Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

Δεδικασμένο, περιεχόμενο, ενστάσεις.

Εφετείο Θεσ/ κης 3401/ 2000,  Δνη 42 (2001).768.

Εισηγητής: Αθανάσιος Τύμπας
Περίληψη. Δεδικασμένο. Εκταση του δεδικασμένου. Παράγει δεδικασμένο και η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε σε αναγνωριστική αγωγή. Το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, εκτός άν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή. Το δεδικασμένο αποτελεί έννομη συνέπεια της απόφασης και διασφαλίζει το περιεχόμενό του.

 Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 235 ΚΠολΔ, όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση, είναι τελεσίδικες και αποτελούν δε δικασμένο, το οποίο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε ουσιαστικά για μια έννομη σχέση, που είχε προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού (βλ. ΑΠ 227/1986 ΕλλΔνη 27. 1285). Και η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε σε αναγνωριστική αγωγή τέμνει τη διαφορά, όπως και στην καταψηφιστική και συνεπώς παράγει μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο με τις συνέπειες που αυτό παράγει, η δε έκταση αυτού, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνεται προς το δικαστήριο (βλ. ΟλΑΠ 4/990 ΕλλΔνη 31. 548, ΟλΑΠ 896/1985 ΝοΒ 33. 1397). Το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια νομική και ιστορική αιτία και ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων και εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους, όσο διαρκούσε η δίκη μετά το τέλος της. Το δε δικασμένο εκτείνεται, κατ` άρθρο 330 ΚΠολΔ, στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σ` εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν και χρησιμεύουν προς απόκρουση του ασκηθέντος δικαιώματος ως διακωλυτικές της γενέσεως ή καταργητικές αυτού (καταχρηστικές ενστάσεις, ΑΠ 1711/1991 ΕλλΔνη 33.1615). Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί με κυρία αγωγή (βλ. ΑΠ 596/1986 συμπλ. Βασ. Νομολογίας τ. Α, 101). Από το απορριπτικό διατακτικό αποφάσεως καλύπτεται κάθε ένσταση που προτάθηκε, έστω και αν αυτή κρίθηκε βάσιμη με τις αιτιολογίες της απόφασης, αφού παρά ταύτα, αν και μπορούσε ως βάσιμη να οδηγήσει σε παραδοχή της αγωγής ή του ενδίκου μέσου, δεν επέφερε το αποτέλεσμα αυτό (βλ. ΑΠ 973/1984 ΕΕΝ 52. 482).
Ώπως η οριστικότητα έτσι και η τελεσιδικία, αποτελεί ιδιότητα της αποφάσεως, η οποία διασφαλίζει την υπόσταση αυτής. Αντίθετα  το δεδικασμένο αποτελεί όχι ιδιότητα, αλλά έννομη συνέπεια της αποφάσεως και δεν διασφαλίζει την υπόσταση, αλλά το περιεχόμενό της. Αν επομένως γίνει δεκτή η αγωγή στον πρώτο βαθμό και απορριφθούν και τα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως που ασκήθηκαν από τους εναγομένους, πρέπει να αναζητηθεί η οριοθέτηση του δεδικασμένου (βλ. γνωμοδότηση Α. Γεωργιάδη-Κ. Κεραμέα στο ΝοΒ 33. 296). Το αμετάκλητο αποτελεί επίσης ιδιότητα της αποφάσεως, η οποία καθιστά τελείως απρόσβλητη την υπόστασή της. Διασφαλίζει δηλαδή απολύτως το «πραγματικό» από το οποίο πηγάζει η έννομη συνέπεια του δεδικασμένου (βλ. Κονδύλη το δεδικασμένο, Δίκη 1983, σελ. 337 επομ., Κ. Μπέης ΠολΔ, σελ. 1321, Γ. Ράμμος συμβολή στην ερμηνεία της ΠολΔ, ΙΙΙ παρ. 11 Ο, σελ. 125, Νίκας, Η `Ενσταση εκκρεμοδικίας στην πολιτική δίκη 1991 σελ. 52, ΑΠ 31/1985 ΝοΒ 33. 1417, ΑΠ 909/1979 ΝοΒ 28. 264, ΕΘ 1824/1993 Αρμ. 1994, 588, ΕΑ 1716/ 1988 ΝοΒ 36. 576).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...