Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Ο Μακεδονικός Αγώνας (1881-1908).

Αντώνης Σατρατζάνης στην Ιστορία των Ελλήνων [έκδοση ΔΟΜΗ, τόμος 11, σελίδες 234-268]. ΠΗΓΗ.

Η Μακεδονία πριν από τον ένοπλο αγώνα.

Ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας ως τμήμα της επικράτειας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας χωριζόταν σε τρία βιλαέτια: της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και των Σκοπίων. Σε αυτές τις περιοχές κατοικούσαν ελληνόφωνοι, σλαβόφωνοι, βλαχόφωνοι και αλβανόφωνοι χριστιανικοί πληθυσμοί, όπως επίσης τουρκόφωνοι και αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι. Οι ελληνόφωνοι γενικά κυριαρχούσαν στα νότια, ενώ οι σλαβόφωνοι είχαν πυκνότερη παρουσία προς τα βόρεια.
Ο αγώνας για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από την οθωμανική κυριαρχία άρχισε ταυτόχρονα με την επανάσταση στη νότια Ελλάδα το 1821, όμως δεν είχε αίσιο τέλος, ενώ οι εξεγέρσεις της περιόδου 1830-1860 δεν προσέφεραν τίποτε περισσότερο από σφαγές, λεηλασίες και τρομοκρατία των χριστιανικών πληθυσμών. Ένα ακόμη ελληνικό κίνημα ξέσπασε στη Μακεδονία το 1877, αλλά η εξέγερση δεν κατόρθωσε να λάβει σημαντικές διαστάσεις. Όμως, τώρα πλέον οι Έλληνες δεν ήταν μόνοι τους στον αγώνα για επικράτηση στη Μακεδονία. Η Μακεδονία, παρά τις εξεγέρσεις και τα επαναστατικά κινήματα που εκδηλώθηκαν στον χώρο της, τελικά δεν κατόρθωσε να αποτελέσει τμήμα του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Παρ' όλα αυτά όμως η ιδέα του αλυτρωτισμού παρέμεινε άσβεστη. Ο μακεδονικός ελληνισμός υπό φοβερά αντίξοες συνθήκες, αντιπαλεύοντας υπέρτερες δυνάμεις, κατάφερε να κρατήσει αλώβητο το ελληνικό φρόνημα στη Μακεδονία, ανοίγοντας τον δρόμο για την απελευθέρωση της στους Βαλκανικούς πολέμους.
Ήδη από τον 19ο αιώνα οι εθνικές επιδιώξεις των βαλκανικών κρατών έρχονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους. Είχε συμβάλλει, όμως, πρωτύτερα σε αυτό και η ενοποίηση του βαλκανικού χώρου μέσα στο πλαίσιο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία επέτρεψε την κινητικότητα των βαλκανικών λαών. Έλληνες από τη Μακεδονία και την Ήπειρο εγκαταστάθηκαν στη Σερβία, στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία, ενώ Βούλγαροι κατέβηκαν στη Μακεδονία ενισχύοντας το ήδη υπάρχον σλαβικό στοιχείο.                                        _
Οι Βούλγαροι το 1870 απέκτησαν χωριστή εκπαιδευτική εκπροσώπηση με την ίδρυση της Εξαρχίας και το 1878 ξεχωριστό κράτος με τη δημιουργία της Βουλγαρικής ΗγεμονίαςΟι επιδιώξεις των Βουλγάρων δεν περιορίζονταν μόνο στην ενσωμάτωση των εδαφών της σημερινής Μακεδονίας. Αντίθετα οραματίζονταν μια μεγάλη Βουλγαρία, που θα περιλάμβανε τη σημερινή Βουλγαρία, τη Δοβρουτσά, τη Μακεδονία και τη Θράκη, η οποία είχε γίνει προσωρινά πραγματικότητα το 1877 με την υπογραφή της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, που τερμάτιζε τον Ρωσο-τουρκικό πόλεμο της περιόδου 1876-77. Ο εκκλησιαστικός διαχωρισμός των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς προσέλαβε τη μορφή της εθνικής αντιπαράθεσης μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, διότι η διάκριση των πληθυσμών δεν γινόταν με βάση την εθνική ταυτότητα, αλλά με τη θρησκευτική επιλογή. Έτσι οι πατριαρχικοί ταυτίζονταν με τους Έλληνες και οι εξαρχικοί με τους Βούλγαρους. Το Βουλγαρικό εθνικιστικό κίνημα βρισκόταν σε έξαρση και ο ελληνικός πληθυσμός της Μακεδονίας, κυρίως της υπαίθρου, συντηρούσε τις πατρογονικές αξίες που προέρχονταν από τον κόσμο της παράδοσης, ενώ του ήταν πιο εύκολο να ταυτιστεί με την έννοια της Εκκλησίας, παρά με αυτήν του εθνικού κράτους. Εκεί ακριβώς βρισκόταν και ο ακρογωνιαίος λίθος των πιέσεων που δέχτηκε όλη τη διάρκεια του Μακεδόνικου Αγώνα. Βέβαια, εκτός της θρησκείας, σημαντικός παράγοντας για τον καθορισμό της εθνικής ταυτότητας υπήρξε και η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι κληρικοί.
Με την πάροδο του χρόνου έγινε αντιληπτό στους κύκλους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ότι ήταν επιτακτική πλέον ανάγκη η υιοθέτηση δυναμικότερων μέσων, ώστε να αντιμετωπιστεί η συνεχώς αυξανόμενη πίεση της βουλγαρικής Εξαρχίας. Δεν ήταν άλλωστε λίγες οι περιπτώσεις βίαιων πιέσεων των βουλγαρικών συμμοριών που δρούσαν στη μακεδονική ύπαιθρο σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού.
Το 1870 ήδη ο βουλγαρικός εθνικισμός είχε γίνει αποφασιστικός παράγοντας για τις εξελίξεις στη Μακεδονία, αφού εκείνη τη χρονιά ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εκκλησία, η γνωστή Εξαρχία. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1878, με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, δημιουργείται με την υποστήριξη της Ρωσίας ένα ανεξάρτητο βουλγαρικό κράτος που περιλάμβανε ολόκληρη τη Μακεδονία, εκτός από την πόλη της Θεσσαλονίκης και τη Χαλκιδική. Αν και μερικούς μήνες αργότερα οι όροι της συνθήκης μεταβλήθηκαν και η Μακεδονία παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία, ωστόσο η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου δεν έπαυε να κεντρίζει τις επεκτατικές βλέψεις του νεοσύστατου βουλγαρικού κράτους. Μετά το 1870 αναπτύχθηκε έντονος ελληνοβουλγαρικός ανταγωνισμός στη Μακεδονία με την ίδρυση νέων σχολείων και φιλεκπαιδευτικών σωματείων. Όμως η βουλγαρική προπαγάνδα δυσκολευόταν να βρει πρόσφορο έδαφος.
Στη δεκαετία του 1890, οι βουλγαρικές προσπάθειες οργανώθηκαν σε νέες βάσεις. Το 1893 συστήθηκε στη Θεσσαλονίκη η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (Ε.Μ.Ε.Ο), ενώ στη Σόφια επιτροπές ανέλαβαν τη χρηματοδότηση, τον εξοπλισμό και την αποστολή ενόπλων σωμάτων, με σκοπό τον βίαιο προσηλυτισμό του πληθυσμού της Μακεδονίας στην Εξαρχία και την εμφύσηση βουλγαρικής εθνικής συνείδησης.
Τις προσπάθειες των Βουλγάρων συντόνιζε το «Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο», το οποίο ιδρύθηκε το 1895. Ιδιαίτερα μετά την αποτυχημένη ελληνική επαναστατική δραστηριότητα του 1896 και τη συντριβή της Ελλάδας στον πόλεμο του 1897, το έδαφος στη Μακεδονία ήταν ιδιαίτερα πρόσφορο για τις βουλγαρικές βλέψεις.
Από την αρχή στους κόλπους της οργάνωσης υπήρξαν δύο τάσεις: Οι Βερχοβιστές (από τον όρο Varhoven Komitet), δηλαδή οι οπαδοί της Ανωτάτης Επιτροπής που απέβλεπαν στην ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, και οι σεντραλιστές (από τον όρο Centralen Komitet), οι οποίοι προτιμούσαν τη δημιουργία ανεξάρτητου ή αυτόνομου κράτους της Μακεδονίας.
Οι δύο αντιμαχόμενες τάσεις συνενώθηκαν το 1898, όταν αρχηγός της Ανωτάτης Επιτροπής εξελέγη ο πρώην διευθυντής του βουλγαρικού γυμνασίου Θεσσαλονίκης Μπόρις Σαράφωφ. Την ίδια περίοδο άρχισαν να εισέρχονται στη Μακεδονία ένοπλες ομάδες Βουλγάρων, που έμειναν γνωστοί ως κομιτατζήδες, από το βουλγαρικό κομιτάτο. (Komitet = επιτροπή).
Είχε ξεκινήσει αγώνας για τη διεκδίκηση της Μακεδονίας και η θρησκεία αποτελούσε ένα ισχυρό μέσο επιρροής των εγχώριων πληθυσμών, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ήταν ελληνικής καταγωγής. Ο οικουμενικός πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως έσπευσε βέβαια να καταδικάσει ως σχισματική τη Βουλγαρική Εξαρχία αλλά και τον εθνοφυλετισμό των λαών της Βαλκανικής καθώς και τις ένοπλες βίαιες συγκρούσεις. Τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά, αν όχι αμελητέα. Εκεί βεβαίως που οι πατριαρχικές νουθεσίες είχαν απήχηση ήταν η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους, όπου διατηρήθηκε το ενιαίον και αδιαίρετον.
Παρά τις επίμονες προσπάθειες της Βουλγαρικής Εξαρχίας να αποσπάσει από το Οικουμενικό Πατριαρχείο τη σερβική Μονή Χιλανδαρίου, τη Βουλγαρική Μονή Ζωγράφου καθώς και τη Βουλγαρική σκήτη της Βογορόδιτσας, το Άγιον Όρος στο σύνολο του έμεινε πιστό στην Ιερά Επιστασία των Καρυών και στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης.
Προπαγανδιστική δράση στον χώρο της Μακεδονίας άρχισαν να αναπτύσσουν και οι Σέρβοι εθνικιστές, οι οποίοι είχαν και την υποστήριξη της Αυστροουγγαρίας για την προσάρτηση της περιοχής. Από τις πρώτες οργανώσεις που ιδρύθηκαν ήταν ο σύλλογος Εταιρεία του Αγίου Σάββα το 1886, ενώ από την επόμενη χρονιά άρχισαν να δημιουργούνται σερβικά σχολεία για τους σλαβόφωνους της βόρειας ζώνης της Μακεδονίας. Παράλληλα, το Υπουργείο Εξωτερικών της Σερβίας συγκρότησε και ιδιαίτερο τμήμα μακεδονικής προπαγάνδας, οι υπάλληλοι του οποίου σύντομα άρχισαν να κατεβαίνουν μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Έχοντας όμως ως μεγάλο αντίπαλο τους κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ, οι Σέρβοι αναγκάστηκαν να αποσύρουν τους προπαγανδιστές και να κλείσουν τα περισσότερα σχολεία τους στη νότια Μακεδονία. Το ελληνικό κράτος άργησε να αντιδράσει. Πάντως ο  διορισμός του Ίωνα Δραγούμη ως υποπρόξενου στο Μοναστήρι (Νοέμβριος 1902) συνετέλεσε στην οργάνωση του ελληνικού ένοπλου κινήματος και στην εξύψωση του φρονήματος. Έτσι, σύντομα ακολούθησε η συγκρότηση των πρώτων εντοπίων σωμάτων με πρωταγωνιστές τον Κώτα, τον Νταλίπη, τον Κύρου κ.ά.
Τα γεγονότα αυτά και η συνακόλουθη διεθνοποίηση του Μακεδονικού ζητήματος επιτάχυναν τις εξελίξεις στην Αθήνα. Τον Μάιο του 1904 ιδρύθηκε από το Δημήτριο Καλαποθάκη το Μακεδονικό Κομιτάτο, με σκοπό να οργανώσει την ελληνική αντίδραση στη Μακεδονία και να συνδράμει με όπλα, χρήματα και εφόδια τους Έλληνες αντάρτες και να διαφωτίσει την ελληνική και τη διεθνή κοινή γνώμη για τα όσα συνέβαιναν στη Μακεδονία. Συναφείς ήταν και οι στόχοι του Κεντρικού Μακεδονικού Συλλόγου των αδελφών Θεοχάρη και Μαυρουδή Γερογιάννη.
Την ίδια χρονιά η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στη δημιουργία οργάνωσης, κατευθυνόμενης από τα προξενεία με επικεφαλής τον γενικό πρόξενο Θεσσαλονίκης Λάμπρο Κορομηλά. Το προξενείο Θεσσαλονίκης ανέλαβε την οργάνωση του αγώνα στα όρια του Βιλαετιού Θεσσαλονίκης και το Μακεδονικό Κομιτάτο στο Βιλαέτι Μοναστηρίου. Αξιωματικοί του ελληνικού στρατού άρχισαν να διεξάγουν επιτόπιες έρευνες για την εκτίμηση της κατάστασης και τις προοπτικές δράσης. Εκτός από το προξενείο Θεσσαλονίκης δημιουργήθηκαν άλλα δύο κύρια οργανωτικά κέντρα στο Μοναστήρι και στις Σέρρες. Σε κάθε κέντρο προϊστάμενος ήταν ο Έλληνας πρόξενος. Όλα τα κέντρα ενισχύθηκαν με αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, οι οποίοι καλύπτονταν πίσω από την ιδιότητα του υπαλλήλου για να ασκούν το οργανωτικό και προπαγανδιστικό τους έργο. Στις πόλεις και στα χωριά συγκροτούνταν επιτροπές για να υποστηρίζουν τη δράση των ανταρτικών σωμάτων. Οι Έλληνες αντέδρασαν με πολιτιστικά και εκπαιδευτικά όπλα: αρχικά με τη δημιουργία διαφόρων πολιτιστικών και φιλεκπαιδευτικών συλλόγων, που είχαν σκοπό την ανακοπή της προπαγάνδας, που εξαπέλυε ο βουλγαρικός εθνικισμός. Ένας εθνικισμός που απέβλεπε στη βουλγαρική ηγεμονία στις διαμφισβητούμενες μεικτές επαρχίες της Μακεδονίας.         
Το συνέδριο του Βερολίνου το 1878 ματαίωσε τα σχέδια των Βουλγάρων για κατοχή της Μακεδονίας και η ελληνική κυβέρνηση αντιλαμβανόμενη το μέγεθος της σοβαρότητας της κατάστασης, αρχικά προέβη σε ίδρυση σχολείων και άλλων εκπαιδευτηρίων, ενισχύοντας παράλληλα τις προξενικές αρχές. Ο αγώνας ουσιαστικά είχε ήδη αρχίσει.

Οι Βούλγαροι οργανώνουν την επίθεση τους.

Ο Μπόρις Σαράφωφ, Βούλγαρος αξιωματικος πρώην διευθυντής του βουλγαρικού γυμνασίου  της  Θεσσαλονίκης  με  μακεδονική καταγωγή, οργάνωσε τα πρώτα ένοπλα σώματα το 1895, τα οποία άρχισαν αμέσως τη δράση τους στις βόρειες περιοχές. Κατέλαβαν μερικά χωριά, χωρίς όμως να βρουν την αντααπόκριση που ανέμεναν. Ήδη όμως το όλο ζήτημα είχε περάσει σε διπλωματικό επίπεδο στην Ευρώπη, και οι Έλληνες αλλά και οι Σέρβοι δεν άργησαν να αντιληφθούν τα σχέδια του βουλγαρικού επεκτατισμού σε μια χρονική στιγμή που ο ίδιος ο Σαράφωφ είχε πείσει την Ευρώπη ότι ο αγώνας που διεξήγαγε αφορούσε την αυτονομία της Μακεδονίας. Βουλγαρομακεδονικές επιτροπές συνέχιζαν να αυξάνουν τον αριθμό των ένοπλων ομάδων στην Μακεδονία, τους γνωστούς κομιτατζήδες, με σκοπό αρχικά τουλάχιστον τη δημιουργία επαναστατικών επιτροπών. Ωστόσο ανάμεσα σ' αυτές τις ομάδες είχαν στρατολογηθεί ντόπιοι ορεσίβιοι κυρίως ληστές και άλλοι κακοποιοί, που γνώριζαν αρκετά καλά την περιοχή. Οι ομάδες αυτές επικέντρωσαν τη δραστηριότητά τους στην τρομοκράτηση των πατριαρχικών χωριών. Εισέρχονταν στα χωριά φόνευαν τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Πατριαρχείου, συνήθως κληρικούς, όλους και προεστούς, με αποτέλεσμα οι χωρικοί τρομοκρατημένοι να μεταστρέφονται στην Εξαρχία. Οι δάσκαλοι που έστελνε το Βουλγαρικό κράτος στα χωριά αυτά συνήθως ήταν μέλη της ΕΜΕΟ.
Από το  1902,  που παρατηρήθηκε  κάποια ανοχή από πλευράς των Τούρκων, οι Βούλγαροι με πρωτεργάτες τους Τσακαλάρωφ, Μοσώφ και Κλιάτσεφ άρχισαν να κινούνται με περισσότερη  ευκολία   στη   δημιουργία νέων ένοπλων σωμάτων. Έτσι συστήνεται η πολυμελής ομάδα του περιβόητου Μήτρου-Βλάχου και των Μαρκώφ και Ποπάρσωφ. Την ίδια εποχή καταφθάνει στην περιοχή από τη Σόφια και ο συνταγματάρχης Γιαγκώφ διαδίδοντας πως σύντομα μετά την έκρηξη του κινήματος η Μακεδονία θα είναι ελεύθερη. Ωστόσο οι σκοποί του δεν επιτεύχθηκαν και ξαναγύρισε στη Σόφια.
Τον Οκτώβριο του 1902 ξεσπούν ταραχές στην Άνω Τζουμαγιά. Οι λεγόμενοι Βερχοφιστές από το καλοκαίρι του ίδιου έτους είχαν προχωρήσει σε ενέργειες για την έκρηξη επαναστατικού κινήματος στη Μακεδονία. Έτσι στις 8 Οκτωβρίου ο στρατηγός Τσόντσεφ, αρχηγός του Βερχοφιστικού Κομιτάτου έφθασε με πλήθος κομιτατζήδων στην Ανω Τζουμαγιά και κινήθηκε εναντίον των οθωμανικών δυνάμεων και του μουσουλμανικού πληθυσμού. Παρά τις προσδοκίες του για εξέγερση του χριστιανικού πληθυσμού, μόνο 19 από τα 40 χωριά της περιοχής προσχώρησαν στο κίνημα του. Η αποτυχία του κινήματος του 1902 έφερε στο ευρωπαϊκό προσκήνιο το ζήτημα της Μακεδονίας και από την πλευρά της η Ελλάδα, διαπιστώνοντας την ένταση στις σχέσεις Τουρκίας-Βουλγαρίας, προσπάθησε να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Τουρκία, επιχειρώντας παράλληλα άνοιγμα στη Σερβία. Η κατάσταση γινόταν ολοένα πιο έκρυθμη και οι Μεγάλες Δυνάμεις βλέποντας την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα πίεσαν την Τουρκία για κάποιες μεταρρυθμίσεις. Για τον λόγο αυτό στάλθηκε ο Χιλμή πασάς για να αναδιοργανώσει στο πλαίσιο του «Σχεδίου Μεταρρυθμίσεων της Βιέννης» τις υπηρεσίες, αλλά τελικά οι προσπάθειες του απέτυχαν.

Τα γεγονότα του 1903 και το Ίλιντεν.

Τον Απρίλιο του 1903 και καθώς οι Βούλγαροι προετοιμάζονταν για ένοπλη εξέγερση κατά των Τούρκων στην περιοχή της Μακεδονίας, σημειώθηκαν πολλές τρομοκρατικές ενέργειες στην ύπαιθρο και μία σημαντική στην πόλη της Θεσσαλονίκης, που είχε ως αποτέλεσμα την ανατίναξη από τους Βαρκάρηδες της Οθωμανικής Τράπεζας του ταχυδρομείου και του γαλλικού ατμόπλοιου Γουαδαλκιβίρ που βρισκόταν στο λιμάνι της πόλης. Την αρχηγία του κινήματος του Ιλιντεν είχαν ο Γκροέφ και ο Μπόρις Σαράφωφ, οι οποίοι αρχικά είχαν προβεί σε πυρπολήσεις χωριών, ανατινάξεις γεφυρών, με σκοπό τη δημιουργία σύγχυσης και αποκοπής των επικοινωνιών. Απώτερος στόχος τους άλλωστε ήταν η τρομοκρατία των κατοίκων και ο εξαναγκασμός τους σε φυγή στις ορεινές περιοχές, έτσι ώστε να επιδοθούν σε κλεφτοπόλεμο με τις τουρκικές δυνάμεις.
Οι Τούρκοι παρά τις αλλεπάλληλες δολιοφθορές συνέχιζαν να ενισχύουν τις δυνάμεις τους, με αποτέλεσμα έως τα μέσα του Αυγούστου το κίνημα να κατασταλεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σοβαρών απωλειών και τη δημιουργία κύματος προσφύγων προς τη Βουλγαρία.
Κατά τη διάρκεια του κινήματος, καταλήφθηκε από τις βουλγαρικές δυνάμεις το Κρούσοβο, ανατινάχθηκε το Διοικητήριο και οι «επαναστάτες» ανακήρυξαν τη «Δημοκρατία του Κρουσόβου» που επιβίωσε για λίγες μόνο ημέρες, καθώς ο τουρκικός στρατός που το ανακατέλαβε επιδόθηκε σε λεηλασίες και φόνους. Η Δυτική Μακεδονία σήκωσε το βάρος του κινήματος και υπέφερε σε σύγκριση με τις άλλες περιοχές της Μακεδονίας τόσο από τους Βούλγαρους όσο και από τους Τούρκους. Οι βουλγαρικές βιαιότητες δεν άργησαν να γίνουν γνωστές στον ελληνισμό που παρακολουθούσε με αγωνία τα τεκταινόμενα στον βόρειο χώρο της Μακεδονίας και όχι μόνο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οργανώνονταν συλλαλητήρια και άλλου είδους διαμαρτυρίες για τις αγριότητες που διαπράττονταν από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες σε βάρος των πατριαρχικών σε πολλές κωμοπόλεις και χωριά.
Το κίνημα του Ίλιντεν ουσιαστικά θα έφερνε αντιμέτωπους τους Έλληνες με τον βουλγαρικό εθνικισμό που είχε σκοπό την προσάρτηση της Μακεδονίας στη λεγομένη Μεγάλη Βουλγαρία. Άρχιζε η πιο σκληρή φάση του του Μακεδονικού Αγώνα.

Οι Έλληνες περνούν στην αντεπίθεση.

 Μετά την ενθρόνιση στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως του Ιωακείμ Γ, η κατάσταση αρχίζει και μεταβάλλεται θεαματικά αναφορικά με τις πιέσεις των εξαρχικών σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας. Άλλωστε ο Ιωακείμ Γ' είχε διατελέσει παλαιότερα μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και γνώριζε πολύ καλά τις επιδιώξεις των Βουλγάρων στη Μακεδονία. Διορίζονται   μητροπολίτες   σε   ευαίσθητες περιοχές, νέοι ιεράρχες με μεγάλη ευαισθησία για τα εθνικά θέματα, όπως ο περίφημος Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά,  ο Χρυσόστομος Καλαφάτης στη Δράμα, ο Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι και ο Στέφανος Δανιηλίδης στην Έδεσσα   και πολλοί άλλοι.
Το 1902 η Μακεδονία είχε γεμίσει από κομιτατζήδες. Παρ' όλα αυτά οι Έλληνες δεν τους ακολούθησαν και οι Τούρκοι στράφηκαν εναντίον όλων. Η Τουρκία αναγκάστηκε υπό την πίεση της Αυστρίας και της Ρωσίας να χωρίσει την περιοχή σε 5 ζώνες (Σκοπίων, Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, Σερρών, Δράμας) με ξένους διοικητές. Στο μεταξύ η δραστηριότητα των Βουλγάρων συνεχιζόταν με όλο και μεγαλύτερη ένταση. Στρέφονταν κυρίως εναντίον των προκρίτων και των δασκάλων αλλά και εναντίον των άοπλων πληθυσμών. Ολόκληρα χωριά ξεκληρίστηκαν ή αναγκάστηκαν να γίνουν εξαρχικά. Συγχρόνως η ελληνική κυβέρνηση, διαβλέποντας τον κίνδυνο και προσπαθώντας να οργανώσει την άμυνα του ελληνισμού, προβαίνει στην ίδρυση σχολείων, εκκλησιών, φιλεκπαιδευτικών συλλόγων αλλά και Αδελφοτήτων και φιλανθρωπικών σωματείων που απέβλεπαν στην οικονομική ενίσχυση των σχολείων αλλά και των άλλων φιλογενών σωματείων. Παρ' όλα αυτά οι πιέσεις από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες ήταν μεγάλες και συχνά, οι δάσκαλοι και οι ιερείς έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή τους. Παράλληλα στην Αθήνα ιδρύεται  η  Εθνική Εταιρεία  με την οικονομική  ενίσχυση της κόμισσας Λουίζας Ριανκούρ από νέους αξιωματικούς, όπως οι Κωνσταντίνος και Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, ο Γεώργιος Τσόντος και άλλοι, με σκοπό την οργάνωση και αποστολή ένοπλων σωμάτων, ώστε να περιοριστούν οι τρομοκρατικές ενέργειες των Βουλγάρων, αλλά κυρίως να δημιουργήσουν στον ελληνικό πληθυσμό αίσθημα ασφάλειας. Η «Εθνική Εταιρεία» οργάνωσε τότε αντάρτικες ομάδες, κυριότερη από τις οποίες ήταν του καπετάνιου Μπρούφα. Στα νοτιοδυτικά επίσης της Μακεδονίας δρούσαν μικρές αντάρτικες ομάδες ντόπιων. Λόγω της ήττας του 1897, οι ελληνικές κυβερνήσεις κατά το διάστημα 1897-1904, όταν είχε αρχίσει ο ένοπλος αγώνας των Μακεδόνων, δίσταζαν και αδρανούσαν να επέμβουν. Έτσι η αντίσταση αφέθηκε στους ντόπιους οπλαρχηγούς και στις πρωτοβουλίες του Πατριαρχείου.
Η ελληνική οργάνωση όμως στη Μακεδονία άρχισε να μορφοποιείται, όταν ο Ίων Δραγούμης έφτασε ως πρόξενος της Ελλάδος στο Μοναστήρι το 1902. Την ίδια εποχή η ελληνική κυβέρνηση, συνειδητοποιώντας τους κινδύνους που απειλούσαν τη Μακεδονία εξαιτίας του συνεχώς ανερχόμενου βουλγαρικού επεκτατισμού και ξεπερνώντας τους φόβους της για τυχόν πολεμική εμπλοκή με την Τουρκία, αποφασίζει και στέλνει στη Μακεδονία τους αξιωματικούς Παύλο Μελά, Αναστάσιο Παπούλια, Γεώργιο Κολοκοτρώνη και Αλέξανδρο Κοντούλη, προκειμένου να εκτιμήσουν την κατάσταση που επικρατούσε. Παρά τη διχογνωμία που επικράτησε ανάμεσα στους αξιωματικούς αναφορικά με την οργάνωση του ένοπλου αγώνα, τελικά αποφασίστηκε η συγκρότηση ένοπλων ομάδων στελεχωμένων από ντόπιους, υπό την καθοδήγηση των Ελλήνων αξιωματικών, ώστε να υπάρχει ανάλογη στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία. Τον πυρήνα όμως των σωμάτων αυτών τον αποτέλεσαν Κρητικοί μαχητές, επειδή ήταν εμπειροπόλεμοι λόγω των συνεχών επαναστάσεων κατά των Τούρκων. Οι Κρητικοί όμως εξαιτίας του μίσους τους κατά των Τούρκων λησμονούσαν αρχικά τον λόγο ύπαρξης τους στη Μακεδονία, την καταδίωξη δηλαδή των Βουλγάρων κομιτατζήδων και γενικά των οργάνων της βουλγαρικής προπαγάνδας.
Το 1904 εισέρχεται στη Μακεδονία ο Παύλος Μελάς διαπιστώνοντας πως δεν είχαν σημειωθεί σημαντικές πρόοδοι στο θέμα της οργάνωσης των ένοπλων σωμάτων και επιστρέφοντας στην Αθήνα εκθέτει την κατάσταση στην κυβέρνηση. Κατόπιν τούτου η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει τον Ιούνιο του 1904 να αποστείλει ένοπλα εκπαιδευμένα σώματα πλέον στη Μακεδονία με σκοπό την έναρξη του αγώνα. Ήδη όμως από την πλευρά των Βουλγάρων είχαν σημειωθεί σοβαρές ενέργειες, όπως δολοφονίες εγχώριων αγωνιστών που είχαν πλήξει την οργανωτική δομή της άμυνας των Ελλήνων.
Στις 14 Αυγούστου 1904 ο Παύλος Μελάς ορίζεται από το Μακεδονικό Κομιτάτο αρχηγός όλων των ένοπλων σωμάτων που δρούσαν στη Μακεδονία και με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας φθάνει εκ νέου στη Μακεδονία με 35 άνδρες ξεκινώντας και επίσημα την ένοπλη φάση του αγώνα. Ενός αγώνα που απέβλεπε στη συγκράτηση των βουλγαρικών ένοπλων σωμάτων, προσπαθώντας συγχρόνως να αποφεύγει συγκρούσεις με τους Τούρκους Στις 13 Οκτωβρίου, ο Παύλος Μελάς πληγώνεται θανάσιμα και αφήνει την τελευταία του πνοή στη Μακεδονία που τόσο είχε αγαπήσει. Η θυσία του Παύλου Μελά προκάλεσε μεγάλη θλίψη όχι μόνο στη Μακεδονία αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα που συνειδητοποίησε πως έπρεπε να υποστηριχτούν τα ελληνικά δίκαια στη Μακεδονία από τον κίνδυνο των Βουλγάρων και πως υπήρχε κίνδυνος να χαθούν και άλλες ελληνικές περιοχές όπως η Ήπειρος και η Θράκη.
Παύλος Μελάς
Ο αγώνας φυσικά δεν σταμάτησε με τον θάνατο του παλικαριού, αλλά συνεχίστηκε από άλλους Έλληνες αξιωματικούς, συνεργάτες του Μελά, οι οποίοι με τις ομάδες τους συγκρούονται καθημερινά με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Συνεχώς κατέφθαναν νέα σώματα, που πέρα από τις συγκρούσεις, με τις εισόδους τους στα χωριά ενθάρρυναν τους Έλληνες. Αυτό βέβαια είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν πολλοί τη ζωή τους, ενώ από την πλευρά τους οι Βούλγαροι, θορυβημένοι από τη σθεναρή αντίσταση των ντόπιων Ελληνων και τη δράση των ομάδων, άρχισαν να παραπονούνται στην τουρκική διοίκηση και να της ζητούν να παρέμβει και να περιορίσει τη δράση των ελληνικών ένοπλων ομάδων. Ωστόσο, κατά τη δεκαετία του 1900 ιδρύθηκε στο Παρίσι ο γαλλικός σύνδεσμος L'  Hellenisme (Ο Ελληνισμός), ως συνέχεια του αντίστοιχου των Αθηνών υπό τον καθηγητή Καζάζη, μέλος του συνδέσμου για τη δικαίωση του ελληνισμού κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Αργότερα εκδίδεται και περιοδικό με την ίδια ονομασία, ενώ λίγο αργότερα δεκαπενθήμερη εφημερίδα, πάλι με την ονομασία Ελληνισμός, που κάλυπτε σχεδόν όλη τη» επικαιρότητα του διεξαγόμενου Μακεδονικού Αγώνα και ενημέρωνε ολόκληρη την Ευρώπη με τη φωνή της αλήθειας. Ένας από τους βασικούς αρθρογράφους αυτής της εφημερίδας υπήρξε και ο Γάλλος φιλέλληνας δημοσιογράφος της εφημερίδας Le Matin, Michel Paillares, ο οποίος με τα καυστικά του άρθρα υπήρξε αποκαλυπτικός για την κατάσταση που επικρατούσε τότε στη Μακεδονία. Μέσα στην ίδια τη Θεσσαλονίκη ήδη λειτουργούσε ελληνική πολιτική οργάνωση υπό την επίβλεψη του αξιωματικού Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη, ο οποίος παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπος μιας γερμανικής εταιρείας ραπτομηχανών και αργότερα ως υπεύθυνος ασφαλιστικής εταιρείας, όπου οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης έδιναν σημαντικά χρηματικά ποσά για την ενίσχυση του αγώνα υπό μορφή ασφαλίστρων στην εταιρεία. Η οργάνωση της Θεσσαλονίκης, εκτός των άλλων, προσπάθησε να πετύχει και τον οικονομικό αποκλεισμό των εξαρχικών, οι οποίοι με τον τρόπο τους ήθελαν να κυριαρχούν στην πόλη. Το είδος αυτό του «οικονομικού πολέμου» φαίνεται πως απέφερε, γιατί μεγάλος αριθμός εξαρχικών καταστηματαρχών και γενικότερα εμπόρων χρεωκόπησαν και επανήλθαν στις τάξεις του Πατριαρχείου, ενώ προς αυτή την κατεύθυνση εργαζόταν και το λεγόμενο «εκτελεστικό» της οργάνωσης που είχε σκοπό τον εκφοβισμό των πρακτόρων του βουλγαρισμού. Μεγάλες υπηρεσίες επίσης προσέφερε και ο Θεσσαλονικιός γιατρός Δ. Ζάννας, λόγω των φιλικών σχέσεων με τον Τούρκο διοικητή Χασάν Ταξίμ, αλλά και με πολλούς άλλους Τούρκους αξιωματούχους. Κατόρθωνε και συγκέντρωνε χρήσιμες πληροφορίες και εξασφάλιζε την αποφυλάκιση Ελλήνων αγωνιστών. Περίπου την ίδια εποχή σχεδόν σε όλες τις περιοχές της Μακεδονίας ο αγώνας ανάμεσα στα ελληνικά και στα βουλγαρικά σώματα διεξαγόταν ανελέητος, ενώ έπειτα από τις συνεχείς εκκλήσεις των ελληνικών προξενικών αρχών, κυρίως του Μοναστηρίου, συνεχιζόταν η αποστολή νέων εκπαιδευμένων ομάδων από την Ελλάδα.
Ο αγώνας βρισκόταν στην αποκορύφωση του. Στην Αθήνα πλέον είχε καταστεί κατανοητό πως ο ένοπλος αγώνας ήταν η ενδεδειγμένη μορφή πάλης και άμυνας του ελληνισμού ενάντια στα επεκτατικά σχέδια του Βουλγαρικού εθνικισμού.
Περί το 1906 ο αγώνας βρίσκεται σε έξαρση. Ο αριθμός των ένοπλων σωμάτων είχε αυξηθεί και από το ελληνικό κράτος στέλνονταν συνεχώς πολεμοφόδια και όπλα. Οι συγκρούσεις είχαν ενταθεί, ενώ συχνά τα ελληνικά σώματα έρχονταν αντιμέτωπα και με τουρκικά αποσπάσματα που περιπολούσαν στις εμπόλεμες περιοχές. Σοβαρό επίσης ήταν το θέμα και των ρουμανιζόντων βλάχων που συνεργάζονταν με τους εξαρχικούς· τα ελληνικά σώματα τους τιμωρούσαν παραδειγματικά. Με τον χρόνο και με πολλές θυσίες των Ελλήνων μαχητών τα χωριά σιγά-σιγά επανέρχονταν στο Πατριαρχείο και ο ελληνισμός δείχνοντας τον δυναμισμό του ανακτούσε τα δίκαια του στη Μακεδονία. Κάτι που δεν κατέστη δυνατό με την Ανατολική Ρωμυλία, παρά τα συνεχή διαβήματα και τις έντονες διαμαρτυρίες του επίσημου ελληνικού κράτους στις ευρωπαϊκές δυνάμεις.
Το 1907 ο αγώνας συνεχίστηκε με την ίδια ένταση, αν και παρουσιάστηκαν κάποιες διαφωνίες ανάμεσα στους αρχηγούς των ελληνικών σωμάτων αναφορικά με την πρωτοβουλία κινήσεων και εξάρτησης τους από τις ελληνικές προξενικές Αρχές. Ωστόσο οι διαφωνίες ήρθησαν και τον Απρίλιο του ίδιου έτους εκδηλώθηκε μεγάλη ελληνική επίθεση και ανάκτηση πολλών χωριών, παρά τις συνεχείς πιέσεις εκ μέρους των ευρωπαϊκών δυνάμεων και της Τουρκίας προς την ελληνική κυβέρνηση για τερματισμό των αποστολών ένοπλων σωμάτων στη Μακεδονία. Οι Βούλγαροι βλέποντας πως οι αναμετρήσεις με τα ελληνικά σώματα ήταν ολέθριες γι' αυτούς, αρχίζουν τις μεμονωμένες δολοφονικές ενέργειες σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Την ίδια εποχή δολοφονείται και ο μεγάλος διώκτης των Ελλήνων, ο περιβόητος Μπόρις Σαράφωφ, από κάποιον τοπικό βοεβόδα, τον Πανίτσα. Παράλληλα οι Τούρκοι εγκαινιάζουν νέες μεθόδους πίεσης στον ελληνικό πληθυσμό, εντείνοντας τους ελέγχους στα ελληνικά χωριά. Συγχρόνως απαιτούν από το Πατριαρχείο και την ελληνική κυβέρνηση την αντικατάσταση ή τον περιορισμό των δραστηριοτήτων των μητροπολιτών και των προξένων. Παρά τις πιέσεις, τα περισσότερα χωριά είχαν επιστρέψει στο Πατριαρχείο, οι μάχες με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες τελείωναν νικηφόρες για τους Έλληνες και η κατάσταση περιήλθε υπό τον έλεγχο των Ελλήνων μαχητών.

Το τέλος του ένοπλου αγώνα.

Την ηγεσία της βουλγαρικής οργάνωσης είχε αναλάβει ο Πάνε Σαντάνσκι, αφού προηγουμένως δολοφονήθηκε ο προηγούμενος αρχηγός, Μπόρις Σαράφωφ. Λίγο αργότερα προκλήθηκε νέα διάσπαση στους κόλπους της οργάνωσης, όταν σχηματίστηκε αριστερή πτέρυγα, με την ανάπτυξη του σοσιαλιστικού κινήματος στη Βαλκανική. Η αριστερή αυτή πτέρυγα αποφάσισε την ίδρυση νέου κόμματος υπό την ονομασία Εθνικό Ομοσπονδιακό Κόμμα, ενώ μεταξύ των αρχηγών του ήταν οι Ντίμο Χατζηντίμωφ, Ντ. Ντασκάλωφ και Ντίμιταρ Βλάχωφ. Την περίοδο αυτή οι πολεμικές επιχειρήσεις στη Μακεδονία ήταν εντονότερης και μεγαλύτερης κλίμακας απ' ό,τι τα προηγούμενα χρόνια. Τα ελληνικά ένοπλα σώματα ήταν πολυπληθή και οι επιχειρήσεις όπως ήταν επόμενο είχαν πολλαπλασιαστεί. Οι Βούλγαροι από την πλευρά τους περιορίζονται σε μεμονωμένες ενέργειες κυρίως όχι από οργανωμένα σώματα αλλά από διάσπαρτες ληστανταρτικές ομάδες που δρούσαν σχεδόν ανεξέλεγκτα. Οι Τούρκοι, διακρίνοντας αυτήν την ένταση στις συγκρούσεις ανάμεσα σε Έλληνες και Βούλγαρους, για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση οργανώνουν ένοπλες ειδικές ομάδες στελεχωμένες εξολοκλήρου από Αλβανούς, με σκοπό την αποτελεσματική καταδίωξη των Ελλήνων και των Βουλγάρων. Την ίδια εποχή ξεσπά και μεγάλη διαμάχη ανάμεσα στους Βούλγαρους, καθώς η νέα κυβέρνηση στη Σόφια επανεξετάζει τη στάση της απέναντι στην Τουρκία και δημιουργούνται έτσι εσωτερικές τριβές στους κόλπους των οργανώσεων που δρούσαν στη Μακεδονία. Μπροστά στη νέα αυτή κατάσταση αλλάζει η πολιτική των Βουλγάρων στο θέμα της Μακεδονίας. Οι Βούλγαροι, προσδοκώντας κάποιες ρυθμίσεις από την Ευρώπη, ήλπιζαν σε μία ευνοϊκότερη γι' αυτούς λύση, ανέστειλαν τη δράση των ένοπλων σωμάτων τους, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να προκαλέσουν μια πιο γενικευμένη εξέγερση. Αυτό βέβαια είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της έντασης της καταδίωξης των βουλγαρικών σωμάτων από τους Τούρκους και εντονότερη καταδίωξη των αντίστοιχων ελληνικών. Οι Έλληνες ενοποίησαν τα ένοπλα σώματα υπό την αρχηγία του συνταγματάρχη Παναγιώτη Δαγκλή, αύξησαν τον αριθμό τους και δρούσαν περισσότερο σε επίπεδο πολιτικών δολοφονιών παρά σε επίπεδο συγκρούσεων με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Κατά το τελευταίο έτος της ένοπλης φάσης στη Μακεδονία παρατηρείται αύξηση της συχνότητας των συγκρούσεων των ελληνικών σωμάτων με τους Τούρκους. Αυτό συνέβη γιατί οι Βούλγαροι το διάστημα αυτό είχαν αναδιπλωθεί, προσδοκώντας μια γενικευμένη εξέγερση στη Μακεδονία, μεγαλύτερης έκτασης από αυτή του Ίλιντεν. Σκοπός τους ήταν να εκδιώξουν τους Έλληνες αντάρτες από τα πατριαρχικά χωριά και να ανακόψουν τον ανεφοδιασμό τους· για τον λόγο αυτό ενίσχυσαν τις δυνάμεις τους στις περιοχές αυτές.
Ο Μακεδονικός Αγώνας έληξε το 1908, με την επανάσταση των Νεότουρκων στις 11 Ιουνίου 1908, οπότε θεσπίστηκε σύνταγμα στην Τουρκία και δόθηκε αμνηστία στους αντάρτες, οι οποίοι αναγκάστηκαν πλέον να καταθέσουν τα όπλα.

Εμβόλιμα κείμενα.

1. Στη Μακεδονία η επαναστατική δράση είχε αρχίσει από το 1876 με το επαναστατικό σώμα του Κοσμά Δουμπιώτη, όπου και σχηματίστηκε «Προσωρινή Κυβέρνηση της Μακεδονίας». Εν τω μεταξύ έληξε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1878 με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, σύμφωνα με την οποία ιδρυόταν αυτόνομη ηγεμονία της Βουλγαρίας, ενώ πλήττονταν βαρύτατα τα ελληνικά συμφέροντα στη Μακεδονία, γι' αυτό και προκάλεσε τη σφοδρή και δίκαιη αντίδραση του ελληνισμού αλλά και των Σέρβων. Ήταν πασιφανές πως η Ρωσία θέλησε να λύσει το Ανατολικό Ζήτημα μονομερώς, μέσω του «δορυφόρου» της, της Βουλγαρίας. Η Αγγλία πρώτη, αλλά και ολόκληρη η Ευρώπη, έφεραν αντιρρήσεις και έτσι για πρώτη φορά εμφανίστηκε στο διεθνή διπλωματικό χώρο το «Μακεδόνικο Ζήτημα».
Όλοι οι κάτοικοι της Μακεδονίας αντέδρασαν πολύ έντονα και έστειλαν υπομνήματα προς όλες τις κατευθύνσεις (Υψηλή Πύλη, Οικουμενικό Πατριαρχείο και Μεγάλες Δυνάμεις), με τα οποία δήλωναν κατηγορηματικά την αντίθεση τους με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και ζητούσαν την ένωση τους με την Ελλάδα και όχι με τη Βουλγαρία.
Από την εποχή αυτή, λοιπόν, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μόνο τους Τούρκους αλλά και τους Σλάβους. Έτσι η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου τροποποιήθηκε στο συνέδριο του Βερολίνου (1878), περιόρισε τα σύνορα της Βουλγαρίας, δημιουργώντας την Αυτόνομη Ανατολική Ρωμυλία. Η Σερβία αναγνωριζόταν ελεύθερη καθώς επίσης το Μαυροβούνιο και η Ρουμανία.

2. Ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον Μακεδονικό Αγώνα.

Σημαντική ήταν η συνεισφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη δύσκολη περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα για να παραμείνει αλώβητος ο ελληνισμός στη Μακεδονία και πολύτιμη η συμπαράσταση του στους διωκόμενους αγωνιστές. Το 1900 το Πατριαρχείο, τον θρόνο του οποίου λάμπρυνε ο πατριάρχης Ιωακείμ Γ, διόρισε σε πολλές μητροπόλεις της Μακεδονίας νέους, γενναίους, ευρυμαθείς, με αποστολική διάθεση μητροπολίτες, όπως ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, ο Χρυσόστομος Καλαφάτης στη Δράμα κ.ά.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τον πάντα Έλληνα πατριάρχη περιέβαλε με την αγάπη του όλους τους πιστούς, ανεξάρτητα από το έθνος στο οποίο ανήκαν, και δημοκρατικά κατά παράδοση διοικούσε τις Εκκλησίες και με θυσίες συχνά μεριμνούσε για όλους, όπως και κατά την εποχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Πρόβλημα σοβαρό στους κόλπους του προκάλεσαν το 1870 οι Ρώσοι δηιϋποκιονώντατ τη Βουλγαρική Εξαρχία. Στον ιστορικό χώρο της Μακεδονίας το σύνολο των χριστιανών αδιαφόρησε για την ίδρυση της Εξαρχίας και παρέμεινε πιστό στο Πατριαρχείο, σύντομα όμως οι Βούλγαροι πράκτορες πρώτα και οι ένοπλοι κομιτατζήδες αργότερα επιδίωξαν να υπαγάγουν τους σλαβόφωνους, ιδίως Μακεδόνες στην Εξαρχία, ουσιαστικά, όμως, να τους εκβουλγαρίσουν. Αρκετοί υπέκυψαν, έγιναν Εξαρχικοί, στη συντριπτική όμως πλειοψηφία συνέχισαν να αποτελούν οι πιστοί στο Πατριαρχείο, οι Πατριαρχικοί.
Πολλοί ιεράρχες αντέδρασαν δυναμικά στις πιέσεις των Βουλγάρων. Στο μοναστήρι ο Ιωακείμ αναγκάστηκε να συμβουλεύσει: «...Οφθαλμόν αντί οφθαλμού» και στη Δράμα ο Χρυσόστομος: «...Πωλησάτω τα ιμάτια και αγορασάτω μάχαιραν». Στην Καστοριά ο Γερμανός έγινε η ψυχή του Αγώνα. Αντιλήφθηκε ότι οι Έλληνες Μακεδόνες μόνοι έπρεπε να αγωνιστούν για τη σωτηρία τους, τους ενθάρρυνε, βοήθησε τον Κώτα και τον Βαγγέλη, τους πρωτοπόρους γηγενείς Μακεδονομάχους, σύστησε στα χωριά επιτροπές, ξαναπήρε από τους Βουλγάρους ναούς και πιστούς, οργάνωσε δίκτυα πληροφοριών, μερίμνησε για την προμήθεια όπλων. «Η καλύτερη άμυνα μας είναι η επίθεση», επαναλάμβανε ο Γερμανός και σαν αρχάγγελος περιόδευε, κήρυττε, εγκαρδίωνε το ποίμνιο του. Στη Δράμα ο Χρυσόστομος, αργότερα μάρτυρας στη Σμύρνη, πρόσθετε: «Δια να καταστεί βουλγαρική η Μακεδονία, απαιτείται να στραγγαλισθεί η ιστορία και η εθνογραφία... , και να παραδοθώσιν εις το πυρ όλα τα μνημεία, αρχαία, βυζαντινά και νεότερα..., άτινα πάντα ,  είναι ελληνικά».

3. Ίων Δραγούμης.

Ο Ιωάννης ή Ίων Δραγούμης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Σεπτεμβρίου 1878. Ο πατέρας του. Στέφανος Δραγούμης, ήταν δικαστικός και μετέπειτα πρωθυπουργός της Επανάστασης στο Γουδί. Ο νεαρός Ίων μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που πίστευε στα εθνικά ιδεώδη και εμπνεόταν από ένθερμο πατριωτισμό. Οι ρίζες της πατριωτικής ιδεολογίας του θα πρέπει να αναζητηθούν στο οικογενειακό του περιβάλλον και στην ελληνοκεντρική του ανατροφή. Ήταν η εποχή που η Ελλάδα δονούταν από τη Μεγάλη Ιδέα, την απελευθέρωση των αλύτρωτων πατρίδων και των υποδούλων Ελλήνων, ενώ υψωνόταν η απειλή της Μεγάλης Βουλγαρίας και του Πανσλαβισμού, θα σπουδάσει νομικά και θα καταταγεί εθελοντής στον άτυχο Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.
Το 1904 σκοτώνεται στη γη της Μακεδονίας ο γαμπρός και το ίνδαλμα του, ο Παύλος Μελάς. Γράφει στο «Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα» απευθυνόμενος στην ελληνική νεολαία που καλούσε να ασχοληθεί με τα εθνικά θέματα «Φτάνουν πια οι Μάρτυρες. Χρειάζονται τώρα ήρωες. Γενείτε ήρωες.
Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει». Όμως με τη στάση του Δραγούμη δεν ήταν σύμφωνη η κυβέρνηση των Αθηνών και μετατίθεται κατά σειρά στα προξενεία Πύργου Βουλγαρίας, Φιλιππούπολης, Αλεξάνδρειας και Αλεξανδρούπολης (τότε Δεδέαγατς). Τη διετία 1907-1908 εργάζεται στο Ελληνικό Προξενείο Κωνσταντινουπόλεως και συναντά τον άλλο μεγάλο συνοδοιπόρο του, τον αξιωματικό Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαΐδη. Την περίοδο αυτή καταγράφει στο «Όσοι Ζωντανοί». Μαζί δημιουργούν την Οργάνωση Κωνσταντινούπολης για υπεράσπιση των δικαιωμάτων των Ελλήνων και αυτονομία στον Πόντο, στην Καππαδοκία, στα παράλια της Μικρός Ασίας.
Μαζί οραματίζονται το Ανατολικό ιδανικό όπου θα ενώνονταν όλοι οι λαοί τη Ανατολής, και οι Έλληνες ως γνήσιοι κληρονόμοι του Βυζαντίου θα γίνονταν σιγά-σιγά κυβερνήτες ή συγκυβερνήτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας εις βάρος των Τούρκων. Αυτό προϋπόθετε εναντίωση στην επιρροή των Μεγάλων Δυνάμεων που ήθελαν διάλυση της αυτοκρατορίας. Όμως η εξέλιξη του Νεοτουρκικού κινήματος θα διαλύσει τα οράματα των δύο φίλων.

4. Δημήτριος Καλαποθάκης.

Ο Δημήτριος Καλαποθάκης διετέλεσε πρόεδρος του «Μακεδονικού Κομιτάτου» από την ίδρυση του έως τον Φεβρουάριο του 1907, οπότε παραιτήθηκε μετά τη σύγκρουση του με την κυβέρνηση Θεοτόκη, η οποία επιθυμούσε να ενοποιήσει τη δράση στη Μακεδονία και να περιστείλει τις δραστηριότητες του ΜΚ.
Ο Καλαποθάκης οργανώνει τα αντάρτικα σώματα και τα στέλνει στη Μακεδονία, όπου οι Βουλγαρικές συμμορίες εξόντωναν και τρομοκρατούσαν για χρόνια ολόκληρα τους ελληνομακεδονικούς πληθυσμούς.
Αυτός κρατά στα στιβαρά χέρια του τον αγώνα, στο κέντρο, ενώ επιτόπου παρακολουθεί την κατάσταση με την άγρυπνη φροντίδα του ο Λάμπρος Κορομηλάς, που διορίστηκε πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη.
Ο Καλαποθάκης με το «Μακεδονικό Κομιτάτο» διορίζει, τον Αύγουστο του 1904, τον ανθυπολοχαγό Παύλο Μελά, αρχηγό των περιφερειών Μοναστηρίου και Καστοριάς. Ο Καλαποθάκης οργανώνει λοιπόν από την Αθήνα τα αντάρτικα σώματα και τα στέλνει στη Μακεδονία, όπου οι Βουλγάρικες συμμορίες εξόντωναν και τρομοκρατούσαν χρόνια ολόκληρα τους Έλληνες.
Αυτός ενεργεί για την εξασφάλιση της διαδοχής τους, αυτός συντονίζει όλες τις σχετικές ενέργειες, ενημερώνοντας το επίσημο κράτος.

5. Οι "βαρκάρηδες της Θεσσαλονίκης".

Οι «βαρκάρηδες» ήταν μια ολιγομελής οργάνωση την οποία ίδρυσαν το 1897 απόφοιτοι του Βουλγαρικού γυμνασίου Θεσσαλονίκης. Ήταν «μαθητευόμενοι επαναστάτες» και ιδεολόγοι μηδενιστές που «εγκατέλειψαν τα όριο της έννομης τάξης και σάλπαραν με μια βάρκα στις ελεύθερες και άγριες θάλασσες της παρανομίας», όπως έγραφαν. Αν και είχαν αρχικά ιδεολογική σχέση με την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ), την πολιτική οργάνωση των Βουλγάρων της Μακεδονίας, που συγκροτήθηκε στο 1893 με έδρα τη Θεσσαλονίκη, πολύ σύντομα ανεξαρτητοποιήθηκαν και ακολούθησαν δικό τους δρόμο. Η πρώτη τους σκέψη ήταν να ανατινάξουν την Οθωμανική Τράπεζα, το διατηρητέο κτίριο στην οδό Φράγκων, όπου στεγάζεται σήμερα το Κρατικό Ωδείο. Το βομβιστικό πρόγραμμα τους περιλάμβανε, εκτός από την τράπεζα, και άλλους στόχους με ρίψη βομβών και φυσιγγιών γεμάτα με δυναμίτιδα, που είχαν κατασκευάσει τα μέλη τη οργάνωσης. Για λίγες μέρες, στο τέλη Απρίλιο» του 1903, η Θεσσαλονίκη έζησε ένα φοβερό όργιο εκρήξεων, ευτυχώς με λίγα θύματα σε σχέση με το μέγεθος των υλικών ζημιών. Η Οθωμανική Τράπεζα, που πυροδοτήθηκε με φυτίλι, γκρεμίστηκε συθέμελα και μόνο η πρόσοψή της θύμιζε το μεγαλοπρεπές κτίριο. Τα τραπεζικά αποθέματα με τουρκικές λίρες έμειναν ακέραια και μεταφέρθηκαν σε τουρκικό θωρηκτό, ενώ οι συναλλαγές για αρκετές μέρες γίνονταν στο ύπαιθρο.
Η γερμανική λέσχη κατέρρευσε και ζημιές έπαθε το γειτονικό ξενοδοχείο «Κολόμπο». Η αμαξοστοιχία που ερχόταν από την Αλεξανδρούπολη με 300 επιβάτες υπέστη μικρές ζημιές, ενώ επίθεση στο εργοστάσιο του αεριόφωτος δεν είχε καταστροφικό αποτέλεσμα, πέρα από μικροζημιές σε κτίρια.

6. Οι επιπτώσεις από το Κίνημα του Ίλιντεν.

Οι ταραχές στην Ανω Τζουμαγιά μπορεί να μην κατέλυσαν την οθωμανική κυριαρχία στη Μακεδονία, προκάλεσαν όμως ένα κύμα συμπάθειας στην Ευρώπη. Η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία άρχισαν να πιέζουν την Υψηλή Πύλη να προβεί σε μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία.
Μπροστά στον κίνδυνο να μείνει εκτός εξελίξεων, η ΕΜΕΟ αποφάσισε να προχωρήσει σε ένοπλη εξέγερση στη Μακεδονία στα μέσα του καλοκαιριού του 1903. Η εξέγερση που εκδηλώθηκε την ημέρα της εορτής του Προφήτη Ηλία καταπνίγηκε γρήγορα, λόγω της άρνησης του πληθυσμού να συνδράμει τις ένοπλες ομάδες της ΕΜΕΟ αλλά και εξαιτίας της αποφασιστικότητας που έδειξαν οι Οθωμανοί. Τις νίκες των Βουλγαρικών ομάδων στις πρώτες συγκρούσεις με τους Τούρκους διαδέχθηκαν οι απανωτές ήττες και η καταστροφή πολλών χωριών και κωμοπόλεων της Μακεδονίας, όπως το Κρούσοβο και η Κλεισούρα. Η τουρκική πλευρά προχώρησε για ακόμη μία φορά σε επίδειξη σκληρότητας σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών, που στην πλειοψηφία τους είχαν μείνει αμέτοχοι στην εξέγερση.
Οι τουρκικές αγριότητες ξεσήκωσαν την κοινή γνώμη στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας να πιέσουν τον σουλτάνο να αποδεχθεί ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που είχε εκπονηθεί στο Μύρστεγκ, ένα χωριό κοντά στη Βιέννη. Οι μεταρρυθμίσεις του Μύρστεγκ είχαν σκοπό να περιορίσουν την καταπίεση και τη διαφθορά στα Βιλαέτια της θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και των Σκοπίων. Ό,τι δεν μπόρεσε να καταφέρει η ΕΜΕΟ με τη δύναμη των όπλων έγινε εφικτό με την κατακραυγή που ξεσηκώθηκε στην Ευρώπη εναντίον της^ διοίκησης των Οθωμανών
Η εξεγερση του Ιλιντεν είχε σοβαρές επιπτώσεις στη συνοχή της Οργάνωσης. Η εμφανής αδυναμία των ανταρτικών ομάδων της ΕΜΕΟ να αντιπαρατεθούν στα τουρκικά στρατιωτικά αποσπάσματα και η απώλεια πολλών ηγετικών στελεχών της οργάνωσης στη διάρκεια της εξέγερσης; είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο τάσεις. Η αντιπαλότητα των δύο τάσεων είχε σημαντική επίπτωση στη δραστηριότητα των κομιτατζήδων στη Μακεδονία. Οι τοπικοί βοεβόδες άρχισαν να ασχολούνται με τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις, ακόμη και να δολοφονούν ο ένας τον άλλο, με αποτέλεσμα να μειωθεί η αποτελεσματικότητα των κομιτατζήδων.

7. Το Ίλιντεν με το βλέμμα του Γάλλου δημοσιογράφου Michel Paillares.

Οι  προκαλέσαντες την περιβόητη επανάσταση του Ιλιντεν της 20ης Ιουλίου του 1903 ενεπιστεύθησαν την διεύθυνσιν του βουλγαρισμού, άμα επέστρεψαν εις Σόφιαν, εις ανθρώπους "του σχοινιού και του παλουκιού", οι οποίοι είχον μανία να σφάζουν και να δολοφονούν.  Απεκεφάλισαν  οι  άνθρωποι  αυτοί κατά εκατοντάδας. Η ωμότης και η προς την αρπογήν τάσις των κομιτατζήδων έφθασεν εις το μη περαιτέρω. Οι ίδιοι οι ομοεθνείς τους οι Βούλγαροι, δεν ηδύναντο να υποφέρουν την σκληρότητα των και τας ολοέν αυξάνουσας απαιτήσεις των
Οι Έλληνες δεν κατεπίεζον τους μακεδονικούς πληθυσμούς. Δεν απήτουν παρά των χωρικών χρήματα. Ετρεφοντο δι εξόδων των πάντοτε και επλήρωναν, όπου κατέλυα». Οι κυριότεροι αρχηγοί των Ελλήνων ήσαν αρχαίοι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, ανήκοντες εις τας καλλιτέρας οικογενείας των Αθηνών. Η ανατροφή, την οποίαν είχον λάβει, τους ημπόδιζε να μετέλθουν βίαια και άγρια μέσα. Ουδέποτε εις Μελάς θα επέτρεπεν εις οιονδήποτε εκ των οπαδών του να ξεκοιλιάσει μίαν γυναίκαν ή να κομματιάσει ένα γέροντα. Συνηντήσαμε εις Νάουσαν έναν φανατικόν Έλληνα, ο οποίος παρεπονείτο, διότι ο οπλαρχηγός Ακρίτας (ο Μαζαράκης δηλαδή), εβάδιζε με το Ευαγγέλιον ανά χείρας».

8. Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης (1866-1935).

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης ήταν μια από τις σημαντικότερες και πολύπλευρες εκκλησιαστικές προσωπικότητες της εποχής του. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης, παρά την τεράστια εθνική και εκκλησιαστική του προσφορά, παραμένει σχεδόν άγνωστος στην πατρίδα του, τη Λέσβο. Αντίθετα στη Δυτική Μακεδονία, όπου έδρασε μια περίοδο της ζωής του, είναι γνωστός ως κεντρική μορφή του Μακεδονικού Αγώνα. Ωστόσο, πανελλαδικά υπάρχει διάχυτη άγνοια αλλά και σιωπή γύρω από τη δυνατή ιστορική προσωπικότητα του Γερμανού Καραβαγγέλη.
Η Κοινότητα Στύψης επιχειρεί να δώσει μια λιτή χρονογραφία της ζωής και της δράσης του μεγάλου πατριώτη, Μακεδονομάχου και τέκνου της Στύψης Γερμανού Καραβαγγέλη, έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να σχηματίσει την εικόνα αυτού του λεβέντη ρασοφόρου, που ήταν ταυτόχρονα δεινός ρήτορας, σαγηνευτικός διπλωμάτης, πανέξυπνος πολιτικός με εξαιρετική φιλοσοφική κατάρτιση.

9. Οι Κρητικοί στον Μακεδονικό Αγώνα.

Τον Ιούνιο του 1903 περνούν τα σύνορα και μπαίνουν στη Μακεδονία δέκα ντελικανήδες Κρητικοί υπό τον καπετάν θύμιο Καούδη. Φτάνουν στη Μακεδονία ως πρωτοπόροι της αφυπνιζόμενης Ελλάδας. Αυτοί συγκροτούν το πρώτο αντάρτικο σώμα από την Ελλάδα. Ενισχύουν το σώμα του Καπετάν Βαγγέλη και συνοδεύουν τον Μητροπολίτη Καστοριάς στις περιοδείες του στα χωριά
·)  _
Τον Αύγουστο του 1904 νέο σώμα από 14 οπλαρχηγούς εισέρχεται στη Μακεδονία και αρχίζει αμέσως πολεμική δράση (...). Σε όλη τη διάρκεια της ένοπλης αναμέτρησης μέχρι το 1908, ένοπλες και αλλεπάλληλες μαχητικές φάλαγγες εισέρχονται στη Μακεδονία. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ονόματα Θ. Κουκουλάκης, Εμ. Κουρής, Ι. Δοξογιάννης, Ν. Καλομενόπουλος, Γ. Σπυριδογιαννάκης κ.ά.
Όπως γράφει ο Γ. Μόδης, «Εζητούντο άνδρες να παλέψουν, να αγωνισθούν και να παίζουν την ζωήν των δια την λευτεριάν των αδελφών μας Μακεδόνων και ολόκληρος η Κρήτη είχε μεταβληθεί σε έμπεδο του μακεδονικού Αγώνα».
«Πίστευε ο Κρητικός» (γράφει ο Δ. Γοβατζιδάκης: Η συμβολή των Κρητών στον Μακεδονικό Αγώνα» Ε.Μ.Σ., Μακεδονικός Αγώνας. Διαλέξεις για τα 80 χρόνια, 1986, σ. 45 κ. επ.) «πως τα σύνορα της Ελλάδος δεν τελειώνουν ούτε πρέπει να τελειώνουν στη Μελούνα. Πέρα απ' αυτά τα όρια ήξερε ότι υπάρχει αλύτρωτος Ελληνισμός με απαράγραπτα ελληνικά δικαιώματα, αδερφικός λαός που όχι μόνον στέναζε κάτω από τον ίδιο δυνάστη αλλά και κινδύνευε από άλλους Βαλκανικούς λαούς, να χάσει την εθνική του ταυτότητα (...). Η ψυχή των Κρητικών τραυματισμένη από την ήττα του '97, πίστευε ότι η Μακεδονία είναι ένας τόπος της εκδίκησης».

10. Παύλος Μελάς.

Ο Παύλος Μελάς, γιος του Μιχαήλ Μελά, γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1870, μορφώθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον με έντονο τον εθνικό παλμό.
Το 1886 μπήκε στη Σχολή Ευελπίδων. Αποφοίτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού. Το 1892 παντρεύτηκε τη Ναταλία, κόρη του Στέφανου Δραγούμη. Ο άτυχος πόλεμος του 1897 τον πλήγωσε βαθιά. Πιστεύοντας όμως ότι η χώρα θα ξαναβρεί τον δρόμο της, αντέδρασε μέσα στο κλίμα της απογοήτευσης που τότε κυριαρχούσε. Δημιουργεί στη Μακεδονία έναν μαχητικό εθνικό πυρήνα ενάντια των βουλγαρικών σχεδίων και γίνεται η ψυχή του κινήματος. Στις 24 Φεβρουαρίου 1904, με διαταγή της τότε ελληνικής κυβέρνησης, πήγε στη Μακεδονία, μαζί με άλλους 4 αξιωματικούς για να συγκεντρώσει στοιχεία και να μελετήσει προσωπικά την κατάσταση. Στις 10 Ιουλίου του ίδιου χρόνου ξαναπήγε μόνος στη Μακεδονία, ως έμπορος στην Κοζάνη και τη Σιάτιστα, όπου οργάνωσε το πρώτο σώμα του. Κυκλοφορούσε με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας. Ξαναγύρισε στην Αθήνα και κατόρθωσε να ιδρύσει το Μακεδονικό Κομιτάτο. Ξαναπήγε για τρίτη και τελευταία φορά στη Μακεδονία στις 18 Αυγούστου 1904. Διοικούσε ένα σώμα 35 αντρών, όμως ουσιαστικά ήταν αρχηγός όλων των ανταρτικών ομάδων που δρούσαν στις περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς. Ο αγώνας ήταν σκληρός, γιατί ούτε δοκιμασμένους οδηγούς διέθεταν ούτε εύκολα μπορούσαν να τροφοδοτηθούν. Τους δυσκόλευαν πολύ επίσης οι αδιάκοπες βροχές. Εκτός αυτών, οι τουρκικές Αρχές είχαν πληροφορηθεί το πέρασμα από τα σύνορα αυτού του ελληνικού σώματος και το καταδίωκαν με ενισχυμένο στρατιωτικό απόσπασμα. Ο Μελάς άρχισε αμέσως να αντιδρά εναντίον των κομιτατζήδων για να ξεκαθαρίσει την περιοχή αλλά και για να οργανώσει την τοπική άμυνα. Κέντρο των επιχειρήσεων του ήταν τα χωριά Νεγοβάνη και Λέχοβο. Τη δράση του συνέχισε αδιάκοπα έως τις 13 Οκτωβρίου 1904. Εκείνη την ημέρα βρισκόταν στο χωριό Στάτιστα, που σήμερα προς τιμήν του ονομάζεται Μελάς. Η συμμορία κομιτατζήδων του Μήτρου Βλάχου τον πρόδωσε. Τουρκικό απόσπασμα κύκλωσε το χωριό και το τμήμα του Μελά. Έπειτα από άμυνα δύο ωρών αποφάσισαν έξοδο. Πρώτος όρμησε ο Μελάς που πληγώθηκε θανάσιμα και πέθανε έπειτα από μισή ώρα. Η είδηση του ηρωικού θανάτου του συγκλόνισε το πανελλήνιο. Ολόκληρη η Αθήνα πένθησε. Ο θάνατος του έγινε αφορμή να τρέξουν στη Μακεδονία πολλοί Έλληνες αξιωματικοί. Ο αγώνας για την απελευθέρωση της Μακεδονίας οργανώθηκε, απλώθηκε, γιγαντώθηκε για να καταλήξει στους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13. Ο Μελάς στάθηκε ο πρωτομάρτυρας για την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στην Ελλάδα.

11. Η μαρτυρία του Γάλλου δημοσιογράφου Michel Palliares για το Μακεδονικό εθνολογικό.

«Προτού να επισκεφθώ την Μακεδονίαν και κατ' αυτήν ταύτην την αποβίβασίν μου ακόμη εις την Θεσσαλονίκην ήκουσα ποικίλας γνώμας περί τής υποστάσεως του Ελληνισμού εν τη χώρα. Οι μεν μοι διεβεβαίουν, ότι δεν υπάρχουσιν Έλληνες εν Μακεδονία, άλλοι ότι αν υπάρχωσιν είνε ξένοι. Τέλος άλλοι μοι έλεγον ότι οι Έλληνες είναι οι πολυπληθέστεροι, οι εργατικώτεροι και πλουσιότεροι. Εν μέσω τοιούτων αντιφάσεων ήτο λίαν δυσχερές να εξεύρη τις την αλήθειαν. Εν τούτοις διατρέχων την Μακεδονίαν, τας πόλεις, τα χωρία, τας εξοχάς αυτής, ανεκάλυψα Έλληνας και. μάλιστα πολλούς. Και αντί να ερωτήσω τους ξένους, συνεβουλεύθην τους ιθαγενείς, ηρεύνησα αυτά τα γεγονότα. Η στιγμή, καθ' ήν ανέλαβα την έρευναν, ήτο καταλληλότατη, διότι συνέπιπτε με το δράμα του Γραδοβάρ, την σφαγήν δηλονότι ελληνικής οικογενείας· ο πατήρ ταύτης Τράϊκος Στέργιου ετεμαχίσθη υπό της βουλγαρικής συμμορίας του Μήτρου-Βλάχου· η σύζυγος Ελισάβετ διετρυπήθη διά μαχαίρας· ο υιός των επίσης εβασανίσθη, εσταυρώθη· ο δευτερότοκος εκάη ζων, αφού προηγουμένως υπέστη όλα τα μαρτύρια ευφυέστατης στρεβλώσεως. Και πάντα ταύτα, μόνον και μόνον, διότι ο Έλλην προύχων Στέργιου και η σύζυγος του δεν συγκατατίθεντο να προσέλθωσιν εις τον Βουλγαρισμόν, εμμένοντες απαρασαλεύτως εις τον Ελληνισμόν... πρέπει να προσθέσω, ότι την στιγμήν, καθ' ήν διεπράχθη το έγκλημα τούτο δεν υπήρχεν ούτε ένα σώμα ελληνικόν εν Μακεδονία- δεν υπήρχον ειμή μόνον βούλγαροι κομιτατζήδες. Οι Έλληνες αποτελούσι την μεγαλειτέραν πλειονοψηφίαν των Χριστιανών εν Μακεδονία. Εισίν Έλληνες την καταγωγήν, τα αισθήματα, τας εμπνεύσεις, ομιλούσι σχεδόν πάντες ελληνιστί. Ουχ ήττον, έν μέρος του ελληνικού τούτου πληθυσμού είνε δίγλωσσον, ομιλούν την ελληνικήν και σλαυομακεδονικήν συγχρόνως, ήτοι είναι σλαυόφωνονΑλλά διατί υπάρχουσί τίνες, οι οποίοι επιμένουσιν εις το ν'  αρνώνται εις αυτούς την ελληνικότητα; Απλώς διότι είναι σλαυόφωνοι! 
Και εξηγώ τούτο. Η άμπωτις και η παλίρροια των Βουλγαρικών και των σερβικών επιδρομών κατέλιπον εις τίνα μακεδονικά διαμερίσματα κατακάθισμα λέξεων σλαυϊκών, τας οποίας η εργασία των αιώνων ανέμιξεν εις τι χυδάϊσμα, μετά πτωχότατου λεξιλογίου, το σλαυομακεδονικόν λεγόμενον».
Πριν αρχίσει ο Palliares την περιοδεία του στη μακεδονική γη, συναντήθηκε στο Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης με τον Κορομηλά, ο οποίος όπως φαίνεται έμεινε καταγοητευμένος από την προσωπικότητα του. Ο Κορομηλάς, σε μία από τις συζητήσεις που είχε με τον Palliares στις συζητήσεις τους στη Θεσσαλονίκη, του εκμυστηρευότανε με πικρία: Δημιούργησαν μιαν Ελλάδα μικροσκοπική, ένα είδος μικρογραφίας, ένα bibelot για προθήκες. Οι ώμοι μας είναι πάρα πολύ αδύνατοι, για να κρατήσουνε το βάρος της θαυμάσιας κληρονομιάς που μας άφησαν οι προγονοί μας... Αυτό ήταν, αλίμονο, η αρχή και η αιτία όλων των δεινών μας!

12. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Murzzteg.

Τον Σεπτέμβριο του 1903 στην πόλη Murzzteg, οι υπουργοί Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας και της Ρωσίας, προετοίμασαν ένα νέο μεταρρυθμιστικό σχέδιο για το Μακεδονικό ζήτημα το οποίο υπέβαλαν στην Πύλη τον Οκτώβριο του 1903. Οι κύριοι στόχοι του προγράμματος που η Πύλη υποχρεώθηκε να δεχτεί με επιφυλάξεις ήταν:
• Η εξασφάλιση της τάξης
• Η αποκατάσταση των ζημιών της εξέγερσης του Ίλιντεν και η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που προέβλεπε το σχέδιο της Βιέννης, και στο πλαίσιο αυτό
• Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής παρουσίας στη Μακεδονία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...