες οφειλές, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας όπως αυτή εφαρμόζεται για την προστασία των καταναλωτών. Εξάλλου, η προστασία που παρέχεται στους δανειολήπτες ως καταναλωτές επεκτείνεται αντίστοιχα και στους εγγυητές τους.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και το οποίο κάνει χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, αποτελώντας παράλληλα τον τελικό αποδέκτη τους. Με βάση την ως άνω ρύθμιση, ως καταναλωτής νοείται όχι μόνο το πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή την υπηρεσία με στόχο την ικανοποίηση ατομικών αναγκών αλλά και για την ικανοποίηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών του αναγκών αρκούντος μόνο του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης αυτών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνεται δεκτή η επέκταση του ρυθμιστικού πλαισίου προστασίας των καταναλωτών και στις τραπεζικές συναλλαγές (όπως η χορήγηση δανείων) οι οποίες απευθύνονται στον τελικό τους αποδέκτη ακόμα και αν ο τελευταίος είναι έμπορος ή επιχειρηματίας που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες για την ικανοποίηση επαγγελματικών αναγκών. Το γεγονός αυτό δεν αποκλείει την επίκληση του αρ. 281 ΑΚ από τα τραπεζικά ιδρύματα όταν η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως για παράδειγμα συμβαίνει όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας καθόσον έχει αντίστοιχη εμπειρία σε αυτές τις συναλλαγές ή διαθέτει επαρκή οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της σύμβασης. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί πως στην έννοια του καταναλωτή εμπίπτουν και οι εγγυητές των δανειοληπτών λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής κατ’ αρ. 847 ΑΚ, δεδομένου ότι δεν δικαιολογείται η παροχή μειωμένης προστασίας σε αυτούς εφόσον ο πρωτοφειλέτης εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή. Κατά τα λοιπά, στα πλαίσια των εν λόγω συμβάσεων, με στόχο την προστασία των καταναλωτών, ελέγχεται το περιεχόμενο των Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) οι οποίοι ορίζονται ως όροι οι οποίοι έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων. Οι καταχρηστικοί ΓΟΣ είναι άκυροι ιδίως στις περιπτώσεις που δεν γνωστοποιούνται με τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (αρχή της διαφάνειας) στον καταναλωτή ή/και οδηγούν στην διατάραξη της ισορροπίας σε βάρος του ασθενέστερου μέρους.

Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των ανακοπτόντων (της πρώτης ως δανειολήπτριας και των δευτέρου και τρίτου ως εγγυητών) και της καθ’ ης η ανακοπή Τράπεζας ως δανείστριας, καταρτίστηκε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Ο δεύτερος και ο τρίτος των ανακοπτόντων και ήδη εφεσιβλήτων εγγυήθηκαν, προς τη δανείστρια Τράπεζα, ως αυτοφειλέτες, ανεπιφύλακτα, ανέκκλητα και εις ολόκληρον την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση του εν λόγω δανείου και γενικά την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που ανέλαβε η δανειζόμενη με την ως άνω σύμβαση. Με βάση τη σύμβαση αυτή, η εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί σε 240 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ενώ ως βάση υπολογισμού των τόκων για τις ενήμερες οφειλές συμφωνήθηκε να λαμβάνεται υπόψη το έτος των 360 ημερών.
Η δανείστρια Τράπεζα κατήγγειλε την σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, λόγω καθυστέρησης καταβολής των συμφωνηθέντων τόκων. Μετά από αίτησή της τράπεζας, εκδόθηκε Διαταγή Πληρωμής κατά της οποίας οι καθ’ ων η αίτηση άσκησαν την ανακοπή τους. Συμφωνήθηκαν έτσι μεταξύ των διαδίκων, εκτός άλλων, τα εξής: Οι οφειλόμενοι σε καθυστέρηση τόκοι εκτοκίζονται από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης και μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή τους με το ίδιο επιτόκιο υπερημερίας. Επίσης οι οφειλόμενοι σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. Ως βάση υπολογισμού των τόκων για τις ενήμερες οφειλές λαμβάνεται το έτος των 360 ημερών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δανείστρια χρέωσε αθεμίτως με τόκους τη δανειολήπτρια με βάση τις 360 ημέρες τον χρόνο και όχι τις 365 ημέρες, και εφαρμόζοντας, ως προς το επιτόκιο, τον όρο αυτό (ο οποίος αποτελεί ΓΟΣ) επιβάρυνε την εκ νομίμων τόκων απαίτησή της σε βάρος της δανειολήπτριας με επιπλέον επιτόκιο. Ο παραπάνω όρος προσκρούει, στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Λόγω της ανωτέρω αθέμιτης ποσοστιαίας επιβάρυνσης της απαίτησης και λόγω του ότι δεν προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την καθ’ ης η ανακοπή (και ήδη εκκαλούσα) αντίγραφο κίνησης του τηρηθέντος λογαριασμού ρύθμισης, σε ποιο ακριβώς ποσό αντιστοιχεί, η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή σε βάρος των ανακοπτόντων τυγχάνει όχι εκκαθαρισμένη και παρεπόμενα από τον λόγο αυτό η εν λόγω διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί. Περαιτέρω, με βάση τη σύμβαση, τον Δανειζόμενο βαρύνουν και του επιρρίπτονται, από την ημέρα καταβολής τους από την Τράπεζα, όλοι οι ισχύοντες φόροι, τέλη, εισφορές, δικαιώματα, ή άλλες κάθε μορφής επιβαρύνσεις υπέρ του Δημοσίου ή οιουδήποτε τρίτου, που επιβάλλονται στο κεφάλαιο, τους τόκους, τα έξοδα ή τις προμήθειες και γενικά σε κάθε άλλης μορφής ωφέλειες, που απορρέουν ή έχουν οπωσδήποτε σχέση με τη σύμβαση αυτή. Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι συμφωνήθηκε μεταξύ της τράπεζας και των ανακοπτόντων να γίνει μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 στη δανειζόμενη, χωρίς ωστόσο να προκύπτει από πουθενά ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ο ανατοκισμός της. Παρά ταύτα, η Τράπεζα, αφού κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως, στη συνέχεια ανατόκιζε τα ποσά της. Συνεπεία των ανωτέρω, η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ανεκκαθάριστη, λόγω της ενσωμάτωσης σε αυτήν των ως άνω παρανόμως υπολογισθέντων επιπλέον τόκων, καθώς και των ποσών που προέκυπταν από τον ανατοκισμό τους, βάσει της αθέμιτης και παράνομης πρακτικής της Τράπεζας. Η ακυρότητα δε των επιμέρους ποσών επηρεάζει την έγγραφη απόδειξη, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης, αφού από την εν λόγω μηχανογραφημένη κατάσταση (απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας), δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός μεν λόγω του είδους των εγγραφών, αφετέρου δε λόγω της ενσωμάτωσης στον λογαριασμό των ποσών του ανατοκισμού της εισφοράς στα ποσά του ανατοκισμού των τόκων και εξόδων, με περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της τράπεζας
...

Με βάση τις προβλέψεις του ν. 128/1975, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αποδίδουν υπέρ του Δημοσίου, εισφορά η οποία ανέρχεται σε ποσοστό ένα επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους υπολοίπων των χορηγούμενων δανείων. Από τη διατύπωση του νόμου δεν προκύπτει η απαγόρευση της συμβατικής μετακύλισης της ως άνω εισφοράς προς τους δανειολήπτες, η οποία μάλιστα αποτέλεσε και πάγια πρακτική των τραπεζών από την ισχύ του νόμου αυτού. Προϋπόθεση για τη νόμιμη μετακύλιση της εισφοράς αποτελεί η προηγούμενη επαρκής ενημέρωση του δανειολήπτη, με αποτέλεσμα η επιβολή της εισφοράς στους δανειολήπτες να ελέγχεται από άποψη διαφάνειας. Ωστόσο από το ισχύον νομοθετικό καθεστώς προκύπτει το συμπέρασμα πως είναι επιτρεπτός μόνο ο ανατοκισμός τόκων και όχι ο ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/ 1975, εκτός αν έχει συμφωνηθεί συμβατικά. Εν προκειμένω μάλιστα δεν προέκυπτε από κανένα σημείο της συναφθείσας σύμβασης ειδική συμφωνία περί ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/1975. Πέραν αυτών, το Εφετείο επικύρωσε την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία ο υπολογισμός του επιτοκίου με βάση έτος 360 ημερών (αντί για 365 κατά την μέση αντίληψη του καταναλωτή) οδηγεί στην ελλιπή πληροφόρηση του δανειολήπτη αναφορικά με το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, ενώ παράλληλα διασπά τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή το έτος (ως χρονικό διάστημα) στο οποίο έπρεπε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια πρόσθετη επιβάρυνση του δανειολήπτη αλλά και των εγγυητών αυτού, πρακτική που είναι αθέμιτη. Με βάση τα προεκτεθέντα το Εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα έφεση, δεχόμενο πως η απαίτηση της τράπεζας δεν ήταν εκκαθαρισμένη και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου.
Δημοσίευση σχολίου